Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29 Μαΐ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 18)

Την ώρα που η μουσική σταματούσε, ο Παύλος έφευγε με τη μηχανή ρίχνοντας ένα ακόμα υποτιμητικό βλέμμα στον πορτιέρη που καθισμένος στην άσφαλτο, είχε ακουμπήσει στο φτερό ενός αυτοκινήτου και προσπαθούσε να συνέλθει. Είχε μάθει αυτά που ήθελε. Ο Τζόνι δεν είχε φύγει απροειδοποίητα, αλλά δεν είχε πει και που θα πήγαινε. Είχε δώσει οδηγίες στο λογιστή για ένα μήνα περίπου και έλειπε ήδη μια βδομάδα. Δεν είχε αναφέρει αν θα έπαιρνε την γκόμενα μαζί του, ούτε αν θα έφευγε στο εξωτερικό. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας θα ήταν πιθανόν το mail. Τελευταία φορά βρέθηκαν στην τράπεζα, όπου εξασφάλισαν την απαραίτητη ρευστότητα για τον επόμενο μήνα. Δεν ήταν διασταυρωμένες πληροφορίες, αλλά κρίνοντας από τα τρεμάμενα χείλη και το ποτάμι του ιδρώτα στο πρόσωπό του, ο λογιστής μάλλον έλεγε την αλήθεια.
Ο Τζόνι λοιπόν ήθελε να κρυφτεί, αλλά από τι; Ήταν τελικά δυνατό να θέλει να τον βγάλει από τη μέση και μάλιστα με τόσο κακοστημένο τρόπο. Δύσκολα, αυτό το εναντίον του Παύλου φιάσκο, θα ήταν δουλειά δικιά του, όσο κι αν και η τύχη έπαιξε το ρόλο της. Πως όμως βρήκε επαφές για να ψάξει το παρελθόν του στην Ινδία; Όχι ότι ήταν αδύνατο, αλλά δεν υπήρχε κανένας κοινός γνωστός. Εκείνο το κομμάτι της ζωής του δεν το ήξερε κανείς από τους τωρινούς του συνεργάτες. Ακόμα και ο Ζακ, με τον οποίο είχε καιρό να μιλήσει, δεν είχε καμιά άλλη επαφή στην Ελλάδα, πόσο μάλλον με τον Τζόνι συγκεκριμένα, για να παίξει αυτό το ρόλο. Κι ο Τζόνι απ’ την πλευρά του είχε ένα θέμα με τους Εβραίους και δεν έκανε δουλειές, ούτε είχε επαφές στο Ισραήλ. Το σίγουρο ήταν πάντως ότι μετά τη φασαρία στο μαγαζί η σχέση του με τον Τζόνι και το σινάφι του θα έκανε καιρό να αποκατασταθεί … αν αυτό γινόταν ποτέ.
Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό του, αποφάσισε να ξεκουραστεί μέχρι το απόγευμα στο σπίτι στην Αγιά Σωτήρα. Το εντελώς απομονωμένο αυτό εξοχικό ήταν το απόφθεγμα όλων των ονείρων και ευχών που έκανε στα νεανικά του χρόνια, και ήταν το μοναδικό ακίνητο που κατείχε χωρίς να είναι κομμάτι της ζωής του πριν το κώμα. Το είχε αγοράσει σαν γιαπί, που προοριζόταν για βιομηχανικός χώρος, και αποτελούνταν από δύο στενόμακρα επίπεδα των τετρακοσίων πενήντα τετραγωνικών το καθένα και άλλο τόσο υπόγειο. Είχε κάνει τα σχέδια μόνος του και ανέθεσε την υλοποίηση διαδοχικά σε πολλούς εργολάβους ώστε κανείς να μην αποκτήσει οικειότητα και να μην γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες. Διάφορα σημεία, όπως τις κρυψώνες και το συνεργείο – μηχανουργείο στο υπόγειο, μαζί με το γκαράζ τα τελείωσε μόνος του.
Στο πάνω επίπεδο, με νότιο προσανατολισμό, είχε φτιάξει ένα μεγάλο αίθριο, κλεισμένο με ανοιγόμενα άθραυστα τζάμια είκοσι χιλιοστών, με ορατότητα από ανατολή μέχρι δύση, για να μπορεί να βλέπει και τα δύο αναλόγως την ώρα, και έναν εσωτερικό κήπο με καλλωπιστικά, αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά. Πίσω από το αίθριο είχε διαμορφώσει τους χώρους διαμονής του. Στην άλλη πλευρά της βαριάς ξύλινης με ορειχάλκινη διακόσμηση πόρτας, που το χώριζε από το αίθριο, δέσποζε ένα διαμπερές καθιστικό - σαλόνι με παραδοσιακό στυλ και ένα τεράστιο κρεμαστό τζάκι, στη μέση του χώρου. Η εστία, που το ύψος της ελάχιστα ξεπερνούσε το δάπεδο, περιστοιχίζονταν από δύο αντίστοιχου μεγέθους και ύψους ημικυκλικούς καναπέδες με δέρμα και ύφασμα σε μπορντό και καφέ χρώματα. Οι δύο πιο μακρινές γωνίες του χώρου είχαν επιπλωθεί και διαμορφωθεί με διαφορετικά θέματα και τεχνοτροπίες από την Ινδία και την Νότιο Αμερική, ενώ η τρίτη αποτελούσε το χώρο τηλεόρασης που πρόσφατα είχε αναβαθμίσει με την τοποθέτηση προβολικού. Στην τελευταία είχε μεταφέρει και εγκαταστήσει ένα μικρό μπαρ από ένα παλιό ροκάδικο. Ένα ψηλό πάσο, επενδυμένο στην πλευρά του σαλονιού με σκούρο ραμποτέ ξύλο, χώριζε την βιομηχανικού τύπου κουζίνα με το μίνιμαλ στυλ τραπέζι και τον τεράστιο ψυγειοκαταψύκτη. Δίπλα ξεκινούσε ένας ευρύχωρος διάδρομος που αφήνοντας το μπάνιο στα δεξιά και τη σάουνα, χαμένα λεφτά δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ, οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα με το βεστιάριο και το γραφείο με την μεγάλη βιβλιοθήκη των επτά χιλιάδων εξακοσίων τριάντα οκτώ τίτλων.
Στο κάτω επίπεδο είχε τοποθετήσει την πισίνα και το γυμναστήριο, μαζί φυσικά μ’ ένα ακόμα μπάνιο. Τα τρία επίπεδα συνδέονταν και με σκάλα, που ξεκινούσε από το τέλος του διαδρόμου προς τα κάτω, αλλά και με ασανσέρ που έβγαινε στο σημείο ανάμεσα στο αίθριο και στο σαλόνι. Η πόρτα αυτού του ασανσέρ άνοιξε και ο Παύλος ένιωσε την αποπνικτική ατμόσφαιρα του θερμοκηπίου στο δέρμα του. Πήγε στη γωνία και πίεσε τους διακόπτες για το άνοιγμα των τεράστιων υαλοπινάκων. Φρέσκος αέρας πλημμύρισε αμέσως το χώρο και κούνησε τα φυλλώματα στον κήπο φέρνοντας διάφορες μυρωδιές, τη μια καλύτερη από την άλλη, βασιλικός, λουίζα, φασκόμηλο, δεντρολίβανο και μαντζουράνα και δυόσμο. Το λάτρευε αυτό το σπίτι για πολλούς λόγους και οι μυρωδιές του ήταν ένας από τους σημαντικότερους. Ο Παύλος πίστευε ότι η μυρωδιά ενός σπιτιού αποτελούσε και σφραγίδα των κατοίκων του. Θυμόταν από μικρός ότι ένα σπίτι που επισκέπτονταν με τους γονείς του και περνούσε καλά, θα μύριζε και ωραία δίχως άλλο, ενώ ήταν πάντα αρνητικά προκατειλημμένος μ’ αυτούς που ζούσαν σ’ ένα σπίτι που δεν του άρεσε η μυρωδιά του. Πέρασε στο σαλόνι κι από ‘κει στο διάδρομο όπου ρύθμισε τον κλιματισμό των χώρων. Βαριόταν και νύσταζε φοβερά, αλλά έπρεπε να κάνει τις διαδικασίες που είχε καταγράψει ως απαραίτητες για κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι, ώστε να αποφύγει απρόβλεπτα περιστατικά και «άσχημες καταστάσεις». Έχασε λοιπόν άλλη μισή ώρα να ελέγξει το καμουφλαρισμένο θησαυροφυλάκιο, την κρύπτη πίσω από το μπουντουάρ, τα αποθέματα καυσίμων και νερού, τη λειτουργία της γεννήτριας, την κρυφή αποθήκη κάτω από την πισίνα, τα υπάρχοντα του ψυγείου, το αυτόματο πότισμα και διάφορα άλλα που είχε σημειώσει σ’ ένα «φύλλο ελέγχου». Έβαλε να ψήνεται μια κατεψυγμένη τυρόπιτα, που παράγγελνε συχνά από ένα τοπικό συνεταιρισμό γυναικών, και μπήκε για μπάνιο.

Αισθάνονταν πάντα φοβερή ασφάλεια σε αυτό το σπίτι, αλλά μετά τα χθεσινά κουβαλούσε παντού, ακόμα και στο μπάνιο, το FN! Δεν ήταν σίγουρος αν είχε φοβηθεί τόσο πολύ, ή ήταν κάτι άλλο, μα τον ενοχλούσε η δειλία του αυτή. Έκατσε μέσα στη γεμάτη μπανιέρα μέχρι να μουλιάσει και να χαλαρώσει. Βγήκε με το ζόρι, για να μην πάρει φωτιά ο φούρνος, και γυμνός, αλλά πάντα με το όπλο στο χέρι, πήγε να κλείσει το διακόπτη. Ένιωθε χώμα. Παράτησε το ταψί στον πάγκο και πήγε όπως ήταν για ύπνο. Ο κλιματισμός είχε φτιάξει ήδη μια καλή ατμόσφαιρα και χώθηκε κάτω από τα αγαπημένα του, φυσικά μαύρα, μεταξωτά σεντόνια. Βυθίστηκε στον ύπνο πριν καλά - καλά το σώμα του σχηματίσει στο στρώμα το αποτύπωμά του, που στην άκρη του χεριού του είχε το σχήμα του όπλου που κρατούσε ακόμα.



Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου