Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7 Απρ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 15/Μέρος Β) Οι Λύκοι ήρθαν και η φωνή μιλάει πάλι καθώς το κορίτσι πέφτει από το μπαλκόνι

«Σταματήστε εδώ» τους είπε η Γ.
«Γιατί, τι έγινε;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Θα κοιμηθούμε εδώ απόψε» της απάντησε δείχνοντας ένα ξενοδοχείο, κοντά στο κέντρο τη πόλης.
«Μα αν είναι να μη βγούμε εκτός πόλης σήμερα, γιατί δεν πάμε στο σπίτι μας;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη.
      Η Ειρήνη που δεν είναι καθόλου ειρηνική, μαζεύτηκε κοντά στον Έκτορα.
      «Δεν είναι ασφαλές» της απάντησε σιγανά ο Έκτορας, δείχνοντας το σκύλο που ήταν μαζεμένος γύρω από τα πόδια του. «Από τότε που σκότωσες – αποδυνάμωσες – την αφέντρα της, οι Λύκοι την κυνηγούν για να τη σκοτώσουν. Πιστεύουν πως είναι προδότρια» συνέχισε να λέει σιγανά ο Έκτορας. «Ακολούθησε μία Δαιμόνισα.
Οι Λύκοι είναι Προστάτες. Δεν υπηρετούν κανέναν άλλον πέρα από τη Σελήνη» το σκυλί είχε αρχίσει να κλαίει, κουλουριασμένο ανάμεσα στα πόδια του. Ο Έκτορας έσκυψε και τη χάιδεψε απαλά και τρυφερά στο κεφάλι. «Η μικρή μας την έχει άσχημα» είπε ακόμα πιο σιγανά, κοιτάζοντας τη Φρειδερίκη.
      «Πρέπει να τους σταματήσουμε!» είπε εκείνη θυμωμένα.
«Οι Λύκοι όταν πρόκειται να τιμωρήσουν, μαζεύονται όλες οι Αγέλες μαζί» ξεκίνησε να λέει η Γ. «Το έχουν σαν “ ιερή” τελετή».
«Πρέπει να τους σταματήσουμε!» επανέλαβε η Φρειδερίκη, διατηρώντας τον ίδιο τόνο με πριν. «Θα τη σκοτώσουν;» ρώτησε σε πιο χαμηλό τόνο, όμως κανένας δεν τόλμησε να της απαντήσει, για μη φοβίσουν περισσότερο την Ειρήνη.
              
                                   * * * *  
      Ο άντρας που ήταν υπεύθυνος για τα δωμάτια του ξενοδοχείου, κοιτούσε εξονυχίστηκα τον καθένα ξεχωριστά. Έδειχνε έκπληκτα τρομαγμένος, τη στιγμή που η Φρειδερίκη του μίλησε ζητώντας του τέσσερα δίκλινα. Με το παρουσιαστικό της κάλυπτε όλο το φως. Ο Έκτορας έτριβε την κοιλιά του πεινασμένος, ήθελε να ρωτήσει αν ο μπουφές ήταν ανοιχτός, αλλά δίσταζε σκεπτόμενος πως θα τα ακούσει από τη Φρειδερίκη. Η Ειρήνη τριβόταν στα πόδια του Φτερωτού, εκείνος τη χάιδευε για να ξεχάσει τη φαγούρα που έτρωγε την πλάτη του. Η Γ ήταν γυρισμένη πλάτη κάνοντας προσπάθειες με τα χέρια της, να κρύβει τα έντονα σημάδια του προσώπου της.
      «Να σας ρωτήσω και κάτι ακόμα;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη ευγενικά, έχοντας πάρει πρώτα τα κλειδιά των δωματίων. «Έχετε κρεβάτια για σκύλους;».
«Δυστυχώς απαγορεύονται τα κατοικίδια» της απάντησε ο κύριος. «Αν θέλετε μπορείτε να τον αφήσετε στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου μας, σας υπόσχομαι πως θα είναι εξίσου ασφαλής».
«Μήπως να πάμε κάπου άλλου;» ρώτησε, απευθυνόμενη στη παρέα της.
«Εμένα μου αρέσει εδώ» απάντησε ο Φτερωτός.
«Ναι και εμένα» απάντησε ο Έκτορας. «Έχει ωραίες καραμέλες» είπε ψιθυριστά στον Φτερωτό, ανοίγοντας τη χούφτα του που ήταν γεμάτη με πολύχρωμες καραμέλες.
      Η Φρειδερίκη έβγαλε μέσα από το σουτιέν της, μία δέσμη χαρτονομισμάτων και πρόσφερε δύο στο κύριο. «Μήπως τώρα άλλαξες γνώμη;» τον ρώτησε κλείνοντας του το μάτι.
«Θα με απολύσουν» της απάντησε ο κύριος.
Η Φρειδερίκη του έδωσε άλλα τέσσερα χαρτονομίσματα. «Επιμένω» του είπε σπρώχνοντας τα χρήματα, προς το μέρος του.
«Εντάξει» ο κύριος πήρε τα χρήματα, διατηρώντας μία μικρή επιφύλαξη. «Αλλά θα είναι ήσυχος και κυρίως δε θα γαβγίζει και δε θα λερώσει το δωμάτιο με ακαθαρσίες».
«Στο μπάνιο και θα τραβάει και καζανάκι» του είπε εκείνη βιαστικά.
      Τα δωμάτια τους ήταν δίπλα – δίπλα. «Λοιπόν, εγώ με τον Φτερωτό και την Ειρήνη. Και εσύ με τον Έκτορα» είπε η Φρειδερίκη, ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου που είχε επιλέξει.
«Γιατί να μη χωριστούμε σε αγόρια και κορίτσια;» ρώτησε ο Έκτορας.
      «Έχουμε δεσμό;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Δεν το αντέχω αυτό. Θα πάρω φόρα και θα πέσω από κάπου ψηλά» μουρμούριζε νευριασμένα κρατώντας την ψυχραιμία της στο όριο.
«Νομίζω πως θα ήταν καλύτερο να μείνουμε όλοι μαζί» είπε η Γ. «Για αρχή τουλάχιστον και όταν είναι να κοιμηθούμε χωριζόμαστε. Μπείτε τώρα στο δωμάτιο».
      Ο Φτερωτός με το που μπήκε στο δωμάτιο, πήγε αμέσως στο μπάνιο να κατουρήσει.
      «Τι θα κάνουμε με τον Φτερωτό;» ρώτησε η Φρειδερίκη. «Είπες πως έχει κάποια λύση».
«Δεν είναι ακριβώς λύση…».
«Μη μου τα αλλάζεις τώρα! Πρέπει να συνέλθει! Δε γίνεται να συνεχίσουμε, με εκείνον να είναι άρρωστος!».
«Δε θα θυμηθεί ποτέ ξανά;» ρώτησε ο Έκτορας, στεναχωρημένος.
      «Βγάλε την κάπα μου» πρόσταξε στον Φτερωτό, με το που τον είδε να βγαίνει από το μπάνιο.
      Ο Φτερωτός έβγαλε αμέσως την κάπα της από πάνω του και της την έδωσε. «Να βγάλω και τη κορδέλα; Πονάει η πλάτη μου».
«Βγάλε την, ναι». Του απάντησε εκείνη. «Αλλά να θυμάσαι, όποτε θελήσεις να βγεις έξω θα κοιτάξεις να βάλεις κάτι από πάνω, για να μη φαίνονται τα φτερά σου».
      «Εντάξει» απάντησε εκείνος, ξεδένοντας τη κορδέλα. Κούνησε τα φτερά του, με ανακούφιση.
      «Εγώ θα φύγω τώρα» είπε η Γ. «Θα επιστρέψω σύντομα».
«Πού θα πας;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Πάω να φέρω βοήθεια για το πρόβλημα μας» της απάντησε εκείνη, δείχνοντας επιδεικτικά τον Φτερωτό.
      Η Φρειδερίκη έκανε μία βουτιά στο κρεβάτι, ξαπλώνοντας ανάσκελα. «Εντάξει τότε» της είπε, κοιτάζοντας το ταβάνι.
      Ο Φτερωτός την ακολούθησε, προς τη το τέλος του διαδρόμου την στρίμωξε στην άκρη. Έσκυψε να τη φιλήσει, εκείνη έστρεψε το πρόσωπο της από την άλλη πλευρά.
      «Θα επιστρέψω» του είπε με κομμένη ανάσα.
«Θα περιμένω» της απάντησε εκείνος, καλύπτοντας με τη φαρδιά κουκούλα το πρόσωπο της.

                                   * * * *
      Κατά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα, που όλοι μέσα στο δωμάτιο κοιμόντουσαν του καλού καιρού, Η Ειρήνη, που δεν είναι καθόλου ειρηνική, πήγαινε πάνω – κάτω στο δωμάτιο, ξύνοντας τα νύχια της στο πάτωμα ή στον τοίχο. Η Φρειδερίκη μην έχοντας το κουράγιο να ανοίξει τα μάτια της από την κούραση, μουρμούρισε μπερδεμένα λόγια μέσα στον ύπνο της, αλλάζοντας πλευρό. Η Ειρήνη τραβούσε με τα δόντια της, τα σκεπάσματα θέλοντας να την ξυπνήσει. Η Φρειδερίκη όμως δεν αντιδρούσε και συνέχιζε κανονικά τον ύπνο της.
      Η Ειρήνη κινήθηκε προς τον Έκτορα, έτριψε τη μουσούδα της πάνω στο πρόσωπο του, αλλά εκείνος ούτε που το κατάλαβε. Ο Φτερωτός κοιμόταν λίγο πιο εκεί, ευτυχώς δε δυσκολεύτηκε να τον ξυπνήσει. «Θέλεις να βγεις έξω;» τη ρώτησε σιγανά. Το σκυλί κούνησε χαρούμενο την ουρά του, που επιτέλους βρέθηκε κάποιος που να τη καταλαβαίνει. Ο Φτερωτός σηκώθηκε με τα μαλλιά του να καλύπτουν το πρόσωπο του, τα μάζεψε σε χαμηλή ούρα στην ευθεία του αυχένα. Κοίταξε γύρω του, πήρε το σεντόνι από το άδειο διπλανό κρεβάτι από αυτό που κοιμόταν η Φρειδερίκη. Παραδόξως, ο Έκτορας και ο Φτερωτός κοιμήθηκαν στο πάτωμα. Ο ίδιος το παρατήρησε καθώς τυλίχτηκε με το σεντόνι, για να κρύψει τα πυκνά φτερά του. «Α, για αυτό πονάει η πλάτη μου» συνειδητοποίησε κοιτάζοντας το σκύλο, που τον κοιτούσε με ανυπομονησία έτοιμο να κατουρήσει πάνω στο χαλί του δωματίου. Προχώρησε προς τα μπροστά, σφύριξε στον σκύλο να τον ακολουθήσει. Πήγαν απέναντι στο πάρκο. Το θέαμα που προκαλούσε στο πέρασμα του, κάθε άλλο παρά απαρατήρητο ήταν. Το σεντόνι ανέμιζε σκεπάζοντας, τα απλωμένα πυκνά φτερά του. Έβλεπε τον κόσμο που τον κοιτούσε αλλά δε μπορούσε να καταλάβει το γιατί. «Α. Δε φοράω παπούτσια» κατάλαβε κοιτάζοντας τα πόδια του. «Ίσως για αυτό να με κοιτάζουν περίεργα. Σφύριξε στο σκύλο να έρθει, για να γυρίσουν πίσω στο ξενοδοχείο. Μετά από λίγο το σκυλί ήρθε κοντά του και μαζί επέστρεψαν στο ξενοδοχείο.
      Καθώς πλησίαζαν προς το δωμάτιο, το σκυλί διαισθάνθηκε κάτι, τον δάγκωσε στο πόδι. Εκείνος παραπονέθηκε, κοιτάζοντας την επιθετικά. «Ησύχασε. Μπορεί κάποιος να ξέχασε την πόρτα ανοιχτή. Μη φοβάσαι» πίεσε την ανοιχτή πόρτα προς τα πίσω. Όλο το δωμάτιο ήταν άνω κάτω, στο κέντρο του δωματίου καθόταν κάθετα με το κεφάλι προς τα πάνω, ένας λύκος. Ο Φτερωτός έμεινε στάσιμος, κρύβοντας με τα φτερά του την Ειρήνη που δεν είναι καθόλου ειρηνική. Δύο λύκοι εμφανίστηκαν από τα πλάγια, γρυλίζοντας απειλητικά προς τον Φτερωτό.
      «Πού είναι οι φίλοι μου;» ρώτησε ο Φτερωτός, μένοντας ατάραχος από τα απειλητικά γρυλίσματα.
«Δώσε μου το κορίτσι και θα είναι καλά» άκουσε μία φωνή να του απαντάει.
«Δε μου αρέσει ο χρόνος που χρησιμοποίησες στην πρόταση σου» του είπε ο Φτερωτός.
«Είσαι αρκετά έξυπνος. Αυτό είναι καλό. Σημαίνει εύκολη συνεργασία» άκουσε πάλι τη φωνή να του λέει.
«Εάν θέλεις εύκολη συνεργασία, θέλω να δω πρώτα τους φίλους μου» του είπε ο Φτερωτός.
«Θα συμφωνήσω, εάν μου δώσεις πρώτα το κορίτσι» του απάντησε η ίδια φωνή.
«Τότε δε θα έχουμε μία εύκολη συνεργασία» του είπε ο Φτερωτός.
      Οι δύο λύκοι βημάτιζαν προς το μέρος του, δείχνοντας επιδεικτικά τα κοφτερά τους δόντια. Μέσα στο σκοτάδι ξεχώριζε η κοφτερή οδοντοστοιχία αλλά και η απειλητική λάμψη των ματιών τους.
      Η Ειρήνη που δεν είναι καθόλου ειρηνική, αντιπαρατάχτηκε προστατεύοντας τον Φτερωτό. Γάβγισε δυνατά δύο φορές, σηκώνοντας το κεφάλι της προς τα πάνω, βγάζοντας ένα δυνατό ουρλιαχτό.
      «Παραδώσου» της είπε η φωνή.
«Μην το κάνεις!» την πρόσταξε ο Φτερωτός. «Θα βρούμε τρόπο».
      «Τι έγινε εδώ παιδιά;» πίσω από τον Φτερωτό εμφανίστηκε η Φρειδερίκη, καπνίζοντας ένα στριφτό τσιγάρο. «Καλά ρε έβγαλες τον σκύλο βόλτα και περιμάζεψες όλα τα αδέσποτα;» ρώτησε τον Φτερωτό.
      Ένα λύκος ούρλιαξε προσβεβλημένος.
«Δεν είναι ακριβώς έτσι» της απάντησε ο Φτερωτός, ύστερα από την εκδηλωτική προσβολή του λύκου. «Ήρθαν να την πάρουν» της είπε, δείχνοντας τους λύκους.
«Ξεχάστε το» είπε αμέσως η Φρειδερίκη. «Η Ειρήνη πλέον είναι δική μου και δε θα αφήσω κανέναν να την πάρει. Πόσο μάλλον να τη τιμωρήσει».
      Ο λύκος που μέχρι πριν καθόταν οριζόντια στη μέση του δωματίου, μπήκε ανάμεσα από τους δύο λύκους γρυλίζοντας θυμωμένος.   Η Φρειδερίκη έκατσε στα γόνατα, βάζοντας τα χέρια της ανάμεσα από τα πόδια της.
      Οι τρεις λύκοι ύψωσαν τα κεφάλια τους βγάζοντας μία δυνατή κραυγή, η Φρειδερίκη έκανε το ίδιο. «Τι; Και εγώ μπορώ να το κάνω. Ο καθένας μπορεί να το κάνει. Τι σας κάνει να πιστεύετε πως είστε οι καλύτεροι;» τους ρώτησε, βγάζοντας μία μικρή κραυγή στο τέλος.
      «Εμ, Φρειδερίκη δε νομίζω, πως το να βρίζεις τρία σαρκοβόρα ζώα, είναι μία καλή τακτική» ακούστηκε ο Έκτορας, πίσω από τα κουφώματα της πόρτας.
      «Σκασμός εσύ» ανταπεξέλθει εκείνη αμέσως.
      Ο Φτερωτός αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα της κατάστασης, ξεκίνησε να υποχωρεί με μικρούς βηματισμούς προς τα πίσω. Εξάλλου δε γνώριζε να μάχεται με λύκους.
      «Λοιπόν, θέλετε να παλέψουμε;» ρώτησε απευθυνόμενη, στα τρία παν ‘φαγα ζώα.
      «Λένε να τους δώσεις το κορίτσι και όλα θα είναι εντάξει». Της είπε ο Φτερωτός. «Εγώ γιατί ακούω τι λένε και εσύ όχι;» τη ρώτησε κατευθείαν.
      «Είπαμε αυτό αποκλείεται» απάντησε κοιτάζοντας τους λύκους. «Κράτα τις απορίες σου για αργότερα» είπε στον Φτερωτό, χωρίς να τον κοιτάζει.
      Ο Φτερωτός πήγε μία περίεργη τρομαγμένη έκφραση, έκλεισε τα μάτια του δείχνοντας πιεσμένος. «Δεν μπορώ να το πω αυτό. Όχι, έτσι απλά» είπε, κοιτάζοντας τους λύκους.
«Τι;!» φώναξε η Φρειδερίκη. «Πες μου τι σου λένε!» σηκώθηκε, αρπάζοντας τον από τους ώμους.
      Ο Φτερωτός τη κοίταξε λυπημένος, κάνοντας την με το βλέμμα να καταλάβει αυτό που είχε συμβεί.
      «Η Ειρήνη είναι ένα ελεύθερο λυκόσκυλο, εσείς δεν έχετε κανένα δικαίωμα πάνω της!» είπε δυναμικά, πλησιάζοντας περισσότερο τους λύκους.
«Δε συμφωνούν με τα λόγια σου» είπε ο Φτερωτός.
«Ούτε που με νοιάζει! Να κόψουν τον κώλο τους!» είπε εκνευρισμένα, κλοτσώντας τον λύκο που βρισκόταν στην αριστερή άκρη στη μουσούδα.
      Ο μεσαίος λύκος όρμησε πάνω της, δαγκώνοντας το πόδι της. Ο τελευταίος λύκος έπεσε πάνω της, δαγκώνοντας το αριστερό της χέρι. Την έριξαν στο πάτωμα, από πάνω της βρέθηκε τρομερά θυμωμένος ο λύκος που είχε κλοτσήσει. Η Ειρήνη πήδησε πάνω σένα από τους λύκος, απομονώθηκαν μαχόμενοι στην άλλη άκρη του δωματίου. Ήταν ο λύκος που κλότσησε η Φρειδερίκη, το κατάλαβε από τη μύτη του που έβγαζε αίμα. Παραμένοντας εκνευρισμένος, από το προηγούμενο δυνατό χτύπημα, κατάφερε να δαγκώσει χώνοντας βαθιά τα δόντια του στα πλευρά της Ειρήνης.  Εκείνη όμως δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε να μονομαχεί μαζί του, κρατώντας τον μακριά από τη Φρειδερίκη.
      Ο Φτερωτός είδε σένα από τα κομοδίνα, ένα γυάλινο μπουκάλι βόκτας. Ήπιε μονορούφι ότι είχε μείνει, για να πάρει θάρρος, με το που το ήπιε έσπασε το μπουκάλι στην άκρη του κρεβατιού. Σφύριξε κάνοντας σινιάλο με το χέρι του, οι λύκοι τον αγνόησαν. Τότε εκείνος πέταξε τα μαξιλάρια κατά πάνω τους, κάνοντας πάλι σινιάλο με το χέρι, οι λύκοι πάλι τον αγνόησαν. Ο Φτερωτός πήδηξε στο διπλανό κρεβάτι, πετώντας πάλι τα μαξιλάρι. Το ένα πέτυχε κατά λάθος τη Φρειδερίκη στο πρόσωπο, αποσυντονίζοντας της από τη μάχη. Τότε ο ένας από τους δύο λύκους, επιχείρησε να τη δαγκώσει στο λαιμό. Εκείνη τον κρατούσε σε απόσταση, πιέζοντας με όση δύναμη είχε τα πλευρά του. Ο λύκος ακόμα πιο νευριασμένος ανοιγόκλεινε το στόμα του. Η Φρειδερίκη τον σήκωσε πετώντας στον αέρα, ο λύκος χτύπησε στον τοίχο πέφτοντας πάνω στο κρεβάτι, μπροστά στα πόδια του Φτερωτού. Ο Φτερωτός αιφνιδιάστηκε για λίγο, κρατώντας σφιχτά στα χέρια του το σπασμένο στη μέση γυάλινο μπουκάλι. Ο λύκος αφού συνήλθε από το χτύπημα του στον τοίχο, σηκώθηκε να φύγει. Ο Φτερωτός έπεσε πάνω του, καβαλικεύοντας τον. Ο λύκος κουνούσε σε εγρήγορση το σώμα του, επιχειρώντας να τον ρίξει κάτω. Ο Φτερωτός του κάρφωσε το μπουκάλι στα πλαϊνά του λαιμού, ο λύκος σπαρτάρισε από τον πόνο, ρίχνοντας τον Φτερωτό κάτω. Ο λύκος βρισκόμενος τώρα πάνω από τον Φτερωτό, ανοιγόκλεινε συνεχώς το σαγόνι του δαγκώνοντας τον στα πλαϊνά. Ο Φτερωτός φώναζε από τον πόνο και με ότι δύναμη είχε, κάρφωσε το μπουκάλι στο κεφάλι του λύκου. Ο λύκος τότε όρμησε να τον δαγκώσει στο πρόσωπο, ο Φτερωτός έπιασε τα σαγόνια του κα τα πίεζε το καθένα προς την αντίθετη κατεύθυνση ματώνοντας τις παλάμες των χεριών του από τα μυτερά δόντια. Ο λύκος απομακρύνθηκε για λίγο, σιάζοντας το στόμα του. Ο Φτερωτός πρόλαβε να σηκωθεί, πριν προλάβει να ολοκληρώσει το πρώτο του βήμα ο λύκος του δάγκωσε το πόδι ρίχνοντας τον και πάλι κάτω. Ο Φτερωτός του έδωσε μία μπουνιά στο μάτι και μετά τον κλότσησε στο σαγόνι με το ένα του πόδι ενώ επανέλαβε το χτύπημα με το πόδι αρκετές φορές, κρατώντας τα δόντια μακριά από τη σάρκα του. Κοιτούσε γύρω του, ψάχνοντας να βρει κάτι κοφτερό. Ο λύκος άρπαξε το πόδι που τον κλοτσούσε. Ο Φτερωτός φώναξε από τον πόνο, απελπισμένος έχοντας αποδεχθεί ότι θα κομματιαστεί από έναν σαρκοφάγο τετράποδο.
      «Άραγε θα μου συγχωρέσουν την τιμωρία μου;» αναρωτήθηκε, ουρλιάζοντας από το δάγκωμα του λύκου.
«Επ, τι γίνεται; Καιρό έχουμε να μιλήσουμε» ο κύριος Θάνατος, ένας καλός φίλος του Φτερωτού. «Θα σε καλωσόριζα, αλλά το πολύ – πολύ να γίνεις λυκάνθρωπος».
«Μην παίζεις με τον πόνο μου!».
«Εγώ απλώς απολαμβάνω το θέαμα» ο κύριος Θάνατος γέλασε για λίγο. «Πώς είναι άραγε να νιώθεις ότι πεθαίνεις, γνωρίζοντας πως δε μπορείς να πεθάνεις;».
«Σε τρελαίνει ο πόνος!» φώναξε ο Φτερωτός.
«Κάνε υπομονή, κάποια στιγμή θα βαρεθεί. Εκτός κι αν είσαι νόστιμος».
«Δε νομίζω να βαρεθεί. Θα με δαγκώνει μέχρι να πεθάνω» ο Φτερωτός κάλυψε με τα χέρια του, τα επίμαχα σημεία του κορμιού του.
«Τι τα καλύπτεις αφού δεν τα χρησιμοποιείς;» τον ρώτησε ο κύριος Θάνατος, πεθαίνοντας από τα γέλια.
«Άϊ γαμήσου!» του φώναξε ο Φτερωτός.
    «Σε πρόσβαλα;» τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
«Πώς μπορεί να με προσβάλει κάτι, που ούτε καν ξέρω πώς  είναι» του απάντησε ο κύριος Θάνατος, με χρωματιστή φωνή.
«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Έλα τώρα, πες πώς με ξέχασες; Με έφαγε η δουλειά. Πολύ θανατικό αυτός ο χρόνος. Ούτε διακοπές δεν πρόλαβα να κάνω» παραπονέθηκε ο κύριος Θάνατος. «Γιατί δε μάχεσαι και αφήνεις τον λύκο ανενόχλητο να σε δαγκώνει;».
«Αποδέχομαι τον θάνατο μου» του απάντησε ο Φτερωτός.
«Σου έχουν κάνει αναισθησία».
«Τι θες να πεις;».
«Ο Βαϊλάμερ, ο Αρχάγγελος αν τον θυμάσαι, παρακολουθεί τι γίνεται και σου έχει κάνει αναισθησία» του απάντησε ο κύριος θάνατος.
«Α, για αυτό δεν πονάω» είπε ο Φτερωτός, βλέποντας τα δαγκώματα στο σώμα του. «Καλέ αυτός θα με φάει αμάσητο! Ε, εσύ εκεί πάνω κάνε κάτι, να φύγει αυτό το τέρας από πάνω μου!» φώναξε κοιτάζοντας το ταβάνι του δωματίου.
      Ένα βέλος καρφώθηκε στο κεφάλι του λύκου και ο λύκος έπεσε αναίσθητος πάνω στο Φτερωτό. Ο Φτερωτός ένιωθε να του κόβετε η αναπνοή, σήκωσε τον λύκο προς τα πάνω σπρώχνοντας τον λίγο πιο εκεί. Σέρνοντας το σώμα του, κατάφερε να βγει και ανέβηκε πάνω στο κρεβάτι. Ξάπλωσε με τα πόδια του ενωμένα, τα χέρια του σταυρωτά πάνω στο στήθος και έχοντας τα μάτια του κλειστά.
      Η Φρειδερίκη εκείνη τη στιγμή, μαχόταν όρθια κρατώντας με δύναμη τα δύο μπροστινά πόδια του λύκου. Ένα βέλος, καρφώθηκε στα πλευρά του λύκου, εκείνος έριξε τα μπροστινά του πόδια κάτω. Η Φρειδερίκη τον κλότσησε στη μουσούδα. Ο λύκος έπεσε με δύναμη πάνω της, σπάζοντας τη τζαμαρία της μπαλκονόπορτα της. Τη στρίμωξε στα κάγκελα του μπαλκονιού, εκείνη κρατούσε σφιχτά το λαιμό του σηκώνοντας το κεφάλι του προς τα πάνω. Δύο βέλη καρφώθηκαν στην πλάτη του λύκου, όλο το βάρος του έπεσε πάνω στην Φρειδερίκη. Εκείνη αδύναμη, έπεσε προς τα πίσω, αγκαλιά με τον νεκρό λύκο.

      Τα βέλη προερχόταν από μία όμορφη, ψηλή γυναίκα με λεπτή σιλουέτα. Το πρόσωπο της ήταν καλυμμένο από τη μεγάλη κουκούλα της σκούρας καφετιάς κάπας της.


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου