Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29 Απρ 2017

6 Απρόσμενο Ξύπνημα (Κεφάλαιο 7)

Νερίσσα
Πολλοί και έντονοι ήχοι πλημμύρισαν το κεφάλι μου, όταν άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν λες κι έρχονταν από παντού. Η όρασή μου επανήλθε σε δευτερόλεπτα και πλέον μπορούσα να διακρίνω και την παραμικρή λεπτομέρεια του χώρου.
Το παγωμένο λευκό χρώμα στους τοίχους ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τα σκούρα μοντέρνα έπιπλα που συμπλήρωναν το δωμάτιο. Γύρισα το βλέμμα μου προς τα δεξιά με τόσο γρήγορη ταχύτητα που ξαφνιάστηκα για λίγο. Σκέφτηκα αμέσως να πάω προς το παράθυρο που βρισκόταν λίγο πιο πέρα και σε μία μόνο στιγμή βρισκόμουν ήδη εκεί. Σήκωσα τα χέρια μου και τα κοίταζα σαν να μην το πίστευα. Γύρισα πλάτη στο δωμάτιο και συνειδητοποίησα ότι πίσω από τα υφάσματα της κουρτίνας υπήρχε φως. Ήταν μέρα. Το γεγονός αυτό με συγκράτησε από το ν’ ανοίξω τις κουρτίνες και έκανα ένα βήμα πίσω.
Γύρισα πάλι προς το υπνοδωμάτιο και με μία γρήγορη κίνηση κατάφερα να δω τι υπήρχε στον χώρο. Περισσότερο άγχος μου προκαλούσαν οι δύο πόρτες που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι στο οποίο ξύπνησα. Γιατί σήμαινε πως από στιγμή σε στιγμή κάποιος θα έμπαινε από εκεί για να με δει. Έπρεπε να βρω τρόπο να φύγω, όμως δεν γνώριζα τι μπορούσε να μου συμβεί, αν έβγαινα στο φως της ημέρας ούτε ποιος ήταν εκεί έξω, οπότε δεν είχα και πολλές επιλογές.
Δίπλα μου υπήρχε μία πολυθρόνα ξύλινη, η οποία μου θύμισε ένα σπίτι που με πήγαιναν οι γονείς μου, όταν ήμουν μικρή. Ήταν ενός θείου μου, μεγάλου λάτρη έπιπλων παλιάς εποχής. Άγγιξα τα ρούχα που υπήρχαν πάνω στην καρέκλα και πρόσεξα ότι αποτελούνταν από ένα μαύρο κολάν και μία γκρι αμάνικη μπλούζα. Ένωσα τα φρύδια παραξενευμένη καθώς δεν περίμενα να φοράει κάποιος με τέτοιο καιρό τόσο ελαφριά ρούχα. Κοίταξα λίγο το σώμα μου και παρατήρησα πως ήμουν σε άσχημη κατάσταση. Πλησίασα προς τις δύο πόρτες και έκλεισα τα μάτια μου, ελπίζοντας η ακοή μου να με βοηθήσει να διαλέξω τη σωστή. Από τη δεξιά πλευρά άκουγα τον ήχο βημάτων, αλλά και κάτι ακόμα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Συγκεντρώθηκα λίγο περισσότερο και εστίασα την ακοή μου σε αυτό. Ήταν χτύποι καρδιάς. Αμέσως άνοιξα τα μάτια μου σοκαρισμένη από τη συνειδητοποίηση. Ναι, είχα ανακαλύψει από χθες ότι η ακοή μου είχε αυξηθεί, όμως αυτό ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Το στήθος μου ανεβοκατέβαινε γρήγορα και μου προκάλεσε πανικό η κατάσταση αυτή.
Κάποιος ερχόταν, το είχα ακούσει. Αμέσως βρέθηκα στην άλλη άκρη του δωματίου και η πόρτα άνοιξε. Συνειδητοποίησα ότι κοίταζα έτοιμη να επιτεθώ, όμως η Οφέλια μπήκε μέσα μαζί με μία γυναίκα που όλως περιέργως μύριζε υπέροχα. Επικεντρώθηκα στις κινήσεις τους, όταν την προσοχή μου τράβηξε η Οφέλια.
«Καλημέρα» φαινόταν ευδιάθετη από τον τρόπο που μιλούσε, μέχρι και από το πώς κινούνταν.
Δεν πήρε απάντηση και τότε έκανε νόημα στη γυναίκα. Εκείνη άρχισε να συμμαζεύει και προχώρησε προς το παράθυρο, πριν καν το καταλάβω είχε ανοίξει τις κουρτίνες και εγώ είχα χωθεί σε μία γωνία μακριά από το φως που έλουζε πλέον το δωμάτιο. Γύρισα προς την Οφέλια και εκείνη μου χαμογέλασε, πλησίασε και στάθηκε μπροστά από την μπαλκονόπορτα. Σήκωσε τα χέρια της, για να μου δείξει ότι δεν έπαθε κάτι.
«Είναι ασφαλές. Ένας απλός μύθος» χαμογέλασε περισσότερο και περίμενε να δει την αντίδρασή μου.
Μέσα μου ένιωθα ότι δεν εμπιστευόμουν κανέναν και δεν επρόκειτο ν’ έδειχνα εμπιστοσύνη σ’ αυτούς που σκότωσαν τη φίλη μου –κι εμένα εδώ που τα λέμε. Η Ίρμα… Στο μυαλό μου επανήλθε το νεκρό της σώμα και αμέσως προσπάθησα να φτάσω στην πόρτα. Η Οφέλια ήταν πιο γρήγορη και κατάφερε να με σταματήσει.
«Δεν είναι καλή ιδέα αυτό. Πρώτα άλλαξε και έπειτα θα σου εξηγήσω, όσα μπορώ τουλάχιστον» με κοίταξε στα μάτια και ένιωσα κάτι περίεργο.
Την εμπιστευόμουν. Αυτό ακριβώς ένιωθα, δεν την ήξερα, όμως την εμπιστευόμουν. Ηρέμησα ελάχιστα και τράβηξα το χέρι μου από το δικό της. Χωρίς να μιλήσω, πήρα τα ρούχα από το πάτωμα όπου τα είχα ρίξει και προχώρησα προς το μπάνιο. Ήταν πάρα πολύ φωτεινός ο χώρος, κάτι που μ’ ενόχλησε, όχι λόγω αυτού που είχα γίνει, αλλά επειδή πάντα προτιμούσα τον χαμηλό φωτισμό.
Κοίταξα το είδωλό μου στον καθρέφτη και κατέληξα πως είχα απόλυτο δίκιο πριν. Ήμουν ένα χάλι. Τα μαλλιά μου ήταν άνω κάτω και τα ρούχα μου καλυμμένα από αίμα. Έκλεισα για λίγο τα μάτια και κρατήθηκα από τον πάγκο μπροστά μου. Το μαύρο μάρμαρο ήταν αρκετά κρύο, μα δεν το ένιωθα όπως παλιά. Μπορούσα απλώς να συνεχίσω να το αγγίζω, χωρίς να αλλάζει η θερμοκρασία στα άκρα μου.  Χτύπησα με δύναμη τον πάγκο θέλοντας να νιώσω πόνο. Πίστευα πως με αυτό ο πόνος που ένιωθα μέσα μου θα μειωνόταν, μα δεν έγινε κάτι τέτοιο, διότι δεν ένιωσα απολύτως τίποτα. Τα μάτια μου δάκρυσαν και σήκωσα το κεφάλι μου για ν’ αντικρύσω το είδωλό μου ξανά. Μην ξέροντας τι να κάνω, απλώς άνοιξα την βρύση και ξεκίνησα να πλένομαι, αφού απαλλάχθηκα από τα λερωμένα ρούχα μου.

Άνοιξα την πόρτα και είδα την Οφέλια να με περιμένει, χωρίς να υπάρχει η ίδια διάθεση που είχε πριν. Μου φάνηκε περίεργο αυτό, όμως δε μ’ απασχολούσε εκείνην την στιγμή.
«Έλα, Νερίσσα. Πρέπει να γνωρίσεις τον πατέρα μου. Χθες δεν προλάβατε να μιλήσετε καθόλου» την κοίταξα ανήσυχη.
«Δεν είναι εδώ ο Γκόντρικ. Ο πατέρας μου τον έστειλε στη Μόσχα για λίγες μέρες, μέχρι να ηρεμήσεις και να περάσεις το στάδιο της μετάλλαξης. Θα επιστρέψει μετά» κατέβασε λίγο το κεφάλι της.
Την κοίταζα μπερδεμένη. Εκείνη είχε καταλάβει για ποιον λόγο αγχώθηκα, πριν καν το συνειδητοποιήσω εγώ η ίδια. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς λειτουργούσαν όλα αυτά, όμως έπρεπε να μάθω και να φύγω από εδώ μέσα όσο πιο γρήγορα γινόταν.
Προχώρησε, χωρίς να μιλήσει ξανά, προς τον διάδρομο και την ακολούθησα απρόθυμα. Κοίταξα γύρω μου και είδα πως υπήρχαν άλλα δύο υπνοδωμάτια στον όροφο. Δεν ήθελα να συζητήσω, οπότε δε ρώτησα ποιανού ήταν. Ο χώρος ήταν τόσο φωτεινός, με πολλά παράθυρα τα οποία σου προσέφεραν απλόχερα τη θέα της αυλής· η οποία εμένα μου θύμιζε τα χθεσινά γεγονότα.
«Εδώ είμαστε. Να θυμάσαι, ό,τι και να σου πουν, πρέπει να παραμένεις ήρεμη. Είσαι καινούρια στο είδος και ο οργανισμός σου δεν έχει συνηθίσει. Νιώθεις, ας πούμε, όλα τα συναισθήματα στο υψηλότερο επίπεδο» με κοίταζε έντονα, λογικά περιμένοντας απάντηση, αλλά αρκέστηκε στο νεύμα που εισέπραξε. Την άκουσα να παίρνει μια ανάσα και ξεκίνησε να κατεβαίνει τη σκάλα.
Πλησίασα και κοίταξα προς τα κάτω. Δεν έβλεπα κάτι, γιατί βρισκόμασταν στον τρίτο και τελευταίο όροφο απ’ ότι είχα καταλάβει, όμως διέκρινα δύο αντρικές φωνές να διαπληκτίζονται.
«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά. Δεν είμαστε ομάδα προπόνησης, είμαστε οι καλύτεροι κυνηγοί του είδους μας. Πώς μπορείς να μου ζητάς να την εκπαιδεύσω;» τη φωνή του δεν μπόρεσα να την αναγνωρίσω, όμως κάτι μ’ έκανε να πιστέψω πως αναφέρονταν σε μένα.
«Αυτό που άκουσες, Λούκας. Είναι διαταγή και δε δέχομαι αντιρρήσεις. Η κοπέλα είναι καινούρια και πρέπει να εκπαιδευτεί. Δε θέλω άλλα απρόοπτα περιστατικά στην έπαυλή μου. Και δε σου ζήτησα να γίνει μία από εσάς φυσικά. Θέλω μόνο να κοπάσουν τα συναισθήματά της» δεν ακούστηκε απάντηση και πλέον είχαμε φτάσει στο ισόγειο.
Οι δύο άντρες γύρισαν και μας κοίταξαν. Η Οφέλια έτρεξε στην αγκαλιά του άντρα που δεν είχα ξαναδεί, τον Λούκας, όπως τον αποκάλεσε ο βασιλιάς.
«Αδερφέ μου» σοκαρίστηκα όταν την άκουσα να τον αποκαλεί έτσι και αμέσως τον παρατήρησα πιο απροκάλυπτα.
 Κάτι που αντιλήφθηκε, καθώς με κοίταξε και ο ίδιος. Ένιωσα μία υποτίμηση στο βλέμμα του, όμως όταν οι ματιές μας ενώθηκαν φάνηκε για ελάχιστα δευτερόλεπτα να χάνει την κυριαρχία, την οποία στοιχημάτιζα πως σπάνια έχανε. Απέστρεψε το βλέμμα του, όμως εγώ δεν μπορούσα ακόμα να πράξω το ίδιο. Τα μάτια του ήταν ίδια με τα δικά της, μαύρα και τόσο έντονα, σαν να μπορούσαν να σε διαβάσουν μ’ ένα μόνο βλέμμα. Τα χέρια του, που βρίσκονταν γύρω της, φανέρωναν έντονους μυς και ένα αίσθημα προστασίας προς εκείνην. Το βλέμμα μου επικεντρώθηκε στις γωνίες του προσώπου του και τα μαύρα μαλλιά του που ήταν ελάχιστα μακριά και τελείωναν σε μύτες. Δεν νομίζω πως κάτι πάνω του μπορούσε να μη θεωρηθεί τέλειο. Κούνησα ελάχιστα το κεφάλι μου, ώστε να επανέλθω στην πραγματικότητα.
Νερίσσα, σύνελθε, σκέφτηκα και με δυσκολία διαπίστωσα ότι κάτι μέσα μου είχε ξυπνήσει. Δε γνώριζα τι συνέβαινε, όμως κάτι ένιωθα και ήταν πρωτόγνωρο. Θυμός, ανακατεμένος με συμπάθεια, που σε λίγα δευτερόλεπτα έγινε αντιπάθεια προς το πρόσωπό του.
«Το καινούριο μας κατοικίδιο;» το είπε πιο πολύ προς την Οφέλια, η οποία τον χτύπησε στο πλευρό, όμως εκείνος απλά γέλασε και κοίταξε αλλού.
«Νερίσσα, να σου γνωρίσω τον μεγάλο μας αδερφό, τον Λούκας. Ο οποίος δεν είναι πάντα το ίδιο αγενής» την τελευταία λέξη την πρόφερε πιο αυστηρά και τον κοίταξε. Εκείνος γέλασε πάλι και με κοίταξε ειρωνικά.
Δεν απάντησα, γιατί ένιωσα τον θυμό μου να αυξάνεται και θυμήθηκα τα λόγια της για τα συναισθήματά μου.
«Και από εδώ ο πατέρας μου και βασιλιάς μας, Δαρίος» μου έδειξε με το χέρι της τον άντρα δίπλα μας, που τόση ώρα παρέμενε ήρεμος και σιωπηλός. Ήταν ο άντρας που είχα γνωρίσει και χθες βράδυ μετά την αλλαγή μου. Αυστηρός και επιβλητικός σ’ όλα του.
«Χαίρομαι που σε γνωρίζω, Νερίσσα. Θα με συγχωρήσεις, όμως έχω να παρευρεθώ σε μία δίκη και δε θα μπορέσω να απολαύσω την αλλαγή σου. Όμως τα παιδιά μου θα φροντίσουν για ό,τι χρειαστείς» κοίταξα την Οφέλια νιώθοντας ηρεμία χάρη σ’ εκείνην και μου έκανε νόημα να υποκλιθώ.
Δεν μπορεί να το εννοούσε αυτό. Βλέποντας το ειρωνικό βλέμμα του Λούκας και τα σταυρωμένα χέρια του, έσφιξα τα δόντια μου και έγειρα το σώμα μου μέχρι ένα ύψος που θεώρησα αρκετά ικανοποιητικό. Δεν είχα ξανά κάνει εξάλλου ποτέ υπόκλιση στη ζωή μου.
Τον είδα να χαμογελάει και έπειτα γύρισε προς τα παιδιά του.
«Είναι υπό την ευθύνη σας. Μη με απογοητεύσετε»
«Νερίσσα, φρόντισα η φίλη σου να ταφεί στο σημείο όπου διαπράχθηκε ο φόνος και σε διαβεβαιώ ότι ο γιος μου θα έχει αυστηρή ποινή γι’ αυτό που διέπραξε. Μπορείς να την επισκεφτείς, όποτε το επιθυμείς» με προσπέρασε και εγώ ένευσα καταφατικά μην μπορώντας να εκφράσω τίποτα από όσα ένιωθα. Αν άνοιγα το στόμα μου, ήμουν σίγουρη ότι τα δάκρυα θα έκαναν την εμφάνισή τους.
«Ω, και Νερίσσα. Ελπίζω να μη σκεφτείς να το σκάσεις, γιατί κανείς μας δε θα ήθελε να πάθεις κάτι κακό» χαμογέλασε και χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.
Για λίγο έμεινα να κοιτάζω το σημείο, απ’ όπου μόλις είχε φύγει. Μπορεί να χαμογέλασε, όμως παρ’ όλα αυτά μ’ έκανε να νιώσω ότι ήταν απειλή. Το χέρι της Οφέλια επανέφερε τις σκέψεις μου και την κοίταξα προσπαθώντας να μείνω ήρεμη.
«Μην ανησυχείς. Το καλό σου θέλει. Θα σου τα εξηγήσω όλα σιγά σιγά. Πάμε» μου έδειξε με το χέρι της προς την κουζίνα, στην οποία χθες βρισκόμασταν με το υπόλοιπο συνεργείο στ’ οποίο δούλευα.
Προχώρησα πρώτη και άκουσα τη φωνή της.
«Λούκας; Έρχεσαι;» δεν ήρθε απάντηση, όμως τα βήματά του ήταν αρκετά, ώστε να σφίξω τα χέρια μου.
Μόλις βρεθήκαμε στο εσωτερικό της ένιωσα μία λύπη που δεν μπορούσα να κρύψω. Έλειπε, εκείνη έλειπε και δε θα ήταν ποτέ ξανά εδώ. Κρατήθηκα από τον πάγκο και κάθισα σ’ ένα από τα σκαμπό που βρίσκονταν γύρω του.
«Πρέπει ν’ ολοκληρώσουμε την αλλαγή σου» προχώρησε προς το ψυγείο καθώς το είπε.
«Τι εννοείς;» η απορία μου σχεδόν απαντήθηκε, όταν είδα τις κανάτες με το κόκκινο υγρό μέσα στο ψυγείο και μαζί με τη μυρωδιά που έφτασε στα ρουθούνια μου ένιωσα αηδία παρά την ανάγκη που έκαιγε τον λαιμό μου.
«Σοβαρά τώρα; Δε θα τη μάθεις να κυνηγάει; Έτσι θα την ταΐζεις;» είδα το βλέμμα της Οφέλιας στιγμιαία να σκληραίνει προς εκείνον και πριν καν το καταλάβω είχα βρεθεί μπροστά του.
«Ξανά πες ό,τι είπες άλλη μία φορά» οι λέξεις έβγαιναν απειλητικές από το στόμα μου, σχεδόν δεν έλεγχα τις κινήσεις και το μυαλό μου.
«Γιατί; Τι θα κάνεις;» φαινόταν να το διασκεδάζει όλο αυτό, μέχρι που εντελώς ξαφνικά το χέρι μου βρέθηκε με φόρα στο μάγουλό του.
Έκλεισε τα μάτια του και, όταν γύρισε προς το μέρος μου, κάθε χαμόγελο και οτιδήποτε με εντυπωσίασε πριν είχε εξαφανιστεί. Ένιωσα φόβο αντικρύζοντας το βλέμμα του, όμως δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Μ’ άρπαξε από τα μπράτσα με δύναμη και με μεγάλη ευκολία μ’ εξφενδόνισε στον κενό τοίχο απέναντί του. Ένιωσα έντονα την πρόσκρουση, όμως θέλησα να μην το φανερώσω. Σηκώθηκα γρήγορα και προσπάθησα να του επιτεθώ, όμως εκείνος είχε ήδη βρεθεί μπροστά μου και με κρατούσε σφιχτά από τον λαιμό πλησιάζοντάς με.
«Μ’ εμένα θα προσέχεις τι κάνεις. Δεν είμαι ούτε η Οφέλια ούτε ο Γκόντρικ. Μπορώ να σου σπάσω τον λαιμουδάκο σου σε δευτερόλεπτα, χωρίς καν να το καταλάβεις» όσο απειλητικός και αν έδειχνε, δεν μπορούσα να μην νιώθω ξανά το περίεργο συναίσθημα που είχα νιώσει πριν. Κατάφερα με δυσκολία όμως να το διώξω.
Η Οφέλια κατάφερε να μπει ανάμεσά μας και τον κοίταξε εξαγριωμένη.
«Λούκας! Είναι καινούρια, δεν ελέγχει τον εαυτό της και εσύ σίγουρα δε βοηθάς με τη συμπεριφορά σου. Φύγε και όταν επιστρέψεις, να έχεις ηρεμήσει σε παρακαλώ» του έδειξε την πόρτα με το χέρι της και δεν μπορούσα να παραδεχθώ στον εαυτό μου ότι είχα την ανάγκη να χτυπήσω και να… Όχι, όχι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Ένιωθα την ανάγκη να σκοτώσω; Πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα να σκοτώνω κάποιον με τα ίδια μου τα χέρια. Έκλεισα τα μάτια και ένιωσα την Οφέλια να αγγίζει τους ώμους μου.
«Ηρέμησε, έφυγε».

 Δεν είχα την αντοχή να της εξηγήσω πως δεν έφταιγε εκείνος, αλλά εγώ.

Γεωργία Αντωνιάδου

6 σχόλια:

  1. Πολυ πολυ ωραιο!!Με ζωντανες κ εντονες περιγραφες!Αυτος ο Λουκας λιγο οξυθυμος αλλα νομιζω θα μπει στη θεση του συντομα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για τα υπέροχα λόγια σου 😊 όσο για τον Λούκας ε ναι το αγόρι μας είναι λίγο ανεξέλεγκτο!!

      Διαγραφή
  2. Τελειοοοοοοοοοοοοοοοοοοο😍😍😍😍😍😍😍😍😍🔝🔝🔝

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αν και άργησα να το δω!! Χαίρομαι πράγματικα που σου άρεσε 😃😃😃😍😍😘😘😘

      Διαγραφή
    2. Δν πρζ😘 ανυπομονώ για το επόμενο κεφάλαιο​!!!😍😍κάθε πότε ανεβάζεις??💜

      Διαγραφή
    3. Κάθε εβδομάδα κανονικά όμως λόγο οικογενειακών υποχρεώσεων δεν κατάφερα να ανεβάσω!!! Αυτήν την βδομάδα πιστεύω ή την επόμενη θα ανέβει ξανά!!!

      Διαγραφή