Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Μαΐ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 17)

2013, Σεπτέμβριος, Ξημέρωμα Κυριακής

Το κρύο αεράκι τον είχε πλέον ξυπνήσει. Περπατούσε γρήγορα στην προβλήτα ακούγοντας ακόμα το ταχύπλοο που ξεμάκραινε και κοιτώντας την αγουροξυπνημένη από τον πρωινό ήλιο Καστέλλα.  Μόλις δυο ωρίτσες χρειάστηκε ο καπετάνιος με το «δανεικό σκαρί» για να τον ξεφορτώσει στο Μικρολίμανο. Ανέβηκε στον παραλιακό δρόμο και περπάτησε δίπλα στις κλειστές ταβέρνες και στα μπαράκια που συμμάζευαν οι αλλοδαπές καθαρίστριες. Το Μικρολίμανο ήταν ένα από τα μέρη που ανέκαθεν λάτρευε. Σύχναζε εκεί από την εποχή του Απαλούζα και του Ιγκουάνα πιο κάτω, που έκανε πάρτι από το μεσημέρι. Χειμώνα στο ένα καλοκαίρι στο άλλο, αλλά το στανταράκι μετά ήταν το Λεχματζούν. Βέβαια, μετά το έκλεισε το υγειονομικό, αλλά γι’ αυτό λένε ότι το «βρώμικο» φαγητό είναι το καλύτερο.
Ήταν ακόμα σε δίλημμα για το αν έπρεπε να εξαφανιστεί, ή να βρει τον Τζόνι και να του ζητήσει το λόγο. Πήρε το πρώτο ταξί που πέρασε και του έδωσε οδηγίες για το διαμέρισμα στην Ηλιούπολη. Αν βιαζόταν, ίσως να προλάβαινε τους ξενύχτηδες του Σαββατόβραδου και μαζί μ’ αυτούς πληροφορίες.
Φτάνοντας απενεργοποίησε το συναγερμό από το κινητό του και είπε στον ταξιτζή να τον αφήσει στην από κάτω γωνία. Άλλαξε ρούχα και κατέβηκε στο παρκινγκ που κρατούσε την παλιά του μπλε – μαύρη AfricaTwin. Άνοιξε το ντουλάπι που βρισκόταν στον πίσω τοίχο και πήρε το κράνος από την υφασμάτινη θήκη και το μπουφάν της μηχανής. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και ψαχούλεψε κάτι στο βάθος. Τράβηξε δυνατά και ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο κλικ στο βάθος. Πήγε στη γωνία του τοίχου και έσπρωξε απαλά. Η γυψοσανίδα οπισθοχώρησε και γλίστρησε πλάγια κι ο Παύλος εξαφανίστηκε μέσα της. Βγήκε χωρίς την τσάντα στην πλάτη του. Μ’ ένα απαλό πάτημα η γυψοσανίδα ξανάκλεισε αθόρυβα εφαρμόζοντας τέλεια στο γύρω σοβά.
Έβαλε μπροστά με τη βοήθεια μιας συσκευής ενίσχυσης, βεβαιώθηκε ότι είχε μαζί του τα απαραίτητα, πιστόλι, έξτρα γεμιστήρα, πτυσσόμενο κλομπ, λεφτά, κάρτες και αντίστοιχο δίπλωμα, κλειδιά, κινητό και ξεκίνησε. Είχε καιρό να την οδηγήσει την «γριά» Χόντα και του ‘λειψε!
Ήταν η πρώτη μηχανή που είχε πάρει, όταν ζούσε στο Βόλο, και ήταν συνδεδεμένη αποκλειστικά με ευχάριστες αναμνήσεις από την τότε ζωή του. Μ’ αυτή πήγαν πρώτη φορά στη Φακίστρα και την Ξυνόβρυση, μ’ αυτή πρώτη φορά διακοπές στην Αλόννησο. Πόσα Σαββατοκύριακα σε εκδρομές, βόλτες στο Πήλιο, στην Όθρυ, στο Καρπενήσι, μπάνιο στην Άφησσο … πουλήθηκε κι αυτήν όσο ήταν στο Ισραήλ. Ήταν κι αυτή  ένα κομμάτι του πάζλ της ζωής του που ανασύνθεσε όταν το επέτρεψε η οικονομική του κατάσταση. Την βρήκε παρατημένη στην Πάτρα. Είχε ακόμα πινακίδες τότε, μα δε δούλευε τίποτα. Είχε να κινηθεί πάνω από χρόνο και την είχε φάει η βροχή και ο ήλιος. Έκανε έξι μήνες να τη φτιάξει, αλλά άξιζε τον κόπο. Βέβαια, το χειρότερο κομμάτι του πάζλ ήταν το 106 Rallye του που βρήκε τρακαρισμένο μια μέρα πριν την πρέσα. Ουσιαστικά διέλυσε όλο το σασί και το ξανακόλλησε, με αργκόν αυτή τη φορά, και μετά έδεσε όλο το υπόλοιπο αυτοκίνητο από την αρχή με καινούργια ανταλλακτικά. Ακόμα και η μηχανή του ήταν κατεστραμμένη. Η διάβρωση είχε προχωρήσει μέχρι τους κυλίνδρους και ταλαιπωρήθηκε πολύ για να την καθαρίσει, να κατασκευάσει χιτώνια απ’ το μηδέν και να μπορέσει να τα ταιριάξει στον παλιάς σχεδίασης οχταβάλβιδο κινητήρα.
Αποφάσισε να πάει να κάνει φασαρία στον Τζόνι. Πρώτα θα πήγαινε στο μαγαζί για να μιλήσει με το Δήμο το λογιστή, τον τύπο που κρατούσε τα λεφτά. Γνωρίζονταν αρκετά καλά και ήταν έμπιστο άτομο, για τον Τζόνι, αν και δε δούλευαν μαζί χρόνια, διαφορετικά δε θα του εμπιστευόταν και λεφτά βέβαια. Αν κάποιος ήξερε που ήταν ο Τζόνι αυτός θα ήταν ο Δήμος. Όπως και να ‘χε το θέμα, ο Τζόνι ήταν μπλεγμένος και δεν του είχε πει τίποτα για να τον προφυλάξει. Δεν ήθελε να σκεφτεί τι θα γινόταν στην απίθανη περίπτωση που η όλη κατάσταση ήταν στημένη από αυτόν. Θα έπρεπε να ξεκόψει από οτιδήποτε ήξεραν για τον ίδιο, ν’ αλλάξει αυτοκίνητα και μηχανές, να παρατήσει το διαμέρισμα στο Περιστέρι, να πάρει νέα κινητά και αριθμούς … χάος!
Ήταν μες στην τσατίλα όταν έφτασε έξω από το μαγαζί, με τον ήλιο να έχει ήδη ανέβει ψηλά. Υπήρχαν καμιά τριανταριά αυτοκίνητα στο πάρκινγκ και κάμποσες μηχανές, οπότε υπέθεσε ότι θα δούλευε ακόμα με τρία - τέσσερα τραπέζια. Πάρκαρε μπροστά ακριβώς στην είσοδο και ο φουσκωτός στην πόρτα έκανε μια κίνηση προς το μέρος του φωνάζοντας «Ενοχλεί εκεί που την άφησες!»
Έβγαλε το κράνος του και κατεβαίνοντας τον κοίταξε με ειρωνεία «Φαίνεσαι δυνατό παιδί! Μπορείς να την τραβήξεις πιο άκρη … αφού ενοχλεί!» Ο Παύλος ήταν ψηλός, περίπου ένα κι ογδόντα πέντε, αλλά ο τύπος στην είσοδο του ‘ριχνε σίγουρα μισό κεφάλι, ενώ το τετράγωνο σώμα του ασφυκτιούσε μέσα στο καλοκαιρινό σακάκι του.
Άφησε το κράνος στο τιμόνι και αγνοώντας επιδεικτικά τον πορτιέρη που κοιτούσε απειλητικός αλλά αναποφάσιστος, κινήθηκε άνετα προς την διπλή γυάλινη πόρτα. Ένιωσε το άγγιγμα στον ώμο του, «Ένα», μέτρησε από μέσα του και τίναξε με μια απότομη κίνηση τη λαβή από πάνω του γυρίζοντας ταυτόχρονα να τον κοιτάξει στο πρόσωπο «Δεν εμποδίζει τέτοια ώρα και το ξέρεις! Ας μην μπλέξουμε τα πράγματα περισσότερο. Αν δε βαριέσαι, δε με πειράζει να την μετακινήσεις, απλά πρόσεχε». Είδε το δέρμα στο δεξί μέρος του λαιμού του να τσιτώνεται,  ένα ελαφρύ τσάκισμα στο μανίκι και τη γροθιά του να σφίγγεται! «Ένα κόμμα ενενήντα εννιά!» μέτρησε πάλι στο μυαλό του και το χέρι του ήταν ήδη στο λαιμό του μπράβου που πισωπάτησε δυο βήματα σαστισμένος και κατέρρευσε!
«Άρχισαν τα όργανα!» σιγομουρμούρισε και κοίταξε την κάμερα πάνω από την είσοδο. Έβγαλε από τη ζώνη το πτυσσόμενο κλομπ. Ήταν κι αυτό δικιά του σχεδίαση και κατασκευή. Δεν άνοιγε με αδράνεια, αλλά με ελατήριο και ασφάλιζε περιστροφικά. Για να κλείσει έπρεπε να πατηθεί μια ασφάλεια, ενώ αν χρειαζόταν, μπορούσε να ανοίξει και από την άλλη μεριά συμμετρικά, σχηματίζοντας ένα ραβδί μήκους περίπου ενός μέτρου από ανοξείδωτο ατσάλι υψηλής αντοχής. Αν τα πράγματα γινόταν πολύ δύσκολα, η μεγάλη λαστιχένια λαβή μπορούσε να διαιρεθεί στα δύο με μηχανισμό μισής στροφής, αποκαλύπτοντας δύο λεπίδες των δέκα εκατοστών στη βάση εκάστου από τα δύο κλομπ που δημιουργούνταν.
Προχώρησε στο μακρύ διάδρομο προς τη σάλα, απ’ όπου ακούγονταν ακόμα μουσική, και στο τέλος του κινήθηκε προς το χώρο των καμαρινιών, όπου βρίσκονταν και το γραφείο του λογιστή. Είδε απέναντί του άλλους δυο άντρες της ασφάλειας του μαγαζιού να έρχονται, αλλά τους πρόλαβε ο Δήμος κάνοντας νόημα ότι όλα είναι εντάξει. Του έγνεψε να περάσει μέσα στο χώρο του. Βρωμούσε ένα συνδυασμό αλκοόλ, ιδρώτα και τσιγαρίλας και το δωμάτιο ήταν σαν τεκές. Φυσικό, αφού χρησιμοποιούνταν για φύλαξη των χρημάτων και δεν υπήρχε παράθυρο.
«Μας πέτυχες σε άσχημη φάση Μπίλι!» άνοιξε την κουβέντα ο λογιστής, κοιτώντας τον σκυφτά πάνω από τα μισά γυαλιά του. Τα μάτια του πρόδιδαν κούραση και ξενύχτι για περισσότερο από μια μέρα, ενώ το χάος πάνω στο γραφείο μαρτυρούσε την απουσία του αφεντικού.
«Καλημέρα!» είπε μ’ ένα φτιαχτό χαμόγελο ο Παύλος «Έτσι λέει ο κόσμος! Παλιά εδώ κερνούσατε τους καλοδεχούμενους. Άλλαξε κάτι;»
«Όχι ρε Μπίλι! Τι βάζει ο νους σου; Απλά η δουλειά δεν πάει καλά και τον ξέρεις τον Αντρέα τώρα … πως θα κάνει όταν γυρίσει …»
« … που μας φέρνει στο θέμα της επίσκεψής μου!» τον διέκοψε «Ο Αντρέας δε φεύγει ποτέ χωρίς λόγο και χωρίς να αφήνει στοιχεία επικοινωνίας. Γιατί λοιπόν έφυγε και δεν μπορώ να τον βρω στο τηλέφωνο; Έχεις κάποιο άλλο τηλέφωνο ή τρόπο επικοινωνίας Δήμο;»
«Έλα ρε Μπίλι … ανάκριση μου κάνεις;»
«Δε μ’ ενδιαφέρει πως θα πεις τη διαδικασία. Απλά θέλω κάποιες απαντήσεις!»
«Τι να σου πω, δεν ξέρω που είναι!» ο φόβος είχε αρχίσει να διακρίνεται στη φωνή του.
«Δήμο ξέρεις ότι δεν έχω καλή σχέση με τα ψέματα. Αν … λέμε τώρα, αν … έμπαινε κάποιος, καλή ώρα σαν κι εμένα, και τσιμπούσε τις εισπράξεις Σάββατο βράδυ – Κυριακή ξημερώματα, που ‘ναι και τα νταβατζηλίκια μέσα, χοντρά λεφτά έτσι Δήμο; Που θα τον έβρισκες τον Αντρέα να τον ειδοποιήσεις;»
«Αλήθεια σου λέω Μπίλι, δεν ξέρω! Έχει μια βδομάδα να φανεί κι έχουμε φοβηθεί όλοι. Μας τελειώνουν και οι δικαιολογίες … γιατί όλο και κάποιος τον ζητάει. Ούτε στην Έφη έχει πει τίποτα!»
«Έφη; Τι εστί Έφη;»
Ο λογιστής σαν να δαγκώθηκε «Είναι μια γκομενίτσα που μας εμφάνισε τώρα τελευταία και την έχει στα όπα – όπα. Πιτσιρίκα … με το ζόρι εικοσιπέντε! Δεν την κυκλοφορεί συχνά. Κι εδώ στο μαγαζί ποτέ! Πρέπει όμως να την έχει σπιτώσει στη Βάρκιζα»
«Στο παλιό εξοχικό;»
«Ναι εκεί!»
«Πότε το έφτιαξε αυτό; Εκεί είχε να πατήσει άνθρωπος για χρόνια!»
«Το ‘χει κάνει κούκλα τώρα! Είχα πάει με τη γυναίκα και τα κορίτσια για μπάρμπεκιου το Δεκαπενταύγουστο. Κούκλα σου λέω, κούκλα! Πισίνες, τζακούζια … άλλο πράγμα!»
« … αλλά λες ότι δεν είναι εκεί τώρα!»
«Εεε, δεν πήγα να ψάξω κιόλας! Αλλά ξέρεις … δεν το ‘μαθες από μένα»
Ο Παύλος έμεινε σιωπηλός για λίγο, ζυγίζοντας την κατάσταση και ο λογιστής κινήθηκε προς το γραφείο διστακτικός και κοιτώντας τον με μια ιδέα αμφιβολίας στα μάτια. Εκτός του γραφείου, στο δωμάτιο υπήρχε επίσης ένα παλιό χρηματοκιβώτιο, με τα κλειδιά επάνω, ενώ στη γωνία πίσω από την πόρτα κρυβόταν ένα πλούσιο μπαρ. Πάνω του δέσποζε ένα Λαγκαβουλίν και δυο βαριά κρυστάλλινα ποτήρια, με χειροποίητη διακόσμηση από καθαρό ασήμι, που αναπαριστούσε, μέσα στο κρύσταλλο, το φίδι που γυρνάει και δαγκώνει τον αετό. Τα είχε κάνει δώρο ο ίδιος στον Τζόνι παλιότερα, όταν ο τελευταίος άνοιξε το μαγαζί και εμφανίστηκε επίσημα στη νύχτα της Αθήνας.
Ακόμα κι όταν πρωτογνωρίστηκαν, ο Τζόνι ήταν μπλεγμένος σε κάμποσες παράνομες δραστηριότητες, κυρίως προστασία, πορνεία και τοκογλυφία. Μέχρι οι καταστάσεις να τον υποχρεώσουν να αλλάξει πρόσωπο και όνομα, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, οπότε επανήλθε ως νεόπλουτος μεγαλοεπενδυτής στη νυχτερινή διασκέδαση με το πιασάρικο όνομα «Ανδρέας Ευαγγέλου», ήλεγχε οτιδήποτε παράνομο γινόταν στην πόλη. Από το ποιος και που θα άνοιγε παράνομο τζογάδικο, μέχρι και ποιος Πακιστανός θα δούλευε λάντζα στα μπουζούκια. Το μεγάλο του κατόρθωμα όμως, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, ήταν ότι δεν φαινόταν πουθενά. Λειτουργούσε σαν ένας «ανύπαρκτος» μεσάζοντας, μια ιδέα ενός εγκεφάλου που επενέβαινε, όταν έπρεπε και μόνο, για να ρυθμίσει, τρομοκρατήσει, ξεκαθαρίσει την κατάσταση, χωρίς ποτέ να φαίνεται ο ίδιος. Ποτέ δεν πήγαινε ο ίδιος στις «δουλειές», ποτέ δε λέρωνε τα χέρια του, ποτέ δεν έδινε ο ίδιος την εντολή. Σαν άλλος Ρόμπαξ, ξόδευε αθρόα, μεγάλα ποσά, για να εξασφαλίζει ευχαριστημένους «εργαζόμενους» που έβαζαν το χέρι στη φωτιά για πάρτη του και «συνεργάτες» που θα τον εμπιστεύονταν και θα ξαναγυρνούσαν. Στη λογική αυτή, είχε προτιμήσει ακόμη και να μπει μέσα σε δουλειές, παρά να φανεί αναξιόπιστος ή να φανερωθεί σε κάποιον, πεπεισμένος πως τα λεφτά θα γυρνούσαν πάλι σ’ αυτόν. Ακόμα και οι γυναίκες που δούλευαν γι’ αυτόν είχαν την καλύτερη γνώμη, καθώς, αν και φαινομενικά έπαιρνε τα ίδια ποσοστά με τους άλλους του χώρου, τις αντάμειβε με ποικίλους άλλους τρόπους, όπως δώρα, ταξίδια και πολυτελή διαμερίσματα για να μένουν. Φυσικά, καμία τους δε γνώριζε τον πραγματικό της «εργοδότη», που δεν επέτρεπε να τις δέρνουν οι βιτσιόζοι πελάτες και που τις άφηνε να κανονίζουν το ωράριό τους μεταξύ τους, σα βάρδιες στο νοσοκομείο ένα πράγμα. Είχε μ’ άλλα λόγια οργανώσει ένα τεράστιο εγκληματικό δίκτυο, στο οποίο κανείς δεν ήξερε τον ηγέτη και όλοι ήταν ευχαριστημένοι ή … εξαφανίζονταν. Ο Τζόνι κυκλοφορούσε πότε σαν απλό βαποράκι, πότε σαν τσεκαδόρος, πότε σαν αυτοφοράς ανάμεσα στον κόσμο του και αν διαπίστωνε το παραμικρό δείγμα απληστίας, προδοσίας ή οποιοδήποτε καρκίνωμα που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το σύστημα, απλά εξαφάνιζε την «κακοήθεια», πριν κάνει «μετάσταση» και στους γύρω του, που έτσι κι αλλιώς είχαν πολλά να χάσουν. Ο Παύλος βρίσκονταν στη μοναδική θέση να γνωρίζει ποιος ήταν και πόσο πίσω πήγαινε η ιστορία του «κου Ανδρέα Ευαγγέλου», καθώς ο δεύτερος άνθρωπος που τα γνώριζε αυτά υπήρξε η Μαρία, που δε ζούσε πια.
Έβαλε στο ένα ποτήρι τα τρία παγάκια που κολυμπούσαν ακόμα στην παγωνιέρα και λίγο ουίσκι. Το μύρισε, μετά έβρεξε λίγο τα χείλη του και ήπιε μια γουλιά απολαμβάνοντας την καπνιστή γεύση. Κοιτούσε στον καθρέπτη το λογιστή που, με νευρικές κινήσεις, ανακάτευε τα χαρτιά στο γραφείο και έψαχνε κάτι στο κινητό του. Ήταν προφανές ότι δεν αισθάνονταν άνετα με την όλη κατάσταση. Αποφάσισε ότι μπορούσε να τον πιέσει για μερικές ακόμα πληροφορίες «Πότε τους είδες τελευταία φορά; Πότε μιλήσατε;»
«Πάλι τα ίδια ρε Παύλο; Πάλι ανάκριση; Είπα ήδη πολλά!»
«Δε θα σε ρωτούσα χωρίς λόγο! Οι καταστάσεις είναι δύσκολες και μπορούν να γίνουν δυσκολότερες και για τους δυο μας, μα ειδικά για σένα!» άφησε το ποτήρι αθόρυβα και κινήθηκε γρήγορα προς το γραφείο. Είδε το λογιστή φοβισμένο να πιέζει κάτι, προφανώς το κουμπί του συναγερμού. «Δεν έπρεπε Δήμο!» του είπε και αρπάζοντας ένα βαρύ κομμάτι από το σετ γραφείου, πετάχτηκε και στάθηκε δίπλα στην κλειστή πόρτα με το κλομπ ανοιχτό.

Ο πρώτος, που έσπρωξε απότομα την πόρτα και μπήκε μέσα, έφαγε στο πρόσωπο τη γρανιτένια μολυβοθήκη και έπεσε αναίσθητος και αιμόφυρτος, ενώ στον δεύτερο, που μπήκε τρία δευτερόλεπτα αργότερα πιο προσεκτικά, του κατέβασε τα προτεταμένα χέρια που κρατούσε το όπλο με το κλομπ, πιθανότατα σπάζοντας κάτι. Μια γροθιά ακόμα στο πρόσωπο τον έκανε κι αυτόν να σωπάσει! Γύρισε προς το σαστισμένο Δήμο «Δεν ήταν ανάγκη να γίνει έτσι! Τώρα πες μου πριν φορτώσω κι άλλο! Πότε μιλήσατε τελευταία φορά; Λέγε, πριν σκεφτώ τι μπορούν να μάθουν ή να πάθουν η γυναίκα και οι όμορφες κορούλες σου!»



Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου