Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13 Οκτ 2017

6 Διαμάντω, η κλέφτισσα (Κεφάλαιο 1)

Άμποτες, κόρη μου

1797

Ο άνεμος λυσσομανούσε τη νύχτα εκείνη του Φλεβάρη στα Κοντοβούνια, που ξεκινώντας μερικά χιλιόμετρα ανατολικά της Κυπαρισσίας απλώνονται στο κέντρο της εύφορης γης της Μεσσηνίας. Πάνω τους φωλεύουν σαν αετόπουλα χωριά μικρά στο μέγεθος αλλά τεράστια στην ανδρεία, γενέτειρες ονομαστών Κλεφτών και καπετάνιων μέσα στη μακραίωνη σκλαβιά της Τουρκοκρατίας που πλάκωνε το Μοριά. Εκεί λοιπόν, στο νότιο κεφαλοχώρι της ορεινής Τριφυλίας, την Τριπύλα, έμελλε να γεννηθεί μια ηρωίδα, βλαστός της ένδοξης γενιάς των Κόντων-Μπουχαναίων, που θ’ άφηνε το όνομά της μια ξεχωριστή κοντυλιά στην Ιστορία.
Κοντεύανε μεσάνυχτα, όμως στο πατρικό του σπίτι ο Θοδωρής ο Μπουχανάς έμενε άυπνος. Η γυναίκα του η Δέσπω κοιλοπονούσε. Έξω απ’ την κάμαρη ο γιος της, επτάχρονο αγοράκι, είχε κουρνιάσει δίπλα στον πατέρα του κι έσφιγγε δυνατά το τραχύ του χέρι κάθε φορά που άκουγε τις στριγκιές της μάνας του.
«Πατερούλη μ’ αργεί ακόμα;» απόρησε τραβώντας το μανίκι του πουκαμίσου του Θοδωρή και τα ματάκια του γυάλιζαν με αγωνία.
«Υπομονή αγόρι μου. Τόσο εύκολα θαρρείς βγαίνουνε τα παιδιά; Εσένα έκαμε πόσες ώρες να σε γεννήσει η μάνα σου» απάντησε εκείνος και χάιδεψε το κεφάλι του μικρού προσπαθώντας να ηρεμήσει. Δεν ήταν και πολύ εύκολο· δυο μωρά είχε χάσει η Δέσπω τα προηγούμενα χρόνια κι ο φόβος μη δεν πάει καλά η γέννα πλανιόταν συνέχεια στον αέρα παγώνοντας το μυαλό και την καρδιά του.
«Θε μου, βοήθησέ την» έστρεψε το βλέμμα του στο ταβάνι. «Βοήθησε τη Δέσπω μου… Κάμε να βγει γερό το σπλάχνο μας, να ζήσει, και δε με νοιάζει αν θα ’ναι γιος ή κόρη… Μοναχά να μας αξιώσεις να το δούμε κι αυτό να μεγαλώνει σαν τον Κώστα μας»
Πριν να αποσώσει την ευχή του, μωρουδίσιο κλάμα έφτασε στα αυτιά του πίσω από την κλειστή ξύλινη πόρτα. Πετάχτηκε όρθιος ο Θοδωρής πιάνοντας σφιχτά τον κανακάρη του απ’ τους ώμους.
«Βγήκε Κωστή» αναφώνησε τρέμοντας. «Και για να κλαίγει, πάει να πει πως είναι ζωντανό… Έχεις αδέρφι γιόκα μου!»
«Συχαρίκια Θοδωρή! Απόκτησες μια τσούπρα, και τι τσούπρα!» πρόβαλε σε μερικές στιγμές περήφανη η μαμή στο κατώφλι του δωματίου όπου μόλις είχε λάβει χώρα ο τοκετός. «Να σου ζήσει, κι εσέ και της κυράς σου!»
Ο νέος άνδρας μαρμάρωσε από συγκίνηση στα λόγια της. «Κορίτσι είναι λοιπόν;» πρόφερε ύστερα.
«Αφού σου λέγω αφέντη μ’, τσούπρα. Δε γροικάς;»
Όχι, δεν άκουγε. Δεν άκουγε και δεν έβλεπε τίποτα ο Θοδωρής, όλα είχαν σβήσει γύρω του. Το μόνο που έκανε ήταν να προχωρήσει αργά, παραπαίοντας σχεδόν σαν μεθυσμένος, προς το συζυγικό κρεβάτι, όπου καθόταν η Δέσπω χαμογελώντας γλυκά μες στην κούρασή της. Ο άντρας της τής φίλησε ευλαβικά τα χέρια και τα μάγουλα, ρωτώντας την με το βλέμμα πως ήτανε η κόρη τους.
«Καλά είναι αφέντη μου» του απάντησε. «Να, τώρα δα την καθαρίζει η μανίτσα και θα σ’ τηνε φέρει να τη δεις»
«Δόξα τω Θεώ!» σταυροκοπήθηκε εκείνος κι έπιασε τρυφερά το δεξί της χέρι. «Να ’ξερες πως ελαχτάρησα Δεσπούλα μου…»
«Αμ εγώ δεν ελαχτάρησα Θοδωρή μου; Η Παναγιά όμως έκαμε το θάμα της… Κι ο Κώστας μας θα ’χει πια μιαν αδερφούλα!»
Καθαρό και φασκιωμένο απίθωσε έπειτα η μαία το νεογέννητο κοράσι στην αγκαλιά του πατέρα της. Την κοίταξε ο Θοδωρής δακρυσμένος βαστώντας την γερά κοντά στο στήθος του, γιατί φοβόταν μήπως το τρέμουλο της συγκίνησης που κλυδώνιζε τα μπράτσα του γινόταν αιτία να του πέσει χάμω το σπλάχνο του.
«Καλώς όρισες λιογέννητη» την προσφώνησε με ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο, πάνω ακριβώς απ’ τα ματάκια της που τον ατένιζαν περίεργα. «Να λάμψεις σαν ήλιος μες στο σπίτι μας κι ας σ’ είδε πρώτο το φεγγάρι»
«Μάνα, μπορώ κι εγώ να τηνε πάρω αγκαλιά;» ρώτησε ο αδελφός της πλησιάζοντας διστακτικά τους γονείς τους.
«Όχι, Κωστάκη μου, είναι λιανά τα χεράκια σου και φοβούμαι» τον απέτρεψε μαλακά η Δέσπω. «Μα σαν θα τηνε βάνουμε στο σκαφίδι, να ’ρθεις να την κουνήσεις λεβέντη μου, να τη χαρείς την αδερφούλα σου. Άντε πηγαίντι τώρα, πρέπει να τη βυζάξω»
Αφού τη θήλασε η μάνα της, την έβαλαν στην κούνια την παιδούλα δίπλα στο μαγκάλι και κάθισαν γύρω της να την καμαρώσουν οι γονείς κι η χήρα γιαγιά της η Διαμάντω, η καπετάνισσα όπως την έλεγαν στο χωριό αφού ο άνδρας της ο Λυμπέρης ήταν πρωτοκλέφτης, τρανό παλικάρι που κατέφυγε στα όρη της Τριφυλίας μετά τα Ορλωφικά για να γλιτώσει τη μανία των Τούρκων, στο τέλος όμως με μπαμπεσιά τον σκότωσαν. Κι ενώ  οι δυο γυναίκες κουνούσαν απαλά πέρα δώθε το λίκνο ψιθυρίζοντάς της νανουρίσματα, ο Κώστας είχε σταθεί αντίκρυ και τη χάζευε μαγεμένος, πως κοιμότανε μακάρια πιπιλώντας ελαφρά τον αντίχειρά της. 
«Αδερφούλα μου, ποτέ δε θα σ’ αφήσω» της υποσχέθηκε σιγά, μη την ξυπνήσει, κι η παιδική φωνούλα του έκρυβε μέσα της βαθιά ψυχή ώριμου άντρα. «Σ’ αγαπώ πολύ, να ξέρεις!»
«Πως θα την πούμε, Θοδωρή;» στράφηκε η Δέσπω στο σύζυγό της.
«Το ρωτάς γυναίκα; Διαμάντω σαν τη μάνα μας, για να πάρει μαζί με τ’ όνομα και τη χάρη της» δήλωσε αυτός χαμογελώντας στη μητέρα του κι η Δέσπω κατένευσε αμέσως με το δικό της πλατύ χαμόγελο, εφόσον λάτρευε τη γενναία πεθερά της. Κάποτε, μετά το θάνατο του άντρα της, δυο έφιπποι Τούρκοι φοροεισπράκτορες μπούκαραν μια βραδιά απειλητικοί στο σπίτι της, της ζήτησαν φαΐ και την προκάλεσαν σε αγώνα οινοποσίας, στον οποίο αν έχανε έπρεπε να τους παραδοθεί, ειδεμή θα της έδιναν τα άτια και τα όπλα τους αφήνοντάς την ήσυχη. Η νεαρή τότε χήρα όμως, με όπλο δικό της τη μπουχάνα[1] και την ευστροφία της(έριχνε το περισσό κρασί κρυφά στον κόρφο της), νίκησε τους εχθρούς που νόμιζαν ότι την είχανε του χεριού τους, γλίτωσε μαζί τα έξι της παιδιά κι έκτοτε το τρόπαιο της νίκης της έδωσε στη φαμελιά το άλλο της επώνυμο.
«Κοιμήσου αυγή, κοιμήσου αστρί, κοιμήσου νιο φεγγάρι/ κοιμήσου που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει» τραγούδησε σιγαλά κι έσκυψε λίγο προς το μέρος του μωρού για να το φιλήσει ζεστά στο μάγουλο.
«Έχει τσαγανό εφτούνη» σχολίασε η γιαγιά Διαμάντω βλέποντας σφιγμένη τη μία του γροθίτσα.
«Να έχει, μάνα. Τέτοιες γυναίκες θέλει αυτός ο τόπος» αποκρίθηκε ο Θοδωρής χαϊδεύοντας τα μικροσκοπικά δαχτυλάκια της θυγατέρας του. 
«Άμποτες, κόρη μου, να πάρεις Κλέφτη σαν τη μάμμη σου και να ’χουνε όλοι να λένε για την καπετάνισσα Διαμάντω τη Μπουχανοπούλα» μουρμούρισε τώρα κι ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια του. «Να δοξαστείς στο πλάι του, διαμάντι μου, και να δεις κάποτε τη λευτεριά να ’ρχεται στον τόπο μας, όχι απ’ τους Μόσκοβους[2], μα απ’ τα δικά μας χέρια… Άμποτες κόρη μ’, άμποτες…»





[1] Το μεγάλο ταψί όπου ψηνόταν το ψωμί
[2] Οι Ρώσοι

Λίνα Δώρου

6 σχόλια:

  1. Μπραβο Μαρια μου!Πολυ γλυκο και συναισθηματικο αποσπασμα!!Για το γραψιμο οτι και να πω λιγο ειναι!Επομενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ιφιγένεια σ' ευχαριστω παρα πολύ! Θέλω όμως εκτός από το συναίσθημα να μου λέτε αν αποδίδω καλά την εποχή και πως σας φαίνεται η πλοκή καθεαυτή και η εμπλοκή της Ιστορίας μεσα στο έργο... Να διευκρινίσω προγραμματικά ότι όσα γράφω για τη Διαμάντω δεν είναι όλα τεκμηριωμένες αλήθειες που τις βρήκα έτοιμες, έχω βάλει πολλή μυθοπλασία στο να στήσω το ποια θα ήθελα να ήταν για μένα αυτή η κοπέλα - ελλείψει γαρ ικανοποιητικών στοιχείων για τη ζωή της... Ας πούμε, πρώτη και καλύτερη παρέμβαση ήταν στη σχέση της με τον Αναγνώστη που την έκανα γυναίκα του και τους έδωσα δυο παιδιά, όμως ο ρόλος τςη ως συζύγου και μητέρας για μένα ήταν κάτι που ήθελα να αναδειχθεί :-) αυτά!

      Διαγραφή
  2. Η γλωσσα που χρησιμοποιεις, με την εννοια πχ της λεξης μαμη η της λεξης" αμποτες" ταιριαζουν στις εποχες εκεινες!Γλωσσικα οπως και το προηγουμενο βιβλιο σου ειναι πολυ μελετημενο. Η μυθοπλασια ειναι και απαραιτητη μερικες φορες ειδικα οταν δν εχουμε πολλες πληροφοριες!Θα το δω καλυτερα και στη συνεχεια βεβαια οσον αφορα την αναπαρασταση της τοτε εποχης!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έγινε :) θα εκτιμήσω απόλυτα τη γνώμη σου!

      Διαγραφή
  3. Εντάξει, εξαιρετική γραφή και πολύ ενδιαφέρον θέμα! Κάθε λέξη σε τραβάει σαν μαγνήτης, δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις. Εύγε κορίτσι μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή