Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20 Ιουν 2017

2 Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 8 - Μέρος 1ο)

«Φίον ή κανελομπύρα;» ρώτησε ο Νιλς, όσο κάθονταν όλοι μαζί γύρω από το μεγάλο ορθογώνιο τραπέζι.

«Φίον» απάντησε χωρίς σκέψη ο Μπόα.
Ο υπηρέτης σέρβιρε το ποτό και ύστερα επέστρεψε με μεγάλες πιατέλες γεμάτες εδέσματα. Ο Όντραν καθόταν δίπλα στον Νιλς, απέναντι ακριβώς από τον Μπόα. Τον περιεργαζόταν με κοφτερό βλέμμα, κρύβοντας με κόπο το μίσος του.
«Ο κύριος είναι φίλος σου;» ρώτησε ο Μπόα δείχνοντας με αγένεια τον Όντραν, με ένα τίναγμα του κεφαλιού του.
«Ναι. Είναι πιστός μου φίλος» απάντησε εκείνος.
«Γκόραν Κρόσμπον» συστήθηκε μόνος του ο Όντραν.
«Αχά. Και δε μου λες, Νιλς…» είπε χάνοντας γρήγορα το ενδιαφέρον του, «πότε σχεδιάζετε να κάνετε τον γάμο με την δεσποινίς Ντέιλφ;»
«Σύντομα. Το καλοκαίρι πιθανώς»
«Ντέιλφ Λόβεν – Μακ Λερ, αρχόντισσα της Τόρθαϊ. Καθόλου άσχημα, Νιλς. Συμφωνείτε;» ρώτησε τον Όντραν.
Εκείνος κατέβασε μια γερή γουλιά από το ποτό του, αποφεύγοντας να απαντήσει.
«Τι θέλεις να πεις, θείε;» ρώτησε ο Νιλς.
«Να, μην με παρεξηγήσεις, αλλά δεν της έρχεται καθόλου άσχημα, έτσι; Η ανιψιά ενός ξυλουργού και μιας ράφτρας, να αποκτήσει τίτλο από το πουθενά»
«Δεν σου επιτρέπω!» αντιγύρισε ο Νιλς χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι.
Ο Όντραν ξερόβηξε υπαινικτικά, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. Ο Νιλς έπιασε το υπονοούμενο και συμμορφώθηκε.
«Με συγχωρείς. Παραφέρθηκα» είπε με δυσκολία, καταλαβαίνοντας πως έπρεπε να παραμείνει ψύχραιμος για να λειτουργήσει το σχέδιό τους. «Απλά δεν μου αρέσει να μιλάνε άσχημα για εκείνη»
«Δεκτή η συγνώμη σου, ανιψιέ. Δεν μίλησα άσχημα, όμως. Απλά την αλήθεια είπα. Είναι η κόρη ενός ξυλουργού και μίας ράφτρας. Σωστά;»
«Ναι» είπε ο Νιλς επικεντρώνοντας την προσοχή του στο πιάτο του, για να μην ξεσπάσει. «Αλλά δεν έχει δολερούς σκοπούς. Με αγαπά»
Ο Μπόα ρουθούνισε και ήπιε το φίον του με μια γουλιά. Φώναξε τον υπηρέτη και όσο αυτός ξαναγέμιζε το ποτήρι του, ο Όντραν και ο Νιλς αντάλλαξαν μια βιαστική ματιά.
«Εσύ, θείε, πώς αποφάσισες να έρθεις στην Τόρθαϊ;» ρώτησε δήθεν αδιάφορα, κόβοντας το κρέας του με το επάργυρο μαχαίρι.
«Δουλειές» απάντησε αινιγματικά αυτός.
«Έλα… Ξέρεις ότι μπορείς να με εμπιστευτείς»
Ο Μπόα κοίταξε βλοσυρά τον Όντραν, στην απέναντι άκρη του τραπεζιού.
«Μην ανησυχείς για αυτόν» είπε ο Νιλς. «Είναι πρόσωπο εμπιστοσύνης» τον διαβεβαίωσε.
«Είσαι σίγουρος;» ρώτησε με δυσπιστία.
«Ναι. Ο Γκόραν είναι ο καλύτερός μου φίλος» απάντησε ο Νιλς κοιτώντας με νόημα τον ξάδελφό του.
«Ωραία, λοιπόν. Ψάχνω τον Όντραν, Νιλς» είπε με ειλικρίνεια.
«Τον Όντραν;» απόρησε εκείνος. «Μα κανείς δεν τον έχει δει εδώ και δεκατέσσερα χρόνια! Πολλοί πιστεύουν ότι πέθανε»
«Πολλοί το πιστεύουν. Αλλά όχι εγώ» απάντησε και ήπιε μια αργή γουλιά από το φίον του.
«Γιατί να πιστεύεις ότι είναι ακόμα ζωντανός;»
«Γιατί κανείς δεν βρήκε ποτέ το πτώμα του. Επιπλέον, κάποιος μου είπε ότι το κάστρο της Χάνταπ ποτέ δεν έπαψε να κατοικείται. Έμαθα πως ένας άντρας ζει εκεί. Η πηγή μου δεν ήξερε το όνομά του, αλλά θα μάθει. Πήγα ο ίδιος να τον βρω, αλλά χάθηκα στον δρόμο. Για κακή μου τύχη συνάντησα κάποιον στο Σιούλ, ο οποίος με μπέρδεψε χειρότερα. Με έστειλε στην άκρη της Γιουβέρνα. Κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος να τον εμπιστευτώ, όταν είδα τα όρνια να κόβουν βόλτες πάνω από το κεφάλι μου. Τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι τα όρνια δεν πλησίαζαν την Χάνταπ, εξαιτίας των Γούλβερς. Αν τον βρω ξανά αυτόν τον ανόητο που μου έδωσε λάθος οδηγίες, δεν θα γλιτώσει από τα χέρια μου. Η αλήθεια είναι ότι μοιάζει λίγο στον φίλο σου, τώρα που τον παρατηρώ» είπε στενεύοντας τα μάτια καχύποπτα, πάνω στον Όντραν. Ύστερα γύρισε στον ανιψιό του.
«Και τι σχέση μπορεί να έχει ο Όντραν με τον άντρα που μένει εκεί;» είπε ο Νιλς αγνοώντας το τελευταίο του σχόλιο. «Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε! Όταν πέθανε ο Ακάιους και εξαφανίστηκε ο Όντραν, το κάστρο ερημώθηκε. Όλοι οι υπηρέτες φύγανε για άλλες πόλεις, αναζητώντας εργασία. Θα μπορούσε να είναι κάποιος άστεγος που έψαχνε για στέγη. Ξέρεις πόσο βαρύς πέφτει ο χειμώνας στην Χάνταπ!»
«Όπως και να έχει, ανιψιέ, ο άντρας αυτός μπορεί να μου αποδειχτεί χρήσιμος. Ίσως ξέρει…»
Ο Νιλς σιώπησε και έφαγε το κρέας του σκεπτικός. Ο υπηρέτης του προσφέρθηκε να του γεμίσει και πάλι το ποτήρι, αλλά αυτός αρνήθηκε ευγενικά. Ο Όντραν παρατηρούσε τον Μπόα και τους άντρες του χωρίς να παίρνει ούτε μια μπουκιά.
«Η πάπια είναι πολύ καλή, Γκόραν» μίλησε ο Μπόα. «Δοκίμασε και θα με θυμηθείς»
«Δεν… έχω ιδιαίτερη όρεξη σήμερα» απάντησε εκείνος.
«Λοιπόν, θείε, δεν μου είπες. Γιατί ψάχνεις τον Όντραν;» ρώτησε ο Νιλς διακόπτωντας με σύνεση την κουβέντα μεταξύ θείου και ανιψιού.
«Γιατί έχει κάτι που μου ανήκει» απάντησε εκείνος πιρουνίζοντας τις στρόγγυλες πατάτες του.
«Τι θα μπορούσε να έχει ο Όντραν το οποίο να σου ανήκει;» ρώτησε εύλογα ο Νιλς.
Ο Όντραν έπιασε αυτόματα την αριστερή τσέπη του παντελονιού του, στην οποία είχε κρύψει το δαχτυλίδι.
«Ένα κειμήλιο…» απάντησε εκείνος αινιγματικά.
«Υπονοείς πως σου το έκλεψε;»
«Όχι, προς θεού! Απλά ότι… το δανείστηκε, ας πούμε, χωρίς να με ρωτήσει»
«Με όλο το σεβασμό, θείε, αλλά ο Όντραν θεωρείται νεκρός. Και έστω ότι είναι ακόμη ζωντανός, εσύ ο μόνος λόγος που θέλεις να τον βρεις είναι για να πάρεις πίσω κάτι που λες πως σου ανήκει;»
Ο Μπόα ακούμπησε με δύναμη το ποτήρι του στο τραπέζι. «Πρώτα από όλα, δεν λέω απλώς ότι μου ανήκει. Όντως μου ανήκει! Και δεύτερον, το κειμήλιο που αυτό το παιδί έκλεψε από μένα πριν φύγει προφανώς για κάποια αγορά, είναι αμύθητης αξίας!»
«Αξίζει περισσότερο από τη ζωή του ανιψιού σου;» τον προκάλεσε ο Νιλς.
«Σαφώς και όχι» ηρέμησε ο Μπόα. «Αλλά δεν μου αρέσει να μοιράζομαι, Νιλς. Μόλις τον βρω – γιατί θα τον βρω – θα πάρω το κειμήλιο και θα τον αφήσω ήσυχο. Είμαι σίγουρος ότι έχει φτιάξει την ζωή του σε κάποια άλλη πόλη, και ζει μέσα στα πλούτη. Δεν θα τον πειράξει αν του ζητήσω πίσω αυτό που μου ανήκει»
Ο Νιλς ξερόβηξε υπαινικτικά και ήπιε και την τελευταία γουλιά από το ποτό του, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στον Όντραν.
«Δηλαδή λες πως δεν θα τον πειράξεις; Αν τον βρεις, φυσικά»
«Απορώ και που το σκέφτηκες, ανιψιέ!» παραπονέθηκε ο Μπόα. «Πώς θα μπορούσα να κάνω κακό στο γιο του μεγάλου μου αδερφού;»
Ο Όντραν έμπηξε τα νύχια του στο γόνατό του για να μην φωνάξει. Έτριξε τα δόντια του, ενώ τα ρουθούνια του ανοιγόκλειναν καθώς φυσούσε αέρα από τη μύτη του, εξοργισμένος.
«Είναι καλά; Δεν μου φαίνεται και πολύ καλά» παρατήρησε ο Μπόα.
Τίναξε τον σβέρκο του και σηκώθηκε. «Εμένα με συγχωρείτε για λίγο, κύριοι» είπε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο.
Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει, το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί από το θυμό. Χτύπησε τη γροθιά του στην κάσα της πόρτας. Έριξε λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό του, πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε στο τραπέζι, έτοιμος να συνεχίσει το θέατρο για χάρη του σχεδίου του.
«Πες μου, θείε. Πώς τα καταφέρνεις και διοικείς τόσο καλά την Κόπαρ; Ακούω τα καλύτερα!» τον κολάκεψε ο Νιλς.
«Ω, υπερβολές!» απάντησε με κεκαλυμμένη περηφάνεια.
«Όχι, αλήθεια. Θα ήθελα να ξέρω το μυστικό σου. Με ενδιαφέρει πολύ. Άλλωστε, έχω και γω μια πόλη να προσέχω!»
«Η αλήθεια είναι πως αυτό είναι χάρισμα, ανιψιέ! Αλλά με λίγη τύχη, ίσως πέρασε λίγο και σε σένα μέσω των γονιδίων!»
«Μίλα μου για την Κόπαρ, θείε. Πώς αποφάσισες να αφήσεις τη Γιουβέρνα πριν τόσα χρόνια και να εγκατασταθείς στο βασίλειο του Σκαθ;»
«Ήταν αβάσταχτος ο πόνος μου, όταν πέθανε ο Ακάιους, Νιλς» είπε μελοδραμματικά ο Μπόα και ο Όντραν έμπηξε πάλι τα νύχια του στο δέρμα του. «Δεν μπορούσα να μείνω άλλο εδώ. Εκεί στο Σκαθ, είχα ακούσει για μια πόλη που είχε καταστραφεί ολοσχερώς μετά τον μεγάλο πόλεμο. Αποφάσισα λοιπόν πως θα ήταν καλή ιδέα να την φτιάξω πάλι από την αρχή. Επισκέφτηκα τον άρχοντα της Ανάιλ, μιας μικρής γειτονικής πόλης, και ζήτησα την άδεια να φτιάξω αποικία. Εκείνος δέχτηκε, και έτσι έχτισα την πόλη από την αρχή. Πολλοί από τους παλιούς μου φίλους και συνεργάτες – ξέρεις, τους στρατιώτες του Ακάιους – αποφάσισαν να με ακολουθήσουν με τις οικογένειές τους. Έτσι φτιάχτηκε η πόλη της Κόπαρ»
«Και ο στρατός;»
«Είμαι περήφανος για το στρατό μου, Νιλς. Πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο»
«Είναι ισχυρός;»
«Πανίσχυρος» καμάρωσε ο Μπόα. Ύστερα ψιθύρισε συνομωτικά. «Κανείς δεν έχει τέτοιο στρατό σε ολόκληρη τη Γιουβέρνα. Για να μην πω σε ολόκληρο τον κόσμο»
Ο Νιλς έσκυψε γεμάτος περιέργεια. Τον κοίταξε ερωτηματικά.
«Μία λέξη θα σου πω» είπε και ο Νιλς πλησίασε περισσότερο, με προσοχή. «Ντούλλαχαν»
Ο Νιλς απομακρύνθηκε ενώ στα μάτια του ζωγραφίστηκε δέος και φόβος. «Μιλάς σοβαρά;» ρώτησε.
«Σοβαρότατα. Και πού να δεις τους ακολούθους του» είπε και συνέχισε το φίον του, απολύτως ήρεμος.
«Δηλαδή λες στην ουσία ότι ο στρατός σου είναι ανίκητος» μίλησε ο Όντραν.
Ο Μπόα γύρισε ξαφνιασμένος, λες και είχε ξεχάσει πως ήταν και εκείνος εκεί.
«Ναι, αυτό ακριβώς λέω» περηφανεύτηκε.
«Πώς κατάφερες να τους υποτάξεις στη θέλησή σου;»
«Αυτό προτιμώ να το κρατήσω για τον εαυτό μου»
«Φυσικά» συμφώνησε ο Όντραν.
«Θα πρέπει να έχεις πολλούς οπαδούς στο Σκαθ, με τέτοιο στρατό» μίλησε ο Νιλς.
«Σωστά υπέθεσες. Η Κόπαρ έχει γίνει η δυνατότερη πόλη του Σκαθ. Να φανταστείς ότι η γνώμη μου στο συμβούλιο των αρχόντων είναι πλέον ιδιαιτέρως σημαντική. Μπορώ να τους πείσω ότι η γη είναι τετράγωνη, αν το θέλω. Αρκεί να χτυπήσω τα δάχτυλά μου»
«Αν πούμε δηλαδή, υποθετικά μιλώντας πάντα, ότι εσύ θέλεις να κυρήξεις πόλεμο στη Γιουβέρνα, θα συμφωνήσουν μαζί σου;» ρώτησε ο Νιλς.
«Δεν θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά ναι!» είπε ο Μπόα σταυρώνοντας τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.
Ο Νιλς ξεροκατάπιε. Έριξε μια ματιά στους δέκα άντρες που συνόδευαν τον Μπόα, που κάθονταν και μπεκρόπιναν κατεβάζοντας το ένα ποτήρι κανελομπύρας μετά το άλλο. Ήταν πελώριοι, μυώδεις και αδίστακτοι. Άθελά του σκέφτηκε πως μπροστά στον Ντούλλαχαν και τους ακολούθους του, αυτοί εδώ ήταν αρνάκια.
«Έλα, ανιψιέ! Δεν πρόκειται να κυρήξω πόλεμο ενάντια στην πατρίδα μου! Τι λόγο έχω; Μην κάνεις έτσι!» γέλασε ο Μπόα.
Ο Νιλς γέλασε και εκείνος, χωρίς να τον καθησυχάζει όμως το γέλιο του θείου του. Ο Όντραν έμεινε να παρακολουθεί τον Μπόα να γελά και να αστεΐζεται σχετικά με την επίθεση εναντίον της Γιουβέρνα. Οι δέκα άντρες που τον συνόδευαν γελούσαν και αυτοί ρουθουνίζοντας δυνατά. Ανάμεσά τους αναγνώρισε τον Μουκ, έναν από τους στρατιώτες του πατέρα του.
«Εμένα με συγχωρείτε, αισθάνομαι κουρασμένος» είπε και πετάχτηκε πάνω, κεραυνοβολώντας τον Μουκ με το θυμωμένο του βλέμμα.
«Ναι. Και εγώ, είμαι πολύ κουρασμένος από το ταξίδι. Λέω να αποσυρθώ» ανακοίνωσε ο Μπόα.

«Να σου δείξω το δωμάτιό σου, θείε» προσφέρθηκε ο Νιλς.

Ιωάννα Τσιάκαλου

2 σχόλια:

  1. Εγώ παντως λεω να φάνε τον θείο λάχανο στον υπνο του. Νομίζω εχω ένα κενο μνημης γιατί δεν θυμάμαι πως το δαχτυλίδι κατέληξε στον υιό....

    ΑπάντησηΔιαγραφή