Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Ιουν 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 19) Μαύρα κοράκια, κόκκινα κοράκια και ο κακός χαμός!

Κρύφτηκαν μέσα σένα στάβλο με άλογα και κότες. Άκουγαν από μέσα, το χαμό που έκαναν έξω τα μαύρα κοράκια. Δεν ήταν ακριβώς φόβος αυτό που αισθανόντουσαν. Η Φρειδερίκη μαζί με τη μητέρα της, κρυφοκοίταζαν από τις χαραμάδες της ξύλινης πόρτας και ανέλυε το φαινόμενο που επικρατούσε. Ο Φτερωτός σκεφτόταν τη Γαριφαλιά, ο Πρίγκιπας τον Δράκοντα, ο Μάγος Φίλιππος συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει τη καλή του κάπα απλωμένη στην απλώστρα τη αυλής του καταλαβαίνοντας πως δε θα την έβρισκε εκεί όταν θα επέστρεφε σπίτι και ο Έκτορας…Ο Έκτορας δεν ήταν ανάμεσα τους. Άργησαν και οι ίδιοι να τον καταλάβουν.
      «Είναι τόσο ήσυχος ώρες – ώρες, που ξεχνάω ότι υπάρχει. Απλά είμαι σίγουρος, ότι είναι κοντά μου» είπε ο Φτερωτός.
«Να βγούμε έξω να τον ψάξουμε» είπε ο Πρίγκιπας, υψώνοντας το ανάστημα του θαρραλέα.
«Είσαι τρελός; Έξω γίνεται κατακλυσμός, δε θα σου μείνει πέτσα» του είπε η Φρειδερίκη.
«Κι αν τον έχουν φάει;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Φτερωτό, αισθανόμενο τύψεις για τη τύχη του καλού του φίλου.
«Δεν τρώνε ανθρώπους τα κοράκια» του απάντησε η Φρειδερίκη.
«Τα κανονικά κοράκια…» μίλησε ο Φίλιππος, προσθέτοντας ένα άλλο νόημα στη συζήτηση.
«Τι θες να πεις;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
«Σας φαίνεται φυσιολογικό αυτό που συμβαίνει;» η ερώτηση του Μάγου Φίλιππου ειπώθηκε για όλους.
      Όλοι τους κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και απάντησαν ομόφωνα. «Όχι!».
      «Υπάρχουν Δαίμονες ανάμεσα μας!» φώναξε τρομαγμένος ο Πρίγκιπας.
«Σταμάτα μωρέ χέστη!» του φώναξε η Φρειδερίκη.
       Ο Πρίγκιπας αναστατωμένος από τη προσβολή, τράβηξε το σπαθί με το δεξί του χέρι μέσα από το θηκάρι και σημάδεψε με την άκρη του σπαθιού το λαιμό της Φρειδερίκης. Το περιθώριο δέρματος ανάμεσα στα μάτια του, ήταν σαρωμένο. Η αλήθεια είναι ότι, το βλέμμα του θυμού δε του πήγαινε καθόλου. Έμοιαζε γελοίος.
      Η Φρειδερίκη κρατιόταν να μη σκάσει στα γέλια, τον είχε ήδη προσβάλει αρκετά, δε της πήγαινε η καρδιά να τον ξεφτιλίσει και άλλο. Άλλωστε είχαν ανάγκη όσο να ‘ναι την όποια βοήθεια του. Στεκόταν σιωπηλή, να κοιτάζει το έδαφος. Δε μπορούσε να αντιδράσει, είχε διοχετεύσει τη συγκέντρωση της, στο να μη γελάσει.
      Ο Πρίγκιπας κατέβασε το σπαθί του, ικανοποιημένος που κατάφερε να την τρομάξει, με μία απλή κίνηση. Έβαλε το σπαθί του μέσα στο θηκάρι κοίταξε δυναμικά στα μάτια τη Φρειδερίκη και πήγε να κάτσει μαζί με την Αρτέμιδα.
      Η Φρειδερίκη πήγε κοντά στον Φτερωτό, που τάιζε ένα άλογο με σανό.
      «Μαλάκα κρατιόμουν να μη γελάσω» του είπε σιγανά στο αυτί.
«Δεν έχεις το Θεό σου» της σχολίασε εκείνος. «Το παιδί είναι μια χαρά και εσύ τον έχει τρελάνει».
«Τον έκανα να πιστεύει ότι είναι άντρας, έστω για μερικά δευτερόλεπτα. Καλό του έκανα» ανταπεξέλθει εκείνη αμέσως. «Εσύ τι έχεις;».
«Ανησυχώ για τον Έκτορα» της απάντησε.
«Πέρα από αυτό…».
«Ξέρεις…».
«Την Γαριφαλιά;».
«Ε, ναι».
«Είσαι κατεστραμμένος» του είπε, δίνοντας και εκείνη λίγο σανό στο άλογο. «Φτάνει θα σκάσει το καημένο. Εμείς να δω τη θα φάμε…» είπε κάπως δυσαρεστημένα, κοιτάζοντας τον Φτερωτό.
      Ο Φτερωτός κατσουφιασμένος, ξεχώριζε μία μπάλο από σανό που κρατούσε στα χέρια του. Στο μυαλό του επικρατούσε η εικόνα της Γαριφαλιάς. Ανησυχούσε για εκείνη, διότι υποπτευόταν πως η τροπή του χαρακτήρα της είχε αλλάξει.
      «Μικρέ Πρίγκιπα, έχεις κάποια άποψη για φαγητό;» ρώτησε η Φρειδερίκη, τον Πρίγκιπα Γεώργιο, με μια σταγόνα ειρωνείας να στάζει από τις άκρες των χειλιών της. Δε το έκανε επίτηδες, της έβγαινε εκ φυσικού. 
      Ο Πρίγκιπας Γεώργιος δε έδωσε σημασία στην ερώτηση της, η προσοχή του ήταν προσηλωμένη στην παρακολούθηση των κορακιών που πετούσαν πάνω από το έδαφος. «Φεύγουν» είπε. «Τα κοράκια φεύγουν».
      Ο Φτερωτός πήγε γρήγορα κοντά του, να δει από τη τρύπα που κοιτούσε. «Πάνε από εκεί που ήρθαν;» ρώτησε κοιτάζοντας τον Πρίγκιπα.
«Ας πούμε πως φεύγουν γενικώς» του απάντησε εκείνος.
«Μπορεί να ήταν ερμηνευτές του σκότους, ήρθαν να επιβληθούν για το κακό που θα έρθει» τους είπε ο Μάγος Φίλιππος.
«Τότε γιατί έφυγαν;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Ίσως γιατί το μεγάλο κακό, πλησιάζει προς τα εμάς». Της απάντησε ο Πρίγκιπας Γεώργιος.
      Όλοι τους έμειναν αμίλητοι για μερικά δευτερόλεπτα, κοιτάχτηκαν λίγο μεταξύ τους. Κάπως έτσι συνειδητοποίησαν, πως ήταν ήδη χαμένοι…Ένα τιμωρημένος άγγελος που βιώνει μία ερωτική απογοήτευση αλλά κυρίως διπολική διαταραχή, ένας Πρίγκιπας με κατοικίδιο έναν Δράκοντα που είναι φανατικός ειρηνιστής, ένας Μάγος…,μία Κυνηγός σκοτεινών πλασμάτων που δε χάνει ευκαιρία για τσακωμό και για ξύλο. Α, και ένας αγνοούμενος στρουμπουλός Θρησκευόμενος.
      Οι περισσότεροι παρασύρεστε από την ειδικότητα του, νομίζοντας πως από το φόβο, για την ξαφνική εμφάνιση των μαύρων κορακιών, θα είναι κρυμμένος κάπου και θα προσεύχεστε. Προσέξτε καλύτερα τον χαρακτηρισμό που του έχω δώσει, «στρουμπουλός»!. Ο Έκτορας όταν φοβάται, το πρώτο πράγμα που σκέφτεται είναι το φαγητό. Στην ιδέα ότι θα πεθάνει, πηγαίνει γρήγορα να βρει φαγητό για να γεμίσει το στομάχι του, ακόμα και αν είναι ήδη γεμάτο. Γιατί αν είναι να τον βρει ο θάνατος, τουλάχιστον να τον εντοπίσει χορτασμένο και ευτυχισμένο. Πάνω στον πανικό λοιπόν, ξεκίνησε να φωνάζει «Βοήθεια!». Εν τέλει ένα όμορφο κορίτσι εισάκουσε, το απελπισμένο κάλεσμα του. Τον πήρε από το χέρι και έτρεξαν μαζί, προς το εσωτερικό του σπιτικού της. «Πεινάς;» τον ρώτησε το κορίτσι. Ο Έκτορας χαμογέλασε πλατιά, νιώθοντας τόσο ευτυχισμένος, ξεχνώντας κιόλας τον οποιοδήποτε φόβο. Κάθισε στο στρωμένο τραπέζι δίπλα στο κορίτσι, έχοντας απέναντι του, τους δύο γονείς της. «Θα μας πεις μία προσευχή;» τον ρώτησε η μητέρα του κοριτσιού. «Άμε» απάντησε αμέσως ο Έκτορας, λέγοντας κατευθείαν σε γρήγορο ρυθμό το «Πάτερ Ημών». Έπειτα ρούφηξε με μιας, τη πρώτη κουταλιά από τη σούπα ρεβιθιών που είχαν για πρώτο πιάτο. Το δεύτερο πιάτο, περιείχε πατάτες βραστές με σαλάτα καρότου και δύο φιλέτα κοτόπουλου με γλυκόξινη σάλτσα λαχανικών. Κατά τη διάρκεια του γεύματος του έκαναν πολλές ερωτήσεις, τις οποίες ο Έκτορας επιχειρούσε να τις απαντήσει μασουλώντας καταφέρνοντας να πνιγεί. Του έδιναν νερό να πιει, σταματώντας να περιμένουν κάποια απάντηση.
      Συνοψίζοντας, όση ώρα τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας ήταν κλεισμένοι μέσα στο στάβλο, ο Έκτορας γέμιζε με ευχαρίστηση το στομάχι, αλλά και την ουροδόχο κύστη του. Ζήτησε λοιπόν να πάει στο μπάνιο. Ενώ ξελάφρωνε, άκουγε σιγανές φωνές να συζητούν κάτι έντονα. Ο Έκτορας ανέβασε το εσώρουχο του, κουμπώνοντας το παντελόνι του. Έπλυνε τα χέρια του και βγήκε από το μπάνιο. Οι φωνές συνέχιζαν να ακούγονται στον ίδιο τόνο, πλησίασε περισσότερο.
      Στο σαλόνι συζητούσαν όλοι μαζί, για κάποια θυσία. «Πρέπει να γίνει!» μίλησε έντονα ο πατέρας της. «Αλλά δε πρέπει να μας καταλάβει» συμπλήρωσε, αρκετά αποφασισμένος.
«Άμα σε δει να τον πλησιάζεις με ένα κοφτερό μαχαίρι, τι θα σκεφτεί;» τον ρώτησε η γυναίκα του.
      Ο άντρας σιωπηλός έστρεψε το βλέμμα του, στο δεξί του χέρι. Η κοφτερή λεπτή λεπίδα του μαχαιριού, του φάνηκε πως λαμπύρισε. «Δε θα προλάβει» της απάντησε, με το κατάλληλο βλέμμα.
      Ο Έκτορας έτρεξε γρήγορα να κρυφτεί μέσα στο μπάνιο, κλείδωσε τη πόρτα και έμεινε πίσω της βαριανασαίνοντας. Σκεφτόταν έναν τρόπο να ειδοποιήσει τους άλλους, προτού τον κάνουν ψητό.
      «Συγνώμη; Είσαι εντάξει;» πίσω από την κλειστή πόρτα, ακούστηκε η φωνή του νεαρού κοριτσιού. «Συγνώμη;» επανέλαβε, έπειτα από τρία ελαφρά χτυπήματα. «Με ακούς;» συνέχισε να τον ρωτάει.
      Ο Έκτορας δε απαντούσε στις ερωτήσεις της, έψαχνε απεγνωσμένα έναν τρόπο διαφυγής.
      Τα χτυπήματα της πόρτας δυνάμωσαν. «Άνοιξε!» φώναξε δυνατά ο πατέρας, χτυπώντας με όλη του τη δύναμη την πόρτα.
      Τα  γόνατα του Έκτορα έτρεμαν, αν δεν έβρισκε άμεσα έναν τρόπο να φύγει, τότε εκείνος θα έμπαινε μέσα και θα του κάρφωνε το μαχαίρι στο λαιμό.
      Ξάφνου ένα δυνατό φως τύφλωσε τα μπιρμπιλωτά του μάτια, που προερχόταν από το ανοιχτό παράθυρο του μπάνιου. Ανέβηκε πάνω στον νεροχύτη και με ένα σάλτο κρεμάστηκε από το εσωτερικό περβάζι. Με λίγη πίεση, σήκωσε το σώμα του και το έσπρωξε προς το εσωτερικό το παραθύρου. Όσο και να έσπρωχνε δε μπορούσε, να βγει προς τα έξω. Το σώμα του είχε σφηνώσει, ανάμεσα από τα τοιχώματα του παραθύρου. «Θα πεθάνω». Είπε κλαίγοντας. Δε του έμελλε κάτι άλλο. Σε λίγο ο πατέρας του κοριτσιού θα έμπαινε μέσα στο μπάνιο και θα τον έκανε στην κυριολεξία με τα κομματάκια.

      «Καλέ ο φίλος σας, δεν είναι αυτός;» ρώτησε ο Πρίγκιπας, δείχνοντας με το δάχτυλο του προς ένα ψηλό παράθυρο.
      Όλοι τους σταμάτησαν να προχωρούν και κοίταζαν το ψηλό παράθυρο.
«Τον ηλίθιο, σφήνωσε στο παράθυρο» απάντησε με τον τρόπο της, η Φρειδερίκη.
«Είναι ψηλά, αν πέσει θα σκοτωθεί» είπε ο Πρίγκιπας. «Θέλει να αυτοκτονήσει;».
«Μπα, δε νομίζω» απάντησε ο Φτερωτός, σκαλίζοντας το σκούρο ξανθό του μούσι.
«Τι καθόμαστε και τον κοιτάμε;! Πάμε να τον βοηθήσουμε» τους είπε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας έντονα τον Φτερωτό.
«Μη με κοιτάζεις έτσι» της είπε εκείνος, πιάνοντας αμέσως το νόημα του βλέμματος της.
«Βλέπεις κάποια άλλη λύση;!» τον ρώτησε εκείνη νευριασμένα.
«Να πέσει…».
«Και να μας πλακώσει» τον διέκοψε εκείνη.
      «Συγνώμη, γιατί διαφωνείτε;» τους ρώτησε ευγενικά ο Πρίγκιπας, που κατά σύμπτωση στεκόταν ανάμεσα τους.
«Φτερωτέ!» του φώναξε η Φρειδερίκη.
«Όχι!» της απάντησε εκείνος, στον ίδιο τόνο.
«Δεν καταλαβαίνω…» τους είπε ο Πρίγκιπας.
      Η Φρειδερίκη κοιτούσε τον Έκτορα, με λύπηση. «Κλαίει ρε συ» είπε κοιτάζοντας τον Φτερωτό.
      Ο Φτερωτός κούνησε αδύναμα τα φτερά του, το βλέμμα του συναντήθηκε με το γλυκό βλέμμα της Φρειδερίκης που προσπαθούσε να του δώσει δύναμη. Σήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντας τον ουρανό, κούνησε με περισσότερη δύναμη τα φτερά του, ώσπου υψώθηκε.
      «Φίλε μου!» του είπε κλαίγοντας ο Έκτορας, με το που τον αντίκρισε. «Τράβα με!» του φώναξε πανικοβλημένος, ακούγοντας τα χτυπήματα τις πόρτας να γίνονται πιο έντονα. Λίγο ακόμα και θα έσπαγε.
      Ο Φτερωτός του έπιασε τα χέρια και ξεκίνησε να τον τραβάει προς τα έξω. «Ρουφήξου!». Του είπε, συνεχίζοντας να τον τραβάει με όλη του τη δύναμη.
«Ρουφιέμαι». Είπε ο Έκτορας, έχοντας κοκκινήσει από το σφίξιμο για να μαζέψει τη κοιλιά του.
«Σπρώξε!» του είπε ο Φτερωτός.
«Κάνω ό,τι μπορώ…» απάντησε ο Έκτορας, με το κεφάλι του έτοιμο να εκραγεί από τη πίεση.
      «Λίγο ακόμα!» φώναξε η Φρειδερίκη.
«Βλέπω το κεφάλι!» συμπλήρωσε ο Πρίγκιπας, σε δυνατό τόνο.

      Η πόρτα έσπασε. Ο άντρας έτρεξε γρήγορα προς το παράθυρο του μπάνιου, έπεσε με φόρα να πιάσει τα πόδια του Έκτορα. Χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο και έπεσε κάτω λιπόθυμος.
      Ο Έκτορας από τη τρομάρα του έπαθε συστολή, καταφέρνοντας επιτέλους να ξεσφηνώσει.
      Από την άλλη ο Φτερωτός δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος, του ήρθε απότομα ο Έκτορας μέσα στην αγκαλιά του και εκείνος έχασε την ισορροπία του πέφτοντας προς τα κάτω. Λίγο πριν αγγίξει το έδαφος, κούνησε λίγο τα φτερά του. Όμως με τον Έκτορα στην αγκαλιά του, δε μπορούσε να πάρει ύψος, έτσι έπεσε στο έδαφος σέρνοντας για λίγο τη ράχη του. 
      «Δεν μπορώ να…ανα…αναπνεύσω» κατάφερε να προφέρει, με το ζόρι ο Φτερωτός.
«Φίλε μου, σε αγαπάω!» ο Έκτορας τον είχε αγκαλιάσει σφιχτά, νιώθοντας συγκινητικά ευτυχισμένος, που ο καλύτερος του φίλος τον είχε σώσει μόλις από τον θάνατο.
«Φύγε από πάνω μου!» του απάντησε ο Φτερωτός, αναπνέοντας με δυσκολία.


       «Κρα! Κρα! Κρα! Κρα!».

     
      Λύγησαν τα κεφάλια τους προς τα πάνω, αντικρίζοντας ένα κατακόκκινο Κόρακα, να τους πλησιάζει. Το ράμφος του ήταν γαμψό και πολύ μυτερό στις άκρες του, το φλογερό βλέμμα του ξεχώριζε με τις μικρές σπίθες που ξεπετούσαν ελάχιστα τα οι βολβοί των ματιών του. Τα φτερά του ήταν πυκνά σε χρώμα βαθύ κόκκινο και μεγάλα σε μήκος. Τα δύο του πόδια ήταν μπλε αρκετά λεπτά με τέσσερα μυτερά μαύρα νύχια. Πετούσε επιδέξια πάνω από τα κεφάλια τους. Τα φτερά του έβγαζαν έναν δυνατό θόρυβο. Όλοι είχαν μείνει να τον κοιτάζουν, ακούνητοι, διατηρώντας το στόμα του ανοιχτό.
      «Κόκκινο. Έναρξη» αυτές τις δύο λέξεις πρόφερε ο Πρίγκιπας και εξαφανίστηκε.
      Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους, έχοντας σαστίσει. «Τι παίχτηκε ρε μαλάκες;» ρώτησε η Φρειδερίκη, τους υπόλοιπους.
«Εξαφανίστηκε» της απάντησε ο Φτερωτός. «Έτσι απλά. Έφυγε».
«Πού; Πώς;!» φώναξε η Φρειδερίκη νευριασμένα.
«Τι κοιτάς στο έδαφος καλέ; Να δεις άμα κάηκε, από τον Δράκοντα;» τη ρώτησε ο Φτερωτός, σκύβοντας να κοιτάξει και εκείνος το έδαφος.
«Φίλε μη μιλάς άλλο, έχεις εξαντλήσει τη ψυχραιμία μου!» του απάντησε εκείνη νευριασμένα.
«Καλά» της απάντησε εκείνος με απάθεια, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. Απομακρύνθηκε από κοντά της. Το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια χρυσή λάμψη, που λαμπύριζε κάτω από ένα σπασμένο κάρο. Πήγε εκεί κοντά, σήκωσε λίγο το κάρο, βγάζοντας προς τα έξω μία μικρή ολόχρυση άρπα. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του, αγκάλιασε σφιχτά την άρπα και ύστερα πέρασε απαλά τα δάχτυλα του πάνω από τις χορδές. Εντυπωσιασμένος από τον καταπληκτικό ήχο, που έβγαλαν οι χορδές, ξεκίνησε να χτυπάει απαλά τις χορδές μέχρι να καταφέρει να βγάλει μία συγχορδία.
      «My girl, my girl, don’t lie to me. Tell me where did you sleep last night» είχε ανέβει πάνω σε μία στέγη – όχι πολύ ψηλά – αγκαλιά με την άρπα και τραγουδούσε. «My girl! My girl!» φώναξε γκαρίζοντας, χτυπώντας με λίγη περισσότερη δύναμη τις χορδές της άρπας.
      «Ρε σταμάτα την καψούρα σου και έλα εδώ να μα βοηθήσεις!» του φώναξε η Φρειδερίκη.
«Πάντα ήθελα να μάθω άρπα…αλλά ποτέ δεν είχα μία» είπε εκείνος, συνεχίζοντας το παίξιμο της άρπα του. «Θα κεντήσω, πάνω στου αλόγου σου τη σέλα. Με διαμαντόπετρες σωρό. Κορίτσι μου. Κορίτσι μου. Να σε χαρώ» της τραγούδησε παράφωνα, συγκρατώντας το γέλιο του.
«Δεν πας καλά. Είσαι καθυστερημένος» του είπε η Φρειδερίκη, έχοντας απαυδήσει με τη αναίσθητη συμπεριφορά του.
     
     Ο Κόκκινος Κόρακας πετούσε πάνω από τα κεφάλια τους, με την ακολουθία και άλλων κατά λίγο μικρότερων κορακιών.



Constantine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου