Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19 Απρ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 14)

Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε, ίσως γιατί δεν μπορούσε να το εξηγήσει λογικά. Πως ήταν δυνατόν να κλαίει για μια γυναίκα; Δε συμβαίνουν έτσι αυτά τα πράγματα. Τον έπιασε το πείσμα και βρέθηκε πάλι στον καθρέφτη να προσπαθεί να συνεφέρει την τραυματισμένη λογική του,  χωρίς όμως αποτέλεσμα!
Πέρασε άλλη μια μέρα. Νόμιζε πως θα τρελαινόταν από την αναμονή. Έφτασε μέχρι και να πληκτρολογήσει τα πρώτα νούμερα του τηλεφώνου της στον Πύργο. Ήθελε να μάθει πότε θα τη δει! Μετά το μετάνιωσε και μάλωσε τον εαυτό του για την ανυπομονησία του. Θα την έβρισκε σε μια δυο μέρες και θα ξεκαθάριζε τα αισθήματά του με το που θα την έβλεπε.
Ακόμα μια ατελείωτη μέρα χωρίς να τη δει. Πέρασε έξω από τη γραμματεία της και είδε ότι είχε χάσει ήδη δύο εργαστήρια, εκ των οποίων το ένα υποχρεωτικό. Μέσα στον ορυμαγδό των λιστών βαθμολογίας, ενοικιαστηρίων, αγγελιών και κάθε λογής μηνυμάτων του πίνακα ανακοινώσεων δίπλα στη γραμματεία, παρατήρησε ένα ανορθόγραφο χαρτάκι που έγραφε:
Ζιτήται αριστούχος μαθιτής, φιτιτής μηχανολόγος για ιδιαίτερα μαθήματα αυτοάμυνας. Τηλ 6479856
Θυμήθηκε την υπόθεση του Κοσμά και την ήττα που είχε φάει εξαιτίας του. Υπήρχε άραγε περίπτωση να αναφερόταν σε αυτόν. Να του άφησε μήνυμα εκεί; Η «αγγελία» φωτογράφιζε την δικιά του περίπτωση. Είχε απωθήσει το δυσάρεστο περιστατικό από τη μνήμη του και δίστασε προς στιγμή, αλλά τελικά πήρε το χαρτάκι και κατευθύνθηκε προς ένα χώρο με καρτοτηλέφωνα αποφασισμένος να απαλλαγεί από την ατελείωτη αναμονή. Πληκτρολόγησε τον αριθμό και περίμενε
«Παρακαλώ;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή
«Καλησπέρα, είμαι ο Παύλος, ένας συμφοιτητής της Έρσης»
«... ναι η μητέρα της είμαι ... η Έρση δεν είναι εδώ!»
«Έχει επιστρέψει στην Αθήνα; Δεν την έχω δει καθόλου ... και έχασε και κάποια μαθήματα ... και έχει και κάποιες σημειώσεις μου ... ανησύχησα κιόλας!» δίσταζε σε κάθε λέξη. Αισθάνονταν εκτεθειμένος που μιλούσε στη μάνα της και έλεγε και ψέματα για τις δήθεν σημειώσεις του.
«Όχι, … είναι λίγο άρρωστη ... γι' αυτό δεν ήρθε ακόμη» οι κουβέντες της ήταν επίσης διστακτικές.
«Ξέρετε καθόλου πότε θα ανέβει Αθήνα;»
«Οόχι ... δεν ... ξέρω. Και τώρα ... στο γιατρό είναι. Δεν ξέρω»
Κόλλησε στιγμιαία και δεν έβγαιναν οι λέξεις από το στόμα του. Τρεμούλιασαν τα χείλη του στην ιδέα πως το λάθος που φοβόταν είχε ήδη γίνει, αλλά επέμενε «Τι ώρα μπορώ να πάρω για να της μιλήσω;»
«Τι να σου πω παιδάκι μου! Δεν ξέρω. Πάρε κατά τις δέκα. Θα 'χει γυρίσει»
Ήταν έντονα τα νεύρα σ' αυτή την τελευταία φράση κι έτσι αποφάσισε να κλείσει την κουβέντα «Ευχαριστώ πολύ, καλημέρα σας!»
Δεν είχε ακόμα ηρεμήσει και τα ερωτήματα αυξάνονταν εκθετικά μέσα του. Αντί να τον απαλλάξει από την αγωνία του, το τηλεφώνημα τον φόρτισε ακόμα περισσότερο. «Έτσι κι αλλιώς θα περιμένω μέχρι το βράδυ» σκέφτηκε και για να ξεχαστεί πήρε το άλλο νούμερο
«Ναι;»
«Είδα το τηλέφωνο σ' ένα πίνακα ανακοινώσεων στο πολυτεχνείο με τη σημείωση ...»
«Έλα ρε μικρέ! Που χάθηκες; Έστρωσε η μάπα σου έτσι;»
Πήρε το ακουστικό από το αυτί και το κοίταξε σε μια αυθόρμητη κίνηση απορίας «Εγώ χάθηκα;» ρώτησε νευριασμένος;
«Τρόπος του λέγειν! Έφυγα ξαφνικά και έλειψα πολύ καιρό και δεν πρόλαβα να σε βρω και να σε ειδοποιήσω. Ελπίζω να μην απογοητεύτηκες!»
Ήθελε να πει πάρα πολλά και άσχημα πράγματα για την αδιαφορία, την ανευθυνότητα, την αναισθησία, ακόμα και για την ορθογραφία του Κοσμά, αλλά σκέφτηκε ταυτόχρονα ότι ίσως η πολύμηνη απουσία να ήταν κομμάτι του «τεστ θέλησης». Θα έκανε το μαλάκα μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση «Να πω την αλήθεια, αγχώθηκα λίγο ... και πήρα πρωτοβουλία να προετοιμαστώ λιγάκι. Γράφτηκα και σ' ένα τμήμα αρχαρίων στου Ζωγράφου. Θέλω όμως να ξεκινήσουμε μαζί!» όντως το ήθελε.
«Ωραία! Τι ώρα μπορείς;»
«Πότε; Σήμερα;»
«Εμ πότε αύριο; Δεν έχεις ακούσει που λένε ... στη βράση κολλάει το σίδερο. Και το άλλο ... το ... γοργόν και χάριν έχει;»
Ο Παύλος χαμογέλασε στη σκέψη ότι αν αυτά που είπε ο Κοσμάς, τα έγραφε κιόλας, θα έβαζε σίγουρα ένα ωμέγα στο «γοργόν».
«Μπορώ και τώρα. Μόνο να πάω απ' το σπίτι ν' αλλάξω»
«Δε χρειάζεται ν' αλλάξεις. Έλα όπως είσαι! Σε περιμένω!»
Έκλεισε το τηλέφωνο και δεν ήξερε τι να κάνει. Μετά από τόσο καιρό και μ' αυτό τον τρόπο που έγινε, είχε φοβηθεί. Στο κάτω - κάτω δεν τον ήξερε κι από χθες τον Κοσμά, ενώ εκείνο το μέρος ήταν κλειστό κοντά τέσσερις μήνες. Τι σχολή ήταν αυτή να κλείνει απροειδοποίητα για τέσσερις μήνες! Χώρια που είχε νευριάσει κιόλας μαζί του με τον τρόπο που τον αντιμετώπισε. Ήταν και το οικονομικό θέμα, ειδικά μετά την προειδοποίηση από τον πατέρα του. Ποιος ξέρει πόσα θα του ζητούσε. Ήταν παρόλα αυτά πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να μάθει πολλά απ' τον Κοσμά. Ήδη στο λεωφορείο, σκέφτηκε πως καλό θα ήταν να ξέρει κάποιος που βρίσκεται, οπότε κατεβαίνοντας πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη και του είπε ότι θα πάει σ' ένα γυμναστήριο κοντά στο σπίτι και θα τον έπαιρνε πάλι μετά για να του πει εντυπώσεις.
Περπατώντας για τη «σχολή» του Κοσμά ζεστάθηκε και για πρώτη φορά παρατήρησε πόσο γλυκός ήταν ο καιρός, δεδομένου ότι ήταν Γενάρης! Έβγαλε το μπουφάν του και χάζευε στο δρόμο κοιτώντας την επιρροή των αλκυονίδων ημερών στην πόλη. Οι νοικοκυρές είχαν βγει στις βεράντες να αερίσουν κουβέρτες και στρώματα και άρπαξαν την ευκαιρία για να κουτσομπολέψουν. Οι παππούδες είχαν βγει βόλτα και κυκλοφορούσαν στους δρόμους περισσότεροι κι απ' την πρώτη του μήνα όταν πληρώνονται. Έξω απ' τα μίνι μάρκετ και τα υπόλοιπα τοπικά μικρομάγαζα είχαν βγάλει καρέκλες και πίνανε καφέ ή και ούζα, οι πιο μερακλήδες είχαν και καμιά κονσέρβα, ή σπιτικές αντζούγιες και ρέγγα  και μύριζαν μερικές γειτονιές σαν ένα τεράστιο ουζερί. Μέχρι και τα σκυλιά λιάζονταν ανέμελα στα προσήλια πεζοδρόμια. Μόνο αυτός ήταν σκεπασμένος απ’ το σκιερό δέντρο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας του να τη δει. Να τη δει και να του φτιάξει τη μέρα όπως τόσες φορές μέχρι τώρα. Τόσο καιρό ήταν η αλκυόνα της ψυχής του κι αυτός τυφλός ζητιάνος που ζεσταίνεται απ’ τον ήλιο μα δεν μπορεί να κοιτάξει και να τον δει.
Έσπρωξε την ξεκλείδωτη πόρτα με τον κόκκινο σκελετό και διαπίστωσε ότι μέσα έκανε περισσότερο κρύο απ' έξω. Είπε να ξαναφορέσει το μπουφάν, αλλά δεν ήθελε να φανεί «φλώρος» και απλά σφίχτηκε για να μην τουρτουρίζει. Το γραφείο στη γωνία είχε αρχίσει να θυμίζει θρίλερ μυστηρίου, καθώς εκτός από τη σκόνη, που πλέον έκρυβε το χρώμα του, είχαν πλεχτεί γύρω του και αράχνες.
«Καλησπέρα» φώναξε δυνατά.
Ο Κοσμάς εμφανίστηκε πίσω από την κρυφή γωνία του χώρου φορώντας κάτι αθλητικές φόρμες που θύμιζαν ταινία του Μπρους Λη. Τον καλημέρισε και του έκανε νόημα να περάσει με τα παπούτσια προς τη γωνία απ’ όπου ήρθε. Εκεί υπήρχε ένα σαλονάκι, ένας μικρός πάγκος με διάφορα σκεύη, κουζινάκι και ψυγείο, και μια δίφυλλη ντουλάπα ίσα με δυο μέτρα ψηλή. Κάθισαν στο σαλονάκι, ο Κοσμάς άνετος, κι ο Παύλος, σφιγμένος και κατσούφης, συστήθηκε σαν κατάδικος πριν την ηλεκτρική καρέκλα. Δεν ήξερε τι να πει. Προσπαθούσε να ανακτήσει στη μνήμη του τα σενάρια που είχε φτιάξει μήνες πριν γι’ αυτή τη στιγμή, μα η σκέψη της δεν τον άφηνε. Ο Κοσμάς τον κοιτούσε διερευνητικά από πάνω ως κάτω και πέρασαν σίγουρα πέντε λεπτά πριν μιλήσει «Σε παράτησε ε;»
«Τι; Ποιος να με παράτησε;» απάντησε ο Παύλος λες και βγήκε από λήθαργο.
«Η γυναίκα, ή μάλλον για την ηλικία σου … η κοπέλα. Σε παράτησε;»
«Δε σε αφορά!»
«Στο τηλέφωνο μου είπες ότι μπορείς, αλλά δε σε βλέπω! Άρα με αφορά, γιατί μας τρώει το χρόνο που, εμένα τουλάχιστον, δε μου περισσεύει!» και βλέποντας τον Παύλο να μην αντιδρά «Κοίτα, ξέρω πως οι γυναικοδουλειές είναι πάντα πρόβλημα. Και ξέρω πως είναι γυναικοδουλειά, γιατί μαθήματα δεν είναι. Δε φαίνεσαι να είσαι μαθητής, έστω φοιτητής, που ‘χει πρόβλημα με τα μαθήματα. Ούτε με την πάρτη μου τα ‘χεις πάρει γιατί θα είχες νεύρα. Απορώ κιόλας που δε μ’ έχεις βρίσει! Άρα μάλλον παίζει γυναίκα»
Πήρε ένα ύφος ικανοποίησης όταν ο Παύλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι «Δε με παράτησε. Απλά μου λείπει»
«Τότε πρέπει να σε κάνω να ξεχαστείς, κι αφού δεν είσαι κι ότι καλύτερο για κουβέντα αυτή τη στιγμή … θα μιλάω εγώ! Προσπάθησε να ακούσεις. Βαριέμαι να λέω τα ίδια και τα ίδια. Όπως σίγουρα κατάλαβε το κοφτερό σου μυαλό, εδώ δεν είναι σχολή πολεμικών τεχνών. Άρα … αν θέλεις να πάρεις πτυχίο και να κάνεις αγώνες, πρέπει να πας αλλού. Αυτός εδώ ο χώρος είναι σαν … προσωπικό γυμναστήριο. Δέχτηκα να σου μάθω κάποια πράγματα για λόγους που θα καταλάβεις με τον καιρό! Αυτό που χρειάζεται από σένα, γιατί θα δυσκολευτείς, δε θέλω να σου πω ψέματα, είναι η θέληση που μου μόστραρες όταν εμφανίστηκες με τη μάπα «κρέας». Αν την έχεις και επιμείνεις ... θα τα καταφέρουμε. Δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, ούτε και σταθερό πρόγραμμα, άρα τα μαθήματα θα κανονίζονται κατά περίπτωση. Εσύ παρόλα αυτά θα πάρεις κλειδί και θα έρχεσαι να γυμνάζεσαι κάθε μέρα. Αν δε σφίξει κι άλλο το κορμί σου δεν κάνουμε τίποτα. Ότι θες θα με ρωτάς! Ότι δε θέλω δε θα το απαντάω!» Τώρα πλέον ο Παύλος τον κοιτούσε με προσοχή «Πως το είπες αυτό το τελευταίο;»
«Δεν είμαι συνηθισμένος προπονητής. Δεν το κάνω για χρήματα, δεν τα χρειάζομαι. Αυτά που ξέρω και μπορεί κάποια στιγμή να μάθεις, δεν είναι γνωστά στον πολύ κόσμο και θα σου γεννήσουν πολλές απορίες. Θεώρησέ τα σαν το ξεμάτιασμα, γνώση που περνιέται ατομικά, από γενιά σε γενιά, μόνο σ’ έναν κάθε φορά. Θ’ αποκτήσεις γνώση και δύναμη και ταχύτητα που τώρα δεν μπορείς να φανταστείς,» Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να πηγαινοέρχεται μπροστά στον πάγκο, πάντα μ’ αυτή την αρμονία στο περπάτημά του «Σκέφτηκα πολύ σε ποιον θα περνούσα αυτή την κληρονομιά. Κατά περίεργο τρόπο, πιστεύω ότι εσύ μπορείς να αποδειχτείς άξιος κληρονόμος, γιατί το σώμα φτιάχνεται, μα είναι το μυαλό που μετράει κι η ψυχή. Μου θύμισες εμένα σε κάποια άλλη εποχή, όταν ήρθες το Σεπτέμβριο. Τότε ήσουν αποφασισμένος! Τώρα;»
«Τώρα είμαι ακόμα περισσότερο» απάντησε ο Παύλος άμεσα, αλλά η αστάθεια στη φωνή του τον πρόδωσε.
«Για να δούμε … σήκω και πλησίασε»
Ο Παύλος τον πλησίασε διστακτικά και πήρε θέση αντίστοιχη με του Κοσμά με τις γροθιές απαλά σφιγμένες και τον κορμό του σε στάση μποξέρ. Πίστευε ότι ήταν γελοίο αυτό που έκαναν, αφού ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα από μποξ. Ήξερε όμως τα λίγα που είχε προλάβει να μάθει στη σχολή με τα πιτσιρίκια. Άλλαξε τη στάση του όπως του είχαν μάθει και χάρηκε μέσα του για το «κατόρθωμα» αυτό. Ο Κοσμάς τον είδε και χαμογέλασε στραβά «Τι με κοιτάς, χτύπα με»
Δεν πρόλαβε να ρωτήσει «Τι;» και βρέθηκε ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς κάτω. Από πάνω του ο Κοσμάς σχολίαζε «Όταν είσαι αποφασισμένος, δε διστάζεις. Τη στιγμή που θα διστάσεις έχεις ήδη χάσει, ή στη δικιά σου περίπτωση σ’ έχουν πλακώσει. Ούτε λυπάσαι. Ο σκοπός είναι να βγάλεις τους άλλους εκτός πριν βγάλουν αυτοί εσένα. Αν διστάσεις ή λυπηθείς … δε γίνεται. Ελάχιστοι μπορούν να αντέξουν περισσότερα από δυο τρία στοχευμένα χτυπήματα με γυμνά χέρια. Πρέπει να τα καταφέρεις εσύ πριν τους άλλους. Δεν υπάρχουν κανόνες στη μάχη του δρόμου. Χρησιμοποιείς ό,τι έχεις. Αλλά θα το δούμε κι αυτό. Σήκω πάλι!»
Στήθηκαν πάλι ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο, αλλά αυτή τη φορά δεν περίμενε. Έβαλε όλη του τη δύναμη σε μια γροθιά με στόχο το πρόσωπο του Κοσμά που φυσικά την απέφυγε εύκολα. Προσπάθησε ακόμα ένα δυνατό χτύπημα, πιο χαμηλά αυτή τη φορά, πάλι χωρίς να καταφέρει τίποτα. Συνέχισε να προσπαθεί, ξανά και ξανά, και να συγκεντρώνεται κάθε φορά αλλά πλέον δεν είχε τη δύναμη. Σταμάτησε ξέπνοος κι απογοητευμένος. Ο Κοσμάς τον κοιτούσε ανέκφραστος. Δε θα του περνούσε έτσι. Ακούμπησε σαν κουρασμένος στο πάγκο δίπλα του και με την άκρη του ματιού του πρόσεχε την σκιά του Κοσμά που έστεκε ακίνητος. Έπιασε το μεταλλικό δισκάκι που έκρυβε με το σώμα του και όσο πιο γρήγορα μπορούσε το πέταξε προς τον λαιμό του Κοσμά. Αστόχησε όμως, μετακινήθηκε κι ο Κοσμάς και τον πέτυχε στην πλάτη.
«Αυτό είναι! Το ‘πιασες το νόημα. Το ‘ξερα. Το ‘ξερα πως δε θα μ’ απογοητεύσεις. Μαθαίνεις γρήγορα και το μυαλό σου δε θολώνει εύκολα. Θα τα καταφέρουμε! Ξεκινάμε αύριο την ίδια ώρα!»
Δεν ήταν σίγουρος για το τι είχε γίνει, αλλά χάρηκε με το αποτέλεσμα. Όσο κι αν είχε νευριάσει με την όλη υπόθεση, δεν έπαψε ποτέ να θέλει να μάθει από τον περίεργο αυτό άνθρωπο που του ενέπνεε εμπιστοσύνη. Πριν φύγουν ο Κοσμάς τον ξενάγησε στο «γυμναστήριο» λες και θα έμενε μόνιμα εκεί. Μετά του έδωσε τα κλειδιά κι ένα χειρόγραφο τετρασέλιδο με διάφορους συνδυασμούς ασκήσεων στα όργανα. Έφυγε με ανεβασμένη διάθεση για το σπίτι, στο δρόμο πήρε και τον Αντώνη, όπου έκανε μπάνιο και αποφάσισε να μαγειρέψει αυγά με λουκάνικα, που άρεσαν πολύ και στην Έρση. Γιατί έπρεπε να βασανίζει κάθε του σκέψη; Ήξερε ότι κάτι είχε συμβεί, δεν είχε χάψει το σενάριο με την αρρώστια, αλλά τι; Πως θα περνούσαν οι μέρες μέχρι να τη δει, να της μιλήσει και να την ακούσει; Πίστευε πως ούτε το βράδυ θα μιλούσαν στο τηλέφωνο. Θα τηλεφωνούσε όμως έτσι κι αλλιώς! Πήρε να διαβάσει λίγο αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Κοίταξε μετά το πρόγραμμα που του είχε δώσει ο Κοσμάς. Σάστισε όταν συνειδητοποίησε ότι θα χρειαζόταν τρεις ώρες τουλάχιστον κάθε μέρα για να τα κάνει όλα αυτά. Χαζολογούσε μες στο σπίτι όλο το απόγευμα για να περάσει η ώρα και να πάει να πάρει τηλέφωνο. Εκνευρίστηκε που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, ντύθηκε και βγήκε έξω. Περπατούσε άσκοπα και τα βήματά του τον οδήγησαν στο σπίτι της Έρσης.  Ίσως να έλπιζε σε κάποιο θαύμα όταν κοίταξε μήπως έχει φως … αλλά το θαύμα δεν έγινε. Δεν άντεξε να περιμένει κι άλλο και πήρε τηλέφωνο αμέσως
«Ναι;» την άκουσε να του απαντάει
«Έρση μην κλείσεις!»
«Γιατί να κλείσω Παύλο; Τι έγινε;»
Σάστισε! Δηλαδή δεν είχε γίνει τίποτα; Όλα αυτά που είχε στο μυαλό του ήταν τίποτα;
«Εε τίποτα! Τίποτα! Χρόνια Πολλά για όλες τις μέρες!»
«Επίσης, Καλή Χρονιά! Είσαι καλά; Σίγουρα;»
«Μια χαρά. Εσύ;»
«Πέρασα μια ίωση με πυρετό για μια βδομάδα, αλλά τώρα είμαι εντάξει. Αύριο έρχομαι Αθήνα και θα τα πούμε από κοντά. Έχω … πολλά να σου πω!»
«Εντάξει» είπε ο Παύλος άψυχα! «Γεια … καλό βράδυ»
«Καληνύχτα»
Όσο κι αν διέκρινε την απορία και την απογοήτευση στη φωνή της, δεν έδωσε σημασία. Το οικοδόμημα που είχε φτιάξει στο μυαλό του, ότι δηλαδή και η ΄Ερση ένιωθε κάποιο συναίσθημα γι’ αυτόν, μπερδεμένο ίσως, μα δυνατό, κατέρρευσε και βρέθηκε εγκλωβισμένος μέσα του. Πως στο καλό πίστεψε ένα τόσο δύσκολο και τραβηγμένο σενάριο; Γιατί να πιστέψει στην άλλη πλευρά του νομίσματος; Γιατί να βρεθεί αυτός ερωτευμένος, τρελαμένος ίσως, με μια κοπέλα που τελικά δεν τον θέλει; Τι δαιμόνια ξύπνησαν μέσα του τα λόγια του Αντώνη και του δημιούργησαν την ανάγκη για μια σχέση, που τελικά δεν είχε καμιά ανταπόκριση; Πόσο μικρός και άπειρος ήταν; Και τώρα, πως θα έδιωχνε την εικόνα της από το μυαλό του;

Η ξαστεριά μαρτυρούσε την επερχόμενη κρύα νύχτα, μα η καρδιά του είχε ήδη παγώσει τη στιγμή που άκουσε «Γιατί να κλείσω; Τι έγινε;». Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και ψηλάφισε το κλειδί του γυμναστηρίου. Ναι, εκεί θα ξεχνιόταν. Πήγε άλλαξε και χτυπήθηκε στο διάδρομο και στα όργανα τρεις ώρες. Όταν γύρισε σπίτι ήταν κομμάτια, αλλά ξενύχτησε και τελείωσε και μια εργασία εικοσιπέντε σελίδων. Πρακτικά πήγε απευθείας στο μάθημα το πρωί και στο καπάκι, το μεσημέρι, πήγε και συνέχισε με τον Κοσμά. Πωρώθηκε! Και ξεχάστηκε! Γύρισε το απόγευμα στο σπίτι και έπεσε ξερός για ύπνο. Τον ξύπνησε το επίμονο χτύπημα στο θυροτηλέφωνο. Σφαδάζοντας από πόνο σε κάθε κίνηση, καθώς έγινε αισθητή η υπέρβαση της προηγούμενης νύχτας στο γυμναστήριο, άνοιξε την πόρτα για να την δει να του χαμογελάει παίζοντας τις βλεφαρίδες της χαρούμενη.


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου