Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26 Απρ 2017

5 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 19)

Το μαύρο, στρογγυλό ρολόι που βρισκόταν κρεμασμένο στον τοίχο έδειχνε έξι και μισή. Ο Ηλίας και η Αγάπη βρίσκονταν καθισμένοι δίπλα δίπλα στον μαύρο, δερμάτινο καναπέ της αίθουσας αναμονής στο ιατρείο της ψυχολόγου. Της κρατούσε το χέρι σφιχτά, διαβάζοντας τον εκνευρισμό που την είχε κυριεύσει.

Δεν συμπαθούσε τους γιατρούς η Αγάπη. Σεβόταν και θαύμαζε τη δουλειά τους, αντιλαμβανόταν την αναγκαιότητα της ύπαρξης τους, παρόλα αυτά δεν τους συμπαθούσε. Από μικρή ένιωθε τεράστια ανασφάλεια κάθε φορά που έπρεπε να επισκεφθεί κάποιον γιατρό. Για καλή της τύχη, ευνοημένη από την γερή της κράση, δεν χρειαζόταν να υπομένει συχνά αυτό το βασανιστήριο. Και τώρα ακόμα, για χάρη του Ηλία είχε δεχθεί. Για να μην ανησυχεί εκείνος. Διαφορετικά, δεν θα δεχόταν να μπει σε όλη αυτήν την διαδικασία. Ψυχολόγο; Τι να τον κάνει, δηλαδή; Με τον καιρό θα ξεπερνούσε την περιπέτεια της. Δεν είχε ανάγκη ψυχανάλυσης, ούτε ήθελε τη ρετσινιά της τρελής. Ας έχει χάρη ο Ηλίας...
Λίγη ώρα αργότερα μια νέα γυναίκα άνοιξε την πόρτα και κάλεσε την Αγάπη να περάσει. Είχε ίσια, μεσαίου μήκους, καστανά μαλλιά, δεμένα σε μια άψογη αλογοουρά και σταρένια επιδερμίδα. Τα μεγάλα, αμυγδαλωτά, καστανά της μάτια έδειχναν άνθρωπο ειλικρινή και καλόκαρδο. Υποδέχθηκε την Αγάπη με μια ζεστή χειραψία κι ένα μεγάλο χαμόγελο και της πρότεινε μία πολυθρόνα σε ημιξαπλωτή θέση για να καθίσει. Αφού της έκανε κάποιες τυπικές ερωτήσεις, της ζήτησε να κλείσει για λίγο τα μάτια, να χαλαρώσει και να αρχίσει να της αφηγείται οτιδήποτε της ερχόταν στο μυαλό από την μέχρι τώρα ζωή της.
«Είμαι μικρή, γύρω στα τρία. Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου και βλέπω τη μαμά να κλαίει. Είναι μόνη της. Έχει το πρόσωπο της κρυμμένο στις παλάμες της και κλαίει. Την πλησιάζω, της ξεσκεπάζω το πρόσωπο και την ρωτάω γιατί κλαίει. Εκείνη δεν μου απαντά, μόνο με διώχνει. Λίγες μέρες αργότερα, δεν μπορώ να προσδιορίσω τον χρόνο που μεσολάβησε, παρακολουθώ τον πατέρα που της φωνάζει. Μετά από λίγο εκείνος φεύγει κι εκείνη πάλι κλαίει. Με βλέπει και μου λέει θυμωμένα, να μην την ρωτήσω τι έχει και κλαίει.
Άλλες μέρες είναι εντάξει. Ο μπαμπάς λείπει τα πρωινά στη δουλειά κι η μαμά παίζει με μένα και τον αδερφό μου. Μας φτιάχνει ζωγραφιές, μας λέει ιστορίες, μας μαθαίνει να μετράμε και να λέμε το αλφάβητο στα Ελληνικά και τα Αγγλικά. Μας λέει και τραγούδια. Έχει πολύ γλυκιά φωνή η μαμά. Όταν τραγουδάει νιώθω όμορφα. Και το καλοκαίρι μας πηγαίνει για μπάνιο συνέχεια. Η θάλασσα είναι πολύ κοντά και πάμε με τα πόδια.
Θυμάμαι αργότερα, στον παιδικό σταθμό... Είχα μια ροζ τσάντα. Κάθε πρωί η μαμά μου έβαζε το φαγητό σε ένα μεταλλικό κατσαρολάκι. Κάθε μεσημέρι που μας γυρνούσε το σχολικό, κρεμόμουν από το παράθυρο να την δω καθώς πλησιάζαμε στο σπίτι μας. Πάντα με περίμενε στην πόρτα της αυλής. Πάντα ήταν εκεί, στην θέση της, πριν φτάσει το σχολικό. Ακόμα δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε να μην αργεί ούτε λεπτό...
Η μαμά ήταν πάντα δίκαιη μαζί μου. Δεν άφηνε τον μεγαλύτερο αδερφό μου να με ρίχνει. Ούτε στη μοιρασιά όταν είχαμε κάποια λιχουδιά, ούτε στο παιχνίδι. Ο πατέρας πάλι, αν ποτέ ήταν εκεί γύρω και μας άκουγε να μαλώσουμε με το Νικόλα, έστελνε εμένα στο δωμάτιο μου κι έμενε ο Νικόλας να απολαύσει ανενόχλητος την κατάκτηση του οποιουδήποτε τροπαίου. Τότε θύμωνα πολύ, αλλά δεν έκλαιγα. Δεν ήθελα να με κοροϊδεύει ο Νικόλας. Ούτε να με θεωρεί ο πατέρας αδύναμη. Πάντα έλεγε ότι τα δάκρυα είναι για τους αδύναμους ανθρώπους. Κι η μαμά μάλλον ήταν αδύναμος άνθρωπος, γι’ αυτό την έκανε πάντα ότι ήθελε.
Μέχρι κάποια ηλικία, Δευτέρα-Τρίτη δημοτικού νομίζω, θεωρούσα ότι ο μπαμπάς αγαπούσε περισσότερο το Νικόλα από εμένα επειδή εκείνος ήταν αγόρι κι εγώ κορίτσι. Κι έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να μοιάζω κι εγώ με αγόρι. Ντυνόμουν σαν αγόρι, έπαιζα μπάλα με τα αγόρια, έμπλεκα σε καβγάδες. Είχα πάρει ένα μικρότερο παιδί υπό την προστασία μου, επειδή τα άλλα παιδιά το ενοχλούσαν, και σε κάθε διάλειμμα σχεδόν με κάποιον ερχόμουν στα χέρια. Μέχρι που το έμαθε ο μπαμπάς... Τον κάλεσαν στο σχολείο για να τον ενημερώσουν σχετικά. Το τι ακολούθησε στο σπίτι δύσκολα θα το ξεχάσω. Είχε κι εμένα και τη μαμά στημένες απέναντι του, τη μία δίπλα στην άλλη, και μας έψελνε κανονικότατα. Μια φράση θυμάμαι χαρακτηριστικά που επαναλάμβανε συνέχεια. Η κόρη σου... Και στο τέλος, για τιμωρία με έστειλε στο δωμάτιο μου και με άφησε νηστικιά μέχρι το επόμενο πρωί.
Από τότε ξεκίνησα να κλείνομαι στο δωμάτιο. Δεν είχε κανένα νόημα να τριγυρνώ στο σπίτι, άλλωστε. Η μαμά περνούσε πολύ χρόνο με τη φροντίδα του νεογέννητου αδερφού μου, του Φίλιππου. Είχε έρθει και η γιαγιά και έμενε μαζί μας, η οποία σε αυστηρότητα μπορούσε να ξεπεράσει τον πατέρα. Οπότε κι εγώ βρήκα διέξοδο στα βιβλία. Διάβαζα πάρα πολύ. Τελείωνα τα μαθήματα του σχολείου και μετά διάβαζα παραμύθια και παιδική λογοτεχνία. Μόνο τα καλοκαίρια έβγαινα στη γειτονιά για παιχνίδι. Τον χειμώνα τον περνούσα απομονωμένη, παρέα με φανταστικούς φίλους και ήρωες.
Από το καταφύγιο μου, έγινα μάρτυρας πολλών άσχημων καταστάσεων. Άκουγα πολλά, δεν έβλεπα όμως τίποτα. Καθόμουν καλά κρυμμένη, προφυλαγμένη από όλους κι από όλα. Όταν, κάποια στιγμή έβγαινα από το δωμάτιο για λόγους ανωτέρας βίας, έβλεπα μόνο τα αποτελέσματα των όσων είχα ακούσει νωρίτερα. Σπασμένα γυαλικά, πόρτες, τραπέζια, καρέκλες, ακόμα και ηλεκτρικές συσκευές. Πολλές φορές, εκεί ανάμεσα έβλεπες και τα κομμάτια της χαμένης αξιοπρέπειας της μητέρας μου. Και, κοιτάζοντας την ίδια, έβλεπες τα σημάδια επάνω της. Τις μέρες που ακολουθούσαν κάθε τέτοιο απόγευμα, η μαμά σηκωνόταν πάντα πρωί να βαφτεί και φορούσε γυαλιά ηλίου ακόμα κι αν έβρεχε. Άργησα να καταλάβω το γιατί...
Όσο μεγάλωνα, τα πράγματα μάλλον χειροτέρευαν στη σχέση πατέρα-κόρης. Την ανύπαρκτη σχέση μας, δηλαδή. Εγώ πάλευα να διαπρέπω και να ξεχωρίζω, αλλά ποτέ δεν λάμβανα την αποδοχή που αποζητούσα. Ούτε καν μια στοιχειώδη επιβράβευση, ένα νεύμα, ένα βλέμμα γεμάτο υπερηφάνεια. Αντί γι’ αυτά, λάμβανα στην καλύτερη των περιπτώσεων την αδιαφορία. Στην χειρότερη την ειρωνεία, τον χλευασμό και τα σίγουρα προγνωστικά ότι η καλύτερη προοπτική για το μέλλον μου θα ήταν να καταλήξω νοικοκυρούλα σαν τη μητέρα μου, αν όχι τίποτα χειρότερο.
Μέχρι περίπου την ηλικία των δεκαπέντε, έκανα προσπάθειες να τον πλησιάσω. Είχα την ανάγκη να με δεχτεί, να με αγκαλιάσει. Να με αντιμετωπίσει ισότιμα με τα αγόρια, έστω. Και δεχόμουν την μία απογοήτευση πάνω στην άλλη. Δεν με πείραζε πολύ, όμως. Είχα τη μαμά μου, που με υπεραγαπούσε, και τα φιλαράκια μου που ήμασταν μαζί από το νηπιαγωγείο.
Και τότε, έσκασε η μεγάλη βόμβα. Η είδηση που έμελλε να διαλύσει τον κόσμο μου. Ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για Κρήτη, και ολόκληρη η οικογένεια Κυριακίδη θα μετακόμιζε μόνιμα. Βρέθηκα, λοιπόν, σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, στην Κρήτη. Μόνη, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, η εξωγήινη που έσκασε από το πουθενά κι έγινε το θέμα συζήτησης των πρώτων ημερών της νέας σχολικής χρονιάς. Τρία μαρτυρικά χρόνια έζησα στην Κρήτη. Χωρίς φίλους, χωρίς ανθρώπους να αισθάνομαι δίπλα μου. Μόνο η Μίνα κατάφερε να γίνει φίλη μου, και είναι μέχρι σήμερα. Από όλους τους υπόλοιπους που γνώρισα και έκανα κατά καιρούς παρέα στο σχολείο, κανείς άλλος δεν έγινε άνθρωπος έμπιστος, δικός μου.
Δεν συζητάμε για την κοινωνική ζωή που δεν είχα, πέραν των προπονήσεων του βόλεϊ που ένας Θεός ξέρει πώς μου επέτρεψε να πηγαίνω. Ούτε για τις βόλτες που δεν έβγαινα, καθώς ήμουν από το σπίτι στο σχολείο και πίσω αυστηρά! Και σαν να μην έφτανα όλα αυτά, είχα και τη συνεχή επίκριση. Τις προβλέψεις για την αποτυχία μου στις εξετάσεις, παρά τα αριστεία στο σχολείο. Όταν τελικά πέρασα στο πανεπιστήμιο, ο πατέρας μου δεν ήθελε να με στείλει, επειδή πέρασα στην Αθήνα κι όχι στην Κρήτη. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που ύψωσα το ανάστημα μου απέναντι του και διαχώρισα τη θέση μου. Εκεί επήλθε και η οριστική ρήξη. Έκτοτε με διέγραψε...»
Σε αυτό το σημείο η Αγάπη έκανε μία παύση. Κατάφερε με δυσκολία να επιβληθεί στον εαυτό της, πνίγοντας τον λυγμό που ερχόταν να ξεχυθεί από τους χειμάρρους της πληγωμένης της ψυχής. Έντονη ταχυκαρδία την είχε πιάσει κι ένα τρέμουλο είχε απλωθεί στο κορμί της. Το παράπονο και η θλίψη πάλευαν με την οργή. Μια έντονη επιθυμία να ξεσπάσει, να σπάσει ότι έβρισκε μπροστά της, την είχε κυριεύσει. Τότε όμως, ήρθαν στο μυαλό της οι εικόνες από τις λίγες φορές που είχε γίνει αυτόπτης μάρτυρας ανάλογων συμπεριφορών από τον πατέρας της. Ευθύς αμέσως, όλοι οι αμυντικοί της μηχανισμοί τέθηκαν σε ισχύ προκειμένου να ηρεμήσει και να μην αναπαραγάγει συμπεριφορές που κατακρίνει και που πάντα την πλήγωναν.
                              Νομίζω ότι προχωρήσαμε αρκετά για μία μέρα! της είπε η γιατρός, διατηρώντας πάντα το γαλήνιο χαμόγελο της. Την επόμενη εβδομάδα, ίδια μέρα και ώρα, θα τα ξαναπούμε!
                              Σας ευχαριστώ πολύ! Καλό σας βράδυ.

Η Αγάπη βγήκε από το ιατρείο φανερά εξουθενωμένη. Τα μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα που, χωρίς να το έχει αντιληφθεί, συντρόφευε την μακριά της αφήγηση. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τα είχε πει όλα αυτά στη γιατρό. Υποτίθεται ότι είχε έρθει να μιλήσει για τη μέρα της πορείας και το ατύχημα, όχι για τα παιδικά της τραύματα, αν δεχόταν ότι υπάρχουν... Παρόλα αυτά, η αίσθηση που είχε τώρα ήταν μάλλον λυτρωτική. Μια μορφή κάθαρσης είχε επιβληθεί στο υποσυνείδητο της.
Ο Ηλίας την υποδέχθηκε όλο αγωνία. Στα μάτια του φαινόταν πως, όλη αυτήν την ώρα που ήταν μέσα η Αγάπη, δεν είχε ηρεμήσει λεπτό. Βλέποντας την να βγαίνει με μάτια κόκκινα και πρησμένα, η καρδιά του σφίχτηκε. «Τι είναι κοριτσάκι μου; Τι έγινε;» την ρώτησε και η φωνή του πλημμύριζε από τρυφερότητα. Η Αγάπη του πρόσφερε μια ζεστή αγκαλιά και, αφού τον διαβεβαίωσε ότι ήταν καλά, πήραν μαζί τον δρόμο της επιστροφής.
Στη διαδρομή για το σπίτι δεν μίλησαν σχεδόν καθόλου. Ο Ηλίας δεν έπαιρνε τα μάτια του από επάνω της ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Εκείνη, τον κοιτούσε κάθε τόσο και του χαμογελούσε, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. «Είμαι καλά, μην ανησυχείς!» του είπε κάποια στιγμή και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Εκείνος όμως, σαν στρατιώτης σε αποστολή, αρνούνταν να εφησυχαστεί. Έστεκε δίπλα της άγρυπνος φρουρός, αφουγκραζόμενος κάθε της ανάσα και παρατηρώντας κάθε της κίνηση κι έκφραση.
Φτάνοντας στο σπίτι, μόλις ήταν έτοιμος να την καληνυχτίσει, με μεγάλη του χαρά την άκουσε να τον προσκαλεί να μείνουν μαζί.
                              Δεν θέλω να μείνω μόνη απόψε... Σε πειράζει να στριμωχτούμε στο κρεβάτι μου; τον ρώτησε με ικετευτικό βλέμμα.
                              Το συζητάς, καρδιά μου; Όλο το βράδυ θα είμαι δίπλα σου, να νιώθεις σιγουριά.

Ο Ηλίας δέχτηκε με μεγάλη χαρά την πρόσκληση της Αγάπης. Ήθελε να της το προτείνει κι ο ίδιος, αλλά δεν ήθελε να φανεί υπερπροστατευτικός. Έτσι, η έκπληξη του ήταν μεγάλη και άκρως ευχάριστη όταν ζήτησε από μόνη της η Αγάπη την παρουσία του δίπλα της. Ένιωθε πολύ έντονα την ανάγκη να την φροντίσει. Η Αγάπη είχε καταφέρει να του ξυπνήσει συναισθήματα πρωτόγνωρα. Ποτέ στο παρελθόν δεν ένιωθε να δένεται τόσο με κοπέλα. Να του έχει γίνει ανάγκη η παρουσία της στη ζωή του. Να θέλει να την φροντίζει και να την προστατεύει. Όλα αυτά ήταν τόσο νέα για εκείνον, όσο και για την ίδια την Αγάπη και έψαχνε τον σωστό τρόπο, ώστε να μοιραστούν τις στιγμές τους στο έπακρο και να κάνουν βήματα μαζί. Ένα τέτοιο βήμα θα ήταν και η αποψινή διανυκτέρευση. Δεν ήταν διανυκτέρευση για συνεύρεση σαρκική, αλλά για ψυχική συνεύρεση.
Είχε βάλει σκοπό να την περιποιηθεί όσο περισσότερο μπορούσε. Της ζήτησε λοιπόν να καθίσει εκείνη στον καναπέ να χαλαρώσει, κι εκείνος θα φρόντιζε για όλα. Άναψε το θερμοσίφωνο, για να έχει ζεστό νερό αν θέλει να κάνει μπάνιο και μπήκε στην κουζίνα. Αφού της πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί, ξεκίνησε να αναζητά την έμπνευση στα διαθέσιμα προς μαγείρεμα υλικά. Τελικά έφτιαξε ομελέτα και μια γενναία ποσότητα σαλάτα. Έπειτα έστρωσε το τραπέζι και την φώναξε να φάνε.
                              Καλέ! Τι έκανες εσύ εδώ; είπε εκείνη έκπληκτη αντικρίζοντας το καλοστρωμένο τραπέζι.
                              Δείπνο από τα χεράκια μου για την πριγκίπισσα της καρδιάς μου! είπε εκείνος και της τράβηξε την καρέκλα να καθίσει.

Η Αγάπη ήταν πολύ συγκινημένη. Κανείς ποτέ δεν την είχε αποκαλέσει στο παρελθόν πριγκίπισσα της καρδιάς του. Άκουγε πάντα μπαμπάδες, που αποκαλούσαν τις κόρες τους πριγκίπισσες, και η ψυχή της μαράζωνε από την θλίψη. Σαν παιδάκι ίσως ζήλευε, αλλά μεγαλώνοντας λυπόταν που δεν υπήρξε η πριγκίπισσα του μπαμπά της. Και τώρα... Τόσα χρόνια μετά, βρέθηκε εκείνος στην καρδιά του οποίου η πριγκίπισσα θα ήταν αυτή! Η ανείπωτη χαρά που γέμισε την πονεμένη της καρδιά ξεχείλισε σε έναν χείμαρο καυτών, λυτρωτικών δακρύων. Ο Ηλίας την πλησίασε αναστατωμένος. Εκείνη όμως τον διαβεβαίωσε ότι τα δάκρυα ήταν από χαρά και του έκλεισε το στόμα με ένα παθιασμένο φιλί. Ένα φιλί μέσα από το οποίο, είπε όλα τα ευχαριστώ και όλα τα σ’ αγαπώ που την είχε κάνει να νιώσει. Τελειώνοντας το δείπνο τους κλείστηκαν στην κρεβατοκάμαρα της Αγάπης. Τα όσα ένιωθαν και βίωναν απόψε ήταν πολύ έντονα για να διακινδυνεύσουν την παρείσφρυση της Μίνας στη συντροφιά τους...
Εκεί, απομονωμένοι από το κάθε τι, πέρασαν μία νύχτα που τους έδεσε ακόμα περισσότερο. Στην αρχή, η Αγάπη άνοιξε την καρδιά της στον Ηλία, εξομολογούμενη όλα όσα την βασάνιζαν από παιδί και συνεχίζουν ακόμα να την βασανίζουν. Του είπε για εκείνο το βράδυ, πριν λίγες μέρες, που όλες αυτές οι μνήμες επανήλθαν με τον χειρότερο τρόπο ακούγοντας τον καβγά από το τηλέφωνο. Του είπε και για τη φράση του πατέρας της, που τόσο έντονα είχε καρφωθεί στο μυαλό και στην καρδιά της ανοίγοντας μια νέα πληγή. Του μίλησε για τα περίεργα όνειρα της, για την ασπρόμαυρη φωτογραφία, για το όραμα που είδε όσο δεν είχε τις αισθήσεις της. Του μίλησε και για το ημερολόγιο και πώς εκεί μέσα βρήκε μια φωτογραφία που να εικονίζει τον άνδρα των ονείρων της. Του μίλησε για τα πάντα, δίχως να φοβάται. Κι εκείνος, που ένιωσε πόσο μεγάλη τιμή του έκανε με την εμπιστοσύνη της, εμπιστοσύνη που δεν έδειχνε ούτε στην κολλητή της, υποσχέθηκε να είναι δίπλα της και να την βοηθήσει στην αναζήτηση της. Το μυστήριο του άνδρα πίσω από την παλιά φωτογραφία θα το έλυναν μαζί!
Εκείνο το βράδυ ο Ηλίας και η Αγάπη έζησαν την απόλυτη ένωση, την ένωση των ψυχών. Κι όταν ενωθούν οι ψυχές, η σαρκική ένωση αποκτά άλλο νόημα και άλλη γεύση. Έτσι, ως ώριμο φρούτο, έπεσε κατά το ξημέρωμα η Αγάπη στην αγκαλιά του Ηλία, εξουθενωμένη αλλά πλήρης κι ευτυχισμένη. Μέσα σε λίγες ώρες, η απόλυτη ανασφάλεια κι η αναζήτηση προορισμού είχαν δώσει τη θέση τους στο σίγουρο λιμάνι που είχε για πρώτη φορά στη ζωή της. Του δόθηκε, ψυχή τε και σώμα τι, και μαζί με την ανατολή του ήλιου της επόμενης μέρας χάραζε κι η ανατολή στην ψυχή της.

Κι ήταν κάπου εκεί, ανάμεσα στα τελευταία φιλιά, που τις ψιθύρισε ο Ηλίας ότι πιο όμορφο είχε ακούσει ποτέ. Αποκοιμήθηκε, έχοντας ακόμα τη χροιά της, σπασμένης από τη συγκίνηση, φωνής του να της λέει Σ’ αγαπώ...

Αλεξία Λαμπροπούλου 

5 σχόλια:

  1. Συγκινητικο κ ρομαντικο μαζι!Μερικες φορες ειναι καλο να μιλαμε σε καποιον για οσα μας βασανιζουν!Η καημενη η αγσπη βιωσε απορριψη σπο τον ενα γονιο!Ομως εχει ο καιρος γυρισματα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όντως... Και τα γυρίσματα που περιμένουν την Αγάπη, αν και σοκαριστικά, στο τέλος θα την αποζημιώσουν για όλα όσα της στέρησε η μέχρι τώρα ζωή της!

      Διαγραφή
  2. Με έκανες λιώμα απόψε Αλεξία μου ❤

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Με έκανες λιώμα απόψε Αλεξία μου ❤

    ΑπάντησηΔιαγραφή