Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5 Απρ 2017

0 Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 3) Πολεμικά Παιχνίδια

Καλάβρυτα, Επικράτεια  Θωμά Παλαιολόγου, 1432

Ένας λαχανιασμένος στρατιώτης σχεδόν κουτρουβαλιάστηκε μπροστά στο θρόνο του Θωμά Παλαιολόγου.


Ο νεαρός άρχοντας- είχε κλείσει πρόσφατα τα 23- ανασηκώθηκε νωχελικά και τον κοίταξε με δυσαρέσκεια. Τα λεπτά του φρύδια ζάρωσαν πάνω από τα μικρά, υπολογιστικά του μάτια.

Ήταν η ώρα που θα συναντιόταν με τους συμβούλους του.

«Τι συμβαίνει μ' εσένα;» είπε, περνώντας το χέρι του νευρικά από τα ξανθά μαλλιά του.

«Άρχοντά μου, είναι εδώ!» απάντησε ο στρατιώτης, σκουπίζοντας τον ιδρώτα  από το πρόσωπό του μ' ένα ταλαιπωρημένο μαντηλάκι.

Η έκφραση του  Θωμά  άλλαξε στιγμιαία και κάθισε καλύτερα στο θρόνο του.

Σήκωσε τη μύτη ψηλά και κοίταξε το νεαρό στρατιώτη αφ' υψηλού.

«Ποιος ειν' εδώ λοιπόν;» ρώτησε φανερά επίτηδες.

«Μα... Ο- Ο αδερφός σου, κύριέ μου, ο κύρης Κωνσταντίνος» απάντησε σαστισμένα ο στρατιώτης με μισάνοιχτο το στόμα.

«Ναι, ναι, κατάλαβα» κούνησε το χέρι του ενοχλημένα. "Φέρτε τον μέσα."

Ο Θωμάς έμεινε μόνος και έσφιξε τη γροθιά του μηχανικά: είχε σκεφτεί πολλές φορές τα συμφέροντά του. Δεν τον ενδιέφερε άλλωστε τίποτε άλλο προς το παρόν.

Η φυσιογνωμία του, στεγνή και κάπως σκληρή, απάλυνε σαν πρόσεχε κανείς τα δυο του μάτια, που- καστανά και γραμμένα σχετικά κοντά το ένα με το άλλο- προσέδιδαν μια αδυναμία χαρακτήρα, ίσως μια αφέλεια στο πρόσωπό του.

Στη σκέψη του αδερφού του τα μάτια του έγιναν δυο σχισμές. Ο Κωνσταντίνος. Που η μάνα τους και ο Ιωάννης πάντα του είχαν αδυναμία. Ένας ανόητος αγαθιάρης ήταν, τίποτε άλλο.

Και τι είχε καταφέρει; Πήρε την Πάτρα πριν δύο χρόνους μοναχός του. Και; Τι κέρδισε; Περισσότερες σκοτούρες για το κεφάλι του.

Ο ίδιος ο Θωμάς, όμως, είχε καταφέρει  μεγάλη συμφωνία, συμφωνία που ακόμα και ο Ιωάννης είχε θαυμάσει. Πριν τρία χρόνια πολιόρκησε τη Χαλανδρίτσα, όπου είχε ταμπουρωθεί ο Κεντυριώνας Ζαχαρία, το τελευταίο προπύργιο του φραγκικού Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Και όχι μόνο αυτό: κατάφερε να του παραδοθούν αναίμακτα και να του δώσει μάλιστα ο Ζαχαρία την κόρη του, πριγκίπισσα Κατερίνα, για γυναίκα του. Έτσι, όταν ο Ζαχαρία θα αποδημούσε εις Κύριον, όλες του οι κτήσεις θα περνούσαν δικαιωματικά στον Θωμά. Και όλος ο Μοριάς θα γινόταν πάλι στην συντριπτική του πλειοψηφία  Ρωμαίικος.

Ήταν ευφυές, αλλά μάλλον όχι αρκετά για να πείσει τον Ιωάννη για τις ικανότητές του.

Ευτυχώς η Κατερίνα ήταν καλή σύζυγος και όμορφη γυναίκα. Του είχε χαρίσει μάλιστα ήδη μία κόρη, την Ελένη, από το όνομα της μάνας του, της Ελένης Δραγάση.

Οι μεγαλύτεροι τι είχαν καταφέρει; Ή χήροι ή άτεκνοι ήταν. Και στην περίπτωση του Ανδρονίκου- ακόμα χειρότερα: ήταν νεκροί. Ο Ανδρόνικος,  τρίτος γιος του Μανουήλ, που είχε υπάρξει και Δεσπότης στη Θεσσαλονίκη, είχε φύγει άδοξα από τη ζωή από μία ξαφνική αρρώστια πριν ένα χρόνο.

Οι πόρτες που ακούστηκαν να ανοίγουν τον έβγαλαν απότομα από τις σκέψεις του. Στράφηκε κατά την προέλευση των βημάτων και ακούμπησε στο θρόνο του στωικά.

Ο Κωνσταντίνος μπήκε μέσα με μεγάλα, σίγουρα βήματα, κρατώντας το κράνος του στο ένα του χέρι και χαμογελώντας φιλικά.

Ο άγουρος νεαρός είχε γίνει πια ένας όμορφος, γλυκός άνδρας. Είχε πατήσει, μόλις τον περασμένο Φλεβάρη, τα 27 και παρόλο που ο χαμός της Μανταλένα και του αγέννητου παιδιού τους τον είχε αρχικά τσακίσει, ο Κωνσταντίνος είχε μια άγνωστη εσωτερική κινητήρια δύναμη που τον έκανε να χαμογελάσει και πάλι. Ίσως ήταν η ήρεμη, ρεαλιστικά αισιόδοξη φύση του. Ή απλά η εμπιστοσύνη του στις αποφάσεις του Θεού. Αν κάτι συνέχιζε να τον χαρακτηρίζει, ίσως λίγο πιο έντονα πια, ήταν αυτή η αδιόρατη μελαγχολία που χάιδευε την παρουσία του απ' άκρη σ' άκρη.

«Αδελφέ μου, Θωμά! Καλώς σε βρήκα!»  αναφώνησε, ανοίγοντας τα χέρια του με οικειότητα προς το μέρος του μικρού του αδερφού.

«Καλώς όρισες» έγνεψε ο Θωμάς, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του.

Το χαμόγελο του Κωνσταντίνου ξεθώριασε και τα χέρια του έπεσαν άβολα πάλι στη θέση τους. Έκανε- παρόλα αυτά-  ένα μικρό βήμα ακόμα πιο κοντά στον αδερφό και αναστέναξε.

«Τι κάνει η Κατερίνα; Η κόρη σου;» ρώτησε κάπως πιο σφιγμένα τώρα.

«Είναι και οι δύο καλά στην υγεία τους  και ευτυχείς. Νομίζω, όμως, ότι οι γυναίκες δεν έχουν θέση στις δικές μας συζητήσεις, Κωνσταντίνε»

«Μπορεί και να έχεις δίκιο. Απλά από τη δική μου ζωή είναι παντελώς απούσες και γι' αυτό με ευχαριστεί να μαθαίνω νέα των οικογενειών σας. Η ευτυχία με ευχαριστεί, Θωμά»

 Ο Θωμάς στριφογύρισε τα μάτια και σηκώθηκε επιτέλους από τη βολή του.

«Μη γίνεσαι ανόητος. Η ευτυχία είναι μία λέξη ξεγραμμένη από τη γενιά μας. Ο πατέρας έχει πεθάνει, ο Ανδρόνικος το ίδιο. Εσύ είσαι χήρος, ο Ιωάννης άτεκνος. Κοίτα την κατάσταση γύρω μας! Ο Μοριάς ελευθερώθηκε σχεδόν πια, αλλά ξέρουμε την αλήθεια για τους Οσμάνους. Και εγώ και εσύ» κούνησε τα χέρια του έντονα και κατέβηκε στο ίδιο επίπεδο με τον Κωνσταντίνο.

«Η ευτυχία δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από την πολιτική, Θωμά. Και εσύ και ο Δημήτριος πρέπει να το καταλάβετε κάποια μέρα.» κούνησε το κεφάλι απογοητευμένα ο Κωνσταντίνος. «Όπως και να έχει όμως, δεν έχεις άδικο. Δε ζω μακριά από την πραγματικότητα: ξέρω ότι τα πράγματα είναι όντως δύσκολα»

Ο Θωμάς κοίταξε για πρώτη φορά τον αδερφό του αποζητώντας στιγμιαία κατανόηση, συμπαράσταση. Αλλά ήταν απλά μια στιγμή. Και πέρασε.

«Ας έρθουμε όμως στο θέμα που σε απασχολεί. Βλέπω ότι δεν έχεις όρεξη για πολλές κουβέντες» συνέχισε ο Κωνσταντίνος, κοιτάζοντας αλλού για να διώξει κάπως την ένταση.

Ο Θωμάς τού έδειξε επιτέλους το ένα από τα δύο καθίσματα που βρίσκονταν στην άκρη της αίθουσας, αντικριστά σε ένα εξωτικό σκαλιστό τραπεζάκι.

Κάθισαν- άβολοι και μαγκωμένοι- και κοιτάχτηκαν ξανά.

«Γιατί δεν ξαναπαντρεύεσαι, Κωνσταντίνε;» τον  ρώτησε με ειλικρίνεια.

Το βλέμμα του αδερφού του πρόδωσε την έκπληξή του για αυτήν την ερώτηση.

«Δεν... Δεν ξέρω» έσκυψε το κεφάλι  αμήχανα ο Κωνσταντίνος. «Η απώλεια της Μανταλένα ήταν σκληρή»

«Ναι, αλλά τελείωσε. Ανήκει πια στο παρελθόν. Πρέπει να ξαναπαντρευτείς. Δεν χρειάζεσαι γυναίκα;»

«Εσύ είπες ότι οι γυναίκες δεν έχουν θέση στις δικές μας συζητήσεις. Δε νομίζω ότι άλλαξες γνώμη τόσο γρήγορα, σωστά;» ανέβασε τον τόνο κάπως ο Κωνσταντίνος και αμέσως το μετάνιωσε. «Λοιπόν; Ισχύει η πρότασή σου για ανταλλαγή εδαφών και έδρας;»

«Ναι, φυσικά. Τα εδάφη σου είναι πιο κοντά σε αυτά του πεθερού μου. Δε νομίζω να χρειάζεται να σού εξηγώ τους λόγους που αυτό είναι χρήσιμο»

Ο Κωνσταντίνος κούνησε το χέρι αρνητικά.

«Όχι, όχι, δε χρειάζονται εξηγήσεις. Είμαι σύμφωνος, Θωμά, όπως θα έχεις ήδη καταλάβει από την επιστολή μου. Οπότε...»

«Οπότε, σε ένα μήνα από τώρα, εγώ στη Γλαρέντζα και εσύ εδώ, στα Καλάβρυτα. Σύμφωνοι»

«Σύμφωνοι, Θωμά» είπε ο Κωνσταντίνος προτού σφίξουν τα χέρια.

--

 Ο Χριστόφορος ανέπνευσε βαθιά από τη μύτη και χαμογέλασε αόριστα.

 Ήταν η καλύτερη μέρα του αυτή, που οι μοναχοί έβγαιναν έξω από το μοναστήρι, στο κοντινό ρυάκι, για να πλύνουν σκεύη και ρούχα. Ήταν η μέρα που άφηναν και εκείνους έξω, να τρέξουν, να παίξουν κοντά στο νερό.

 Εκείνος, όμως, απολάμβανε περισσότερο από όλα να εξερευνάει τους θάμνους και τα δέντρα, να βλέπει όλα αυτά που μέσα στο μοναστήρι δεν μπορούσε. Συχνά κατέληγε σκαρφαλωμένος πάνω σε κανένα μεγάλο κλαρί, με τα μακριά, ξανθά μπουκλάκια του μπλεγμένα στα φύλλα τριγύρω και στα κλαδάκια, ν' αγναντεύει τη θέα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του. Έβλεπε μικροσκοπικούς ανθρώπους με τα κάρα τους, έβλεπε περήφανα άλογα, κοπάδια προβάτων και σκύλους να τρέχουν ξοπίσω τους, καμιά φορά δεν έβλεπε κανέναν και η ερημιά τον τρόμαζε. Αν καθόταν εντελώς ακούνητος για αρκετή ώρα, μπορεί κάποιο πουλάκι ή σκίουρος να ξεθάρρευε και να τον πλησίαζε με περιέργεια. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή από ενθουσιασμό και προσπαθούσε να κρατήσει ακόμα και την ανάσα του, για να παρατηρήσει όσο καλύτερα μπορούσε αυτά τα πλάσματα που μόνο από μακριά συνήθως έβλεπε. Το γιατί πάντα έφευγαν τελικά φοβισμένα δεν το καταλάβαινε καθόλου. Μήπως άκουγαν την καρδιά του λοιπόν;

  Την ηλιόλουστη εκείνη μέρα είχε πολλή ησυχία. Ίσως βαρετή ησυχία. Ακόμα και πέρα- στο χωριό που φαινόταν μακριά- δεν είχε πολλή κίνηση σε σύγκριση με άλλες μέρες. Παρόλα αυτά, η λιακάδα ήταν ευχάριστη και ένα ελαφρύ αεράκι έφερνε τη μυρωδιά των πεύκων από κάπου πέρα.

 Κοίταξε στο απέναντι κλαρί: μια φωλιά σπουργιτιών ήταν χτισμένη στο πιο σταθερό του σημείο. Φαίνεται τον είχαν συνηθίσει, γιατί το ζευγάρι των πουλιών δεν πέταγε μακριά σαν τον έβρισκε εκεί. Την τελευταία φορά είχε ανακαλύψει- όλο ενθουσιασμό- ότι τα δύο από τα τρία αυγά τους είχαν σκάσει. Και τώρα, δύο εβδομάδες μετά, τα πουλάκια είχαν ήδη θρέψει.

 Η μαμά τους πέταξε με ένα έντομο στο στόμα και άρχισε να τα ταΐζει. Ο Χριστόφορος ένιωσε στιγμιαία να ζηλεύει, παρόλο που ο παπούλης τού είχε πει να μην ζηλεύει ποτέ. Καμιά φορά, όμως, ήθελε και εκείνος τη μαμά του. Γιατί είχε λογικά μητέρα και πατέρα, σωστά; Αλλά, αν είχε, πού ήταν; Μάλλον ο παπούλης ήταν ο πατέρας του. Και η μαμά; Πού ήταν η μαμά;
           
 Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φανταστεί τη γυναίκα που τον είχε γεννήσει. Συνειδητοποίησε ότι μόνο από θολές μνήμες μπορούσε να φτιάξει όχι μόνο την εικόνα της μάνας του, αλλά οποιασδήποτε γυναίκας.
Πώς ήταν οι γυναίκες;

Πρέπει να ήταν αυτές που φαίνονταν να έχουν πιο μακριά μαλλιά και που φορούσαν μακριά φορέματα. Πώς να ήταν άραγε το σώμα τους, το πρόσωπό τους, η φωνή τους;

Μπρος στα κλειστά μάτια του εμφανίστηκε μια καστανόξανθη μορφή, όμοιά του. Είχε ολοπράσινα μάτια και ένα χαμόγελο που όμοιο δεν είχε δει ξανά. Ήταν μια μορφή που του προκάλεσε αγαλλίαση αλλά ταυτόχρονα τον πλημμύρισε με θλίψη.

Άνοιξε απότομα τα μάτια και κατάλαβε ότι στα μάγουλά του έτρεχαν δάκρυα. Αγκάλιασε ανήσυχα το κλαρί δίπλα του. Ήθελε τη μαμά του.

«Χριστόφορε! Χριστόφορε;» ακούστηκε μία άλλη παιδική φωνή.

Το ξανθό αγόρι σκούπισε βιαστικά τα βρεγμένα του μάγουλα και κοίταξε κάτω, εκεί που ένα άλλο αγοράκι χοροπηδούσε για να του τραβήξει την προσοχή.

«Τι θες Θεόφιλε;» ρώτησε και κρεμάστηκε από το κλαρί του για να κατέβει πιο κάτω.

|Ο Μιχαήλ άρχισε πάλι να λέει ότι είναι ο στρατηγός του Δεσπότη και ότι εμείς είμαστε οι Οσμάνοι!» σταύρωσε τα χεράκια θυμωμένα στο στήθος ο μελαχρινός Θεόφιλος.

Ο Χριστόφορος αναστέναξε καθώς προσγειώθηκε δίπλα στον καλύτερό του φίλο. Ήταν συνομήλικοι, μόλις οχτώ χρόνων, αλλά ο ξανθούλης ήταν πιο ψηλός και είχε μια πιο ώριμη έκφραση.

«Όλο βλακείες λέει ο Μιχαήλ. Επειδή δηλαδή είναι 10 χρονών νομίζει ότι είναι σημαντικός;» σταύρωσε και εκείνος τα χέρια στο στήθος.

«Κάθε φορά που παίζουμε πόλεμο το ίδιο πράγμα κάνει, Χριστόφορε, δεν είναι δίκαιο!»

«Το ξέρω. Πάμε να του το πούμε» απεφάνθη ο Χριστόφορος και τα δύο αγόρια προχώρησαν με την ίδια στάση και το κεφάλι ψηλά.

Λίγο παραπέρα, τα υπόλοιπα δεκατρία αγόρια του μοναστηριού ήταν χωρισμένα σε δύο ομάδες και φαίνονταν αναστατωμένα. Πρωτοστάτης στην πολυπληθέστερη ομάδα ήταν ένα αγόρι, από τα μεγαλύτερα, με λευκό πρόσωπο και μαύρα μαλλιά, το οποίο κράδαινε ένα μακρύ ξύλο προς τα απέναντι παιδιά. Αυτός ήταν ο Μιχαήλ Αγαλιανός, γιος του άρχοντα Αγαλιανού από τη Μονεμβασιά. Δε δίσταζε να το διατυμπανίζει με κάθε ευκαιρία που του δινόταν άλλωστε, εδώ και ένα χρόνο που βρισκόταν στο μοναστήρι. Λίγο πιο πίσω του στεκόταν ένα αγόρι αρκετά όμοιό του, αλλά φανερά λιγότερο δυναμικό: ο δίδυμος αδελφός του, ο Φιλήμων Αγαλιανός.   

«Εγώ είμαι ο αρχηγός των Βυζαντινών και εσείς όλοι θα χάσετε από τον δυνατό στρατό και το σπαθί μου!» φώναζε με κόκκινα μάγουλα, κουνώντας το ξύλο του σαν ξίφος και τα παιδιά πίσω του φώναζαν και αυτά, λες και ήταν στ' αλήθεια ο στρατός του.

«Και γιατί να παίξουμε αυτό το παιχνίδι που δεν αρέσει σε κανέναν;» φώναξε ο Χριστόφορος, κάνοντας όλη την ομάδα να στραφεί προς το μέρος του.

«Αυτό το παιχνίδι δεν αρέσει σε εσένα γιατί είσαι πάντα στην ομάδα που χάνει. Ρώτα τα παιδιά πίσω μου να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι» τέντωσε το χέρι του με το "σπαθί" του ο Μιχαήλ μ' ένα προκλητικό χαμόγελο προς τον Χριστόφορο.

«Φυσικά και δε θα αρέσει σε αυτούς που παίζουν τους Οσμάνους. Γιατί δεν παίζεται εσείς μία φορά τους Οσμάνους;» φώναξε θυμωμένα και ο Θεόφιλος.

«Εγώ είμαι ο Δεσπότης! Δεν μπορώ να παριστάνω τον Οσμάνο!» γέλασε θεατρικά ο Μιχαήλ και χτύπησε δυνατά στα κεφάλια τα δύο αγόρια με το ξύλο του.

Ο Θεόφιλος έκανε αγώνα να κρατήσει τα δάκρυά του, μα- τελικά- με ένα πονεμένο "άου", έτριψε το κεφάλι του και έβαλε τα κλάματα. Ο Χριστόφορος έτριψε και εκείνος το κεφάλι του, μα περισσότερο κοίταξε με ανησυχία τον φίλο του. Ένιωθε έναν πρωτόγνωρο θυμό να βράζει μέσα του, έναν θυμό που τον έκανε να ξεχνά και τον πόνο του και όλα. Στράφηκε απότομα στον Μιχαήλ, με σφιγμένα τα χείλη και τις μικρές του γροθιές.

«Δεν είσαι Δεσπότης! Ο Δεσπότης είναι στο Μυτζηθρά και δεν έχει καμιά σχέση μ’ εσένα!» έβαλε ξαφνικά τόσο δυνατά τις φωνές που ξάφνιασε ακόμα και τον "αντίπαλό" του, από τον οποίο άρπαξε το ξύλο και το έσπασε στο γόνατό του στα δύο.

Ο Μιχαήλ έχασε για λίγο την ετοιμότητά του, μα ύστερη κοκκίνισε από το θυμό του.

«Κι αν δεν είμαι θα γίνω!» στρίγγλισε και άρπαξε ένα άλλο, λιγότερο απειλητικό ξύλο από κάτω.

Ο Χριστόφορος τον μιμήθηκε και- αναθαρρυμένη- και όλη του η "ομάδα" έκανε το ίδιο.

«Δεν θα γίνεις! Εγώ θα σε σταματήσω!» του φώναξε με θάρρος και με άναρθρες, παιδικές κραυγές η μία ομάδα χύμηξε στην άλλη.



Πήρε πάνω από ένα τέταρτο στους ενήλικες μοναχούς να ηρεμήσουν τα πιτσιρίκια και να τους εξηγήσουν ότι οι καλόγεροι καμία σχέση δεν έχουν με τις εξουσίες και τις κοσμικές διαμάχες.



--

Λιμάνι Καρύστου, 1436



Ο Κωνσταντίνος ήταν χλωμός και ανήσυχος. Ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα, μετά από πολύ καιρό. Ο Ισίδωρος το παρατήρησε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

Ολόκληρη η πριγκιπική ακολουθία ήταν έτοιμη για αναχώρηση. "Ολόκληρη": ο Κωνσταντίνος, ο σύμβουλός του και πιστός του φίλος Μανουήλ και δέκα στρατιώτες της προσωπικής του φρουράς. Δε χωρούσαν ούτως ή άλλως άλλοι στο παπικό καράβι.

«Είσαι πολύ χλωμός, άρχοντά μου» είπε χαμηλόφωνα ο Ισίδωρος.

Ο Κωνσταντίνος τον κοίταξε ξαφνιασμένα, μα ύστερα το βλέμμα του συννέφιασε πάλι. Φαινόταν βαθιά ταραγμένος.

«Και τι θες να κάνω Ισίδωρε;»

«Να ηρεμήσεις και να αποδεχτείς την κατάσταση. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, μπορούμε; Προτιμάς να μην πας στην Πόλη; Προτιμάς να φανεί μόνο ο Θεόδωρος πρόθυμος για να αντικαταστήσει τον Ιωάννη;»

Ο Κωνσταντίνος έσφιξε θυμωμένα τη γροθιά του, μα ύστερα έσκυψε το κεφάλι ηττημένα.

Ήξερε ότι ο Ισίδωρος είχε δίκιο. Αλλά η υπερηφάνεια μέσα του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Από την ώρα που ο Ιωάννης τού είχε γράψει ότι θα χρειαστεί να φύγει στη Δύση, για άγνωστο χρονικό διάστημα, για να ζητήσει βοήθεια από τα χριστιανικά βασίλεια, είχε καταλάβει ότι δεν θα ησύχαζε ποτέ πια. Τον καλούσε στην Βασιλεύουσα, εκείνον και το Θεόδωρο, για να συζητήσουν ποιος θα τον αντικαταστήσει. Η απόφαση θα ήταν κρίσιμη: τα χρόνια είχαν περάσει και ο Ιωάννης δεν είχε αποκτήσει κανένα παιδί. Όποιος κέρδιζε την εμπιστοσύνη του τώρα από τα αδέρφια του σίγουρα θα προκρινόταν και για διάδοχος του θρόνου.

Αυτό που ήδη απεχθανόταν ο Κωνσταντίνος ήταν η ιδέα να έρθει σε σύγκρουση με τα αδέρφια του για άλλη μία φορά. Τα τελευταία χρόνια, με τις συμφωνίες που είχαν κάνει μεταξύ τους, είχαν βρει κάποια ηρεμία, αν και ο Δημήτριος όλο και δημιουργούσε προβλήματα. Προβλήματα που μπορούσαν να γιγαντωθούν ανά πάσα στιγμή. Η μητέρα τους, που ασκούσε σε όλους τους μια κάποια επιρροή, είχε αποσυρθεί για να μονάσει. Έτσι πολλά πράγματα κινδύνευαν, με λάθος χειρισμούς, να βγουν εκτός ελέγχου.

Το χειρότερο, όμως, ήρθε όταν ο Κωνσταντίνος κάθισε να αναλογιστεί τα πρακτικά αυτού του ταξιδιού. Ο Θεόδωρος πιθανώς θα κατέβαινε από το Μυστρά στη Μονεμβασιά και θα έπαιρνε πλοίο από εκεί για την Πόλη. Το τι πλοίο ακριβώς θα ήταν αυτό, ο πρίγκηπας δεν είχε ιδέα: όλοι ήξεραν ότι η αυτοκρατορία δεν είχε στόλο εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Σκέφτηκε να του γράψει, να του προτείνει να πάνε μαζί. Ο Ισίδωρος, όμως, τον είχε κατακεραυνώσει: όταν δύο άνθρωποι είναι αντίζηλοι για την ίδια θέση, ένα τέτοιο κοινό ταξίδι θα μπορούσε να αποδειχθεί μέχρι και επικίνδυνο για κάποιον από τους δύο. Ο Κωνσταντίνος είχε γελάσει αμήχανα, κατά βάθος είχε σοκαριστεί: δεν του είχε περάσει εύκολα αυτή η σκέψη ξανά στο παρελθόν. Και τώρα όμως δυσκολευόταν να φανταστεί κάτι τέτοιο.

Συζήτηση στη συζήτηση, σκέψεις επί σκέψεων, μία είδηση είχε έρθει στη δεσποτική έδρα τελικά: ένα καράβι, που θα ανέβαινε από την Κρήτη στην Πόλη, εκ μέρους του πάπα Ευγένιου, θα έκανε στάση για ανεφοδιασμό στην Κάρυστο. Έπειτα από σύντομη συνεννόηση, η συμφωνία είχε κλείσει. Το παπικό καράβι "θα τιμώνταν" με την παρουσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου μέχρι τη Βασιλεύουσα. Και μιας περιορισμένης συνοδείας.

Και η ντροπή που ένιωθε ο Κωνσταντίνος δεν είχε τέλος.

Μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας να εξαρτάται από ξένα πλοία και μάλιστα παπικά;

«Έχεις σε όλα δίκιο, Ισίδωρε. Αλλά άφησε λίγο χώρο και για την πληγωμένη περηφάνεια του μικρού σου κύρη» είπε ήρεμα, αλλά θλιμμένα και ατένισε τον ορίζοντα όπου είχε φανεί η σημαία του πάπα.

Λίγα λεπτά αργότερα το καράβι έδεσε στην Κάρυστο. Ο καπετάνιος είχε κατέβει με πολύ καλή διάθεση, αλλά και μια μικρή υπεροψία, για να δώσει τα χέρια με τους Βυζαντινούς. Φρόντισε ο ίδιος, μαζί με τους Βυζαντινούς στρατιώτες και τους Λατίνους ναύτες του, να φορτωθούν όλα τα πράγματα των φιλοξενούμενών του στο καράβι με ιδιαίτερη προσοχή και σχολαστικότητα. Ύστερα μόνο ασχολήθηκε με τα του ανεφοδιασμού τους.

Ο Κωνσταντίνος στράφηκε στον Ισίδωρο για άλλη μία φορά.

«Ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, πιστέ μου φίλε. Τα Καλάβρυτα είναι στον ορισμό σου για όσο χρειαστεί, όπως συμφωνήσαμε. Σε εμπιστεύομαι βαθιά και ξέρω ότι θα διαλέγεις το σωστό για μένα, για τους ανθρώπους μας και εν τέλει για όλο το Μοριά» είπε σταθερά και πρόσφερε το χέρι του στον γκριζομάλλη άνδρα απέναντί του.

Ο Ισίδωρος φάνηκε συγκινημένος, αλλά έσφιξε το χέρι του πρίγκιπα.

«Όσο είμαι εγώ εδώ, δεν έχεις κανένα λόγο ν' ανησυχείς, κύρη μου. Στο υπόσχομαι» απάντησε, παλεύοντας να κρατήσει τα δάκρυά του. «Κοίταξε να προσέχεις και τώρα- στο πλοίο- αλλά και στην Πόλη. Δεν ξέρεις ποτέ τι θα σε παραμονεύει. Εύχομαι ο Ιωάννης να πάρει σοφή απόφαση. Και πιστεύω ότι μπορεί να την πάρει, είναι άξιος άνθρωπος ο αδερφός σου. Πάνω από όλα, όμως, να θυμάσαι ότι σε έχω σαν γιο μου, εκτός από κύρη. Και σαν πατέρας θα σου συστήσω: μην τα παίρνεις όλα πολύ βαριά, Κωνσταντίνε. Ρίξε λίγη από την υπερηφάνεια σου, ρίξε λίγη από την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη σου. Ο κόσμος δεν είναι πια ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αντίθετα, είναι επικίνδυνος και μόνο αν το συνειδητοποιήσουν καλοσυνάτοι άνθρωποι σαν κι εσένα θα μπορέσουν να επιβιώσουν» συμπλήρωσε και- πιάνοντάς τον από τους ώμους- τον αγκάλιασε.

Κόσμος είχε μαζευτεί στο λιμάνι, να κοιτά με περιέργεια την μπερδεμένη αυτή σκηνή του παπικού καραβιού και του μελαγχολικού, περήφανου άνδρα με τα βυζαντινά διακριτικά.

«Εις το επανιδείν» είπε κάπως βραχνά ο Κωνσταντίνος και χτύπησε στην πλάτη τον Ισίδωρο.

«Εις το επανιδείν, όποτε και αν είναι αυτό, κύρη μου» υποκλίθηκε με σεβασμό ο ακόλουθος και ύστερα κούνησε το χέρι του σε έναν αόριστο χαιρετισμό προς όλη την αποστολή.

Ο Μανουήλ είχε ήδη αποβιβαστεί για να προετοιμάσει το δωμάτιο του Κωνσταντίνου. Οι στρατιώτες, αντίθετα, περίμεναν παραταγμένοι, δίπλα από τη σκάλα του πλοίου. Σαν πλησίασε ο Κωνσταντίνος, στάθηκαν σε προσοχή και πρόταξαν τα ξίφη τους σε ένδειξη τιμής.
Εκείνος προχώρησε με στητό το κεφάλι, σαν να αποδεχόταν τις τιμές. Η καρδιά του μέσα, όμως, σφιγγόταν. Στη μέση της σκάλας, έσκυψε το κεφάλι μα συνέχισε να προχωρά. Έπρεπε να  κάνει θυσίες, όπως και ο πατέρας του και τώρα και ο Ιωάννης, για να καταφέρει ουσιαστικά πράγματα. Το καταλάβαινε. Για αυτό θα έκανε υπομονή.

 Ανέβηκε στα πλοίο και πήρε μία δύσκολη ανάσα.

Ένιωθε γελοίος, αλλά, όχι, έπρεπε να το ξεχάσει.

Κατευθύνθηκε κατά την πλώρη και ακούμπησε στην κουπαστή και με τα δυο του χέρια. Σκεφτόταν όλα τα δειλινά, που οι φίλοι και συνεργάτες του, αποσύρονταν για να πάνε στις οικογένειες και στα σπίτια τους. Εκείνος καθόταν κοντά στη φωτιά, μέχρι που αυτή έσβηνε, προσπαθώντας να διαβάσει. Ύστερα, έκανε βόλτες μέσα στο μικρό του παλάτι και τελικά ξάπλωνε κατά τα μεσάνυχτα. Ένιωθε μόνος πολύ συχνά. Τόσο συχνά που το είχε πια συνηθίσει.


Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, πάνω σε εκείνο το καράβι, ένιωθε πιο μόνος από ποτέ.


Vittoria Mantegna

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου