Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

4 Μαΐ 2017

0 Η Τελετή 2: Έξω από τα τείχη (Κεφάλαιο 7)

Είμαι στο γραφείο του Ντάνιελ. Έχω κολλήσει τον μεγάλο χάρτη σε έναν άδειο τοίχο. Ίσα-ίσα χωράει. Με ένα μολύβι έχω κυκλώσει τον προορισμό μας. Είναι πολύ μεγάλο για να είναι χωριό αλλά και πολύ μικρό για να είναι πόλη.
Πηγαίνω στο δωμάτιό μου και ο Ντάνιελ έχει ήδη ξυπνήσει και πρέπει τώρα να είναι στην τουαλέτα καθώς ακούω το νερό του μπάνιου να τρέχει. Πατάω το κουμπί κάτω από το κομοδίνο μου και ανοίγει το κάδρο πάνω από το κεφάλι του κρεβατιού. Φαίνεται ότι χρησιμοποίησαν τον ίδιο μηχανισμό με το μυστικό πέρασμα του πατέρα μου για το χρηματοκιβώτιο. Πατάω τον κωδικό και το τζάκι ανοίγει.
Κατεβαίνω τα σκαλιά και βρίσκομαι μπροστά στα πλούτη του βασιλείου. Σίγουρα δεν έχουμε το ίδιο νόμισμα οπότε θα δώσω τα ποσά σε χρυσό για να τα ανταλλάξουν με αντικείμενα ή χρήματα των ανθρώπων. Παίρνω αρκετά για όλους. Δεν ξέρω πόση αξία έχουν όλα αυτά για τους ανθρώπους. Ελπίζω να είναι λογικές οι τιμές αλλιώς έχουμε πρόβλημα.
Γυρίζω πίσω στο γραφείο του Ντάνιελ. Ξέχασα κάτι σημαντικό, να επιλέξω ομάδα για την αποστολή. Έχω ήδη τον Ντάνιελ. Αυτοί μας κάνουν δύο. Χρειάζομαι άλλους τέσσερις. Σίγουρα τον Ματ. Τον Κρίστιαν σίγουρα θα τον πάρει η Κάσια. Τον Μπράντον θα τον πάρει ο Μιγκέλ. Ο Βίκτωρ… Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Θα ζητήσω μάλλον μερικά άτομα από την παλιά μου ομάδα. Την Άναμπελ, τον Κρίστοφερ και τον Φρέντερικ. Η Άναμπελ μετά την μάχη αποφάσισε να συνεχίσει την εκπαίδευση ως στρατιώτης πια. Ο Φρέντερικ από όσο ξέρω είναι το αγόρι της Άναμπελ και συνεργάζονται τέλεια μαζί. Ο Κρίστοφερ είναι πολύ δυνατός και θα βοηθήσει σε μια γη που δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τις δυνάμεις μας.
Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα ο Μιγκέλ. Δίνει τα στοιχεία της ομάδας του και του δίνω σε μια τσάντα το ποσό του. Κοιτάζει μέσα και γουρλώνει τα μάτια του.
«Γιατί τόσα πολλά; Όλη τους τη γη έχουμε σκοπό να αγοράσουμε;» με ρωτάει ειρωνικά.
«Αυτά είναι μόνο το μερίδιο της ομάδας σου. Θα εξηγήσω αργότερα για ποιον λόγο σας έδωσα σε όλους τόσα πολλά».
Το στόμα του έχει μείνει ορθάνοικτο καθώς νόμιζε ότι αυτά που του έδωσα είναι για όλους. Απορία ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του αλλά δεν μιλάει.
«Συνάντησέ με, με την ομάδα σου, έξω από την βιβλιοθήκη».
Κάνει υπόκλιση και αποχωρεί. Μόλις βγαίνει έξω, μπαίνει μέσα η Κάσια. Με καλημερίζει γλυκά και κάνει αναφορά των ατόμων της ομάδας της. Έτσι συνεχίζουν να μπαίνουν και οι υπόλοιποι και τέλος έρχεται ο Ντάνιελ.
«Όλα έτοιμα; Τι κάνουμε τώρα;» μου λέει και με παίρνει αγκαλιά.
«Μας περιμένουν έξω από την βιβλιοθήκη όλοι τους. Πάμε και θα δεις. Αν μπορείς ενημέρωσε την Άναμπελ, τον Ματ, τον Κρίστοφερ και τον Φρέντερικ για την αποστολή και φέρε τους στο εργαστήριο του πατέρα μου» του λέω και με κοιτάει μπερδεμένος. Ξεκολλάω τον χάρτη από τον τοίχο και κατευθυνόμαστε προς την βιβλιοθήκη.
Φτάνω μπροστά από το μεγάλο χτίριο και είναι όλοι εκεί έξω και περιμένουν ήρεμα. Τους λέω να με ακολουθήσουν και πηγαίνουμε στο εργαστήριο του πατέρα μου. Μπαίνω μέσα και ανοίγω τη μυστική πόρτα στο δάπεδο. Όλοι έχουν μείνει με το στόμα ορθάνοικτο. Αρχίζω και κατεβαίνω τις σκάλες.
«Θα έρθετε ή θα πάω μόνη μου;» λέω και με ακολουθούν σιγά-σιγά όλοι. Ανοίγω το φως και μπαίνουμε μέσα στην αίθουσα με τα έρμποουτς. «Αυτά εδώ είναι έρμποουτς. Είναι σαν αμάξια μόνο που λειτουργούν με την ενέργεια του αέρα που εμείς τους δίνουμε. Ένας οδηγεί και άλλοι δύο ή τρεις δίνουν ενέργεια. Η κάθε ομάδα θα πάρει από δύο έρμποουτς. Είναι πολύ εύκολο. Ανάλογα με το πόσο αέρα δίνεις, τόσο πιο γρήγορα κινείται» λέω και όλοι φαίνονται ανυπόμονοι να μπουν μέσα να τα δοκιμάσουν.
«Αυτός είναι ο προορισμός μας» εξηγώ και ανοίγω τον χάρτη που έφερα μαζί μου. «Για να φτάσουμε εδώ χρειαζόμαστε περίπου οχτώ ώρες μέσα από αυτό του τούνελ. Δεν γίνεται να κάνουμε 16 ώρες ταξίδι κάθε μέρα για να φέρουμε μερικά πράγματα πίσω. Έτσι αποφάσισα να μείνουμε εκεί έξω για δέκα μέρες. Κάθε μέρα θα συναντιόμαστε σε αυτήν την πλατεία στις 9:00 ακριβώς οι αρχηγοί των ομάδων για να δίνουμε αναφορά. Κατόπιν αναφοράς όποιος χρειάζεται μπορεί να γυρίσει πίσω στην αυλή. Για τον λόγο αυτό σας έδωσα τόσο χρυσό. Μόλις φτάσουμε εκεί θα βρούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον χρυσό μας με χρήματα. Για εννιά νύχτες θα μένουμε σε ξενοδοχείο ή πανδοχείο ή ακόμα και σε διαμέρισμα. Ότι επιλέξει ο καθένας. Είναι δικιά του απόφαση. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για το πόσο ακριβά είναι εκεί άρα δεν ξέρω και πόσα χρήματα θα χρειαστείτε. Κύριοι και κυρίες, επιβιβαστείτε παρακαλώ στα οχήματα και εκτελέστε την αποστολή σας» λέω και όλοι μαζί συγχρονισμένα χτυπάνε προσοχή.
Σιγά-σιγά διαλύονται, μπαίνουν μέσα στα έρμποουτς και κατευθύνονται με μεγάλη ταχύτητα μέσα στο τούνελ. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα το κάθε όχημα έχει εξαφανιστεί. Είναι εκπληκτικό πόσο γρήγορα πηγαίνουν.
Βγαίνω έξω και βλέπω τον Ντάνιελ να έρχεται με τον Ματ, την Άναμπελ, τον Κρίστοφερ και τον Φρέντερικ. Τους χαιρετάω όλους ευγενικά και κατεβαίνοντας προς τα έρμποουτς τους τα εξηγώ όλα για μια ακόμα φορά.
«Τι δηλαδή, πρέπει να μείνουμε εκεί έξω για δέκα ολόκληρες μέρες;» λέει ο Φρέντερικ.
«Ωραία!» πετάγεται ο Κρίστοφερ σφυρίζοντας. «Εγώ θα πάρω αυτό» λέει και μπαίνει μέσα στο κόκκινο αμάξι μου. Ακουμπάει το τιμόνι και τίποτα. «Ει! Γιατί δεν δουλεύεις;» φωνάζει και αρχίζει και χτυπάει το τιμόνι.
Δεν προλαβαίνω να τον σταματήσω και ένα κύμα ηλεκτρισμού τον χτυπάει δυνατά. Αυτό δεν το περίμενα. Όχι ότι όλα τα άλλα τα περίμενα. Βγαίνει από το όχημα και το κεφάλι του βγάζει καπνούς. Τα μαλλιά του έχουν σηκωθεί και βάζω τα γέλια.
«Συγνώμη, αυτό το έρμποουτ είναι μόνο για εμένα» του λέω μέσα από τα χαχανητά μου.
«Έτσι και αλλιώς δεν το θέλω. Στο χαρίζω» μου λέει ζαλισμένος και βάζουμε όλοι μαζί τα γέλια.
Στο ένα έρμποουτ μπαίνουμε εγώ, ο Ντάνιελ και ο Ματ και στο άλλο ο Κρίστοφερ στο τιμόνι, ο Φρέντερικ και η Άναμπελ. Βάζω τα χέρια το τιμόνι και αυτό αμέσως παίρνει μπρος.
«Εμείς που βάζουμε ενέργεια;» λέει ο Ματ.
«Δεν ξέρω ακριβώς με τι λειτουργεί αυτό το έρμποουτ αλλά δεν φαίνεται να χρειάζεται άλλη βοήθεια» λέω και νιώθω σαν να παίρνει ελάχιστη από την ενέργεια του σώματός μου.
Βάζω λίγη παραπάνω ενέργεια και φεύγει βολίδα. Κρατιέμαι δυνατά για να μην ξεφύγω από το τιμόνι καθώς πάμε πολύ γρήγορα. Από τους καθρέφτες βλέπω τα παιδιά πίσω να μας ακολουθούν. Μετά όμως από δύο λεπτά χάνονται καθώς πάμε δέκα φορές πιο γρήγορα. Σε λίγο, και ας έχουν ξεκινήσει εδώ και ώρα, βλέπουμε μπροστά μας και τις άλλες ομάδες. Μέσα σε μερικές στιγμές τους έχουμε προσπεράσει και τους έχουμε χάσει τελείως.
«Τατιάνα; Δεν πας λίγο πιο αργά; Πρέπει να μείνουμε μαζί με την ομάδα μας. Θα αργήσουν πολύ να μας φτάσουν» μου λέει ο Ντάνιελ.
Προσπαθώ αλλά δεν ξέρω πώς να κάνω κάτι τέτοιο. «Φαίνεται ότι αυτό το πράγμα παίρνει ενέργεια από την δικιά μου» λέω κάπως ήρεμη.
«Τι εννοείς παίρνει ενέργεια από την δικιά σου; Δηλαδή πάμε τόσο γρήγορα με την ενέργεια και μόνο ενός ατόμου, δεν νιώθεις καθόλου κούραση και συνεχίζουμε; Αυτό ήταν... Θα πεθάνουμε σε ένα έρμποουτ, πώς το λένε» λέει ο Ματ σχεδόν φωνάζοντας.
«Ηρέμησε. Δεν θα γίνει αυτό για πολύ» λέει ήρεμα ο Ντάνιελ.
«Είσαι τρελός; Έχεις δει τι μπορεί να κάνει με την δύναμή της; Αν βάλει λίγη ακόμα μπορεί να περάσουμε και το φράγμα του ήχου!» λέει απελπισμένος ο Ματ.
«Ηρέμησε. Κάποια στιγμή θα κουραστώ ή θα φτάσουμε ή κάτι τέλος πάντων. Δεν ξέρω τι, πάντως δεν θα πάθουμε τίποτα» του λέω και φαίνεται να ηρεμεί λίγο.
Και έτσι περνάνε οι ώρες σιγά-σιγά. Όσο πάει βάζω και λίγη παραπάνω ενέργεια και πάμε όλο και πιο γρήγορα. Αφού δεν ξέρω πώς να πάω πιο αργά τότε ας φτάσουμε πιο νωρίς. Συνεχίζουμε λέγοντας διάφορες χαζομάρες και ιστορίες. Όπως το γιατί δεν συμπαθούσα τον Ματ –αυτό είμαι σίγουρη πως ούτε ο Ματ ήθελε να αναφερθεί αλλά και ούτε ο Ντάνιελ να το μάθει. Αλλά επέμενε, δε φταίω εγώ. Μετά από την άσχημη αυτή διήγηση μου, νεκρική σιωπή πέφτει στο όχημα. Ο Ματ και ο Ντάνιελ κοιμούνται εδώ και κάνα εικοσάλεπτο.
«Ε, παιδιά» λέω αλλά δεν με ακούει κανείς τους. «Ε, παιδιά!» ουρλιάζω και ξυπνάνε μαζί φωνάζοντας.
Μπροστά μας πλησιάζουμε με μεγάλη ταχύτητα έναν τοίχο. Έναν τεράστιο τοίχο. Ούτε δρόμος αριστερά ή δεξιά. Αδιέξοδος. Φωνάζουμε όλοι μαζί περιμένοντας τη μοιραία σύγκρουση. Αυτό ήταν! Θα πεθάνω με δύο άντρες μέσα σε ένα αμάξι από υπερβολική ταχύτητα! Γιατί; Γιατί;
Ξαφνικά ο τοίχος παίρνει κλίση και ανεβαίνουμε στην επιφάνεια. Φως δυνατό με χτυπάει στα μάτια και αφήνω τα χέρια από το τιμόνι. Το όχημα σταματάει σιγά-σιγά και όλοι παίρνουμε μια ανάσα ανακούφισης.
«Όλοι έξω» λέω και βγαίνουμε έξω. Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά μας μια πόλη. «Δεν μπορώ να οδηγήσω με τέτοια ταχύτητα εκεί μέσα».
«Γιατί όχι;» λέει ο Ντάνιελ.
«Γιατί όχι; Πρέπει να πηγαίναμε τουλάχιστον με τετρακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Τι ώρα είναι;» λέω απότομα και ο Ματ κοιτάει το ρολόι του.
«Δύο» μου λέει
Μένω με το στόμα ανοικτό. «Κάναμε τέσσερις ώρες για να φτάσουμε ενώ θα έπρεπε να κάνουμε οχτώ με εννιά. Αυτό θα έπρεπε κάτι να σου λέει» λέω απότομα στον Ντάνιελ και με κοιτάει.
«Και τι θα κάνουμε τώρα; Θα οδηγήσω εγώ;» μου λέει ειρωνικά.
«Ναι» απαντάω και του ρίχνω ένα χαμόγελο.  
«Τι; Όχι. Να γίνω κι εγώ ψητός σαν τον Κρίστοφερ; Να μου λείπει» μου λέει και πάει να μπει πίσω.
«Θα πιάσει. Εμπιστεύσου με» του λέω και μετά από λίγο μπαίνει μέσα δύσπιστος.
Πιάνει το τιμόνι και με το ζόρι παίρνει μπρος η μηχανή. «Ωραία και τώρα τι;» μου λέει και τον ακουμπάω στο πόδι. Η μηχανή μπαίνει σε πλήρη λειτουργία και πηγαίνει τέλεια. Ανάλογα με το πόσο επιτρέπει ο Ντάνιελ. Μπορεί να πηγαίνει και με δέκα την ώρα μπορεί και με διακόσια.
«Πώς το έκανες αυτό;» μου λέει ο Ματ.
«Θυμάστε που με τον Κρίστιαν δεν έπαιρνε καν μπρος η μηχανή; Τώρα που είδα ότι παίρνει τον Ντάνιελ αλλά με το ζόρι ήμουν σίγουρη. Δεν παίρνει οποιαδήποτε ενέργεια αλλά μόνο πνευματική. Αν απλώς βάζω την πνευματική μου ενέργεια στον Ντάνιελ αυτός θα μπορέσει να την διοχετεύσει σωστά ενώ όταν ερχόταν σε επαφή το τιμόνι κατευθείαν με μια τεράστια πηγή έβγαινε εκτός ελέγχου. Λοιπόν, τι λέτε; Ξεκινάμε;» λέω και με κοιτάνε με ανοικτά τα στόματά τους και τα μάτια γουρλωμένα. Χαμογελάω και ξεκινάμε.

***

Μέσα σε μισή ώρα προσπερνάμε μια ταμπέλα που γράφει “Καλώς ήρθατε στο Γιάσφριντ” και σε μερικά λεπτά μπαίνουμε μέσα στην πόλη. Έχει μεγάλα και μικρά κτίρια. Κυρίως μικρά αλλά πολλά έντονα γυαλιστερά σπίτια εμφανίζονται από εδώ και από εκεί. Όλα είναι τόσο ξένα. Παντού υπάρχουν μαγαζιά με τραπέζια έξω και με μεγάλες βιτρίνες. Άλλα πουλάνε διακοσμητικά, άλλα πουλάνε ρούχα και άλλα αξεσουάρ. Παντοπωλεία υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τετράγωνο και όποια πλατεία περνάμε είναι γεμάτη με ανθρώπους που πίνουν καφέ και παιδιά που τρέχουν.
      Φτάνουμε στη μεγάλη πλατεία που είχα δείξει στον χάρτη ότι θα είναι το σημείο συνάντησης. Είναι ακόμα πολύ νωρίς. Δεν γνωρίζουμε τους νόμους που επικρατούν εδώ πέρα για τα οχήματα. Πάντως δεν φαίνεται καθόλου περίεργο το ότι κυκλοφορεί αμάξι. Αντιθέτως, υπάρχουν χιλιάδες από αυτά. Σταθμεύουμε το όχημά μας πίσω από ένα άλλο ασημένιο.
Ελπίζω να μην ενοχλεί κανέναν. Πάντως έχουν σταθμεύσει πολλά αμάξια εδώ οπότε τι λάθος να έχουμε κάνει; Ανησυχώ πολύ. Δεν θα έπρεπε τόσο. Ηρέμησε Τατιάνα.
Ο Ντάνιελ μου πιάνει το χέρι. «Τι θα λέγατε να πηγαίναμε να φάμε κάτι εδώ γύρω μέχρι να έρθουν και οι άλλοι;» μας λέει και δείχνει ένα, μάλλον, εστιατόριο ακριβώς απέναντι.
Συμφωνούμε αμέσως και πηγαίνουμε. Η επιγραφή στην είσοδο λέει “Φρέσκια Θάλασσα”.
Τι εννοεί; Πώς γίνεται η θάλασσα να είναι φρέσκια;
Δεν δίνω πολύ σημασία, ανεβαίνω τα λιγοστά σκαλάκια και καθόμαστε σε ένα τραπεζάκι στην άκρη του καταστήματος. Ένας κύριος μας φέρνει τους καταλόγους και ρωτάει αν θα πιούμε κάτι. Από πόσιμα εκτός από μπίρα και κρασί έχει πολλά αναψυκτικά όπως γράφει. Ρωτάω τι είναι και ο σερβιτόρος με κοίταζε σαν να του κάνω πλάκα. Κάτι για ποτά με άνθρακα λέει αλλά δεν καταλαβαίνω. Δεν μου ακούγεται ωραίο και για καλό και για κακό ζητάμε μόνο λίγο δροσερό νεράκι.
Ο κατάλογος είναι γεμάτος με θαλασσινά πιάτα. Γαρίδες, χταπόδια, καλαμαράκια, τα πάντα. Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ μου. Βασικά κανένας μας. Δεν έχουμε θάλασσα πίσω στο βασίλειο, μόνο μερικές λιμνούλες και το ποτάμι. Τα ψάρια που έχουμε εκεί είναι πολύ μικρά και τα περισσότερα δεν τρώγονται. Ο παππούς μου είχε καθιερώσει το ψάρεμα παράνομο καθώς είναι λίγα. Χταπόδια και καλαμάρια και γαρίδες… Δεν έχω ιδέα πώς είναι από κοντά.
«Είναι από την θάλασσα όλα αυτά;» ρωτάω τον σερβιτόρο και με κοιτάει παραξενεμένος. Η αλήθεια είναι ότι και εμένα μου φάνηκε χαζή η ερώτησή μου.
«Φυσικά και είναι από την θάλασσα. Δεν βάζω από ιχθυοτροφείο πράγματα μέσα στο μαγαζί μου. Κάθε μέρα στέλνω τον Δημήτρη και πηγαίνει για ψάρεμα. Φρεσκότατα».
«Πόσο φρέσκα δηλαδή; Μία μέρα από την θάλασσα; Δύο;»
Ο κύριος φαίνεται να χάνει την υπομονή του νομίζοντας ότι τον δουλεύουμε. «Τι λες κοπέλα μου; Δύο βήματα είναι η θάλασσα από εδώ και θα κάνω ολόκληρο ταξίδι;»
Δύο βήματα; Δηλαδή έχει εδώ γύρω θάλασσα; Πώς δεν το πρόσεξα στον χάρτη;
Παραγγέλνω μία από όλα. Θέλω να δοκιμάσω τα πάντα. Τα αγόρια με κοιτάνε σαν να μην με γνωρίζουν. Δεν το πιστεύω ότι είμαστε τόσο κοντά σε μια ολόκληρη θάλασσα. Το λατρεύω το νερό. Αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό για να χορτάσει το μάτι σου. Έχει τόσα πολλά άγνωστα στοιχεία. Δεν ξέρουμε τι κρύβει μέσα του. Θησαυρούς πολύτιμους. Θέλω απελπισμένα να τα δω όλα. Αλλά δεν πρέπει να βιάζομαι. Πρέπει να ηρεμήσω και όλα θα έρθουν στην ώρα τους.
Μετά από λίγη ώρα το τραπέζι γεμίζει με μοσχομυριστά πιάτα. Φαίνονται όλα απαίσια παρόλο που μυρίζουν τέλεια. Με κοιτάζουν και οι δύο σαν να μου λένε «τι μας έβαλες να φάμε;». Παίρνω την πρωτοβουλία και κόβω ένα κομμάτι από χταπόδι. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Το βάζω στο στόμα μου και αμέσως θέλω να φάω και άλλο από αυτό το τέλειο κρέας. Βλέποντάς οι άλλοι δύο ότι μου αρέσει, αμέσως ορμάνε στο φαΐ. Μέσα σε λίγη ώρα τα πιάτα έχουν αδειάσει και οι κοιλιές μας έχουν γεμίσει. Έρχεται ο λογαριασμός. Εξήντα-εννιά λέει το σύνολο και δεν ξέρω τι να κάνω. Εξήντα-εννιά κιλά χρυσού; Γραμμάρια; Εκατοστά; Καράτια; Ένα άλλο δικό τους νόμισμα; Τι;
Κάνω νόημα στον σερβιτόρο και κοιτάω την τσάντα με τον χρυσό. «Εεεμ, δεν είμαστε από εδώ. Πόσα αντιστοιχούν αυτά σε χρυσό;» λέω και βγάζω ένα μικρό κομμάτι από την τσάντα.
Αυτός τρίβει τα μάτια του. «Αυτό νομίζω πως φτάνει» λέει και το αρπάζει αμέσως.
Κρίνοντας από την έκφρασή του όχι απλώς έφτανε αλλά και περίσσευε. Κάτι πρέπει να κάνουμε. Αν μείνουμε από χρήματα την έχουμε βάψει. Καθόμαστε μερικά λεπτά ακόμα και εγώ αρχίζω να γκρινιάζω στον Ντάνιελ ότι θέλω να πάω να δω την θάλασσα. Διαφωνεί αλλά τελικά τον πείθουμε καθώς θέλει και ο Ματ να την δει από κοντά. Μετά από μερικές οδηγίες που ζητάμε αρχίζω και μυρίζω κάτι δροσερό και αλμυρό στον αέρα. Πρέπει να είμαστε κοντά.
Έχω διαβάσει τόσα πολλά για την όμορφη αλμύρα που εκπέμπει. Σιγά-σιγά βλέπω μπροστά μου ένα πανέμορφο μπλε να ενώνεται με το γαλάζιο του ουρανού. Είναι πανέμορφο. Σαν να διάλεξε ο ουρανός να έρθει να ζήσει εδώ κάτω στην γη και πήρε την μορφή νερού. Τρέχω προς τα εκεί και το θέαμα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ στα μάτια μου. Ο αέρας σχηματίζει μικρά γυαλιστερά σύννεφα στον επίγονο ουρανό, τα οποία λέγονται κύματα. Γλάροι βρίσκονται τριγύρω και ηχούνε πετώντας χαρούμενοι εδώ και εκεί.
Σταματάω και κοιτάζω τον Ντάνιελ χαρούμενη. Αυτός μου χαμογελάει γλυκά. Τα μάτια του εδώ πέρα φαίνονται πιο γαλανά από ποτέ. Είναι σαν να έχει αιχμαλωτίσει τη θάλασσα μέσα τους. Του χαμογελάω με έναν συγκεκριμένο τρόπο και αυτός φαίνεται να με καταλαβαίνει αμέσως. Κοιτάζει γύρω του. Κοιτάζω και εγώ. Κατεβήκαμε ένα μονοπάτι για να φτάσουμε σε απόσταση αναπνοής από το νερό και γύρω στην μικρή αυτή παραλία δεν υπάρχει ψυχή. Με κοιτάει και μου κάνει νόημα να φύγω. Παίρνει τον Ματ αγκαλιά από τον ώμο και κοιτάνε προς το μονοπάτι από όπου ήρθαμε. Βγάζω τα ρούχα μου καθώς τρέχω να μπω μέσα. Τελευταία στιγμή βγάζω την μπλούζα μου και κάνω ένα μεγάλο άλμα και μπαίνω μέσα.
Βυθίζομαι βαθιά και υπάρχει τόσο πολύ νερό που μπορώ να κάνω τα πάντα. Μπορώ να ταξιδεύω με απίστευτη ταχύτητα για ώρες μέσα της. Μπορώ να δημιουργήσω μεγάλα κύματα. Αυτό είναι. Κύματα! Για να δούμε τόσο ικανή είμαι να ελέγξω την δύναμη της θάλασσας. Βάζω δύναμη στα χέρια και στα πόδια μου και κατευθύνομαι γρήγορα όλο και πιο βαθιά, παίρνοντας μαζί μου όσο νερό μπορώ. Μουσκεμένη άμμος και κοχύλια αρχίζουν και εμφανίζονται στην ακτή καθώς τα κύματα υποχωρούν προς τα μέσα. Σταματάω απότομα και ένα τεράστιο κύμα αρχίζει και εμφανίζεται από πάνω μου. Υψώνεται όλο και πιο πολύ. Το θαυμάζω. Θα μπορούσε να φέρει μεγάλη καταστροφή. 
Τελικά το κύμα που είδα στο όραμά μου ήταν δικιά μου δημιουργία. Ηρεμώ κάπως. Βάζω μεγαλύτερη ενέργεια και η θάλασσα φαίνεται να αντιδράει στην αφύσικη ενέργειά της. Χάνω λίγο τον έλεγχο αλλά μετά από λίγο όλα καταλήγουν καλά.
«Είσαι τρελή; Θα σε βρούνε. Σταματά!» ακούω μια γυναικεία φωνή. Κοιτάζω γύρω μου και δεν βλέπω τίποτα. Μάλλον ήταν της φαντασίας μου.
«Σου είπα σταμάτα!» μου ξαναφωνάζει αυτή η φωνή και το κύμα καταρρέει απότομα. Όλο το βάρος του νερού που σήκωνα τόση ώρα πέφτει κατευθείαν πάνω μου. Παρόλο που μπορώ να αναπνέω μέσα στο νερό νιώθω τώρα να πνίγομαι. Τι έγινε;
«Ηλίθιοι έφηβοι. Θα μας σκοτώσετε όλους» ξανά ακούω την φωνή και νιώθω τις αισθήσεις μου να σβήνουν. Μια φιγούρα έρχεται κατά πάνω μου και με βγάζει με απίστευτη ταχύτητα στην επιφάνεια. Ακούω πολύ καλά τι γίνεται γύρω μου.
«Τατιάνα; Τι της συνέβη; Ποια είσαι εσύ;» ακούω τον Ντάνιελ να φωνάζει. Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου και τα καταφέρνω με επιτυχία.
«Α, ξύπνησες ωραία κοιμωμένη; Ωραία!» λέει στην αρχή γλυκά και μετά απότομα και με πετάει με δύναμη πάνω στην άμμο. Αρχίζω και βήχω και κουλουριάζομαι ολόκληρη από τον πόνο. Τι στο καλό κάνει; «Είμαι αυτή που μάλλον μόλις έσωσε τα τομάρια σας! Μπορεί όμως να είναι ήδη πολύ αργά» λέει πίσω στον Ντάνιελ.
«Τι εννοείς; Τι κάνεις; Είσαι τρελή;» λέει ο Ματ τρέχοντας από πάνω μου.
«Τρελή είναι η φιλενάδα σου! Δεν γνωρίζετε, βρομόπαιδα, για τους εκτελεστές; Γυρίστε γρήγορα σπίτι σας γιατί βλέπω να σας κλαίνε οι μανούλες σας» λέει με τον ίδιο τόνο.
«Πρόσεχε πώς μιλάς! Δεν ξέρεις ποιοι είμαστε! Και δεν είναι φιλενάδα μου!» λέει εξαγριωμένος ο Ματ.
«Μάλλον εσείς δεν ξέρετε ποια είμαι. Ματρόνα» λέει και κοιτάει υπερήφανα μπροστά της. Την κοιτάμε με απορία. Τι σόι όνομα είναι αυτό; Ποια είναι τελικά αυτή η γυναίκα; «Για ακούστε σκουλήκια. Είναι η περιοχή μου. Είμαι η μεγάλη Ματρόνα, η αρχηγός του μεγάλου συμβουλίου! Είναι καθήκον μου να σας προστατέψω. Αλλά επειδή μόλις μάθατε πώς να βγάζετε πέντε σπίθες δεν σημαίνει ότι έχετε το δικαίωμα να κάνετε ότι θέλετε» λέει και σχεδόν μας φτύνει. Τι στο καλό; Ξέρει ποιοι είμαστε; Είναι μία από εμάς;
«Εσύ ήσουν εκείνη που σταμάτησες το κύμα μου;» λέω προσπαθώντας να σηκωθώ όρθια.
«Χμ... Φυσικά. Ποιος ήταν; Η μητέρα θάλασσα;» μου λέει ειρωνικά. 
«Και εσύ ήσουν εκεί μέσα και μου μιλούσες;» λέω με περισσότερο ενθουσιασμό.
«Φυσικά. Και τι με αυτό;» με ρωτάει περίεργα.
«Είμαι η Τατιάνα» λέω και της τείνω το χέρι μου.
«Δεν ενδιαφέρομαι» λέει και κάνει στροφή και φεύγει.
«Περίμενε! Είμαστε από το βασίλειο των τεσσάρων Θεών» της λέω και αυτή σταματάει απότομα. Ξαφνικά εξαφανίζεται και βρίσκεται δίπλα μου. Τι στο καλό; Ή κινήθηκε πολύ γρήγορα ή τηλεμεταφέρθηκε. Πώς;
«Τι εννοείς;» μου λέει απειλητικά. 
«Αυτό που είπα. Ήρθαμε για μια αποστολή» συνεχίζω.
«Δηλαδή τα τείχη άνοιξαν; Ζει ακόμα το βασίλειο; Νόμιζα πως ήσασταν όλοι νεκροί» μου λέει και πάει να βάλει τα κλάματα. Τι γίνετε τέλος πάντων θα μου εξηγήσει κανείς; «Είμαι η Ματρόνα. Συναντήστε με σε αυτό το ξενοδοχείο στις δέκα» μας λέει και ξανά εξαφανίζεται.

Κοιτάω το ρολόι. Είναι νωρίς ακόμα. Πηγαίνουμε αργά προς την πλατεία. Προσπαθούμε να λύσουμε το μεγάλο μυστήριο της Ματρόνα αλλά δεν μπορούμε να βγάλουμε καμία άκρη.


Voula Gk.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου