Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

21 Απρ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 16) Ο Φτερωτός θυμάται και η Φρειδερίκη γνωρίζει τη μητέρα της

Όλο κόσμος μαζεύτηκε γύρω από το αναίσθητο κορίτσι, πλακωμένο από έναν γκρίζο λύκο. Οι άνθρωποι δεν πίστευαν στα μάτια τους με το θέαμα που αντίκριζαν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν, πώς βρέθηκε ένας τόσος μεγάλος λύκος στο κέντρο της πόλης. Όσο είχαν κινητά τραβούσαν φωτογραφίες, live βίντεο, ανεβάζοντας τα στα social media που διέθεταν. Αμέσως το γεγονός έγινε ευρέως γνωστός και σε άλλες πόλεις.
      Δύο ασθενοφόρα κατέφθασαν, μαζεύοντας σε ένα φορείο την αναίσθητη κοπέλα και στο άλλο τον νεκρό μεγαλόσωμο γκρίζο λύκο. Αστυνομικοί έχοντας τα όλα τους σε ετοιμότητα, έλεγχαν το χώρο. Όλο το κέντρο της πόλης γέμισε με αστυνομικούς, συμβουλεύοντας τον κόσμο που κυκλοφορούσε ακόμα έξω να επιστρέψει γρήγορα στα σπίτια τους.
      Ένα ελικόπτερο πέρασε πάνω από την πλατεία και κινήθηκε προς νότια.

                                            * * * *

      Σιωπή επικράτησε για λίγα λεπτά στο δωμάτιο, ύστερα από την πτώση της Φρειδερίκης. Ο Έκτορας γονατισμένος με τα χέρια του σταυρωμένα, ξεκίνησε να προσεύχεται.
      «Τι έχεις αυτός;» ρώτησε η γυναίκα.
«Πιστεύει πως είναι νεκρός» της απάντησε η Γ.
      Η γυναίκα με τη σκούρα καφετιά κάπα, πλησίασε τον Φτερωτό που τον είχε πάρει ο ύπνος ξαπλωμένο στο κρεβάτι. «Πώς τον λένε;».
«Φτερωτό» της απάντησε η Γ.
      Πριν προλάβει να κάνει κάποια άλλη κίνηση, ο Φτερωτός άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε με τα γαλάζια του μάτια να λάμπουν από ευτυχία. «Πέθανα;! Είμαι νεκρός; Πες μου πως είμαι νεκρός;!» τη ρώτησε πιάνοντας σφιχτά τα χέρια της. «Because Im dead, Im dead, reallyreally dead. You know Im dead, I’m dead…You know it – you know it, who’s dead!». Τραγουδούσε χορεύοντας πάνω στο κρεβάτι, κουνώντας τη λεκάνη του. Ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο του, τον έκανε να πέσει κάτω στο πάτωμα. «Έϊ αυτό πόνεσε» παραπονέθηκε.
      «Κάτσε ήσυχος σε παρακαλώ πολύ» του ζήτησε με ευγένεια η Γ, σηκώνοντας τον από το πάτωμα.
«Αυτή με χαστούκισε;» ρώτησε δείχνοντας τη γυναίκα με τη σκούρα καφετιά κάπα.
«Ναι» του απάντησε η Γ.
«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» ρώτησε ο Φτερωτός, τη γυναίκα με τη σκούρα καφετιά κάπα.
«Όχι» του απάντησε η γυναίκα.
«Ούτε και εγώ» είπε εκείνος σοβαρά.
«Τι λες;!» τον ρώτησε η Γ.
«Δεν ξέρω ποιος είμαι. Και όποιος και αν είμαι, δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να πεθάνω…Μία φωνή στο κεφάλι μου, μου είπε πως ο…ο δε θυμάμαι το όνομα του…μου έκανε αναισθησία…Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται» είπε, κοιτάζοντας απελπισμένος την άγνωστη γυναίκα.
      «Πώς είναι δυνατόν να είσαι ζωντανός;» ρώτησε η άγνωστη γυναίκα, βλέποντας το πόσο τραυματισμένος ήταν. Ένα κομμάτι από την αριστερή του πλευρά έλειπε, το παντελόνι του ήταν βουτηγμένο στο αίμα και το πρόσωπο του είχε βαθιές γρατσουνιές.
«Δεν ξέρω» της απάντησε εκείνος, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
      «Είναι ο Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους» είπε η Γ.
«Είμαι διάσημος;» ρώτησε ο Φτερωτός τη Γ.
«Καλό θα ήταν για λίγο τουλάχιστον, να σταματήσεις τις περιττές ερωτήσεις» του απάντησε εκείνη με ηρεμία.
      «Ξάπλωσε στο κρεβάτι» του είπε η άγνωστη κυρία.
«Μάλιστα» είπε εκείνος, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι.
      «Είναι σοβαρά τραυματισμένος…» είπε σιγανά η άγνωστη γυναίκα στη Γ
«Το ξέρω. Θα το λύσω εγώ» απάντησε εκείνη με σιγουριά.
      «Τι θα μου κάνετε;» ρώτησε ο Φτερωτός, κοιτάζοντας μία τη μία και μία την άλλη.
«Αρχικά πρέπει να χαλαρώσεις» του είπε η άγνωστη γυναίκα. «Πάρε μία βαθιά ανάσα…».
      Ο Φτερωτός πήρε μία βαθιά ανάσα, έχοντας τα μάτια του κλειστά. Μέσα από το σκοτάδι, ξεπρόβαλαν αμέτρητες εικόνες. Εικόνες που περιέγραφαν τη μέχρι τώρα ζωή του. Είδε ξανά τα όσα έζησε. Τα αισθήματα του ήταν ανάμεικτα, κάποιες στιγμές τις είχε ξεχάσει εντελώς και δε χάρηκε που τις ξανά θυμήθηκε. Υπήρξε κάποτε κακός…Όταν ξανά άνοιξε τα μάτια του, όλα του φαίνονταν γνώριμα. Θυμόταν τι είχε γίνει, ακόμα πριν κλείσει τα μάτια του. Έμενε σιωπηλός με ανοιχτά τα μάτια.
      «Είναι εντάξει τώρα;» ρώτησε ο Έκτορας.
«Χρειάζεται λίγο χρόνο, να προσαρμοστεί…» απάντησε η άγνωστη κυρία.
      «Δε σε ξέρω…» είπε ο Φτερωτός, κοιτάζοντας την άγνωστη κυρία, νομίζοντας πως έχει αμνησία ακόμη.
«Δε με γνωρίζεις» του απάντησε η άγνωστη γυναίκα. «Ονομάζομαι Αρτέμιδα. Χαίρομαι που σε γνωρίζω. Έχω ακούσει πολλά για εσένα…».
«Μην πιστεύοντας πως είμαι αληθινός» συμπλήρωσε εκείνος διακόπτοντας τον λόγο της, με ένα χαμόγελο πικρίας χαραγμένο στο στόμα του.
«Καλώς ήρθες και πάλι πίσω φίλε μου» του είπε ο Έκτορας, χαμογελώντας του γλυκά.
«Πού είναι η Φρειδερίκη;» ρώτησε ο Φτερωτός.
«Στο νοσοκομείο προφανώς» απάντησε ο Έκτορας.
      «Πάμε να τη βρούμε» σηκώθηκε από το κρεβάτι, αντιλαμβανόμενος τις δυνάμεις του σώματος του.
«Τι έπαθες;» τον ρώτησε η Αρτέμιδα.
«Ήμουν χτυπημένος. Το θυμάμαι» απάντησε εκείνος, κοιτάζοντας το σώμα του.
«Μαγεία» απάντησε ο Έκτορας.
      Ο Φτερωτός κοίταξε την Γ , δε μπορούσε να δει το βλέμμα της, όμως καταλάβαινε ότι τον κοιτούσε και εκείνη με τον ίδιο τρόπο. «Σε εσένα το χρωστάω;» τη ρώτησε με τα χέρια του τεντωμένα στα πλάγια.
      «Δε μας μένει χρόνος. Προχωράτε» είπε εκείνη.

      Πήραν λοιπόν το δρόμο για το νοσοκομείο, ο Έκτορας, η Γ και η Αρτέμιδα πήραν ταξί. Ο Φτερωτός μαζί με την Ειρήνη, πήγαν πετώντας. Ο ίδιος ύστερα από την επαναφορά της μνήμης του, ξεπέρασε τον φόβο του και μπορούσε πλέον να πετάξει. Νιώθοντας χαρούμενος και περισσότερο ελεύθερος.
      Πριν μπουν στο εσωτερικό του κτηρίου, ο Φτερωτός απομόνωσε για λίγο την Γ, ενώ οι άλλοι ρωτούσαν να μάθουν που βρίσκεται η Φρειδερίκη.
      «Θέλω να σου πω ευχαριστώ…» ξεκίνησε να της λέει.
«Δε…» της βούλωσε το στόμα με ένα γεμάτο φιλί. «Ας το καλύτερα». Του είπε στο αυτί, σταματώντας το φιλί του.
«Γαριφαλιά…».
«Σσσσς!» του είπε σφραγίζοντας το στόμα του, με την παλάμη της. «Μου υποσχέθηκες ότι δε θα πεις το όνομα μου» του είπε σιγανά.
«Τι φοβάσαι;» τη ρώτησε εκείνος.
«Όποιος ξέρει το όνομα μου, μπορεί να με υποτάξει» του απάντησε εκείνη. «Αυτή είναι η κατάρα που μου δόθηκε, για την αμαρτία μου».
«Κάποιος Δαίμονας, όχι εγώ».
«Λέγοντας το όνομα μου, μου υπενθυμίζεις το σφάλμα μου!».
«Μου κρατάς κακία για αυτό που σου έκανα;».
«Δε με βίασες…παρασύρθηκα. Σαφώς και δε σου κρατάω κακία. Όμως πρέπει να σέβεσαι τη τιμωρία μου!».
«Δεν είσαι τιμωρημένη!».
«Το να γίνομαι σκλάβα σε όποιον ξέρει το αληθινό μου όνομα, δεν το λες και ευτυχία».
«Μα κανένας πια δε γνωρίζει, ακόμα και τα πιο αρχαία δαιμόνια».
«Ψάχνουν. Μπορούν να μάθουν. Όσο τους προκαλώ, άλλο τόσο θέλουν να με αποδυναμώσουν».
«Τι έγινε και έχεις αυτά τα σημάδια στο πρόσωπο σου; Πες μου!».
«Ενεπλάκη σε μία διαμάχη» του απάντησε άχρωμα. «Κάποιος εισέβαλε στο μοναστήρι που ήμουν εσώκλειστη. Πήγα εκεί μεταμφιεσμένη…».
«Ήταν παγίδα;» τη ρώτησε, διακόπτοντας την.
«Ήταν παγίδα» απάντησε εκείνη αμέσως. «Με βασάνισαν, θέλοντας να αποκαλύψουν την πραγματική μου μορφή. Το κατάφεραν» έκανε μία μικρή παύση, προετοιμάζοντας τα λόγια της. «Ήθελαν να μάθουν, τι γνωρίζω για εσένα. Σε ψάχνουν. Γυρεύουν μέσο να σε πάρουν με το μέρος τους».
«Αυτό δε θα συμβεί!».
Η Γαριφαλιά έβαλε τα γέλια. «Για τίποτα να μην είσαι σίγουρος. Ακόμα και ο ίδιος μας ο εαυτός μπορεί να μας προδώσει».
      Οι άλλοι δύο έστειλαν την Ειρήνη να τους φωνάξει. Γάβγισε κουνώντας την ουρά της. Η Γαριφαλιά προχώρησε πρώτη προς την είσοδο του κτηρίου, ο Φτερωτός την κοιτούσε να προχωράει. Η Ειρήνη τριβόταν στα πόδια του, εκείνος τη χάιδεψε στο κεφάλι. Το σκυλί γάβγισε δυνατά, κουνώντας την ουρά της.

                                   * * * *
  Όλα τα δελτία ειδήσεων, είχαν ως κεντρική είδηση των λύκο που βρέθηκε νεκρός πάνω στον αναίσθητο σώμα μιας κοπέλας. Μάλιστα ανέλυαν τη διαδικασία του θανάτου του, δίχως να γνωρίζουν περεταίρω λεπτομέρειες, αντικαθιστώντας τα βέλη με ασημένιες σφαίρες.
      Τα τηλέφωνα του νοσοκομείου, χτυπούσαν ανελλιπώς. Συνέχεια ζητούσαν να μάθουν λεπτομέρειες για την αγνώστων στοιχείων κοπέλα. Οι γιατροί το μόνο που απαντούσαν ήταν πως δεν έχει ανακτήσει ακόμα τις αισθήσεις. Τα τραύματα είναι βαθιά…Απέφευγαν να απαντήσουν στην ερώτηση, για τον αν θα καταφέρει να μείνει στη ζωή. Βασικά είχαν από την πρώτη εξέταση σίγουρο τον θάνατο της.. Τέσσερα πλευρά σπασμένα, το κρανία της ραγισμένο από την πτώση, βαθιά δαγκώματα σε όλο της το σώμα. Νοσηλευόταν στην εντατική. Οι γιατροί από τη μία ενημέρωναν τους δημοσιογράφους, λέγοντας κάποια ανακριβή ψέματα για την κατάσταση της. Από την άλλη, δεν έκαναν τίποτα για να καλυτερέψουν την κατάσταση της. Ήταν ζήτημα χρόνου για το πότε θα πεθάνει.
      Αστυνομικοί έκαναν περίπολο, σε όλους τους ορόφους του νοσοκομείου. Έφτασαν στον τρίτο, όπου ήταν ο θάλαμος της εντατικής. Η Γαριφαλιά τους είπε να περιμένουν το σήμα της, πλησίασε τους αστυνομικούς, φύσηξε πάνω στο πρόσωπο τους προκαλώντας τη λιποθυμία τους.
      «Να κάνω μία ερώτηση;» είπε ο Φτερωτός.
«Σε ακούμε» του απάντησε η Αρτέμιδα, καταλαβαίνοντας ότι δε θα μιλήσει αν πρώτα δεν πάρει την έγκριση από κάποιον.
«Πώς θα τη κουβαλήσουμε;» ρώτησε.
      Η Αρτέμιδα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, αναλογιζόμενη το μέγεθος του παρουσιαστικού της Φρειδερίκης. «Σωστή απορία» είπε με διακριτικότητα.
«Εγώ το δηλώνω, δεν τη κουβαλάω!» είπε ο Φτερωτός.
      «Αφού δεν το έχεις προσπαθήσει, πώς είσαι τόσο σίγουρος;» τον ρώτησε ο Έκτορας.
«Είσαι τρελός; Είναι ένα ογδόντα πέντε!» του απάντησε βάζοντας το χέρι του, λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του. «Αναλογικά να το δεις. Είναι ακατόρθωτο».
      «Πώς θα την κουβαλήσουμε;» ρώτησε ο Έκτορας κοιτάζοντας τη Γαριφαλιά.
      «Ας μην ασχολούμαστε με λεπτομέρειες» απάντησε η Γαριφαλιά, κάνοντας έφοδο στο θάλαμο της εντατικής.
     
                                            * * * *
      Ακούω φωνές. Διάφορες φωνές, τις οποίες δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Τα μάτια μου πονάνε, από ένα δυνατό φως, που δεν μπορώ να διακρίνω. Τι μου συμβαίνει; Πονάω. Όλο μου το σώμα πονάει. Και αυτή η μουσική, δε λέει να σωπάσει. Πέθανα; Μήπως είναι η μουσική υποδοχή του Παραδείσου; Μπα δε νομίζω να πάω στο Παράδεισο. Αλλά και πάλι μουσική της Κολάσεως δεν τη λες. Είναι πολύ ονειρική. Με κάνει να αισθάνομαι ανάλαφρη, δίχως καμία έγνοια. Νιώθω υπέροχα. Καιρό έχω να νιώσω έτσι, μπορώ να πω πως είναι πρωτότυπο συναίσθημα για εμένα. Δεν αγχώνομαι, ούτε φοβάμαι για κάποιον. Γενικότερα δε φοβάμαι. Δεν επιτρέπεται μία Κυνηγός να φοβάται! Μου λείπει ο πατέρας μου. Άραγε θα τον ξανά δω; Ή μήπως θα τον συναντήσω εδώ; Δε θέλω να τον συναντήσω εδώ! Θέλω να φύγω από εδώ! Αποκλείεται να πέθανα! Είναι ακόμα νωρίς για εμένα να κάνω αυτό το ταξίδι. Αν δηλαδή μπορείς να χρονολογήσεις το θάνατο. Δε θέλω να είμαι νεκρή. Όχι με αυτό τον τρόπο τουλάχιστον. Έχω αντιμετωπίσει θηρία και τέρατα. Στην κυριολεξία. Και πέθανα από τα δαγκώματα ενός λύκου;! Αποκλείεται! Κάποια αναισθησία μου έχουν κάνει…ή μπορεί να είμαι φυλακισμένη σε κάποιο κλουβί και όταν ανοίξω τα μάτια μου να δω διάφορα δαιμόνια να με περιγελούν…Θυμάμαι αυτό το πρόσωπο. Είναι το αγόρι που ερωτεύτηκα στην εφηβεία μου. Μα τι μου συμβαίνει; Είναι νεκρός, το ξέρω πως είναι νεκρός. Το είδα να πεθαίνει…Οπότε αν βλέπω το πρόσωπο του τώρα, πάει να πει πως είμαι και εγώ νεκρή. Όχι! Φύγε μακριά μου! Θέλω να ξυπνήσω!
      «Φρειδερίκη;!».
Ποιος φωνάζει το όνομα μου; Φανερώσου!
      «Φρειδερίκη ξέχασες κιόλας τη φωνή μου;».
Πατέρα;! Γιατί δε σε βλέπω;
      «Φρειδερίκη άνοιξε τα μάτια σου κοπέλα μου!».
Δεν μπορώ!
      «Φρειδερίκη άνοιξε τα μάτια σου σε παρακαλώ!».
 «Μπαμπά;!» δε νμπορούσε να δει ακόμα καθαρά, ανοιγόκλεισε τα μάτια της πολλές φορές, μέχρι να καθαρίσει η όραση της. «Δεν ονειρεύομαι έτσι;».
«Όχι κορίτσι μου, δεν ονειρεύεσαι» της απάντησε ο πατέρας της, αγκαλιάζοντας την. «Σε πεθύμησα κορίτσι μου!». Της είπε, φιλώντας την στο μάγουλο.
«Πώς βρέθηκες εδώ;» τον ρώτησε εκείνη.
«Δεν μπορώ να μείνω για πολύ…».
«Τι έγινε;».
«Πες μου τι θυμάσαι».
«Θυμάμαι την πτώση μου, από τον μπαλκόνι του ξενοδοχείου…».
«Έχασες τις αισθήσεις σου, σε πήγαν στο νοσοκομείο. Οι φίλοι σου, σε πήραν από εκεί και σε έφεραν εδώ. Στο σπίτι του αγγέλου…του Φτερωτού, όπως άκουσα να τον αποκαλούν. Είσαι ασφαλής τώρα».
«Πώς βρέθηκες εδώ;! Πώς με πήραν από το νοσοκομείο;!».
«Ζήτησαν βοήθεια νοσοκόμων και σε μετέφεραν εδώ κανονικά με τον ασθενοφόρο» την κοίταξε λίγο, κάνοντας μία μικρή παύση. «Όταν έχεις φίλη σου μία μάγισσα, όλο είναι περισσότερο εύκολα» ολοκλήρωσε τον λόγο του, χαμογελώντας αχνά.
«Δεν είναι φίλη μου» του είπε εκείνη αυστηρά. «Είναι και η γυναίκα σου εδώ;».
«Όχι…Χώρισα».
«Πες μου τι μου κρύβεις μπαμπά. Αν δε μάθω την αλήθεια, πώς μπορώ να σε βοηθήσω;».
«Αυτό που προέχει είναι να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Εγώ μια χαρά τα καταφέρνω και μόνος μου. Μη με φοβάσαι».
«Χώρισες για να έρθεις να με βρεις;» τον ρώτησε ελπιδοφόρα, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των πολλαπλών ερωτήσεων, αναγκάζοντας τον συνομιλητή της να αποκαλύψει την αλήθεια με ερωταπαντήσεις.
«Δεν έγινε έτσι…» πήρε μία βαθιά ανάσα. «Έπεσα σε παγίδα…» της είπε κοφτά. «Στην παρέα σας, είχατε ένα δαιμόνιο;» ο πατέρας χρησιμοποιούσε την ίδια μέθοδο με την κόρη του, θέλοντας να μάθει με ακρίβεια τα δεδομένα της καταστάσεως, χωρίς όμως να της αποκαλύψει τις λεπτομέρειες της δικής του πλευράς.
«Ναι» του απάντησε εκείνη αμέσως. «Έχει μέρες να φανεί. Ήταν φίλος του Φτερωτού».
«Φίλος;» τη ρώτησε έκπληκτος.
«Όχι έτσι όπως το εννοείς. Γνωρίστηκαν στην Κόλαση, όταν ο Φτερωτός επιχειρούσε να γίνει κάτοικός της».
«Τον εμπιστεύεσαι πολύ τον Φτερωτό;».
«Φυσικά. Είναι φίλος μου» του απάντησε με δυναμισμό.
«Φρειδερίκη βιώνουμε εποχή πολέμου, δεν υπάρχει χώρος για φιλίες».
«Ποιο είναι το πρόβλημα σου;! Εμφανίζεσαι από το πουθενά και μου κάνεις κριτική;!».
«Μην συγχίζεσαι».
«Πώς να μη συγχίζομαι;!».
«Ενδιαφέρομαι για το καλό σου».
«Με ωραίο τρόπο αποφάσισες να μου το δείξεις!» του φώναξε θυμωμένα.
      «Δε διαθέτω μάλλον τον σωστό τρόπο να σε κάνω να καταλάβεις τη σοβαρότητα της κατάστασης μας».
«Αν είσαι ο κύριος κρυψίνους, φυσικά και δε διαθέτεις το σωστό τρόπο για να με κάνεις να καταλάβω».
«Το δαιμόνιο που ήταν μαζί σας, είναι ο δίδυμος αδελφός του Βασιλικού Δαίμονα. Όπως επίσης ο Δαίμονας που βρέθηκες αντιμέτωπη και σε καταράστηκε. Η διαμάχη μαζί σου, τον αποδυνάμωσε…».
«Και η Λαίδη Μήτρον;».
«Ποια;».
«Μία Δαιμόνισα…Όταν μονομάχησα μαζί της, έγινα και πάλι ο εαυτός μου».
      Ο πατέρας της έμεινε για λίγο σιωπηλός, προσπαθώντας να θυμηθεί που αλλού έχει ακούσει το συγκεκριμένο γυναικείο όνομα. «Είχα ακούσει να αναφέρουν παλιότερα, κάποιο περιπλανώμενοι Κυνηγοί για τη συγκεκριμένη Δαιμόνισα. Είχαν πει πως σκόπευε να γίνει η σύζυγος του Βασιλικού Δαίμονα…».
      «Είναι αλήθεια αυτό» τον διέκοψε η Αρτέμιδα μπαίνοντας στο δωμάτιο της σοφίτας όπου βρισκόντουσαν. «Η Λαίδη Μήτρον είναι μία βασανισμένη ψυχή, που μετατράπηκε σε Δαιμόνισα κάνοντας τα γλυκά μάτια στον Βασιλικό Δαίμονα. Καλύτερα, σε εκείνον που η ίδια νόμιζε για Βασιλικό Δαίμονα. Δε γνώριζε το μύθο που αφορούσε τα “δίδυμα Δαιμονικά αδέλφια”. Διέπραττε δεσμό και με τους δύο. Όταν έμαθε την αλήθεια, υποστήριξε το κρυμμένο παιδί εναντιωμένη προς τον Βασιλικό Δαίμονα, παίρνοντας με το μέρος της κάμποσα δαιμόνια. Ο εραστής συγκινημένος που βρήκε επιτέλους αληθινή στήριξη, μοιράστηκε μαζί της ένα μερίδιο της δύναμης του, κάνοντας την λίγο δυνατότερη. Θυμάσαι την ημέρα της διαπλοκής μαζί της;».
«Ναι. Ήταν σε ένα μπαρ. Ήταν και το δαιμόνιο μαζί μας…».
«Σας είχαν στήσει παγίδα» της είπε η Αρτέμιδα, τονίζοντας την κάθε της λέξη. «Ήσουν ήδη καταραμένη. Μεταμορφώνοντας ‘σε, σε μικρό παιδί είχαν την εντύπωση πως μίκραινε και η δύναμη σου. Δεν τα είχαν λογαριάσει όμως σωστά. Η υπεροψία ξεπερνάει την εξυπνάδα τους. Κατάφερες επάξια να την αντιμετωπίσεις» τα μάτια της έλαμπαν περήφανα, ενώ κοιτούσαν επίμονα τη Φρειδερίκη. «Απήγαν τον φίλο σας, για να σας οδηγήσουν όλους εκεί…».
«Ξανά παγίδα; Ήταν και το δαιμόνιο μαζί μας!».
      Η Αρτέμιδα γέλασε. «Είναι Αρχικός Δαίμονας, μπορεί να κάνει τα πάντα!» είπε γελώντας. «Το ελάττωμα του είναι πως δεν είναι ακόμα τόσο δυνατός, όσο πιστεύει πως είναι. Για αυτό και κάνει συνέχεια γκάφες».
      «Λοιπόν, δεν ξέρω ποια είσαι…Αλλά μου αρέσεις!» της είπε χαρούμενα η Φρειδερίκη. «Μου έφτιαξες το κέφι. Με αυτά που μου είπες με κάνεις να νιώθω δυνατότερη».
      Η Αρτέμιδα γύρισε τον βλέμμα της στον πατέρα της Φρειδερίκης. Οι δυο τους αντάλλαξαν κοινό βλέμμα.
      «Είναι η μητέρα σου» της αποκάλυψε ο πατέρας της.
«Τι πράμα;!» ρώτησε εκείνη, μην πιστεύοντας στα αυτιά της. «Η μητέρα μου;!» κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω την Αρτέμιδα. Όντως είχαν κοινά χαρακτηριστικά. Ήταν και εκείνη ψηλή, με το ίδιο ξανθό χρώμα μαλλιών, ίδιο χρώμα ματιών.
      «Είμαι η Μητέρα της Πρώτης Γενιάς» της είπε η Αρτέμιδα, με απλότητα στο λόγο της.
«Α, εσύ έχεις πάει με πολλούς άντρες» συμπέρανε η Φρειδερίκη, ανασηκώνοντας τα φρύδια της παιχνιδιάρικα.
«Ναι. Οι Κυνηγοί απαγορεύονται να έχουν δεσμεύσεις. Οι δεσμεύσεις γεννούν συναισθήματα και τα συναισθήματα εμπόδια. Για κάθε Γενιά επιλέγεται μία γυναίκα, αφού πρώτα εγκριθεί από τις ανώτερες της».
«Και εσένα ποιος σε επέλεξε;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη. «Μην πάρεις για κακό την ερώτηση μου, είσαι υπέροχη, από αυτό που βλέπω δηλαδή. Απλώς είσαι η Μητέρα της Πρώτης Γενιάς».
      Η Αρτέμιδα γέλασε με την προσπάθεια της Φρειδερίκης, να κρύψει την καθόλου παρεξηγημένη ερώτηση της. «Ο πατέρας μου ήταν ερευνητής της φύσης. Του άρεσε να μελετάει τη φωτοσύνθεση, να ανακαλύπτει φυτά και βότανα. Την άνοιξη κατασκηνώναμε στο δάσος. Μία νύχτα δεχτήκαμε επίθεση από αρκούδες, ευτυχώς εκεί κοντά τριγυρνούσε ένας άντρας που γνώριζε πώς να τις αντιμετωπίζει φώναξε τους εφτά γιους του και ήρθαν να μας σώσουν. Τη μητέρα μου δεν την προλάβαμε. Μας πήραν με τον πατέρα μου, στην καλύβα τους. Ο πατέρας μου έζησε ξαπλωμένος για δέκα μέρες, πρόλαβε να ζητήσει από τον άντρα σωτήρα μας, να αναλάβει τη προστασία μου. Ήμουν δέκα τρία χρονών. Στα δέκα έξι μου παντρεύτηκα το μεγάλο γιο, κάναμε μαζί μία κόρη. Ύστερα από δύο χρόνια γάμου, ο άντρας μου εξέφρασε το παράπονο του για τον μικρό του αδελφό, αγχωμένος μήπως σταματήσει η γενιά τους να έχει απογόνους. Εμείς ήμασταν ήδη αρκετό καιρό παντρεμένοι και δεύτερο παιδί δεν καταφέραμε να κάνουμε».
«Μην αγχώνεσαι, κατάλαβα τι έγινε. Δεν κρίνω αυτό που έχεις κάνει. Χάρις σε εσένα είμαι εγώ εδώ».
«Κάτι σε απασχολεί όμως, με κοιτάζεις περίεργα».
«Μοιάζεις πολύ νέα. Σαν να είσαι ίσα με εμένα».

«Ο πατέρας μου ήταν καλός βοτανολόγος» της απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο.


Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου