Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7 Ιουλ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 20)

Βγήκε στην Αθηνών πριν την μεγάλη κίνηση της επιστροφής, ευτυχώς, και στο φανάρι στο παλατάκι σταμάτησε δίπλα του ένα παπί, που το καβαλούσε ένα νεαρό ζευγάρι γύρω στα είκοσι.
Η κοπέλα είχε ακουμπήσει το πρόσωπό της στο σβέρκο του οδηγού και του μιλούσε. Είχε τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση του κι όπως ο αέρας φυσούσε πρίμα, τα μαλλιά της είχαν πλημμυρίσει τους ώμους του. Αυτός γύρισε και της είπε κάτι. Χαμογέλασαν και οι δύο και η κοπέλα τον έσφιξε πιο δυνατά πάνω της. Σαν να διέκρινε ο Παύλος κι ένα τρέμουλο πάνω της. Δεν κινδύνευε να δουν το αδιάκριτο βλέμμα του μέσ’ από τα σκούρα φιμέ τζάμια, οπότε συνέχισε να ρουφά άπληστα την τρυφερότητα που ανέδιδε η σκηνή. Ίσως και να ‘δινε όλα όσα είχε, αν ήξερε πως θα τον περίμενε πάντα ένα τέτοιο άγγιγμα και η ζεστασιά της ψυχής που το συνοδεύει, μα … η κόρνα του ταξί πίσω του ακούστηκε ανυπόμονη και τον εκνεύρισε. Πάτησε βαθιά το γκάζι και οι τέσσερις τροχοί του Audi γαντζώθηκαν στην άσφαλτο κάνοντας γρήγορα το κίτρινο αυτοκίνητο μια κουκίδα στον καθρέφτη.
Μισή ώρα περίπου αργότερα πάρκαρε σ’ ένα στενό στην Καλλιθέα, ένα τετράγωνο μακριά από τη διεύθυνση της δεσποινίς Αλεξάνδρου. Έφτασε στην παλιά μαυρισμένη πολυκατοικία με τις στενές βεράντες και τα ξύλινα στόρια και διαπίστωσε έκπληκτος ότι η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Χώθηκε γρήγορα μέσα, χωρίς να σταθεί να κοιτάξει ονόματα και ορόφους στα κουδούνια, για ν’ αποφύγει τυχόν επαφή με κάποιο κάτοικο. Πήρε το ασανσέρ για τον πέμπτο και όσο ανέβαινε, έλεγξε το όπλο του, έβαλε σιγαστήρα και γάντια και έβγαλε τα σύνεργα διάρρηξης από την τσάντα στην πλάτη του. Κατέβαινε αθόρυβα τους ορόφους κοιτώντας προσεκτικά τα ονόματα στα κουδούνια.
Φτάνοντας στο δεύτερο είδε τη μια πόρτα μισάνοιχτη. Πλησίασε και είδε το όνομα «Αλεξάνδρου» στο κουδούνι και την παλιά πόρτα παραβιασμένη προφανώς με λοστό. Από μέσα ακούγονταν θόρυβος από πράγματα που μετακινούνταν και ψίθυροι, μάλλον όχι γυναικείοι. Την έψαχναν κι άλλοι λοιπόν; Όπλισε, άφησε την τσάντα στο διάδρομο δίπλα στην είσοδο και γονάτισε. Η λέξη «πληροφορίες» γυρνούσε στο μυαλό του. Όποιος κι αν ήταν εκεί μέσα έπρεπε να «κελαηδήσει». Πήρε από την τσάντα και μερικά στραπ να βρίσκονται.
Έσπρωξε απαλά την πόρτα και διέκρινε μια ανθρώπινη φιγούρα να περνάει στο βάθος του διαδρόμου. Στην αριστερή πλευρά δεν υπήρχαν πόρτες, οπότε με την πλάτη στον τοίχο προχώρησε σιγανά στο διάδρομο. Πρώτα είδε το καθιστικό που χωρίζονταν από το διάδρομο με μια διπλή πόρτα και ήταν σε άθλια κατάσταση. Αναποδογυρισμένες πολυθρόνες, ξεσκισμένος καναπές, σπασμένα διακοσμητικά και σπασμένοι πίνακες συνέθεταν την εικόνα της διάρρηξης. Μετά ήταν η τουαλέτα που δεν φαινόταν να έχει πειραχτεί και ακολουθούσε η κουζίνα όπου το ανοιχτό ψυγείο έκανε συνέχεια μπιπ. Τώρα μπορούσε ν’ ακούσει τις φωνές τους καθαρά
«Τι είν’ αυτό ρε μάγκα μου; Πως φοριέται αυτό το πράγμα;»
«Δε ξέρω. Έπρεπε να την είχαμε εδώ να μας το δείξει.»
«Κοίτα ρε συ στη φωτογραφία! Τι τσολιάς στ’ ανάκτορα είναι αυτή η γκόμενα!»
«Ναι ρε φίλε, τρελό γκομενάκι. Να σου πω … μήπως να της ρίξουμε και κανένα πριν την καθαρίσουμε; Δε νομίζω να πειραχτεί κανένας!» και γελούσαν πνιχτά. Τους έβλεπε τώρα, από το κενό ανάμεσα στην πόρτα και το κούφωμα, να κοιτάνε με περιέργεια αραχνοΰφαντα γυναικεία εσώρουχα που έβγαζαν από το κομοδίνο και πετούσαν στο κρεβάτι. Σίγουρα δεν φαινόταν επαγγελματίες και του έκανε εντύπωση η άνεση τους στην έκφραση «πριν την καθαρίσουμε». Ούτε η εμφάνισή τους παρέπεμπε σε μπράβους κάποιου είδους. Τα ρούχα τους ήταν παλιά και βρώμικα, τα μαλλιά τους ατημέλητα και νόμιζε πως μπορούσε να μυρίσει τη μπόχα τους από το διάδρομο που τους παρακολουθούσε. Δεν είχαν όπλο στα χέρια τους και μάλλον είχαν απορροφηθεί από τις φαντασιώσεις τους. Αν παρόλα αυτά είχαν πρόθεση να σκοτώσουν, πιθανόν να ήταν οπλισμένοι, οπότε προχώρησε στην ασφαλή μέθοδο. Με το FN στο αριστερό χέρι να τους σημαδεύει και το κλομπ ανοιχτό στο δεξί, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τους πλησίασε, ενώ τον κοιτούσαν με έκπληξη και απορία. Τους έγνεψε να σηκώσουν τα χέρια και ο ένας, ο πιο ψηλός, έκανε μια κίνηση μάλλον για να πηδήξει στο κρεβάτι. Σημάδεψε και τον πέτυχε στο γόνατο, αλλά είχε αναπόφευκτα σταυρώσει τα χέρια του. Με μια γρήγορη περιστροφή του σώματός του χτύπησε με όλη του τη δύναμη το κλομπ στο πίσω μέρος των ποδιών του άλλου που έπεσε στα γόνατα με μια κραυγή. Ούρλιαζε και ο πληγωμένος και του χαλούσε το σχέδιο για μια διακριτική και αποτελεσματική ανάκριση. Τους έδεσε γρήγορα με στραπ τα χέρια πίσω από την πλάτη και τους μπούκωσε το στόμα με κάμποσα από τα εσώρουχα που ήταν διάσπαρτα στο κρεβάτι. Δεν είχαν όπλο πάνω τους. Όλη η φάση δεν κράτησε πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα. Πήγε τρέχοντας και πήρε την παρατημένη του τσάντα και έκλεισε την εξώπορτα στηρίζοντάς την με μια καρέκλα. Δεν είχε βγει κανείς στο διάδρομο και δεν άκουσε κάτι άλλο περίεργο, εκτός από τα μουγγητά μέσα στο διαμέρισμα.
Τους έστησε σε δυο καρέκλες που πήρε από τη κουζίνα. Ο τραυματίας, που ήταν στα δεξιά, έτρεμε από τον πόνο και αιμορραγούσε. Του έβγαλε τη ζώνη και του την έδεσε σφιχτά στο πόδι. Τους παρατήρησε πιο προσεκτικά. Ο πιο κοντός πρέπει να ‘χε  πάρει κάτι γιατί φαινόταν χαμένος στο δικό του κόσμο, σαν να μην είχε πάρει είδηση τι γινόταν. Τους έψαξε πιο προσεκτικά. Κινητά, λεφτά, κλειδιά, ένα δίπλωμα, τσιγάρα … σκονάκι … σύριγγα κι ένας σουγιάς που δεν έκοβε ούτε βούτυρο.
Ξαφνικά θυμήθηκε. Πήρε την τσάντα του και κατέβηκε στην είσοδο ελέγχοντας μην τον πάρει κανένα αδιάκριτο μάτι. Στη σιδερένια κουπαστή της κοινόχρηστης σκάλας στήριξε με μαγνήτη μια μίνι κάμερα και λίγο πιο κάτω, για να μην φαίνεται, το τροφοδοτικό και τον πομπό. Ξανανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και έβγαλε από το σάκο μια οθονίτσα τριών ιντσών. Την άνοιξε και εμφανίστηκε η είσοδος  της πολυκατοικίας. Την έστησε πάνω στο κρεβάτι ώστε να μπορεί να βλέπει από εκεί που θα στεκόταν. Μετά πήρε ταινία συσκευασίας και τους «κόλλησε» σφιχτά στις καρέκλες. Ο πληγωμένος, που η αιμορραγία του περιορίστηκε αλλά το πόδι του είχε αρχίσει να πρήζεται, βόγκηξε απ’ τον πόνο.
«Όσο δεν φωνάζετε θα τα πάμε καλά» τους ψιθύρισε και έβγαλε τους δαντελένιους μπόγους από τα στόματά τους. Ο ψηλός, με τα δόντια κιτρινισμένα, το δέρμα σκαμμένο από τις αμφεταμίνες και τα χέρια γεμάτα σημάδια σύριγγας τον κοιτούσε με απόγνωση. Ο Παύλος κοίταξε το δίπλωμα που είχε τη φωτογραφία ενός όμορφου νεαρού με έντονα ζυγωματικά και εκφραστικά μάτια, τα ίδια μάτια που τον κοιτούσαν τώρα. Πέρασαν στιγμιαία μπροστά του πολλές μορφές νέων που γνώριζε και είδε να σαπίζουν με τον ίδιο τρόπο, μέχρι να τους τραβήξει στο αιώνιο σκοτάδι η δίνη της νύχτας.
«Με το Βογιατζόγλου το Μάκη είχες καμιά σχέση;» τον ρώτησε.
«Και τι σε νοιάζει εσένα ρε μαλάκα;» του απάντησε επιθετικά, μα αντιλαμβανόμενος τη δύσκολη θέση του συμπλήρωσε «Αδερφός μου ήταν!»
Ο Βογιατζόγλου, αν και γνωστός αλογομούρης, ήταν για κάποιο διάστημα μεγάλο κεφάλι στο δίκτυο του Τζόνι. Κάποια στιγμή βρέθηκε να χρωστάει πολλά στον τζόγο και άρχισε να κλέβει νοθεύοντας ότι άσπρο περνούσε απ’ τα χέρια του. Ήταν απλά θέμα χρόνου να μαθευτεί και ο Τζόνι να δώσει εντολή στην «κρυπτεία» του για εκκαθάριση. Ότι μπορεί να είχε απομείνει απ’ αυτόν πια, βρισκόταν στο εσωτερικό ενός Nissan 120Y στον πάτο του Κορινθιακού κόλπου. Δεν ήταν λοιπόν περίεργο που κι ο αδερφός πήρε τέτοιο δρόμο.
«Λοιπόν Αργύρη … επειδή ο φιλαράκος σου απέναντι θ’ αντέξει περισσότερο κι εγώ δεν έχω ούτε λεπτό για χάσιμο, θα ξεκινήσουμε μαζί!»
«Άσ’ τον ήσυχο ρε!» πετάχτηκε σαν να πήρε ξαφνικά μπροστά ο συνεργάτης του.
Ο Παύλος τον κοίταξε με ψυχρό βλέμμα «Είπα δε φωνάζουμε» και σε δεύτερη σκέψη συμπλήρωσε «Να παρακαλάς να μην έρθει η σειρά σου»
«Ποιός σας έστειλε;»
«Δε ξέρω τίποτα! Αυτόν ρώτα!» διαμαρτυρήθηκε ο Βογιατζόγλου
«Εγώ θα ρωτάω εσένα. Όποιος θέλει απαντάει!»
«Δε σου λέμε τίποτα ρε!» αντιτάχθηκε ο κοντός.
Ξαναγύρισε στον Βογιατζόγλου «Ποιος σας έστειλε;» και πίεσε την άκρη του κλομπ πάνω στο πληγωμένο γόνατο. Τα μάτια του γύρισαν γουρλωμένα να κοιτάξουν τον κοντό και σφίχτηκε να μην ουρλιάξει «Αλήθεια λέω, δεν ξέρω!» Το κλομπ πιέστηκε περισσότερο και ξανάρχισε να τρέχει αίμα. «Δεν ξέρω ποιος! Μόνο ότι παίρνει τηλέφωνο απ’ το εξωτερικό και στέλνει μετρητά! Πολλά μετρητά!» είπε με ρόγχο και λιποθύμησε.
Ο Παύλος σηκώθηκε και έσκισε μια λωρίδα από τα σεντόνια. Του ‘δεσε σφιχτά την πληγή για να σταματήσει το αίμα. Δεν ήθελε να τον χάσει τόσο νωρίς. Έριξε κι ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπό του και είδε το κεφάλι που είχε κρεμάσει μπροστά να συνέρχεται. Απευθύνθηκε στον κοντό που είχε ακόμα το περίεργο χαμένο βλέμμα «Εσύ μιλάς μαζί του;»
«Με πολύ κόσμο μιλάω μεγάλε! Ποιον εννοείς;» τον ειρωνεύτηκε θαρραλέα.
«Δεν ξέρω αν θα ζήσεις, αλλά δε θα ξαναγαμήσεις!» του ‘κλεισε το στόμα με το ένα χέρι και με το άλλο του έριξε την πιο δυνατή μπουνιά του στα γεννητικά όργανα κάνοντας όλη την καρέκλα να φύγει μισό μέτρο πίσω. Ο κοντός έβηξε με σπασμούς και μετά ξέρασε.
«Να συνεχίσω, ή θα ξεράσεις κι ότι ξέρεις με την πρώτη δόση ξύλου;»
«Σιγά τι θα κάνεις … παλιομαλάκα!» είπε βήχοντας.
Αντιπαθούσε τη βία σ’ αυτό το επίπεδο και πάντα προσπαθούσε να αποφεύγει τις κοντινές επαφές, πόσο μάλλον περιπτώσεις σαν την τωρινή, αλλά δεν ήταν πια ο κυνηγός στην υπόθεση μα ο κυνηγημένος κι έπρεπε ν’ αλλάξει τους κανόνες. Του ξαναμπούκωσε το στόμα και τον πυροβόλησε κι αυτόν στο γόνατο «Λοιπόν; Να συνεχίσω ή πείστηκες για το τι μπορώ να κάνω;»
Ο κοντός, αν και χτυπιόταν από τον πόνο, κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Όπως νομίζεις!» πήγε στην κουζίνα και γύρισε μ’ ένα πιρούνι που πίεσε κι έστριψε πάνω στην πληγή «Να συνεχίσω;»
Πάλι αρνητικό νόημα με το κεφάλι.
«Εννοείς να μην συνεχίσω ή δεν θα μιλήσεις;» συνέχισε ο Παύλος με το πιρούνι πάντα στην πληγή «θα μιλήσουμε;» ξαναρώτησε.
Αυτή τη φορά ο κοντός έγνεψε καταφατικά.
«Σίγουρα;» επέμενε με το πιρούνι να ανακατεύει την πληγή.
Τώρα το μουγγητό και η κατάφαση ήταν πιο έντονη. Του πήρε πάλι τον μπόγο από το στόμα «Ακούω!»
«Δεν ξέρω όνομα. Με βρήκε μέσω του Ευαγγέλου. Πληρώνει πολύ! Πάρα πολύ καλά! Πάντα μετρητά που έρχονται με απλό ταχυδρομείο σε κουτιά από παπούτσια. Παίρνει τηλέφωνο μέσω Skype, ή χωρίς να εμφανίζει νούμερο» είπε με μια ανάσα!
«Εδώ γιατί ήρθατε;»
«Με πήρε ξημερώματα. Μου ‘πε να έρθω να ψάξω για όπλα, φωτογραφίες, υπολογιστές και μετά να καθαρίσω τη γκόμενα που θα έρθει. Μας έδωσε φωτογραφία!» έδειξε στο κομοδίνο τη φωτογραφία που κοιτούσαν ψάχνοντας τα εσώρουχά της.
«Πως θα τη σκοτώνατε; Όπλο δεν έχετε!»
«Με δόση! Το σκονάκι είναι γι’ αυτήν»
«Ξέρεις πότε θα έρθει;»
«Μου είπε πως έχει εισιτήριο με το καράβι των πέντε από Άνδρο»
Κοίταξε το ρολόι του. Μπορεί να ερχόταν από στιγμή σε στιγμή.
«Τον Ευαγγέλου από που τον ξέρεις;»
Ο κοντός τον κοίταξε περίεργος «Με δουλεύεις; Και ποιος δεν ξέρει τον Ευαγγέλου!»
«Δουλεύεις για πάρτη του;»
«Κατά διαστήματα του ‘σπρωχνα κόκα σε φίρμες. Έκανα και καμαρινάκιας στο μαγαζί, με ξέρει καλά!»
«Μη λες μαλακίες!» του επισήμανε δείχνοντας το πιρούνι. Αν δούλευε στον Τζόνι, θα τον ήξερε κι ο Παύλος. Προφανώς ήθελε να δείξει σπουδαίος μπας και σώσει το τομάρι του. Μα καλά, ποιος άσχετος έστειλε δυο πρεζόνια της κακιάς ώρας να «φάνε» άνθρωπο;
«Αλήθεια λέω! Παλιά έσπρωχνα κόκα για πάρτη του σε άλλα μαγαζιά»
«Αυτό μπορεί!» απάντησε κι άρχισε να σκέφτεται τι θα κάνει μ’ αυτούς τους δύο.
«Τι άλλες δουλειές έχεις κάνει για πάρτη του; Λέγε!» πλησίασε πάλι το πιρούνι στο γόνατο!
«Τίποτα σπουδαίο! Αλλά τώρα ήταν πολλά τα λεφτά! Γι’ αυτό δέχτηκα»
«Πόσα;»
«Πενήντα χιλιάρικα ο καθένας μας! Θα ‘βγαζα ένα εξάμηνο μ’ αυτά τα λεφτά.»
«Εμένα μου ‘πες δεκαπέντε παλιοκουφάλα!» διαμαρτυρήθηκε ο ψηλός που είχε συνέλθει. Κοιτάχτηκαν με μίσος κι άρχισαν να βρίζονται και να φωνάζουν. Τους φίμωσε πάλι και είχε σχεδόν πιάσει το όπλο να τους εκτελέσει όταν χτύπησε το κινητό. Το πήρε και είδε απόκρυψη αριθμού. Προειδοποίησε τον κοντό «μην σου ξεφύγει τίποτα!», του έβγαλε τη μπούκα από το στόμα και του έβαλε το τηλέφωνο στο αυτί και το όπλο στο μέτωπο. Έσκυψε κι αυτός ν’ ακούει την αλλοιωμένη από υπολογιστή φωνή στο ακουστικό
«Σε λίγο πρέπει να φτάνει. Βρήκες τίποτα;»
«Όχι» απάντησε ο κοντός.
«Όλα εντάξει; Την περιμένετε;» ξαναρώτησε η φωνή.
«Ναι … Όλα καλά… αλλά να… απλά …»
Δεν πρόλαβε να πει περισσότερα καθώς το βλήμα διασποράς του FN εξερράγη μες το κρανίο του. Ο Παύλος έβαλε το τηλέφωνο στο δικό του αυτί. Την στιγμιαία ησυχία, καθώς οι δυο συνομιλητές περίμεναν ο ένας τον άλλο να μιλήσει, διέκοψε ο ήχος του κάλυκα που κύλησε από το στρώμα κάτω στο πάτωμα.
«Μάλλον λύθηκε μόνιμα το πρόβλημά του» είπε η φωνή και πριν κλείσει συμπλήρωσε «να δούμε πως θα λύσουμε οριστικά το δικό σου πρόβλημα … κύριε Παύλο».
Ενώ προσπαθούσε να επεξεργαστεί ψυχολογικά την δεδομένη και οριστική πλέον απειλή, παρατήρησε κίνηση στην εικόνα της κάμερας και πλησίασε να δει καλύτερα. Δυο μάλλον μεσήλικες γυναίκες συζητούσαν και έδειχναν την ανοιχτή ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα της πολυκατοικίας. Έπρεπε να φύγει. Η παρουσία των προκατόχων του στο διαμέρισμα θα γινόταν γρήγορα αντιληπτή. Κοίταξε το Βογιατζόγλου και τον λυπήθηκε. Φαινόταν να έχει απλά δεχτεί το γεγονός ότι θα πέθαινε και κοιτούσε ανέκφραστος και ακίνητος τον πρώην συνεργάτη του. Τουλάχιστον ας τέλειωνε ευτυχισμένος, κι ας ήταν και στο δικό του κόσμο! Πήρε το σκονάκι και τη σύριγγα και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το «σπιντάκι». Όταν γύρισε, τον βρήκε να χαμογελάει μ’ ένα μάταιο ύφος «Αν δεν το ‘κανες εσύ σήμερα, θα το ‘κανα εγώ σύντομα! Με δεκαπέντε χιλιάρικα στην τσέπη … πολύ σύντομα!»
Του έδεσε το μπράτσο «Θέλεις να το κάνεις μόνος σου;»
Κούνησε το κεφάλι θετικά, οπότε του ελευθέρωσε το δεξί χέρι και του έδωσε τη σύριγγα. Βγήκε από το δωμάτιο. Δεν ήθελε να το δει αυτό. Ότι και όποιος και να ήταν, η αυτοκτονία ήταν ίσως η πιο προσωπική στιγμή που ο Παύλος μπορούσε να φέρει στο μυαλό του.
«Που ‘σαι μεγάλε;» τον φώναξε και μόλις πήγε στην πόρτα «σε βλέπω ‘ντάξει παιδί και θέλω μια χάρη …»
Ο Παύλος είδε τη σύριγγα να ‘χει πιεστεί λιγάκι. Δε μίλησε.
«Τα λεφτά είναι στο μαύρο Kadett στη γωνία .. δως τα στη μάνα μου! Φχαριστώ» και έβαλε πάλι τη σύριγγα μέσα του. Πρόλαβε να πει «Αντίο!» και να κάνει διάφορες γκριμάτσες ευχαρίστησης, πόνου και ποιος ξέρει τι άλλο φούντωσε το «σπιντάκι» στο μυαλό του, πριν κρεμάσει το κεφάλι του προς τα πίσω με τα μάτια ανοιχτά και γυρισμένα, να φαίνεται μόνο το ασπράδι.

Πλησίασε αργά και έλεγξε τον ανύπαρκτο σφυγμό του. Κοίταξε το δωμάτιο τριγύρω που έζεχνε από τον εμετό και τα αίματα. Σκεφτόταν διάφορα, καθώς μάζευε την οθόνη και σκούπιζε σχολαστικά τα παπούτσια του, μα κυρίως ποιος μπορεί να τον θέλει νεκρό και για ποιο λόγο. Και δυστυχώς, παρά τις απαράδεκτες προχειρότητες, δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιον άλλο εκτός από τον Τζόνι. Είχε καταλήξει σ’ αυτόν, κυρίως γιατί ήταν ο μόνος που είχε κίνητρο. Κανείς άλλος δεν υπήρχε περίπτωση να ξέρει αρκετά για να θέλει να τον εκδικηθεί. Ο Τζόνι μπορεί να μην ήθελε εκδίκηση, αλλά σίγουρα καιγόταν να εξαφανίσει τον τελευταίο δεσμό με το παρελθόν του. Τον τελευταίο άνθρωπο που τον ήξερε πριν γίνει «Ανδρέας Ευαγγέλου» και που τύχαινε να είναι ο ίδιος που σκηνοθέτησε και τη δολοφονία του.




Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου