Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Μαΐ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 17) Ο μάγος Φίλιππος ζητάει βοήθεια

Στο σαλόνι επικρατούσε ένας χαμός, η Ειρήνη από το φόβο της, είχε ξεσκίσει όλα τα έπιπλα. Ο Φτερωτός μαζί με τον Έκτορα την κυνηγούσαν για να τη σταματήσουν, εκείνη τους αγρίευε.
    «Πώπω, τα δόντια της είναι σαν πιράνχα!» σχολίασε ο Έκτορας έντρομος.
«Λυκόσκυλο είναι….» ανταποκρίθηκε ο Φτερωτός, πιάνοντας το μαξιλάρι που δάγκωνε εκείνη τη στιγμή ο σκύλος. Ο σκύλος τραβούσε από τη μία άκρη δαγκώνοντας με όλη του δύναμη και ο Φτερωτός τραβούσε από την άλλη μεριά με όλη του δύναμη. «Ειρήνη!» της φώναξε δυνατά, αλλά το σκυλί δεν κατάλαβε τίποτα. «Ειρήνη!» ξανά φώναξε, περισσότερο απειλητικά από πριν.
      «Ένα μαξιλάρι είναι και εσύ, ας την να το φάει» του είπε ο Έκτορας, που παρακολουθούσε την κατάσταση λίγο καθούμενος πάνω στον διαλυμένο καναπέ.
      Ο Φτερωτός έπεσε αγανακτισμένος στο πάτωμα, με τα μαλλιά να καλύπτουν όλο του το πρόσωπο, βαριανασαίνοντας κουρασμένα.
      «Τι έγινε εδώ;!» φώναξε η Φρειδερίκη. «Δε σου είπα όταν πεινάς, να είσαι λίγο εγκρατής;!» απευθύνθηκε στον Έκτορα επιτακτικά.
«Δεν το έκανα εγώ» της είπε απάντησε ο Έκτορας.
      Η Φρειδερίκη γύρισε το βλέμμα της προς την άλλη πλευρά, βλέποντας τον Φτερωτό όρθιο με τα χέρια στη μέση να σκουπίζει το μέτωπο του. Λίγο πιο δίπλα η Ειρήνη ξέσκιζε με ευχαρίστηση το μαξιλάρι που κέρδισε.
      «Εσύ τα έκανες όλα αυτά;!» ρώτησε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας εκνευρισμένη την Ειρήνη. 
      «Γιατί φωνάζεις;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Έχει φάει όλα τα έπιπλα. Πού θα καθόμαστε τώρα;!» του απάντησε η Φρειδερίκη φωνάζοντας.
«Λες και θα μείνουμε εδώ πέρα, για την υπόλοιπη ζωής μας, ας πούμε» της είπε εκείνος, σταυρώνοντας τα χέρια του κάτω από το στήθος του.
«Δε θέλω πτοημένο ηθικό! Δεν είναι του επιπέδου μου» του είπε εκείνη, με ήρεμο τρόπο.
      «Δεν είπα ότι θα πεθάνουμε» της είπε ο Φτερωτός. «Εντάξει στεναχωρήθηκα για τα έπιπλα γιατί τα είχα πολλά χρόνια αλλά, τη συγκεκριμένη στιγμή μας απασχολούν άλλα»
«Έχει δίκιο» συμφώνησε ο Έκτορας.
      Ο Φτερωτός πλησίασε τη Φρειδερίκη, με διακριτικότητα. «Έμαθε για το θάνατο των γονιών της» της είπε σιγανά στο αυτί.
«Τι;! Ποιος της το είπε;!» φώναξε εκείνη.
«Αυτός!» απάντησε δυνατά ο Φτερωτός, δείχνοντας τον Έκτορα.
      Η Φρειδερίκη κοίταξε τον Έκτορα γεμάτη θυμό, εκείνος αμίλητος περίμενε το ξέσπασμα της. Όμως εκείνη ξεφύσηξε, νιώθοντας ήδη ήρεμη. «Δεν πειράζει. Έτσι και αλλιώς κάποια στιγμή θα το μάθαινε» είπε ήρεμα, κοιτάζοντας τον σκύλο.
      «Πώς πήγε;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Καλά» του απάντησε εκείνη με χαμόγελο. «Η μητέρα μου είναι και η πρώτη!» του είπε περήφανα. «Της μοιάζω!».
      «Αυτό μόνη σου το εξακρίβωσες;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Διαφωνείς;» τον ρώτησε εκείνη, ανασηκώνοντας τα φρύδια της παιχνιδιάρικα.
«Όχι. Συμφωνώ απόλυτα» της απάντησε εκείνος γελώντας.

                                   * * * *

      Ξάφνου το ένα από τα παράθυρα του σαλονιού, έσπασε λες και κάποιος του πέταξε μία δυνατή πέτρα. Ένα πυκνό σύμπλεγμα καπνού γέμισε το χώρο, προκαλώντας δύσπνοια σε όλους, έχοντας μετατρέψει την ατμόσφαιρα σε πιο βαριά.
      «Φανερώσου!» φώναξε η Φρειδερίκη νευριασμένη.
      Ο Φτερωτός βήχοντας, κούνησε τα φτερά του για να ξεδιαλύνει τον καπνό.
      Ένας περίεργος ήχος, που έμοιαζε με κρώξιμο, ξεχώρισε πίσω από τη θολούρα καπνού.
      «Κούνα και εσύ!» φώναξε τον Φτερωτό η Φρειδερίκη.
Ο Φτερωτός κούνησες πιο γρήγορα τα φτερά του, ξεκαθαρίζοντας το τοπίο.
      Μπροστά τους εμφανίστηκε ένας μικροκαμωμένος ανθρωπάκος, πάνω σένα μοβ μεσαίου μεγέθους δράκο.
      «Ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Είμαι ο Μάγος Φίλιππος» συστήθηκε ευγενικά, βγάζοντας το μυτερό τιρκουάζ καπέλο του, έκανε μία υπόκλιση με το κεφάλι του, αποκαλύπτοντας τη γυαλιστερή φαλάκρα του.
«Ο φαλακρός Φίλιππος δε λες καλύτερα» μουρμούρισε η Φρειδερίκη, προς το μέρος του Φτερωτού.
      «Ήρθα να ζητήσω βοήθεια» συνέχισε να λέει ο Φίλιππος.
«Τι έπαθες;» τον ρώτησε ο Φτερωτός, βήχοντας ακόμη.
      Ο Φίλιππος κατέβηκε από τον δράκο του και πλησίασε τον Φτερωτό.
      «Τι πάθαμε! Τι πάθαμε!» το επιφώνημα του, ήταν όμοιο με μοιρολόι. «Ένα τεράστιος δράκος, προσγειώθηκε από το πουθενά στη χώρα μας και κοντεύει να την κάνει στάχτη».
«Μα έχεις και εσύ δράκο» είπε ο Φτερωτός.
«Στη χώρα μας εκτρέφουμε μικρού έως μεσαίου μεγέθους, δράκους. Είναι ολόκληρος δράκοντας σας λέω!» τους εξήγησε πανικόβλητος.
      «Και εμείς πώς μπορούμε να σε βοηθήσουμε;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Εσύ μπορείς» της απάντησε αμέσως ο Φίλιππος.
«Συγγνώμη;» τον ρώτησε η ίδια, μη έχοντας καταλάβει.
«Έχεις βοηθήσει έναν μαθητευόμενό μου, όταν είχε έρθει στη χώρα σας για εξερεύνηση. Η περιέργεια του ήταν τόσο μεγάλη, που τον μετέτρεψε σε θύμα ενός δαιμόνιου. Αλλά εσύ τον έσωσες την κατάλληλη στιγμή. Εκείνος μου μίλησε με μεγάλο θαυμασμό και για αυτό ήρθα να σε βρω»
      «Άντε βρε έχεις και θαυμαστή» της είπε ο Φτερωτός.
«Σκάσε εσύ» του απάντησε η Φρειδερίκη αμέσως. «Ναι αλλά, δεν έχω αντιμετωπίσει ποτέ δράκο»
«Δράκοντα». Τη διόρθωσε ο Φτερωτός, τονίζοντας τη λέξη.
«Και αυτό δαιμονικό τέρας είναι» της είπε ο Φίλιππος, προσπαθώντας να την πείσει.
«Όχι. Δεν είναι απλά ένα δαιμονικό τέρας» του είπε η Φρειδερίκη.
«Είναι το τέρας των τεράτων» είπε ο Φτερωτός.
      «Πού είναι η μητέρα σου;» τη ρώτησε ο Φίλιππος.
«Θα βγάζει τα μάτια της με τον πατέρα μου, στη σοφίτα». Του απάντησε εκείνη με άνεση.
«Δε θα ακουγόντουσαν;» ρώτησε ο Φτερωτός.
«Το κάνουν στη μουγκά!» του φώναξε η Φρειδερίκη. «Κάνεις κάτι ερωτήσεις ώρες – ώρες, που πραγματικά με εξοργίσουν» του εξήγησε πιο ήρεμα.
      «Μήπως ο δράκοντας θύμωσε, που του πήρες το παιδί του;» ρώτησε ο Φτερωτός, δείχνοντας το μωβ δράκο, που καθόταν ήσυχο στην ίδια θέση.
«Όχι. Ο δράκοντας είναι κατά μαύρος, δεν έχουν καμία σχέση» του απάντησε ο Φίλιππος.
      «Η δικιά σου πού είναι;» ρώτησε η Φρειδερίκη τον Φτερωτό.
«Δεν έχω ιδέα» της απάντησε εκείνος.
«Δεν κάνεις κάποια προσπάθεια να την επικαλεστείς; Μπορεί να ξέρει κάτι»
«Δε νομίζω» της απάντησε ο Φτερωτός, τρίβοντας το μούσι του. «Ποια είναι η χώρα σου;» ρώτησε ο Φτερωτός τον Φίλιππο.
«Η Αιώρα» του απάντησε ο Φίλιππος.
«Η ποια;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Η Αιώρα» επανέλαβε ξανά ο Φίλιππος, πιο καθαρά.
      Η Φρειδερίκη γύρισε τα μάτια της προς τον Φτερωτό, εκείνος της κούνησε το κεφάλι του ανήξερος.
«Σε ποια Ήπειρο βρίσκεται;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Είναι στην περιοχή της Λίμνης Ευσεβίας» της απάντησε ο Φίλιππος.
«Τι λέει; Δεν καταλαβαίνω» απευθύνθηκε στον Φτερωτό.
«Προφανώς εννοείς άλλο πλανήτη» είπε ο Φτερωτός.
«Ναι, η χώρα μου ονομάζεται Αιώρα κόρη του Ήλιου» του απάντησε ο Φίλιππος.
      «Πώς ήρθες από εκεί εδώ;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Πετώντας» τους απάντησε με άνεση. «Όχι…Από την Πύλη…Ναι, ναι από την Πύλη» διόρθωσε αμέσως τα λόγια του.
      Η Φρειδερίκη μαζί με τον Φτερωτό κοιτάχτηκαν. Ο Φτερωτός αισθάνθηκε μία παρουσία του δίπλα του και γύρισε να δει ποιος είναι. Τρόμαξε αντικρίζοντας τη Γαριφαλιά. Εκείνη τον αγνόησε, επικεντρώνοντας τη προσοχή της στο Μάγο Φίλιππο.
      «Είναι η μοναδική Πύλη που είναι ακόμα καθαρή, επειδή την προστατεύουν δικοί μας» η ομιλία της ήταν κοφτή και δυνατή.
«Οπότε μπορούμε να την αξιοποιήσουμε» είπε με ευχαρίστηση η Φρειδερίκη.
      Η Γαριφαλιά έστρεψε το βλέμμα της πάνω στη Φρειδερίκη, εκείνη κοκάλωσε βλέποντας τη διαφορά στην όψη του προσώπου της. Το χρώμα της ήταν περισσότερο χλωμό, φλέβες ξεπετάγονταν, οι κόρες τον ματιών της είχαν μεγαλώσει.
      «Δε θα σας το συνιστούσα» είπε κοφτά.
«Και τι προτείνεις να κάνουμε;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Μπορείτε να σκεφτείτε και μόνοι σας» έβαλε την κουλά της, καλύπτοντας το μισό του προσώπου της και έκατσε πάνω στον ξεσκισμένο καναπέ. Ο Έκτορας ένιωσε άβολα δίπλα της και πήγε να κάτσει λίγο πιο εκεί.
      Η Φρειδερίκη κοίταξε τον Φτερωτό, εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Δε βρίσκω κάτι άλλο». Είπε κοιτάζοντας τον Φίλιππο. «Αλλά αυτό που συμβαίνει στην Αιώρα, δεν επηρεάζει εμάς» συνέχισε να λέει, κοιτάζοντας ελπιδοφόρα τους συνομιλητές του.
      «Σας παρακαλώ, χρειάζομαι τη βοήθειά σας!» τους παρακάλεσε ο Φίλιππος. «Ολόκληρη η Χώρα θα αφανιστεί, στον οισοφάγο ενός Δράκοντα»
      «Ακούγεται τρομαχτικό» είπε η Φρειδερίκη.
«Μπορώ να πω πως ναι» συμφώνησε ο Φτερωτός.
      Από τη σοφίτα κατέβηκαν οι γονείς της Φρειδερίκης, λιγάκι αναστατωμένοι. Η κόρη τους, τους πλησίασε με ορμή εξηγώντας στα γρήγορα τη παρούσα κατάσταση και ζητώντας στο τέλος συμβουλή για τις πράξεις τους.
      «Ο πατέρας σου θα φύγει και εγώ θα έρθω μαζί σας» απάντησε γρήγορα και κοφτά η μητέρα της.
«Πού θα πας;» ρώτησε τον πατέρα της, κοιτάζοντας τον με λύπη.
«Μη ρωτάς πολλά» της απάντησε εκείνος.
«Μην το παίζεις μυστήριο τρένο, λέγε» τον πίεσε η κόρη του.
      Ο πατέρας της άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και βγήκε μια κραυγή. Όχι, από τον ίδιο. Μία κραυγή σκέπασε τη φωνή του!

                                   * * * *

      Όλο το σπίτι ήταν περιτριγυρισμένο από Λύκους. Με ένα πέρασμα του ματιού, κατάλαβαν πως τουλάχιστον πέντε Αγέλες περικύκλωναν το σπίτι.
      «Είναι περήφανα πλάσματα» είπε η Γαριφαλιά, καθισμένη άνετα πάνω στον σκισμένο καναπέ.
      Η Ειρήνη συνοφρυώθηκε, έβαλε την ούρα κάτω από τα σκέλια της, τα πόδια της έτρεμαν. Απέφυγε το χάδι της Φρειδερίκης, κρύβοντας το κεφάλι της ανάμεσα από τα μπροστινά τα πόδια.
      Ένας μεγαλόσωμος Λύκος πέρασε μέσα από το παράθυρο και προσγειώθηκε λίγο πιο δίπλα από τον Φίλιππο.
       Ο δράκος ήταν έτοιμος να ανοίξει το στόμα του, φλόγες ανέμιζαν ανάμεσα από τα αραιά μυτερά δόντια του, ο Φίλιππος τον ακούμπησε στη ράχη του σταματώντας τον. «Δε μας αφορά» είπε σιγανά μέσα στο αυτί του δράκου.
      Ο Λύκος ήταν κατάλευκος με πυκνό ίσιο φουντωτό τρίχωμα και
μάτια άχρωμα. Γρύλισε επιδεικνύοντας, τους λεπτούς κυνόδοντες του.
      «Μη!» φώναξε ο Φτερωτός.
      Αλλά η Φρειδερίκη είχε κάνει κιόλας το πρώτο της βήμα, πέφτοντας πάνω στον τεράστιο λευκό Λύκο. Ο Λύκος πρόβαλε να αναποδογυρίσει, ρίχνοντας την κάτω. Σήκωσε πάνω τα μπροστινά του πόδια, ένα βέλος καρφώθηκε στα αριστερά πλευρά του. Ο Λύκος ηρέμησε απότομα, κρύβοντας το πόνο που ένιωθε. Δάγκωσε το βέλος και το έσπασε στη μέση, χωρίς να το βγάλει από τα πλευρά του.
      Η Αρτέμιδα κατέβασε το τόξο της αργά προς τα κάτω, μέσα από τα δυο σπασμένα παράθυρα, έβλεπε ολοκάθαρα το πλήθος Λύκων που περίμεναν υπομονετικά έξω από το σπίτι. Με το ένα χέρι της  να χαϊδεύει τα φτερά που στόλιζαν τις άκρες των βελών της, μέσα στο θηκάρι και με το άλλο να κρατάει το τόξο της, παρακολουθούσε τον τεράστιο Λύκο να πλησιάζει το τρεμάμενο από το φόβο Λυκόσκυλο.
      «Η Ειρήνη είναι μέλος της ομάδας μας!» φώναξε η Φρειδερίκη.
      Η Αρτέμιδα έκανε νόημα στη κόρη της να σωπάσει.
      Ο Λύκος κατευθύνθηκε στον Φτερωτό, ακούμπησε τη μουσούδα του στις άκρες των δαχτύλων του. Εκείνος παρατήρησε καλύτερα τον Λύκο, συνειδητοποιώντας πως του ήταν γνώριμος. «Κρυστάλλινε;» τον ρώτησε έκπληκτος.
      Ο τεράστιος Λύκος έπεσε στο πάτωμα, με τη κοιλιά του προς τα πάνω, κουνώντας χαρωπά την ουρά του. Ο Φτερωτός γονάτισε και τον χάιδεψε στην κοιλιά. «Πού ‘σαι βρε; Χαθήκαμε» του έλεγε παιχνιδιάρικα. «Μαδάς» σχολίασε βλέποντας τις τρίχες που είχαν κολλήσει στα δάχτυλα του.
      «Είναι η εποχή που μάλλον αλλάζει τρίχωμα» είπε η Φρειδερίκη. Η οποία δεν μπορούσε να διανοηθεί, το τι πραγματικά συνέβαινε. Έβλεπε τον τεράστιο λευκό Λύκο, να έχει ανέβει πάνω στον Φτερωτό και τον γλύφει στο πρόσωπο. «Θέλει να μου εξηγήσει κάποιος τι γίνεται» είπε ψύχραιμα.
      «Κάτσε ήσυχος!» πρόσταξε στον Λύκο ο Φτερωτός και ο Λύκος αμέσως τον υπάκουσε. «Ο Κρυσταλλινός είναι κάτι σαν κατοικίδιο μου» της απάντησε σιάζοντας τα μούσια του. «Τον βρήκα παρατημένο μέσα στο δάσος, έψαξα να βρω την Αγέλη του αλλά τα ίχνη τους είχαν χαθεί. Πίστεψα πως η μητέρα του τον εγκατέλειψε καιρό πριν νομίζοντας πως είχε πεθάνει ενώ ήταν ζωντανός και βαριά άρρωστος. Μέχρι την ενηλικίωση του, έμενε μαζί μου. Δεν έπαψε να ψάχνει την Αγέλη του, μέχρι που τη βρήκε και πήγε να ζήσει μαζί τους».
      «Όσο σε γνωρίζω εκπλήσσομαι» του είπε η Φρειδερίκη.
      Ο Λύκος κάθισε στα πίσω του πόδια, ύψωσε το κεφάλι του προς τα πάνω και έβγαλε με δυνατή κραυγή. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι Λύκοι.
      «Με το δικό μου θέμα τι θα γίνει;» ρώτησε ο Φίλιππος.
«Θα σε βοηθήσουμε» του απάντησε ο Φτερωτός.
Η Φρειδερίκη τον κοίταξε απότομα. «Έχουμε άλλες προτεραιότητες». «Τι πειράζει να τον βοηθήσουμε;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Πειράζει. Χάνουμε χρόνο. Ο στόχος μας είναι άλλος» του απάντησε εκείνη.
      «Ίσως να σας βγει σε καλό, η συγκεκριμένη προσφορά βοήθειας» είπε η Γαριφαλιά, παραμένοντας καθισμένη στην ίδια θέση.
«Θέλεις να πεις κάτι συγκεκριμένο;» τη ρώτησε η Φρειδερίκη, αλλά εκείνη την αγνόησε.
«Χρειάζομαι τη βοήθειά σας» τους είπε ο Φίλιππος.
      «Μπες λίγο στη θέση του!» φώναξε ο Φτερωτός προς τη Φρειδερίκη.
«Θα περιμένω να έρθει και ο μπαμπάς και ύστερα θα πάρω τη σίγουρη απόφασή μου» του απάντησε εκείνη, κοιτάζοντας τη μητέρα της.
«Από πότε χρειάζεσαι την άδεια των γονιών σου;». Τη ρώτησε ειρωνικά ο Φτερωτός.
«Μη χειροτερεύεις την κατάσταση, δε σε συμφέρει» του απάντησε εκείνη, όσο ήρεμα μπορούσε.
      «Παιδιά είσαστε φίλοι» τους είπε η Αρτέμιδα. «Αυτό που είναι να γίνει θα γίνει» συνέχισε να μιλάει, στρέφοντας το βλέμμα της προς το Φίλιππο.


                                   * * * *

      Πέρασαν από τη τελευταία Πύλη, που ήταν ακόμα ανέγγιχτη από τα δαιμόνια. Έφτασαν στην χώρα Αιώρα, μένοντας έκπληκτη με το πόσο διαφορετική ήταν.
      Χαμένη σε έναν μακρινό γαλαξία, μακριά από το συνηθισμένο σύμπαν, έναν ολόκληρος πλανήτης λεγόταν Αιώρα. Η απόχρωση του είχε ανοιχτό μωβ χρώμα, με λίγες αποχρώσεις σκούρο. Το πάνω μέρος του πλανήτη γνωστό ως ουρανός, κάλυπταν ανθισμένα λουλούδια κισσού. Το έδαφος ήταν λείο, με λαμπερά μικρά πετρώματα όπως τα αστέρια. Μέρα και νύχτα δε ξεχώριζαν, μιας και δεν είχαν ούτε φεγγάρι ούτε ήλιο. Κοιμόντουσαν, ξυπνούσαν, δούλευαν και ξεκουραζόντουσαν, όποτε οι ίδιοι ήθελαν. Ένιωθαν περήφανοι που δεν τους εξουσίαζε ο χρόνος.
      Στον πλανήτη Αιώρα, η ατμόσφαιρα ήταν ελάχιστη. Μπορούσες να αιωρηθείς άνετα λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος και να πας πιο γρήγορα από μέρος σε μέρος.
      Διαχωριζόταν σε δέκα διαφορετικές περιοχές (ηπείρους). Ο Φίλιππος έμενε στην περιοχή Αιώρα, που έχει και το ίδιο όνομα με τον πλανήτη του.
     
                                   * * * *
  Σχεδόν όλο το πάνω μέρος, είχε παραδοθεί στις φλόγες. Μικροσκοπικοί άνθρωποι, με πολύχρωμα ρούχα και μυτερά καπέλα, έτρεχαν από εδώ και από εκεί. Τέσσερις είχαν πιάσει με τα χέρια τους ένα μεγάλο καζάνι και το έριχναν στο έδαφος, όταν έφτανε στα πόδια του Δράκοντα πυκνός καπνός έβγαινε, προκαλώντας τον να βγάλει ακόμα πιο πηχτή σα λάβα φωτιά από το μεγάλο στόμα του. Άλλοι έβγαζαν από τα χέρια του πυκνές μπάλες και τις έριχναν πάνω στο σώμα του Δράκοντα, ήταν δηλαδή σα να τον πυροβολούσαν.
      Ο Δράκοντας ήταν τεράστιος. Το κεφάλι του περνούσε ξυστά ανάμεσα από τα φύλλα κισσού που κρέμονταν, το οποίο ήταν σαν πλαγιαστό αβγό, τραχύ, σε απόχρωση σκούρο καφέ, με δύο γουρλωμένα μελί μάτια να κοιτάν εδώ και εκεί ελέγχοντας τα πάντα. Τα δύο σαγόνια του, κατείχαν αμέτρητα μυτερά λεπτά δόντια. Το σώμα του ήταν επίσης τραχύ, με τεράστια άνω και κάτω άκρα.
     
      «Φυλαχτείτε!» φώναξε η Αρτέμιδα, ρίχνοντας την κόρη της να πέσει κάτω.
      Έτρεξαν όλοι σε όποια κατεύθυνση μπορούσαν Ο Φτερωτός έπιασε από το χέρι τον Έκτορα και έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από ένα πέτρινο σπίτι. Η Αρτέμιδα μαζί με την Φρειδερίκη σύρθηκαν στο έδαφος, καθώς ένα στρώμα φωτιάς περνούσε από πάνω τους. Η Γαριφαλιά στεκόταν αγέρωχη, αντικριστά στον μεγάλο Δράκοντα. Ύψωσε το χέρι της, μέσα από το κέντρο της ανοιχτής παλάμης της βγήκε μία λουρίδα αγνό λαμπερό φως, που συγκρούστηκε με τη φωτιά του Δράκοντα.
      Η Αρτέμιδα σηκώθηκε απότομα από το έδαφος, έπιασε το τόξο της, παίρνοντας από το θηκάρι της τέσσερα τόξα. Τα έριξε ταυτόχρονα, σημαδεύοντας τον λαιμό του Δράκοντα. Αμέσως πήρε ξανά, αλλά τέσσερα βέλη, διατηρώντας σταθερό τον στόχο της. Έριξε συνολικά σαράντα βέλη.
      Ο Δράκοντας έμοιαζε να αποδυναμώνεται, βοηθούσε πολύ και η αντίσταση που κρατούσε η Γαριφαλιά.
      «Ρε συ η δικιά σου, από πότε έγινε σούπερ νόβα;» ρώτησε η Φρειδερίκη τον Φτερωτό, με τα μάτια της να θαυμάζει την ικανότητα της Γαριφαλιάς.
«Τι να σου πω. Μάλλον έκανε αναβάθμιση του εαυτού της» της απάντησε ο Φτερωτός.
Η Φρειδερίκη στριφογύρισε τα μάτια της. «Να φτιάξουμε μία παγίδα» σκέφτηκε δυνατά.
«Με τι;». Τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Δεν ξέρω. Το ψάχνω ακόμα» του απάντησε εκείνη, με το βλέμμα της να περιπλανιέται, ψάχνοντας αξιοποιήσιμα υλικά.
«Μπορεί και να μη χρειαστεί» της είπε ο Φτερωτός, δείχνοντας τον Δράκοντα.
      Εκείνη τη στιγμή έβλεπαν τον Δράκοντα, να ανοιγοκλείνει νευρικά το στόμα του σα κάποιον που θέλει να μιλήσει αλλά του έχει κοπεί η φωνή, να έχει χάσει τον βηματισμό του μπερδεύοντας τα πόδια του με τη μεγάλη παχιά ουρά του. Έπεσε κάτω σπάζοντας σχεδόν, όλα τα πετρώματα του εδάφους.
      Ο Φίλιππος από τα νεύρα του έβγαλε το καπέλο του, το έριξε στο έδαφος και άρχισε να το πατάει. «Μας διέλυσε! Μας διέλυσε!». Φώναζε χοροπηδώντας με δύναμη πάνω στο μωβ καπέλο του.
      «Τελείωσε;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Έχω την εντύπωση πως ναι» της απάντησε η μητέρας της.
      Η Γαριφαλιά εμένα ακίνητη στο ίδιο μέρος, με κατεβασμένα τα χέρια, κοιτούσε ακόμα τον αναίσθητο Δράκοντα.
      Η Φρειδερίκη πήγε κατά πάνω της, να την αγκαλιάσει. Τότε κατάλαβε πόσο παγωμένη ήταν. Σάστισε. Με τα χέρια της να έχουν κρυώσει, λες και έπιασε ένα κομμάτι πάγου. Η Γαριφαλιά την προσπέρασε χωρίς να της πει τίποτα, κατευθύνθηκε προς την Δύση. Ο Φτερωτός μπήκε στο δρόμο της, αλλά εκείνη μην ακούγοντας τα λόγια του τον έσπρωξε για να περάσει.
      «Θα έχει περίοδο» είπε ο Έκτορας και όλοι κάρφωσαν το βλέμμα τους πάνω του. «Το ξέρω από τη μαμά μου. Τις μέρες που έχει περίοδο, νομίζω θα γκρεμίσει όλο το σπίτι».
«Πόσες μέρες κρατάει ο κύκλος της;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Δεν ξέρω. Δεν της έχω μετρήσει. Όσες και να ‘ναι, ατελείωτες είναι» της απάντησε ο Έκτορας. «Εσύ δεν έχεις;». Τη ρώτησε ο Έκτορας.
«Έχω» του απάντησε η Φρειδερίκη αμέσως.
«Και εσύ;!» τη ρώτησε σοκαρισμένος ο Φτερωτός.
«Όχι τώρα, γενικά» του απάντησε η Φρειδερίκη με άνεση.
«Α» αναφώνησαν ο Έκτορας μαζί με τον Φτερωτό.

      Από το πουθενά ακούστηκε ένα επιφώνημα αλόγου, όλοι τους γύρισαν τα κεφάλια τους να δουν. Προς την αντίθετη κατεύθυνση, ένα λευκό άλογο ανασήκωνε τα μπροστινά του πόδια, έχοντας για καβαλάρη έναν ψηλό άντρα με μοιραίο ξανθό μαλλί. Ο ξανθός καβαλάρης, τέντωσε τα χαλινάρια του αλόγου, το άλογο έτρεξε γρήγορα προς το μέρος τους.

      Ο Έκτορας βλέποντας να πλησιάζει, αγκάλιασε σφιχτά το μπούτι του Φτερωτού. Εκείνος ενοχλήθηκε, επιχειρώντας να απελευθερώσει το πόδι του, αλλά ο Έκτορας είχε δέσει γερά τα χέρια του. Η Φρειδερίκη έβαλε για σκέπαστρο το ένα της χέρι πάνω από τα μάτια της, για να μπορεί να βλέπει καλύτερα. Ο δυνατός ήλιος εμπόδιζε όλους να δουν, το πρόσωπο του καβαλάρη. Το μόνο που έβλεπαν ήταν τα ξανθά μαλλιά του να ανεμίζουν. 



Consantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου