Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26 Απρ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 15)

 «Πίστευα πως θα με περίμενες στα ΚΤΕΛ ή στο σπίτι μου» του είπε μπαίνοντας με άνεση στο σπίτι.
«Κι εγώ πίστευα πολλά … αλλά κοιμόμουν ύπνο βαθύ!» είπε, βγάζοντας πίκρα στη φωνή και στο ύφος του. Δεν ήξερε αν ενοχλήθηκε περισσότερο που τον ξύπνησε από τον χωρίς τη σκέψη της ύπνο του, ή που δεν ένιωθε κι αυτήν όπως ο ίδιος. Υποσυνείδητα είχε μεταφέρει όλο το φταίξιμο πάνω της.
«Συγνώμη! Που να σκεφτώ ότι κοιμάσαι από τις εννιά! Αφού ενοχλώ, φεύγω!»
«Πάλι καλά που καταλαβαίνεις και κάτι!» την ειρωνεύτηκε.
Έφυγε και χτύπησε την πόρτα πίσω της. Ο θόρυβος αυτός ήταν η ταφόπλακα της ελπίδας του ότι κάτι μπορεί να άλλαζε, κάτι να έλεγε κι αυτή, κάτι να γινόταν … που να έλιωνε λιγάκι τον πάγο της απογοήτευσής του. Οι σχέσεις τους έγιναν τυπικές. Συνεργάζονταν για τα μαθήματα, αλλά δεν ξαναβρέθηκαν στα σπίτια τους. Μόνο στη βιβλιοθήκη. Την έπιανε συχνά να τον κοιτάει σε ανύποπτες φάσεις, όπως κι ίδιος άλλωστε, αλλά τίποτα άλλο. Είχε πολλά νεύρα όλον αυτόν τον καιρό. Εκτονωνόταν στην προπόνηση και στη μελέτη. Στις εργασίες και τις προόδους πριν το Πάσχα, είχε σχεδόν αποκλειστικά δεκάρια. Ο Κοσμάς ήταν ενθουσιασμένος μαζί του κι ο ίδιος πλέον καταλάβαινε ότι μάθαινε. Μα όλα αυτά ήταν ουσιαστικά πάρεργο.
Μια ενασχόληση προκειμένου να αποσπά τη σκέψη του, όσο και αν δεν το παραδεχόταν. Πριν φύγουν για τις διακοπές του Πάσχα, ούτε καν βρέθηκαν για να χαιρετηθούν.
Πήγε στα Τρίκαλα με την ελπίδα να ξεχαστεί, έστω και λίγο! Ο πατέρας του στένεψε όλα τα ρούχα. Είχε χάσει δέκα κιλά! Ο Αντώνης προσπάθησε πολλές φορές να του πιάσει κουβέντα για την Έρση, αλλά μόνο που δεν βρίστηκαν. Δεν ήθελε να ακούει τίποτα γι’ αυτήν! Ο Αντώνης του είπε κι άλλα. Πως έγινε απότομος και αγενής, πως έχασε το χιούμορ του, πως είναι μόνιμα σαν Μεγάλη Παρασκευή, κατσούφης και νευριασμένος. Ούτε το κέφι της ημέρας του Πάσχα, με τα αρνιά να ψήνονται στη σειρά, τέσσερα στον αριθμό, και τους συγγενείς να χορεύουν και να σπάνε πιάτα έχοντας ξεχειλίσει από τσίπουρο και κοκορέτσια, του έφτιαξε καθόλου τη διάθεση. Η αδερφή του τον έβλεπε να είναι χάλια, αλλά είχε το γάμο! Θα παντρευόταν το Σάββατο πριν του Θωμά. Ξεχάστηκε λιγάκι και με τις ετοιμασίες του γάμου, που τον απασχολούσαν αρκετά και τον χαροποιούσαν ακόμα περισσότερο, μα δεν είχε χαμογελάσει για δεκαπέντε μέρες. Το πρόσεξαν και οι γονείς του και προσπάθησε η μάνα του να του πιάσει κουβέντα. Τζίφος. Δε θα μιλούσε σε κανέναν γι’ αυτό που τον βασάνιζε, ίσως γιατί δεν το ομολογούσε ούτε στον εαυτό του. Ήρθε κι ο γάμος και τον έσυρε η Γεωργία σ’ ένα χορό. Του το ζήτησε σα δώρο.
«Αδερφούλη καις καρδιές! Το ξέρεις;» του είπε γελώντας δυνατά. Πρόσεξε κι ο Παύλος τα βλέμματα πάνω του και χαμογέλασε τεχνητά.
«Ατύχησαν!» Είπε αυθόρμητα κι έπαψε το ψεύτικο χαμόγελό του.
«Τόσο σου λείπει, που δε μπορείς να είσαι χαρούμενος στο γάμο της αδερφής σου;» Έκανε μια φιγούρα και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο «Γιατί δεν την καλούσες να έρθει κι αυτή;»
«Γιατί δεν το ξέρει!» απάντησε και έκανε νόημα στην ορχήστρα ν’ αλλάξει τραγούδι. Έκατσε στην καρέκλα του και δεν ξανασηκώθηκε όλο το βράδυ. Η μάνα του προσπάθησε πάλι να τον κουβεντιάσει. Τον ρώτησε πως πάει στα μαθήματα, αν είναι όλα καλά στο σπίτι, αν τρώει σωστά, γιατί αδυνάτισε … Ο Παύλος απαντούσε πάντα τυπικά, λακωνικά. Μίσησε τον εαυτό του που χάλασε το γάμο της αδερφής του, αλλά δε μπορούσε να παλέψει την απουσία της.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε και πήρε το πρώτο λεωφορείο για Αθήνα, χωρίς να πει τίποτα σε κανένα. Ήθελε απλά να μείνει μόνος του για να πολεμήσει τα συναισθήματά του. Να τα πνίξει στον ιδρώτα του γυμναστηρίου και στις σελίδες των βιβλίων και εργασιών του, που τόσο αποτελεσματικά δούλεψαν μέχρι τότε. Να παραχώσει την σκέψη της βαθιά στο λάκκο που ήταν πριν πάει στα Τρίκαλα και ξεθαφτούν από τις ερωτήσεις όλων των φίλων και συγγενών.
Πέρασε άλλος ένας μήνας και πλησίαζε η εξεταστική. Είχε απομονωθεί από όλους, εκτός από τον Κοσμά, αλλά κι εκεί περιόριζε τις συνομιλίες του στις ελάχιστες δυνατές. Προσπαθούσε ακόμα και να κάνει την εκτός της αυτοάμυνας γυμναστική του σε ώρες περίεργες, ώστε να μην τον συναντά. Όταν έβλεπε κάποιο γνωστό στο πολυτεχνείο, δεν το συζητάμε για την Έρση, άλλαζε δρόμο από μακριά! Έπαιρνε τηλέφωνο μόνο στη μάνα του, κι αυτό μια φορά την εβδομάδα, για να μην ανησυχεί. Προφανώς δεν ήταν αρκετό, γιατί κατέφτασε κάποια στιγμή η Γεωργία, ως πρέσβειρα καλής θέλησης, να δει τι γίνεται. Δεν του πήρε κουβέντα για σχεδόν πέντε μέρες που έμεινε. Πήγε και στη σχολή του και ρώτησε. Αγχώθηκαν φαίνεται όλοι μήπως είχε παρατήσει και το πανεπιστήμιο, καθώς υπήρχαν πολλά τέτοια περιστατικά στο φιλικό τους περίγυρο. Δεν του είπε τίποτα, δεν είχε και πάτημα άλλωστε, αλλά ο Παύλος είδε τα χτυπημένα εισιτήρια πάνω στο τραπέζι και κατάλαβε από τον αριθμό δρομολογίου. Το εκτίμησε πάρα πολύ ότι δεν του έκανε κήρυγμα και δεν επέμενε συνέχεια με ερωτήσεις και δεν έψαξε τα πράγματά του και δεν νευρίασε που την είχε γραμμένη λες και δεν ήταν εκεί. Πόση αγάπη κι υπομονή είχε η αδερφή του; Η μάνα του θα του φώναζε όλη μέρα και θα ‘φευγε μαλωμένη και παρεξηγημένη. Ίσως γι’ αυτό να έστειλε τη Γεωργία που τον αντιμετώπισε πιο ψύχραιμα. Το βράδυ πριν φύγει, παρήγγειλαν πίτσες και κάθισαν να δουν τηλεόραση.
«Παύλο .. τώρα … το ξέρει;» άνοιξε την κουβέντα, συνεχίζοντας από το βράδυ του γάμου.
Δεν ήθελε να το συζητήσει, μα της το χρωστούσε μετά από τόση υπομονή μαζί του «Όχι, δεν έχουμε μιλήσει καθόλου από τότε!»
«Υπάρχει άλλος;»
«Απ’ όσο ξέρω, όχι.»
«Και γιατί παιδί μου δεν της το λες; Τι έχεις να χάσεις; Τι φοβάσαι;»
Σκέφτηκε πολύ πριν της απαντήσει, καθώς τις απλές αυτές ερωτήσεις δεν τις είχε ποτέ πραγματικά σκεφτεί. Συμπέρανε ότι … από τη στιγμή που καταστράφηκε η ιδιαίτερη σχέση του με την Έρση, δεν είχε τίποτα να χάσει αν της αποκάλυπτε το πόσο την ήθελε. Ήταν λοιπόν ο φόβος; Ήταν τόσο δειλός για να πει ένα «σε θέλω!», ή ήταν ο φόβος της απογοήτευσης που ποτέ δεν είχε νιώσει, της χυλόπιτας δηλαδή, που δεν τον άφηνε; Πάντα έβαζε στόχους, μέχρι τότε, που εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις δικές του προσπάθειες. Οι σχέσεις όμως είναι «μεταξύ» ανθρώπων και απαιτούν δύο τουλάχιστον και πολλές φορές δεν εξηγούνται με την ισοπεδωτική λογική του τεχνοκράτη και εγωιστή χαρακτήρα του και όσο κι αν προσπαθεί ο ένας … αν δε θέλει κι άλλος, δεν γίνεται! Τα είπε όλα αυτά στη Γεωργία και κατέληξε «Είμαι λοιπόν δειλός!»
«Δεν είσαι δειλός! Σε καμιά περίπτωση ο αδερφός μου δεν είναι δειλός. Δεν το δέχομαι! Θα σου δώσω δυο σενάρια που έχω στο μυαλό μου. Ή δεν τη θέλεις τόσο, ώστε να ξεπεράσεις την ανασφάλειά σου και να της το πεις, ή απλά πήρες το λάθος δρόμο κι αντί να ακολουθήσεις αυτό που η καρδιά σου λέει, το πολεμάς. Είσαι πολύ νέος Παύλο για να μην ακούς τη καρδιά σου. Αυτό που κάνεις σε τρώει όπως το σαράκι τα ξύλα. Απ’ έξω μια μικρή τρυπούλα και μέσα όλο κούφιο. Κι αν νομίζεις ότι το διάβασμα και το καράτε, ή ότι διάολο κάνεις, θα σε κρατήσουν καλά, κάνεις λάθος. Μόλις ζοριστείς θα σπάσεις σαν το σαρακοφαγωμένο ξύλο. Δεν στο λέω μόνο επειδή είσαι αδερφός μου. Είσαι ένα μυαλό με πολλές δυνατότητες, είμαι περήφανη και μόνο που ξέρω ότι κουβαλάμε τα ίδια γονίδια, και είναι κρίμα να πάει χαμένο! Μίλα της! Ούτε θα χάσεις κάτι, ούτε χρειάζεται να φοβάσαι! Αν τελικά δε σε θέλει κι η Έρση, θα σου φύγει η αμφιβολία. Με τον καιρό θα σου περάσει και θα βρεις κάτι άλλο. Και μη μου πεις πως δεν ελπίζεις ακόμα πως κάπως θ’ αλλάξουν τα πράγματα! Γι’ αυτό, πιστεύω εγώ, αντιδράς έτσι. Συντηρείς μια κατάσταση με την ελπίδα ότι θα την αλλάξει αυτή πρώτη χωρίς να εκτεθείς εσύ!»
«Όχι, δεν ελπίζω και γι’ αυτό προσπαθώ να την ξεχάσω!»
«Μη με δουλεύεις ρε Παύλο! Πως θα την ξεχάσεις αν δεν είσαι σίγουρος ότι δε σε θέλει; Θα αφήσεις δηλαδή να φύγει ο πιθανός έρωτας της ζωής σου επειδή αμφιβάλεις;»
«Δεν αμφιβάλω. Είμαι σίγουρος!»
«Αφού δεν της μίλησες, πως είσαι σίγουρος;»
«Είμαι! Η Έρση πέθανε για μένα. Τέλος!»
Γύρισε την κουβέντα αλλού, αλλά αναμασούσε τα λόγια της Γεωργίας, όχι γιατί δεν τα καταλάβαινε, μα γιατί παρόλο που τα πίστευε, δεν μπορούσε να τα εφαρμόσει!
Την επομένη, με τη Γεωργία στο δρόμο για Τρίκαλα, πήγε στου Κοσμά για προπόνηση. Τον βρήκε να ρίχνει γονατιές στην τυλιγμένη με αφρολέξ κολώνα «Εξάσκηση στον πόνο ή στη δύναμη;» ρώτησε χαζογελώντας.
«Όχι, θέλω να τη ρίξω!»
«Την … κολώνα;!»
«Ναι»
«Κοσμά … με δουλεύεις; Δε μπορείς να ρίξεις τη κολώνα!»
«Ούτε κι εσύ μπορείς να το πνίξεις αυτό μέσα σου, αλλά προσπαθείς … και θα πνιγείς ο ίδιος τελικά!»
«Τι μου λες ρε Κοσμά; Ποιο να πνίξω;»
«Αυτό που σε κάνει σα ζόμπι! Είσαι συνέχεια χαμένος. Ότι κάνεις, τον τελευταίο μήνα ειδικά το κάνεις μηχανικά, σα ρομπότ, σα χαμένος!»

«Βαλτός είσαι κι εσύ!» του είπε και έφυγε χωρίς λέξη. Μα καλά, ήταν όλοι συνεννοημένοι ή τόσο πολύ φαινόταν ότι ήταν χαμένος; Πήγε σπίτι και δοκίμασε την σίγουρη λύση της μελέτης, αλλά χωρίς αποτέλεσμα! Είχε έναν συνεχή εκνευρισμό. Του αποσπούσαν την προσοχή σκέψεις περίεργες και κυρίως η ιδέα να τη βρει και να της μιλήσει. Έκανε ένα μπάνιο κι αποφάσισε να βγει μια βόλτα να ξελαμπικάρει. Όπως ντυνόταν μπροστά στον καθρέφτη παρατήρησε τις αλλαγές πάνω του. Η κοιλιά που είχε πριν ένα χρόνο είχε εξαφανιστεί και στη θέση της υπήρχαν τέσσερα ζευγάρια καλοσχηματισμένοι κοιλιακοί. Τα μπούτια του είχαν αδυνατίσει και διαγράφονταν καθαρά οι γάμπες του και οι τετρακέφαλοί του, ενώ αντίστοιχη εικόνα σχημάτιζαν τα χέρια του και η πλάτη  του με τα «φτερά» του να φτιάχνουν ένα ωραίο τρίγωνο στον κορμό του. Το πρόσωπό του είχε αποκτήσει γωνίες και δεν θύμιζε σε τίποτα τον «μπούλη» που κατέβηκε στην Αθήνα το Σεπτέμβριο. Υπήρχαν και κάποιες μελανιές βέβαια που χαλούσαν λιγάκι το «διάκοσμο», αλλά δεν έγινε και τίποτα. «Αν πει όχι, αυτή θα χάσει!» είπε δυνατά και αποφάσισε ότι θα της μιλούσε την ίδια μέρα.


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου