Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2 Μαΐ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 16)

      Πήγε πρώτα σπίτι της, μετά στη βιβλιοθήκη, μετά σε μια καφετέρια που την είχε δει περιστασιακά να δουλεύει τον τελευταίο καιρό. Ο ίδιος είχε παρατήσει το θέμα της εύρεσης εργασίας. Μετά πήγε απ’ τα εργαστήρια του πολυτεχνείου και κατέληξε πάλι στο σπίτι της. Πουθενά. Είχε την περίεργη αίσθηση ότι επιβεβαιωνόταν ο νόμος του Μέρφυ και άρχιζε να χάνει την αποφασιστικότητά του, όταν εμφανίστηκε μια κοινή τους γνωστή και συμφοιτήτρια να περνάει κάτω από το σπίτι της. Είχε καιρό να τη δει και την πλησίασε επιφυλακτικά, όσο πιο γλυκός κι ευγενικός μπορούσε να γίνει «Καλησπέρα Σοφία»
Τον κοίταξε λιγάκι διερευνητικά, δεν τον θυμόταν σίγουρα «Παύλο;»
«Ναι … εγώ είμαι»
«Εεε συγνώμη, δε σε θυμήθηκα αμέσως! Άλλαξες πολύ. Πάρα πολύ θα έλεγα!»
«Έχεις δίκιο. Και άλλαξα και είμαι χαμένος κάμποσο καιρό, είχα … κάτι … οικογενειακά» το ήξερε ότι δεν ήταν καλός ψεύτης και μετάνιωσε που χρησιμοποίησε μια προφανώς ψεύτικη δικαιολογία.
«Ναι, πρέπει να ήταν πριν τα Χριστούγεννα, που σε είδα τελευταία φορά …»
«Ψάχνω για την Έρση! Την είδες καθόλου σήμερα» ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος από την απότομη ερώτησή του.
«Και τι θέλεις εδώ; Δεν ξέρεις ότι άλλαξε σπίτι;»
Ο Παύλος σάστισε και ξεροκατάπιε!
«Είσαι πολύ καιρό χαμένος όντως! Μετακόμισε στο διαμέρισμα μιας θείας της στην Ασκληπιού, λίγο πάνω από την Ακαδημίας. Δεν ξέρω που ακριβώς, αλλά θυμάμαι που το συζητήσαμε μια φορά όταν είπε ότι για να έρθει παίρνει το οκτώ δεκαπέντε ή το έξι είκοσι δύο που αργούν πολύ!»
«Ααα, μάλιστα»
«Μα καλά, εσύ πως δεν το ξέρεις; Αφού ήσασταν … μαζί κατά κάποιο τρόπο» και αμέσως διόρθωσε « έτσι ακουγόταν δηλαδή. Εεε, όχι απλά ακουγόταν, είχε βουίξει ο τόπος. Αφού σας βλέπαμε συνέχεια μαζί!» δαγκώθηκε καταλαβαίνοντας ότι το τράβηξε πολύ και προσπάθησε να το συμμαζέψει «εγώ δεν τα πιστεύω όσα λένε … και μάλλον καλά έκανα εε;»
«Ναι, καλά έκανες! Ευχαριστώ πολύ. Αντίο!» της απάντησε ειρωνικά και φεύγοντας την άκουσε «Αν δεν τη βρεις, έλα σπίτι μου να περιμένεις!»
«Άι παράτα μας, μωρή ξελιγωμένη» σκέφτηκε καθώς επιτάχυνε το βήμα του για τη στάση του λεωφορείου.
Πήρε το έξι είκοσι δύο και κατέβηκε στην Πανεπιστημίου. Έκανε πολύ ζέστη για την εποχή και η αγωνία του τον είχε κάνει μούσκεμα στον ιδρώτα, καθώς πηγαινοερχόταν μπροστά στην Ακαδημία για να παρακολουθεί τα λεωφορεία που άδειαζαν. Έμεινε μέχρι τα μεσάνυχτα και αναγκάστηκε να πάρει ταξί για να γυρίσει.
Ξύπνησε το επόμενο πρωί αισιόδοξος και πεπεισμένος ότι θα την έβρισκε κάπου. Ακολούθησε την ίδια σειρά ψάχνοντάς την, περίμενε και έξω από τις παραδόσεις που ενδεχομένως να παρακολουθούσε, αλλά τίποτα. Ξανακατέβηκε στην Ακαδημία και περίμενε. Τον έτρωγε η αναμονή. Ξύπνησαν πάλι μέσα του οι στιγμές που την είχαν κάνει τόσο απαραίτητη, τόσο δική του όσο και οι αναμνήσεις του μαζί της. Ένιωσε όλα όσα έπνιγε και έθαβε πέντε μήνες τώρα, να φυτρώνουν και να πρασινίζουν τη μαύρη του καρδιά. Ένιωσε χαρούμενος και γεμάτος συναισθήματα ευφορίας. Κι όλα αυτά επειδή αποφάσισε να ρισκάρει και να ακολουθήσει το «θέλω» κι όχι το «πρέπει»! Την είδε τότε να κατεβαίνει από το λεωφορείο και του φάνηκε πιο όμορφη από ποτέ. Φορούσε τζιν μαύρο και μπλουζάκι τιραντέ κίτρινο, ασορτί με ένα ζακετάκι. Τα μαλλιά της είχαν μακρύνει κι όπως κυμάτιζαν στη απογευματινή αύρα και τα χτυπούσε ο απογευματινός ήλιος, του φάνηκαν πιο ξανθά από ποτέ, σχεδόν χρυσά! Είχε στον ώμο την αγαπημένη της υφασμάτινη τσάντα, αυτή που είχε ποτιστεί με το άρωμά της, όταν της το έσπασε κατά λάθος ο Παύλος, και λάτρευε να τη μυρίζει.
Κατέβηκε γελώντας και σηκώθηκε την ίδια στιγμή κι ο Παύλος να περπατήσει προς το μέρος της. Γύρισε τότε η Έρση και κοίταξε έναν άλλο νεαρό, που κατέβηκε από το λεωφορείο πίσω της, και της χαμογελούσε. Γονάτισε συντετριμμένος στο μάρμαρο και χάθηκε ο κόσμος όλος γύρω του κι έβλεπε πλέον μόνο το ζευγάρι που περπατούσε αγκαζέ και γελούσε δυνατά … σαν να τον ειρωνευόταν, σαν να τον κοιτούσαν μες τα μάτια με απαξίωση και να φώναζαν «αα το βλάκα, τι νόμιζε; Θα τον περίμενα; Ναι σιγά μη τον περίμενες!» Φαντάστηκε το νεαρό με το στρατιωτικού τύπου τζάκετ, να παίζει το ρόλο του θύματος στην προπόνηση με τον Κοσμά και να του σακατεύει τα γόνατα. Κι όσο σφάδαζε από τον πόνο να τον χτυπάει στο πρόσωπο μέχρι να χαθούν τα χαρακτηριστικά του. Εκεί ακούστηκε σαν καμπάνα η φωνή του Κοσμά «Δε θα χρησιμοποιήσεις ποτέ αυτά που σου μαθαίνω αν δεν είσαι ψύχραιμος. Η ψυχραιμία είναι το παν. Ο βρασμός ψυχής είναι για τα δικαστήρια. Εγώ δεν τον δικαιολογώ!» Σκούπισε το πρόσωπό του και σηκώθηκε. Μια άγνωστη κοπέλα δίπλα του τον κοιτούσε με περιέργεια, οίκτο ίσως!
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» την αγριοκοίταξε! Έτρεξε μακριά του φοβισμένη. Ήταν η πρώτη φορά που ήθελε να γίνει βίαιος, κακός και να εκδικηθεί. Τα καμπανάκια και οι προειδοποιήσεις του Κοσμά αντηχούσαν στο κεφάλι του, αλλά δεν μπορούσαν να τον ηρεμήσουν. Αποφάσισε να τους ακολουθήσει. Άφησε να απομακρυνθούν και κινήθηκε διακριτικά πίσω τους. «Χριστέ μου, πως κρατιέμαι και δεν τον λιώνω στο ξύλο, δως μου δύναμη!» σκεφτόταν και κάρφωνε τα βήματά του στο πεζοδρόμιο. Πέρασαν απέναντι στην Ακαδημίας και στην πρώτη στάση της Ασκληπιού, ο «άλλος» σταμάτησε, για να περιμένει ίσως το λεωφορείο. Χαιρετήθηκαν χωρίς να αγκαλιαστούν ή να φιληθούν και η αμφιβολία ηρέμησε λίγο τη μανία του, αλλά το αίμα σφυροκοπούσε ακόμα στα μηνίγγια του κι όταν πέρασε από μπροστά του τον είδε να παγώνει από το απειλητικό βλέμμα που του έριξε! Η Έρση προχώρησε άλλους τρεις δρόμους, έστριψε αριστερά και μπήκε σε μια πολυκατοικία περίπου τριακόσια μέτρα παρακάτω. Ήταν ένα αρκετά παλιό κτίριο τεσσάρων ορόφων, φρεσκοβαμμένο όμως, και είχε καινούργια αλουμινένια κουφώματα. Η είσοδος ήταν όλη επενδυμένη με μάρμαρο που πλαισίωνε μια περίτεχνη μαντεμένια πόρτα με εντυπωσιακό χερούλι, που έκανε κλικ και ασφάλισε τη στιγμή που ο Παύλος ανέβηκε τα σκαλιά. Κοίταξε προσεκτικά τα κουδούνια και πάτησε ένα που έλεγε «Αρσενίου Νικ. Ναύαρχος ε.α.». Αρκετά δευτερόλεπτα αργότερα μια κουρασμένη φωνή ζήτησε να μάθει ποιος είναι. Κάλυψε λιγάκι το στόμα και τη μύτη του και είπε «Ο Ζησόπουλος από τον τέταρτο είμαι! Κάτι έπαθε το κλειδί μου και δεν μπορώ να ανοίξω την εξώπορτα…»
«Σας ανοίγω τώρα!»
Προχώρησε γρήγορα στο ασανσέρ και το είδε σταματημένο στον τρίτο. Ανέβηκε τα σκαλιά δυο - δυο και σταμάτησε στο διάδρομο. Υπήρχαν τέσσερα διαμερίσματα. Κόλλησε το αυτί του στη πρώτη πόρτα. Δεν άκουσε τίποτα. Χτύπησε χωρίς να το πολυσκεφτεί, μα δεν άνοιξε κανείς. Πήγε στην επόμενη, όπου του άνοιξε ένας κύριος γύρω στα σαράντα που φορούσε γιλέκο και γραβάτα.
«Ο κύριος Ζησόπουλος;»
«Όχι ρε φίλε, είσαι στον τρίτο. Ο Ζησόπουλος είναι στον τέταρτο νομίζω»
«Συγνώμη»
Χτύπησε κατευθείαν την τρίτη είσοδο και του άνοιξε μια κυρία με ποδιά. Είδε το κίτρινο ζακετάκι στο πορτ-μαντό «Μπορώ να μιλήσω στην Έρση;»
«Μισό λεπτό. Έρσηηη!»
Εμφανίστηκε στο βάθος του χολ και χαμογέλασε πλησιάζοντας.
«Εντάξει είναι θεία»
Πόσο του είχε λείψει η ζεστή φωνή της και το βλεφάρισμά της όταν χαιρόταν! «Άργησα;» ήταν η μόνη λέξη που βγήκε απ’ το στόμα του.
«Ποτέ δεν είναι αργά, όταν είσαι δεκαεννιά!» του απάντησε χαρούμενα και συνέχισε ψιθυριστά «δεν μπορούμε να μιλήσουμε εδώ»
«Φεύγω θεία!» φώναξε και παίρνοντας την τσάντα και το ζακετάκι τον έσπρωξε προς το διάδρομο.
«Άλλαξες!» του είπε γλυκά, σχεδόν στοργικά καθώς περίμεναν το ασανσέρ.
«Το παιδί που ήρθατε μαζί;» τη ρώτησε ανυπόμονος.
«Με παρακολουθείς;»
«Όχι … συστηματικά! Αλλά πως θα έβρισκα το σπίτι της θείας σου; Χθες σ’ έψαχνα στο Γουδί, στο παλιό σου διαμέρισμα!»
«Ξαδερφός μου! Ήρθαμε μαζί μέχρι το σπίτι, αλλά αυτός συνέχισε για δουλειά. Είναι στην κουζίνα στο «Τραμ». Το ξέρεις;»
Μπήκαν στο ασανσέρ και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Καθάρισε η ψυχή του απ’ την οργή και τη μανία και άστραψαν τα μάτια του. Είδε μέσα της χαρά και συγκίνηση, δικιά του ή δικιά της δεν ήξερε, μα έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει.
«Πρόλαβα;»
«Έχεις ένα θέμα με το χρόνο, εεε; Τι να πρόλαβες;»
«Αυτό!» της είπε και αγγίζοντας απαλά το φιλντισένιο της λαιμό την έφερε κοντά του και τη φίλησε με πάθος, που δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να έχει ένα φιλί! Την ένιωσε να ανταποκρίνεται σφίγγοντας τα χέρια της γύρω απ’ τη μέση του και κολλώντας το κορμί της πάνω του. Κι έγινε το ασανσέρ πολύτιμο της ευτυχίας τους μπουκάλι, καθώς τ’ αρώματα των κορμιών τους που σπαρταρούσαν, μπερδεύονταν στο χώρο όπως οι γεύσεις, γλυκές κι ερεθιστικές, στα χείλη τους. Κι ήθελαν με το φιλί αυτό, θαρρείς, και οι δύο, να γυρίσουν πίσω στο κλείσιμο της πόρτας, ή στο παρεξηγημένο τηλεφώνημα, εκείνο το βράδυ του Γενάρη και λαίμαργα να κερδίσουν όσα έχασαν από τότε. Δεν κατάλαβαν πόση ώρα πέρασαν με την έξαρση αυτή, την συναισθηματική και ψυχική, μέσα στο ασανσέρ, κόπηκαν όμως απότομα από τον κύριο που άνοιξε την πόρτα και τους απαξίωσε με το κοίταγμά του.
Βγήκαν στο δρόμο χαζογελώντας κι αποφάσισαν να πάνε σπίτι του μέχρι αργά το βράδυ και μετά να γυρίσει με ταξί η Έρση στη θεία της, που σε καμιά περίπτωση δε θα την άφηνε να διανυκτερεύσει έξω απ’ το σπίτι. Περπατούσαν πότε χέρι-χέρι, πότε πιασμένοι απ’ τη μέση κι ο Παύλος νόμιζε πως κρατούσε τον κόσμο στα χέρια του. Δεν τη χωρούσε ο νους του τόση ευτυχία. Ένιωθε πως πηδούσε από σύννεφο σε σύννεφο όταν κάθε λίγο και λιγάκι σταματούσαν και φιλιόντουσαν, διψασμένοι ο ένας  για τον άλλο. Έσβησαν μεμιάς οι πέντε χαμένοι μήνες απομόνωσης και οργής και λύπης και απογοήτευσης και δίχως τη φωνή της. Πόσο του ‘χε λείψει η φωνή της και η ανάσα της στο αυτί του. Πόσο πεζά τα πάντα γύρω του χωρίς αυτή και πως ακόμα και τα μάρμαρα είχαν γραμμένους στίχους πάνω τους τώρα που ήταν μαζί.
Στη στάση, μέχρι να’ ρθει το λεωφορείο, ξεκίνησαν να λένε γι’ αυτά που είχαν συμβεί στον ένα απουσία του άλλου, θέλοντας ασυναίσθητα να ζήσουν μαζί το χαμένο καιρό. Το χαμένο καιρό που η συναισθηματική δειλία του ενός, η διστακτικότητα της άλλης και η παρορμητικότητα και των δύο τους είχαν στερήσει. Είχαν κλείσει τις καρδιές τους σ’ ένα άδειο χρυσό κλουβί, κι έτσι άδειοι ένιωθαν μέχρι εκείνο το απόγευμα. Δεν τους ένοιαζε που τους κοιτούσε ο κόσμος, καθώς η Έρση κάθονταν στην αγκαλιά του και συχνά πυκνά χάιδευαν ο ένας τα μαλλιά ή φιλούσαν το λαιμό του άλλου.
Ξεκίνησε να του πει μια γελοία φάση από την παράδοση ενός αντίστοιχα γελοίου καθηγητή και στάθηκε στο πεζοδρόμιο μπροστά του για να τον παραστήσει καλύτερα «Α! Α! Βλέπουμε όλοι …» είπε και χάθηκε. Στη θέση της εμφανίστηκε η πόρτα ενός λεωφορείου. Έκλεισε τα μάτια του γιατί δεν κατάλαβε τι έγινε. Τα ξανάνοιξε για τη δει πάλι μπροστά του. Όχι δεν μπορεί να ήταν αλήθεια! Ήταν όλα ένα όνειρο που έβλεπε πριν ξυπνήσει σήμερα το πρωί, σίγουρος για όσα τέλεια πράγματα θα συμβούν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του πάλι και τσιμπήθηκε. Γύρω του στριγκλιές και οχλοβοή! Το λεωφορείο πάντα εκεί! Δεν ήθελε να κοιτάξει. Δεν ήθελε να καταλάβει τι έγινε. Δεν ήθελε να ξυπνήσει από το όνειρο που έζησε μόλις για μια ώρα. Έσυρε τα βήματά του μέχρι μπροστά από το λεωφορείο μηχανικά. Δεν ήθελε να το δει αυτό που συμβαίνει. Δεν ήθελε να γυρίσει στην πραγματικότητα. Στον κόσμο που το λεωφορείο παρέσυρε όλο τον κόσμο του και τον συνέτριψε διαδοχικά πάνω σε μια διαφημιστική πινακίδα, μετά σ’ ένα δέντρο και τέλος σ’ ένα κολωνάκι.
Την είδε ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο, λουσμένη στα κόκκινα τριαντάφυλλα, ήδη μακριά του αν και δίπλα του. Πήρε μαζί της και όλο το συναισθηματικό του είναι. Πήρε το κεφάλι της στα πόδια του και σκούπισε απ’ το πρόσωπο της τα υγρά ροδοπέταλα της ζωής και έκανε στην άκρη τα χρυσά της τα μαλλιά. Ήρθε στο μυαλό του η βαριά κουβέντα που είπε στη Γεωργία και έκλαψε σκεπτόμενος την ειρωνεία, πως μόνο μια ώρα τελικά ξανάζησε, ίσα για να μάθει την αλήθεια, να δώσει το φιλί, να πάρει το χρησμό και να ξαναφύγει. Και φώναζε τ’ όνομα της, μήπως ακούσει κι έρθει με κάποιο τρόπο μαγικό να τον πάρει κι εκείνον ο Άδης και να τον κρατήσει στον κάτω κόσμο μαζί της. Να μην μπορέσει σαν νέος Οδυσσέας να γυρίσει αλλά να μείνει εκεί, αρκεί να είναι μαζί της.

Κι όπως τα δάκρυά του ξέπλεναν το αίμα της στο πεζοδρόμιο, ξεπλύθηκε απ’ τα μάτια του ο κόσμος όλος κι έγινε το σύμπαν του όλο άσπρο, φόντο για την πολύτιμη εικόνα της, να κατεβαίνει από το λεωφορείο, με τον αέρα και το φως να της χρυσίζουν τα μαλλιά και να γελάει.


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου