Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Ιουλ 2017

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 21) Πάμε πόλεμο!!

Και πετούσαν. Και πετούσαν. Και πετούσαν…Πετούσαν στο κενό μπλε ουρανό, χάνοντας τη αίσθηση του χρόνου. Μερικοί είχαν αποκοιμηθεί, πάνω στους δράκους τους. Ένας μάλιστα έγειρε κατά πολύ το κεφάλι του, με αποτέλεσμα να πέσει από τον δράκο του. Ευτυχώς ξύπνησε κατά τη πτώση, προλαβαίνοντας να πιαστεί από τα χαλινάρια. Οι περισσότεροι σιωπηλοί κρατούσαν το βλέμμα τους σταθερό μπροστά, με το ένα τους χέρι έσφιγγαν τα χαλινάρια και με το άλλο έπιναν τη λαβή από το σπαθί του που προεξείχε από τη θήκη.
          «Πφφφ…Βαρέθηκα» γκρίνιαξε η Φρειδερίκη. «Έχω πολύ ακόμα;».
«Δεν ξέρω» της απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Τι πάει να πει δε ξέρεις;!».
«Μη μου φωνάζεις!» της είπε με ήρεμο τρόπο.
«Δε γνωρίζεις τη διαδρομή;» τον ρώτησε ο Έκτορας.
«Δεν υπάρχει διαδρομή» απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Τι πάει να πει, δεν υπάρχει διαδρομή;!» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Φρειδερίκη, πρόκειται για το απόλυτο κακό. Πιστεύεις ότι θα άφηνε το πανούργο έργο-δημιούργημα του έτσι εμφανή, για τον οποιοδήποτε;» της απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Και τότε εμείς κατά πού οδεύουμε;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη. «Πετάμε έτσι άσκοπα, σα τις μύγες;».
«Περιμένουμε» της απάντησε ήρεμα, ο Πρίγκιπας.
          Η Φρειδερίκη είχε ήδη αρχίσει να νιώθει το κεφάλι της να πονάει, από θυμό. Ήταν έτοιμη να εκραγεί. Προτίμησε να μη μιλήσει άλλο, γύρισε το κεφάλι της από την άλλη, βλέποντας τον φίλο της Φτερωτό να πετάει λίγο πιο εκεί. Του έκανε νόημα να έρθει κοντά της, εκείνος με το που είδε το σινιάλο της πλησίασε προς το μέρος της.
          «Έτοιμος για πόλεμο;» τον ρώτησε ξερά.
«Ου, πανέτοιμος» της απάντησε εκείνος άψυχα.
«Τι ξενέρωτος που είσαι» του είπε εκείνη. «Είσαι αγχωμένος;» τον ρώτησε μετά από λίγα λεπτά.
«Α, μπα καθόλου συνηθισμένος είμαι, στο να πολεμάω δαίμονες και διάφορα κακά – άσχημα πλάσματα. Και όλα αυτά, για το καλό της ανθρωπότητας». Είπε, σηκώνοντας τη γροθιά του προς τα πάνω.
«Έλα μη γίνεσαι μίζερος. Διασκέδασε το» του είπε η Φρειδερίκη.
«Δε με βλέπεις; Πετάω από την πολύ διασκέδαση. Πετάω!» έλεγε κουνώντας πιο γρήγορα τα φτερά του.
«Καλά εντάξει ηρέμησε λίγο, γιατί μπορεί να μη σου μείνει φτερό από την πολύ διασκέδαση» του είπε πιάνοντας στον αέρα ένα φτερό, που ξέφυγε από τα φτερά του. «Ηρέμησε σε λέω!» του φώναξε, καταλαβαίνοντας το πόσο ταραγμένος ήταν.
«Εσένα περίμενα να μου το πεις…» μουρμούρισε εκείνος.
          «Γιατί κάνει έτσι;» ρώτησε ο Πρίγκιπας, τη Φρειδερίκη. «Δεν έχει ξανά πολεμήσει;».
«Φυσικά και έχει ξανά πολεμήσει» απάντησε με περηφάνια η Φρειδερίκη.
          Ο Πρίγκιπας κοίταξε καλά τον Φτερωτό και ο Φτερωτός ανταποκρίθηκε με το ίδιο ύφος. «Όχι δεν έχω ξανά πολεμήσει» παραδέχτηκε λιγάκι φοβισμένα.
«Εμένα άλλα μου έχεις πει» του είπε η Φρειδερίκη, απογοητευμένη.
«Σου είπα ψέματα».
«Γιατί το έκανες αυτό;».
«Επειδή είσαι πολύ γενναία και ίσως να μην ήθελες να έχεις για φίλο σου έναν δειλό».
«Τι είναι αυτό που λες…» του είπε εκείνη. «Ποτέ  δε μου πέρασε από το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Για εμένα είσαι αρκετά γενναίος. Μπορεί να μη σου δείχνω την εκτίμηση μου, αλλά σε εκτιμώ βαθύτατα».
          «Παιδιά συγγνώμη που διακόπτω, το αγαπησιάρικο σκηνικό σας…». Ξεκίνησε να λέει ο Πρίγκιπας.
«Είσαι ηλίθιος!» του είπε η Φρειδερίκη.
«Είμαι υπέροχος και το ξέρω» ανταπεξέλθει ο Πρίγκιπας.
«Καθυστερημένος είσαι, αλλά έχε χάρη που πέσαμε στην ανάγκη σου» του είπε η Φρει-δερίκη, εκνευρισμένα.
          «Παιδιά, νομίζω πως αστράφτει» είπε ο Φτερωτός, δείχνοντας προς τα μπροστά.
«Εκεί πηγαίνουμε» δήλωσε ο Πρίγκιπας, δείχνοντας τη λάμψη που άστραφτε λίγο πιο μακριά τους.
          «Μην πας προς το φως. Μην πας προς το φως» ψιθύρισε ο Φτερωτός, κοντά στο αυτί της Φρειδερίκης.
«Δεν πάω. Δεν πάω» μουρμούρισε εκείνη, μέσα από τα δόντια της.
          «Τι…τι λέτε εσείς εκεί;» τους ρώτησε ο Πρίγκιπας.
«Για το πόσο ωραίο είναι να πετάς» απάντησε ο Φτερωτός, κάνοντας άτσαλα μία σβούρα στον αέρα.
«Το μαλλί, μαλλί πάντως. Μη χέσω» σχολίασε η Φρειδερίκη. «Τόση ώρα πετάς και ούτε που έχει φριζάρει. Παραμένει ολόισιο!».
«Δε θες να μάθεις πώς είναι το δικό σου…» της είπε ο Φτερωτός.
«Όχι, δε θέλω να ξέρω, δε θέλω ξέρω» απάντησε η Φρειδερίκη, σιάζοντας με γρήγορες κινήσεις, τις τούφες των μαλλιών της.
          «Για τρίχες θα μιλάμε τώρα;!» τους φώναξε νευριασμένος ο Πρίγκιπας.
«Καλά ντε» του είπε η Φρειδερίκη, λιγάκι τρομαγμένη.
          Ο Πρίγκιπας την αγριοκοίταξε για λίγο, μετά έστρεψε το βλέμμα του προς τον Φτερωτό. Τέλος τίναξε τα χαλινάρια του Δράκοντα του και έφυγε λίγο πιο μπροστά τους.
          «Φίλε νομίζω ερωτεύτηκα» είπε σιγανά η Φρειδερίκη στον Φτερωτό.
«Τώρα;» τη ρώτησε εκείνος.
«Μπορεί και από πριν».
«Ποιον;».
Η Φρειδερίκη του έδειξε με ένα νεύμα του κεφαλιού της, τον Πρίγκιπα που πετούσε λιγάκι πιο μπροστά της πάνω στον Δράκοντα του.
«Δε σε πιστεύω» της είπε εκείνος.
«Κι όμως. Κι όμως» του απάντησε εκείνη, έχοντας το βλέμμα της καρφωμένο στον Πρίγκιπα. «Έχει κάτι που με εξιτάρει. Όταν αγριεύει ανατριχιάζω».
«Άχου το μωρέ» της είπε εκείνος, τσιμπώντας τα μάγουλα της.
«Σταμάτα ρε, σου μιλάω σοβαρά» του είπε εκείνη. «Βρήκα τον πρίγκιπα μου».
«Ναι…» συμφώνησε ξερά. «Γιώργο!» φώναξε τον Πρίγκιπα.
«Τι θέλεις;!» του απάντησε ο Πρίγκιπας, φωνάζοντας.
«Φτάνουμε;».
«Σε λιγάκι!» του απάντησε εκείνος.
          «Πιάστηκαν οι ώμοι μου, να πετάω τόση ώρα» παραπονέθηκε ο Φτερωτός, στη Φρειδερίκη.
«Αμάν βρε αδελφάκι μου, όλο γκρίνια είσαι» του είπε η Φρειδερίκη.
«Αν ήμουν και εγώ ερωτευμένος, ίσως να μην γκρίνιαζα».
          «Δεν είναι μόνο ο έρωτας φίλε μου, κυρίως ευθύνεται η όρεξη για σφαγή!» του είπε με πάθος η Φρειδερίκη.
«Παίζει να είσαι η μόνη που χαίρεσαι τόσο πολύ» της είπε ο Φτερωτός, ρίχνοντας μία πρόχειρη ματιά γύρω του.
«Τι φταίω εγώ, που όλοι οι άλλοι είναι ξενέρωτοι» του είπε εκείνη.
          «Παραταχθείτε!» φώναξε ο Πρίγκιπας, σε όλο το στόλο.
«Φτιάχτηκες εσύ τώρα» είπε σιγανά ο Φτερωτός στη Φρειδερίκη.
«Πάρα πολύ» του απάντησε εκείνη.
Ο Φτερωτός κούνησε το κεφάλι του γελώντας.

                                                                        * * * *
          Μπήκαν σε μία σειρά, ανά τέσσερα άτομα. Καθώς πλησίαζαν, πήγαιναν πιο σιγανά και σχεδόν άηχα. Πέρασαν μέσα από τη λάμψη, όλα γύρω τους έχασαν το νόημα τους. Τα συναισθήματα τους άλλαξαν, σα να βάραινε η ψυχή τους.
          Η Φρειδερίκη ρουφούσε τη μύτη της τακτικά, απαγορεύοντας στον εαυτό της να κλάψει. Δεν ήξερε γιατί. Ήθελε να κλάψει. Το ένιωθε μέσα της, ένα κόμπος δεμένο σφιχτά στο λαιμό της. Σε αντίθεση με τον καλό της φίλο Φτερωτό που άφηνε τα δάκρυα να κυλάν ε-λεύθερα από τα μάτια του και να βρέχουν τα μάγουλα του, ποτίζοντας τα πυκνά ξανθά μούσια του. «Είμαι πολύ στεναχωρημένος» είπε κλαίγοντας και έτριψε τα βρεγμένα μάτια του.
«Και εγώ» του είπε η Φρειδερίκη, ρουφώντας τη μύτη της. «Μου λείπει η μαμά μου» παραδέχτηκε, αφήνοντας τελικά τον εαυτό της ελεύθερο να κλάψει.
          «Πεινάω» παραπονέθηκε ο Έκτορας, τρίβοντας τη κοιλιά του.
«Είμαι πολύ συγκινημένος» είπε κλαίγοντας ο Μάγος Φίλιππος.
          Η Φρειδερίκη αγκαλιάστηκε με τον Φτερωτό, κλαίγοντας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έκλαιγαν με λυγμούς.
          «Είσαι άσχημος όταν κλαις» του είπε κλαίγοντας η Φρειδερίκη.
«Ενώ εσύ είσαι μία ζωγραφιά» της είπε εκείνος, σπαράζοντας στο κλάμα.
          Η Φρειδερίκη ξεκίνησε να κλαίει περισσότερο από πριν, μην καταλαβαίνοντας το γιατί. Το μόνο που αισθανόταν ήταν μία βαθύτατη στεναγχώρια, μαζί της και ο Φτερωτός αισθανόταν το ίδιο. Για την ακρίβεια ο Έκτορας και ο Φίλιππος επίσης έκλαιγαν, λες και κάποιος είχε μόλις πεθάνει. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν ανέκφραστοι. Ασυγκίνητοι.
          «Συνέλθετε καλέ!» τους φώναξε σιγανά ο Πρίγκιπας, πηγαίνοντας προς το μέρος τους.
«Έλα εδώ να σε αγκαλιάσω» του είπε η Φρειδερίκη κλαίγοντας.
«Ρε μη κλαίτε ρε!» φώναξε και στους άλλους δύο. «Σταματήστε βρε!» φώναξε και στους τέσσερις.
«Δεν μπορώ. Με έχει πιάσει νευρικό» του απάντησε κλαίγοντας η Φρειδερίκη. «Είμαι πολύ στεναχωρημένη. Μου λείπει η μαμά μου» του είπε, σπαράζοντας στο κλάμα.
«Κι αν συνεχίσεις έτσι, δε θα τη δεις» της είπε ο Πρίγκιπας.
«Πέθανε;!» τον ρώτησε σοκαρισμένη η Φρειδερίκη. «Πέθανε η μαμά μου» απευθύνθηκε στον Φτερωτό, συνεχίζοντας το κλάμα.
«Εγώ τι να πω, που δε έχω γονείς» της είπε εκείνος κλαίγοντας και αυτός.
«Δεν έχεις γονείς;» τον ρώτησε έκπληκτη η Φρειδερίκη. «Και πώς γεννήθηκες; Φύτρωσες;».
«Κάπως έτσι» της απάντησε εκείνος, σκουπίζοντας τα βρεγμένα του μάτια.
«Έλα εδώ» η Φρειδερίκη τον άρπαξε από το λαιμό, χώνοντας το κεφάλι του μέσα στην αγκαλιά της.
          «Σταματήστε σας λέω!» ο Πρίγκιπας του χώρισε, αρπάζοντας τον Φτερωτό από τους ώμους. «Είναι παγίδα! Μαύρα μάγια!» του φώναξε σιγανά.
«Παγίδα;» αναρωτήθηκε κλαίγοντας η Φρειδερίκη. «Μάγια;».
«Ναι. Ο Δαίμονας έχει Μαύρη Ασπίδα» της απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Τι πάει να πει αυτό;» ρώτησε ο Φτερωτός.
«Έχει βάλει τη Γαριφαλιά να προστατεύει τη Δίδυμη Γη με τη χρήση της Μαύρης Ασπίδας» του απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Ωχ» είπε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας στα μάτια τον Φτερωτό. «Πού πάει να πει;» γύρισε το βλέμμα της προς τον Πρίγκιπα.
«Πάει να πει πως όποιος πλησιάζει, μαυρίζει η ψυχή του από τα άσχημα και βαριά συναισθήματα. Όπως τύψεις, ενοχές, θλίψη, κακία, μίσος…».
«Και οι εσύ, γιατί δεν έχεις πέσει στη παγίδα;» τον διέκοψε η Φρειδερίκη.
«Γιατί εγώ το γνώριζα και ήμουν προετοιμασμένος…».
«Και εμάς γιατί δε μας το είπες, ηλίθιε;!» τον ρώτησε η Φρειδερίκη θυμωμένα.
«Νόμιζα πως το ξέρατε» απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Από πού ρε καθυστερημένε;!».
«Από … από … από» τραύλιζε ο Πρίγκιπας, δίχως να βρίσκει μία απάντηση που να αρμόζει. «Σας το λέω τώρα!» είπε τελικά, με δυναμισμό.
«Ναι αφού κοντέψαμε να πεθάνουμε από τη θλίψη!» είπε ο Φτερωτός.
«Κοιτά ένα μαλακά!» είπε η Φρειδερίκη στον Φτερωτό, δείχνοντας τον Πρίγκιπα Γεώρ-γιο.
          «Δεν είμαι αυτό που μόλις με αποκάλεσες!» της είπε ο Πρίγκιπας, οργισμένος.
«Μπορώ να πω και χειρότερα! Θέλεις να τα ακούσεις;!» του απάντησε εκείνη με θράσος.
          «Ρε παιδιά…μήπως και αυτό είναι παγίδα;» ρώτησε ο Φτερωτός, δείχνοντας και τους δύο.
          Η Φρειδερίκη και ο Πρίγκιπας κοιτάχτηκαν σιωπηλοί, καταλαβαίνοντας την ερώτηση του Φτερωτού. Τα βλέμματα τους έβγαζαν σπίθες από θυμό και οργή. Ήθελαν πάρα πολύ να παίξουν ξύλο, για ένα περίεργο λόγο εκείνη τη στιγμή μισούσαν πάρα πολύ ο ένας τον άλλον.
          Ο Πρίγκιπας Γεώργιος έκλεισε τα μάτια του, παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή και εξέπνευσε αισθανόμενος ήρεμος. «Πάρε εισπνοή – εκπνοή, αδειάζοντας το μυαλό σου από σκέψεις. Στάματα να σκέφτεσαι και διώξε από μέσα σου το κάθε συναίσθημα» ξεκίνησε να της λέει οδηγίες, για να τη βοηθήσει να συνέλθει.
          Η Φρειδερίκη έκλεισε τα μάτια της εισπνέοντας, ύστερα τα άνοιξε εκπνέοντας. «Καλύτερα» απάντησε.
          «Για καλό και για κακό, μασήστε αυτό» τους πρόσφερε από μία τσίχλα. «Έχει παράξενη γεύση…» ξεκίνησε να τους λέει, βλέποντας τους να τσαλακώνουν το πρόσωπο τους εξαιτίας της απαίσιας γεύσης που γέμιζε το στόμα του. «Αλλά είναι μέχρι να τη συνηθίσεις» έφτυσε τη δικιά του τσίχλα και έβαλε στο στόμα του καινούρια. «Μην το κάνεις αυτό!» είπε στον Φτερωτό, βλέποντας τον κάνει τσιχλόφουσκα. «Χάνει πιο γρήγορα την επίδρασή της. Πάρτε μερικές ακόμα, να έχετε. Όταν νιώσετε άσχημα, φτύστε τη παλιά και μασήστε καινούρια».
«Εντάξει» απάντησαν και οι δύο μαζί.
          Έδωσαν στον Έκτορα και στον Φίλιππο μπόλικες τσίχλες, λέγοντας τους τις ίδιες οδηγίες.
          «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Όσο πλησιάζουμε, υπάρχει κίνδυνος να γίνουμε αντιληπτοί και δε το θέλουμε αυτό» ξεκίνησε να τους λέει ο Πρίγκιπας.
«Αφού έτσι και αλλιώς θα μας καταλάβουν» τον διέκοψε η Φρειδερίκη.
«Ναι, όταν το θέλουμε εμείς» της απάντησε χαριτωμένα ο Πρίγκιπας, τρίβοντας τρυφε-ρά το μάγουλο της. Έπειτα πέταξε με τον Δράκοντα του μπροστά, για να ελέγξει το τοπίο.
          Η Φρειδερίκη έμεινε κόκαλο, να κοιτάζεις κάπου στο κενό. Ο Φτερωτός κουνούσε τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπο της. «Ε!» της φώναξε.
«Τι;!» τον ρώτησε εκείνη ταραγμένη.
«Έτοιμη για πόλεμο;!» τη ρώτησε, κρατώντας το σπαθί του.
«Μόνο έτοιμη; Πανέτοιμη!» φώναξε εκείνη, υψώνοντας το σπαθί της.
«Άντε και ο Θεός μαζί μας» μουρμούρισε εκείνος αβέβαιος, για το τι πρόκειται να συμβεί.

                                                                          * * * * 
          Χωρίστηκαν σε ομάδες, προσγειώθηκαν σε διαφορετικά σημεία, πιάνοντας τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Όλο το έδαφος ήταν σε αναβρασμό. Ο αέρας ήταν πυκνός και αρκετά θερμός. Σκελετοί έσκαβαν το έδαφος, ρίχνοντας μέσα νερό. Έφτιαχναν τεχνητή λίμνη και ύστερα έριξαν μέσα μεγάλα άσχημα ψάρια. Μεγάλοι παραμορφωμένοι Λύκοι, παραφύλαγαν ελέγχοντας τη δουλεία. Ένας από αυτό σταμάτησε, μεγαλώνοντας τα ρουθούνια του και ανοίγοντας τα αυτιά του. Κάτι μύριζε στην ατμόσφαιρα και προσπαθούσε να καταλάβει από προέρχεται.
          «Είσαι τρελός;!» φώναξε σιγανά ο Πρίγκιπας στον Έκτορα, αρπάζοντας τους κεφτέ-δες από τα χέρια του. Τους έριξε στο έδαφος και ύστερα τους κάλυψε με χώμα.
«Πεινούσα» απολογήθηκε εκείνος, έτοιμος να κλάψει.
«Μάσα γρήγορα μαστίχα, μάσα γρήγορα μαστίχα» ρου είπε ο Πρίγκιπας, χώνοντας βιαστικά μία τσίχλα μέσα στο στόμα του.
          «Πού το βρήκες το φαγητό;» ρώτησε ο Φτερωτός τον Έκτορα, τρίβοντας την κοιλιά του.
«Μη μου πεις…» του είπε ο Πρίγκιπας έτοιμος να εκραγεί.
«Ε πείνασε λιγάκι» γκρίνιαξε ο Φτερωτός.
«Μη στεναχωριέσαι, θα φας καλά σε λίγο» του είπε ήρεμα, ο Πρίγκιπας.
«Ωχ! Κρυφτείτε!» τους φώναξε σιγανά η Φρειδερίκη, πέφτοντας μέσα σε ένα θάμνο.
          Γρήγορα- γρήγορα όλοι τους βρήκαν ένα μέρος να κρυφτούν. Κάποιοι χώθηκαν στρυμωγμένα μέσα στους θάμνους και άλλοι ανέβηκαν με προσοχή απάνω στα κλαδιά των δέντρων. Τρεις Λύκοι παρέλασαν ανάμεσα τους, μυρίζοντας με μανία το έδαφος. Ένας Λύκος οδηγήθηκε κοντά στον Έκτορα, ο καημένος κόντεψε να τα κάνει πάνω του από το φόβο του. Τη γλύτωσε όμως την κατάλληλη στιγμή που ο Λύκος, κόντευε να τον εντοπίσει για τα καλά. Άκουσε τον Αρχηγό της Αγέλης να ουρλιάζει και έτρεξε αμέσως προς τα πίσω.
          «Έκτορα;! Έκτορα;!» του φώναξε σιγανά η Φρειδερίκη. «Είσαι ζωντανός;» τον έψαχνε μέσα στους θάμνους.
«Έτσι νομίζω» της απάντησε, δίνοντας το χέρι του, για να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
          «Πώπω ρε φίλε μου. Τι είναι αυτά τα πλάσματα;!» ρώτησε γενικώς.
«Δεν τα έχεις ξανά δει;» τη ρώτησε ο Φτερωτός.
«Προσωπικά όχι» του απάντησε με άνεση, τινάζοντας το πίσω μέρος του κορμιού της.
          Ο Φτερωτός σκάλιζε ανήσυχος το μούσι του, σκεπτόμενος το τι θα κάνουν. Αν τους ξανά μυρίσουν οι Λύκοι, δε θα σταθούν το ίδιο τυχεροί με την πρώτη φορά.
          Ο Πρίγκιπας Γεώργιος εμφανίστηκε μπροστά τους λαχανιασμένος, ιδρωμένος και γεμάτος αίματα σε μαλλιά – πρόσωπο και σώμα, με το σπαθί του εμποτισμένο στο αίμα. Για να τους πει: «Πιστεύω πώς μας ανακάλυψαν!» τους είπε ανασαίνοντας βαριά.
«Πατάς μία ουρά» του είπε η Φρειδερίκη, σαστισμένη από αυτό που έβλεπαν τα μάτια της.
          Ο Πρίγκιπας κοίταξε τα πόδια του και τίναξε με μανία το ένα του πόδι, προσπαθώ-ντας να διώξει τη ουρά που είχε κολλήσει στη σόλα του παπουτσιού του. Εν τέλει τη ξεκόλλησε, παίρνοντας την με το χέρι. «Είμαι σίγουρος…» είχε κολλήσει στο χέρι του τώρα και προσπαθούσε να τη διώξει. Τίναζε συνέχεια το χέρι του, για να φύγει.
          Ο Φτερωτός άπλωσε το χέρι του και την άρπαξε. Την κοιτούσε ανέκφραστος. Ήταν μία μεγάλη φουντωτή γκρίζα ουρά. «Υπήρχαν μπρελόκ κάποτε που ήταν έτσι…» έλεγε κοιτώντας την ματωμένη ούρα, που κρατούσε στο χέρι του. «Κάπως έτσι» διόρθωσε το λόγο του, συνεχίζοντας να επεξεργάζεται με τη ματιά του, την κομμένη ουρά.
«Ναι…» είπε η Φρειδερίκη πετώντας την ουρά κάτω. «Ας σοβαρευτούμε λίγο» είπε κοιτάζοντας έντονα τον Φτερωτό. «Μας εντόπισαν είπες;» ρώτησε τον Πρίγκιπα.
«Ναι» της απάντησε ο Πρίγκιπας.
«Τι κάνουμε τώρα;» τον ρώτησε ο Φτερωτός.
          Ο Πρίγκιπας άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, πριν προλάβει να εκφέρει μία λέξη, ακούστηκε ένα βούκινο από μακριά. Ο Πρίγκιπας πήρε μία ανάσα, με το που σταμάτησε το βούκινο μίλησε. «Πολεμάμε» τους είπε ήρεμα, με μία θλίψη να γεμίζει το βλέμμα του.

          



Constanine Red Moon

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου