Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Μαρ 2017

8 Απρόσμενο Ξύπνημα (Κεφάλαιο 3)

                             Νερίσσα

Μετά από αρκετή ώρα σερβιρίσματος τα πόδια μου πονούσαν όσο και το κεφάλι μου, όμως ο κόσμος δεν έδειχνε να ελαττώνεται. Αντίθετα όσο πιο πολύ περνούσε η ώρα –και με το περνούσε εννοούσα ότι είχαν φτάσει μεσάνυχτα την τελευταία φορά που κοίταξα το ρολόι μου–, τόσο ο κόσμος αυξανόταν. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ίσιωσα το κορμί μου, όπως μας είχε υποδείξει ότι πρέπει να κάνουμε η υπεύθυνη. Προσπαθούσα να αναμειχθώ με το πλήθος, όταν ένιωσα να χάνω την ισορροπία του δίσκου μου. Στην προσπάθειά μου να τον συγκρατήσω, σήκωσα και το δεύτερο χέρι μου, δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα το ένα ποτήρι που προσγειώθηκε δίπλα στο φόρεμα μίας καλεσμένης, με αποτέλεσμα να της λερώσει το μακρύ κόκκινο φόρεμα. Έσπευσα να ζητήσω συγγνώμη, όμως δεν πρόλαβα ν’ ανοίξω καν το στόμα μου, αφού γύρισε προς το μέρος μου εξοργισμένη και μου έβαλε τις φωνές σαν υστερική.
«Αντιλαμβάνεσαι τι έκανες; Το φόρεμα που μόλις λέρωσες σίγουρα κοστίζει όσο ο μισθός όλου του μήνα σου. Αφού δε μπορείς να κάνεις σωστά τη δουλειά σου, γιατί σε κρατάνε;»
Τίναζε το φόρεμά της, όσο μου μιλούσε και σχεδόν μπορούσα να διακρίνω τις φλέβες στον λαιμό και τα χέρια της να πετάγονται. Έσκυψα και μάζεψα ό,τι είχε απομείνει από το ποτήρι και το υγρό, για να μην υπάρξει κανένα ατύχημα. Ένα θραύσμα μπήκε στο δάχτυλό μου και αμέσως το τύλιξα με την πετσέτα. Ειλικρινά δε φοβόμουν ποτέ να μπλεχτώ σ’ έναν καβγά, ειδικά αν ο άλλος είχε άδικο όπως τώρα, όμως η συγκεκριμένη μού προκαλούσε ένα έντονο μούδιασμα μαζί με μία αίσθηση τρόμου. Χωρίς να ξέρω τι να πω, για λίγο παρακολουθούσα τα ίσια ξανθά μαλλιά της που την έκαναν να δείχνει ακόμα πιο επιβλητική. Συμφωνούσα πάντα με όσους έλεγαν ότι οι πλούσιοι δείχνουν εκθαμβωτικοί στα πάρτι τους, όμως αυτοί οι άνθρωποι ήταν υπερβολικά τέλειοι σε όλα τους τα χαρακτηριστικά. Τα καφέ της μάτια, όσο συνηθισμένο χρώμα και αν φαίνονταν πως είχαν, δεν έπαυαν να σε μαγνητίζουν και να νιώθεις ότι είναι κάτι μοναδικό, οι κινήσεις τις ήταν τόσο αρμονικές και ήρεμες παρά τη σύγχυση στην οποία βρισκόταν. Από τις σκέψεις αυτές με έβγαλε η φωνή ενός άντρα.
«Έσπερ, καλή μου, δεν έγινε κάτι τρομερό για να φέρεσαι έτσι. Η κοπέλα εξάλλου κάνει απλώς τη δουλειά της» πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και πλησίασε στο αυτί της, όμως αντί να μιλήσει ψιθυριστά φρόντισε να ακουστεί λίγο περισσότερο. «Εγώ σε προτιμώ χωρίς αυτό». Χαμογέλασε προς το μέρος μου, βλέποντας ότι τους παρατηρούσα και απέστρεψα αμέσως το βλέμμα μου νιώθοντας αμηχανία και θυμό. Η κοπέλα κοίταξε ανήσυχα γύρω της. Ενώ εκείνος επικεντρώθηκε για λίγα λεπτά στο δάχτυλό μου που είχε γεμίσει αίμα την πετσέτα, με την οποία το είχα τυλίξει.
«Πρόσεχε τι λες ανάμεσα σε τόσο κόσμο, Γκόντρικ».
Ώστε αυτό είναι το όνομά του, σκέφτηκα ασυναίσθητα, αφού είδα ότι μπροστά μου στεκόταν ο άντρας που μου είχε κεντρίσει την προσοχή με τη στάση του μόλις μπήκα στην αίθουσα. Τα μάτια του από τόσο κοντά ήταν πολύ πιο έντονα και εκφραστικά. Πλέον πέρα από επιβλητικός μού φαινόταν πως είχε πάνω του κάτι το σκοτεινό και επικίνδυνο συνάμα. Παρατήρησα το ποτήρι σαμπάνιας στο χέρι του. Κοίταξα γύρω μου και είδα ότι οι υπόλοιποι σερβιτόροι ήταν αρκετά μακριά, για να έχει φτάσει έγκαιρα ώστε να ακούσει τη μικρή συζήτησή μας με την ξινή ξανθιά. Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου και γύρισα ξανά προς το μέρος του με περισσότερο θάρρος.
«Εσύ! Εσύ πήρες το ποτήρι από τον δίσκο μου» απευθύνθηκα προς εκείνον και αμέσως μπήκε σχεδόν μπροστά του η Έσπερ –όπως την είχε αποκαλέσει πριν εκείνος– με κοίταξε πιο άγρια από πριν.
«Πώς…τολμάς… να του μιλάς έτσι;» η φωνή της ήταν τόσο απειλητική και έβγαινε μέσα από τα σφιγμένα δόντια της, κάτι που με τάραξε, όπως ήταν φυσικό, όμως δεν άφησα την ανησυχία μου να φανεί και έτσι δεν έκανα ούτε ένα βήμα πίσω. Ποτέ δεν επέτρεψα σε κανέναν να δει ότι φοβάμαι, δε θα το έκανα τώρα μπροστά σε αυτούς.
«Έσπερ» είπε με αυστηρό τόνο και εκείνη αμέσως μαζεύτηκε υπάκουα. Μα καλά, πώς ανέχεται να της φέρεται με αυτόν τον τρόπο και να τον υπακούει κιόλας; σκέφτηκα καθώς τον κοιτούσα εκνευρισμένη. «Μπορώ να υπερασπιστώ και μόνος μου τον εαυτό μου» γύρισε προς το μέρος μου. «Ναι, εγώ πήρα το ποτήρι και ειλικρινά λυπάμαι πολύ για την απροσεξία μου αυτή».
Στην αρχή πίστεψα τα λόγια του και χαλάρωσα λίγο τη στάση του σώματός μου, όμως αμέσως σχηματίστηκε στα χείλη του ένα ειρωνικό χαμόγελο και τον είδα να με παρατηρεί καλύτερα. Ήταν σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου και μόνο που με κοίταζε, ένιωθα όπως το αβοήθητο θύμα απέναντι στον κυνηγό. Μάλλον διάβαζα πολλά βιβλία τελικά. Ίσως είχε δίκιο η Ίρμα.
«Ή μήπως όχι; Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά για την οποία σε πληρώνουν και προσπάθησε να μη λερώσεις κι άλλους καλεσμένους» ο ειρωνικός τόνος του και ο τρόπος που γύρισε την πλάτη προς εμένα ειλικρινά μ’ έφεραν στα όρια μου. Πήρα τον δίσκο και, αν και ήταν γεμάτος ακόμα, πήγα προς την κουζίνα. Άφησα τον δίσκο στον κεντρικό πάγκο και κρατήθηκα με τα χέρια μου από αυτόν, για να ηρεμήσω. Έριξα το κεφάλι προς τα πίσω με κλειστά τα μάτια, όμως τινάχτηκα όταν ένιωσα ένα άγγιγμα στον ώμο μου. Άνοιξα τα μάτια αμέσως και γύρισα για ν’ αντικρίσω μία εξίσου εκνευρισμένη Ίρμα να με κοιτάζει έτοιμη να βάλει τις φωνές. Μόλις με είδε όμως ηρέμησε και ήρθε δίπλα μου ακουμπώντας τη μέση της στον πάγκο.
«Τι συνέβη;» η φωνή της ήταν ήρεμη αν και μπορούσα να διακρίνω ότι κάτι της είχε συμβεί.
«Ένα ατύχημα μ’ ένα ποτήρι και έναν άξεστο» απάντησα εκνευρισμένη σφίγγοντας την πετσέτα στο δάχτυλό μου.
«Σε είδα να μιλάς με τον κούκλο που κοιτούσες πριν. Μην μου πεις ότι αυτός είναι ο άξεστος;» χαμογελούσε λίγο πονηρά, όμως με το που με είδε να στριφογυρίζω τα μάτια μου αγανακτισμένη πήρε την σοβαρή της έκφραση.
«Εσύ τι έπαθες;» ρώτησα μ’ ενδιαφέρον και την κοίταξα.
«Αν εξαιρέσεις την απαίσια συμπεριφορά που έχουν όλοι τους, όλα ήταν μια χαρά μέχρι που ένας τους με αποκάλεσε μεζέ και μου πρότεινε να γίνω το γεύμα του για σήμερα το βράδυ. Φυσικά και καταλαβαίνεις τι εννοούσε, του πέταξα ένα ποτήρι σαμπάνιας και έφυγα» το έλεγε με τόσο περήφανο τρόπο και ειλικρινά μου προκάλεσε ξέσπασμα γέλιων η όλη αφήγησή της.
«Σοβαρά μιλάς;» προσπαθούσα να τη ρωτήσω με δυσκολία στην κατάστασή μου.
«Ναι, ναι γέλα εσύ. Εσύ τουλάχιστον συνάντησες έναν κούκλο» γέλασε και εκείνη μαζί μου.
Γέμισε τον δίσκο της και ξεκίνησε να βγει προς τα έξω μαζί με τους υπόλοιπους σερβιτόρους που μπαινοέβγαιναν στην κουζίνα.
«Ηρέμησε και βγες μετά γιατί αν σε δει έτσι η Σελέστ ποιος σε σώζει» της χαμογέλασα για να της δείξω ότι ήμουν καλύτερα, αν και μέσα μου γινόταν μάχη. Ήθελα να σηκωθώ και να φύγω αυτήν τη στιγμή από εδώ μέσα. Σίγουρα δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αγαπούν πραγματικά τη δουλειά τους και αυτό που κάνουν, μα ποτέ δεν ήμουν θετική προς την επαφή μου με τόσο κόσμο και ειδικά όταν συμπεριφέρονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Γέμισα τον δίσκο μου και πήγα να σπρώξω την πόρτα, για να περάσω στον διάδρομο που οδηγούσε στο σαλόνι, μα η πόρτα άνοιξε πριν καν την ακουμπήσω, αποκαλύπτοντας το τελευταίο άτομο που ήθελα να δω αυτήν τη στιγμή. Μόλις με αντίκρισε, τα μάτια του εστίασαν στο χέρι μου όπως και πριν.
Φάνηκε να καταβάλει προσπάθεια, για να χαμογελάσει και να κοιτάξει το πρόσωπό μου. Όταν το κατάφερε, προσπάθησα να τον προσπεράσω, μα μου έκλεισε τον δρόμο με το χέρι του.
«Ζητώ… συγγνώμη… για τη συμπεριφορά μου προ ολίγου. Θα με χαροποιούσε να το ξεχνούσαμε και να κάναμε μια νέα αρχή» συνέχιζε να μου χαμογελάει, αν και κόμπιασε στη λέξη συγγνώμη. Πραγματικά προσπαθούσα να καταλάβω αν το εννοούσε ή όχι και φυσικά τι ήθελε. Είδε ότι δεν απαντούσα και συνέχισε.
«Θα ήθελες να βρεθούμε μετά τη βάρδιά σου;»
Αυτό πραγματικά με ξάφνιασε και μου προκάλεσε γέλιο. Εκείνος φάνηκε να ενοχλείται από τη συμπεριφορά μου, όμως συγκρατήθηκε.
«Ειλικρινά πιστεύεις ότι υπάρχει τέτοια περίπτωση; Σε είδα πώς φέρθηκες στην κοπέλα πριν και πώς φέρθηκες σε μένα. Ξέχασέ το» πήγα να σπρώξω το χέρι του, όμως δεν κουνήθηκε ούτε χιλιοστό όση δύναμη και αν είχα καταβάλει.
«Θα επιμείνω λοιπόν. Και όσο για την Έσπερ… Ειλικρινά είναι ανυπόφορη όταν την πιάνει η υστερία της. Απλώς σε έσωσα απ’ όλη αυτή την κατάσταση» φαινόταν στο ύφος του ότι κάτι δεν ταίριαζε με όσα έλεγε. Δεν είχε μετανιώσει ούτε τα μισά απ’ όσα είχε κάνει, όμως συνέχιζε να προσποιείται και να κατηγορεί την κοπέλα που πριν λίγο τον υπερασπίστηκε, πράγμα που μου προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερη απέχθεια προς εκείνον. Άρχισα να ανησυχώ και κοίταξα γύρω μου, όμως για κακή μου τύχη δε βρισκόταν κανείς εκεί.
«Δυστυχώς δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με τέτοιου είδους πράγματα αυτόν τον καιρό στη ζωή μου. Οπότε λυπάμαι, αλλά πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου» με άφησε να περάσω μα τελευταία στιγμή μ’ έπιασε από το μπράτσο, με αποτέλεσμα να ενωθούν τα βλέμματά μας. Ένιωσα το μαύρο χρώμα των ματιών του να καταπίνει το δικό μου γκρι και να χάνομαι για λίγα δευτερόλεπτα. Κάτι μέσα μου ούρλιαζε να τρέξω, μα τα πόδια μου δεν υπάκουαν. Η φωνή του, τόσο μαγική και ήρεμη.
«Δυστυχώς όπως είπα και πριν θα χρειαστεί να επιμείνω. Σε αυτό το χαρτάκι θα βρεις τις οδηγίες που πρέπει να ακολουθήσεις. Θα συναντηθούμε στο δάσος που βρίσκεται στην πίσω αυλή στις δύο ακριβώς. Ούτε λεπτό αργότερα. Δε μου αρέσει να με στήνουν» έβαλε στο χέρι μου το χαρτάκι που κρατούσε και χάθηκε μέσα στο πλήθος.
 Ξαφνικά ένιωσα σαν να επανέρχομαι στην πραγματικότητα μετά από ένα όνειρο. Ζαλίστηκα και κρατήθηκα από τον τοίχο. Για καλή μου τύχη περνούσε μία από τις σερβιτόρες εκείνη την ώρα από δίπλα μου και έσπευσε να ειδοποιήσει την Ίρμα. Τι είχε μόλις συμβεί; Δε θυμόμουν τίποτα πέρα από ένα χαρτάκι που υπήρχε στο χέρι μου. Τα γράμματα ήταν αρκετά ευδιάκριτα, αν και καλλιγραφικά.

Στις 2:00 ακριβώς στο δάσος στην πίσω αυλή, θα βρεις ένα κιόσκι. Θα σε περιμένω εκεί. Δε δέχομαι όχι.


Δεν ήθελα να πάω. Το ένιωθα έντονα μέσα μου πως δεν ήθελα να πάω. Όμως το σώμα μου δεν υπάκουε πλέον σ’ εμένα…

Γεωργία Αντωνιάδου

8 σχόλια:

  1. Αυτός ο Γκόντρικ πολύ μου αρεσει! Γενικα έλκομαι από τουσ ''κακούς'' των βιβλιων αν μπορούμε να τον πουμε έτσι! Μου αρεσει πολύ η ιστορία σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι πάρα πολύ που σου αρέσει 😊😊 Και εγώ πιστεύω ότι είναι δυνατός χαρακτήρας 😉😉 Ελπίζω να τον απολαύσεις και παρακάτω!!! Και ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια!!

      Διαγραφή
  2. Ειναι τελειοοο ανυπομονώ να μαθω την συνεχεις κυριος απο εκει που ειχες σταματήσει ( εκει που εγραφες παλιά ) ελπιζω συντομα να ανεβουν και αλλα παρτ������������

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πάρα πολύ!!! Χαίρομαι πράγματικα που σου άρεσε πάρα πολύ και ελπίζω να σου αρέσει το ίδιο και η συνέχεια!!! Φυσικά θα ανέβουν κι άλλα κεφάλαια και περιμένω να δω γνώμη 😊😊😉<3

      Διαγραφή