Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

20 Οκτ 2017

3 Κατακτώντας την Αγάπη (Κεφάλαιο 22)


Λίγες μέρες μετά από εκείνη τη συνάντηση που είχε με τον Γιώργο στη Νέα Ιωνία, η Αγάπη καθόταν στον καναπέ φυλλομετρώντας τις σημειώσεις της. Είχε καταγράψει καθετί που της είχε πει ο Γιώργος σχετικά με την υπόθεση του θείου του, ώστε να μπορεί να ανατρέχει συχνά και να μην της διαφεύγει τίποτα. Ξαφνικά η εξιχνίαση της υπόθεσης Νικήτα Καλαϊτζή είχε γίνει και δική της υπόθεση. Βέβαια, δεν είχε αποκαλύψει ακόμα στο Γιώργο τα όσα είχε διαβάσει στο ημερολόγιο για την πιθανή σχέση του θείου του με τη μητέρα της. Ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί για ορισμένα πράγματα πριν μοιραστεί μαζί του τις σκέψεις της...

Διάβαζε ξανά και ξανά τα ίδια, προσπαθώντας να βρει πιθανή συσχέτιση του θείου του Γιώργου με τον Νικήτα που αναφερόταν στο ημερολόγιο. Οι ημερομηνίες έδειχναν να συμπίπτουν. Ο θείος του Γιώργου χάθηκε τον Δεκέμβριο του 1987, ενώ οι γονείς της έφυγαν από την Θεσσαλονίκη το 1988, όταν η μητέρα της ήταν έγκυος στην ίδια. Ο Γιώργος είχε αναλάβει να μάθει σε ποιο στρατόπεδο υπηρετούσε ο θείος του και η Αγάπη είχε σκοπό να ψάξει στο ημερολόγιο για σαφή αναφορά του επιθέτου εκείνου του Νικήτα.
Ένα τηλεφώνημα του Ηλία, που της θύμιζε το σημερινό της ραντεβού με την ψυχολόγο, την ανάγκασε να αφήσει για λίγο στην άκρη τη δαιμόνια αστυνομικό που έκρυβε μέσα της επαναφέροντας την στο σήμερα και στο πρόγραμμα της. Αν και το θεωρούσε περιττό και ανούσιο, είχε υποσχεθεί στον Ηλία ότι θα κάνει όσες συνεδρίες χρειαστεί με την ψυχολόγο, μέχρι να τους βεβαιώσει ότι δεν έχει πλέον κατάλοιπα του μετατραυματικού στρες. Την προκαθορισμένη ώρα χτύπησε η πόρτα και, η Αγάπη μαζί με τον Ηλία, ξεκίνησαν για το ιατρείο της ψυχολόγου.
Σε όλη τη διαδρομή μέχρι να φτάσουν, η Αγάπη εξιστορούσε στον Ηλία τα στοιχεία που είχε καταφέρει να συλλέξει μέχρι τώρα. Προσπαθούσε να παραμένει ψύχραιμη, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη ότι βρισκόταν ένα βήμα πριν την μεγάλη ανακάλυψη. Δεν καταλάβαινε βέβαια πώς θα βοηθούσε το Γιώργο και την οικογένεια του αν αποδεικνυόταν ότι ο θείος του και η μητέρα της είχαν παράνομο δεσμό, αλλά και μόνο στην ιδέα του μυστηρίου που είχε να λύσει δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τίποτα άλλο. Θα μπορούσε βέβαια να ρωτήσει και τη μητέρα της, αλλά έπρεπε να έχει αποδείξεις ώστε να μην πάει να ξεφύγει η κυρά Δέσποινα. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την παγιδεύσει ώστε να ομολογήσει...
Ακριβώς στις έξι και μισή άνοιξε η πόρτα του κυρίως ιατρείου και η γιατρός, με το οικείο πλέον χαμόγελο, προσκάλεσε την Αγάπη να περάσει. Της πρότεινε με ένα νεύμα την γνωστή πολυθρόνα και πήρε θέση απέναντι της κρατώντας τον φάκελο της Αγάπης και το μπλοκ με τις σημειώσεις της.
– Λοιπόν, γιατρέ; Τι θα θέλατε να συζητήσουμε σήμερα;
– Ότι θέλεις εσύ, Αγάπη. Είμαι όλη αυτιά...

Η Αγάπη βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα, έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα που βγήκε μάλλον σαν αναστεναγμός. Αφέθηκε λίγα λεπτά να περιηγηθεί στις αναμνήσεις της προτού αρχίσει να εξιστορεί ξανά ό,τι της ερχόταν στο μυαλό από την μέχρι τότε ζωή της. Δίχως να το θέλει, ο νους της έτρεξε στο θέμα που την απασχολούσε τελευταία και, πιάνοντας το θα λέγαμε από την αρχή, ξεκίνησε να μοιράζεται τις σκέψεις της με την γιατρό.
«Πρώτη φορά, θυμάμαι, είδα το συγκεκριμένο πρόσωπο εκείνου του άνδρα πριν λίγους μήνες. Κοιμόμουν έναν ύπνο μάλλον αρρωστημένο, καθώς ψηνόμουν στον πυρετό, και μέσα στην παραζάλη και τα αλλόκοτα όνειρα είδα μία ασπρόμαυρη φωτογραφία. Η φωτογραφία απεικόνιζε το πορτρέτο ενός νέου στρατιώτη, παντελώς άγνωστου σε εμένα μέχρι τότε. Αν και παραξενεύθηκα με αυτό το κομμάτι του ονείρου, το οποίο και θυμόμουν ξεκάθαρα όταν ξύπνησα, παρόλα αυτά δεν έδωσα καμία περαιτέρω σημασία. Λίγο καιρό μετά, συγκεκριμένα την περίοδο που δεν είχα τις αισθήσεις μου μετά τα επεισόδια στην πορεία και που νοσηλευόμουν, είχα ένα περίεργο όνειρο. Είδα ότι βρισκόμουν σε ένα ηλιόλουστο λιβάδι. Στην αρχή ήμουν μόνη μου, όμως στη συνέχεια με πλησίασε ο άνδρας της φωτογραφίας, ντυμένος πάντα σαν στρατιώτης. Μου είπε ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα μου. Να γυρίσω και να φροντίσω να μάθει όλος ο κόσμος την αλήθεια, ώστε να λυτρωθεί κι εκείνος».
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η Αγάπη έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα στη γιατρό. Πίστευε ότι θα έβλεπε την ειρωνεία στην έκφραση της. Βλέποντας την σκυμμένη στις σημειώσεις της, λες και δεν είχε καν ακούσει τι της είχε μόλις πει, πήρε μία βαθιά ανάσα και συνέχισε την εξιστόρηση της.
«Μπορώ να πω ότι είχα σχεδόν ξεχάσει εκείνο το όνειρο. Δεν με απασχόλησε από τη στιγμή που ανέκτησα τις αισθήσεις μου. Είχα τον δικό μου αγώνα να δώσω. Αγώνα για να επανέλθω ψυχικά και σωματικά. Η ανάρρωση μου ήταν γρήγορη κι εγώ έπαιρνα δύναμη από τα κοντινά μου πρόσωπα να συνεχίσω. Μέρα με τη μέρα έβρισκα ξανά τον παλιό, καλό μου εαυτό. Ήρθα ξανά αντιμέτωπη με το πρόσωπο της φωτογραφίας αρκετές μέρες αργότερα. Ξέχασα να σας αναφέρω ότι, λίγο πριν το ατύχημα, είχα ανακαλύψει τυχαία στα πράγματα μου το ημερολόγιο της μητέρας μου. Ντρέπομαι που το παραδέχομαι μα, δεν της το ανέφερα. Το κράτησα και, αραιά και πού, το διάβαζα. Οι καταγραφές της από την εποχή λίγο πριν το γάμο της και τα πρώτα συζυγικά της χρόνια φάνταζαν λίγο σαν νουβέλα εποχής και, ξεχνώντας σχεδόν ποιος είχε γράψει όσα διάβαζα, χρησιμοποιούσα την ανάγνωση του ως μορφή ψυχαγωγίας. Έτσι, μετά από μία παρόμοια ανάγνωση, γυρνώντας σελίδα αντίκρισα μια ομαδική φωτογραφία. Ήταν αναμνηστική, από την υποδοχή του πατέρα μου στην τότε μονάδα που υπηρετούσε, ακριβώς μετά τη μετάθεση του και την μετοίκιση της οικογένειας μου στην Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα στα πρόσωπα της φωτογραφίας, λοιπόν, είδα να εικονίζεται και ο άνδρας που, μυστηριωδώς, με επισκεπτόταν τελευταία στα όνειρα μου. Κάπου εκεί άρχισα να παίρνω την συγκεκριμένη υπόθεση στα σοβαρά και να σκέπτομαι ότι, όντως, η ψυχή εκείνου ψάχνει λύτρωση. Για να μην σας κουράσω με περισσότερες λεπτομέρειες, έχω σχεδόν καταλήξει ότι ο συγκεκριμένος νέος στρατιωτικός είναι ο νεκρός θείος ενός καλού μου φίλου. Χάθηκε πριν πολλά χρόνια και η υπόθεση του ατυχήματος που του στοίχισε τη ζωή ερευνάται ακόμα για πιθανότητα δολιοφθοράς στο αυτοκίνητο του. Πιθανή δολοφονία με λίγα λόγια. Το πιο περίεργο όμως, πέραν του ότι μάλλον γνωρίζονταν με τους γονείς μου, είναι η πιθανότητα αυτός ο άνδρας να διατηρούσε παράνομο δεσμό με τη μητέρα μου. Δεν είμαι εντελώς σίγουρη για τίποτα ακόμα, ούτε μπορώ να δω κάποια περαιτέρω σύνδεση των δύο γεγονότων. Αν όμως αποδειχθεί ότι εκείνος και η μητέρα μου είχαν σχέση, ίσως η μητέρα μου να μπορέσει να βοηθήσει στην έρευνα σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες θανάτου του. Κάτι θα θυμάται από εκείνον, από τις συζητήσεις τους. Αν είχε εχθρούς, αν κινδύνευε η ζωή του, τότε πιθανώς θα της το είχε εκμυστηρευθεί. Ποια αλήθεια όμως καλούμαι εγώ να βρω για να μάθει ο κόσμος; Από τι να τον λυτρώσω; Άρα μάλλον δολοφονήθηκε και θέλει εγώ, με κάποιον τρόπο, να βοηθήσω ώστε να βρεθεί ο δολοφόνος...»
Η Αγάπη είχε ξεχάσει πια ότι βρισκόταν στο γραφείο της ψυχολόγου και σκεφτόταν φωναχτά. Ο διακριτικός ήχος από το κουδουνάκι, που υποδήλωνε ότι ο χρόνος της συνεδρίας έφτασε στο τέλος του, την επανέφερε ξαφνικά στην πραγματικότητα. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα, ευχαρίστησε τη γιατρό και, ανανεώνοντας το ραντεβού τους για την επόμενη εβδομάδα, βγήκε από το ιατρείο. Ο Ηλίας, που την περίμενε απ’ έξω, μόλις την είδε σηκώθηκε από την καρέκλα του λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Βλέποντας όμως την Αγάπη ήρεμη, και όχι κλαμένη αυτή τη φορά, ανακουφίστηκε από την αγωνία που τον έτρωγε όλη αυτήν την ώρα.
Πήραν ξανά μαζί τον δρόμο του γυρισμού. Σε ολόκληρη τη μακριά διαδρομή τους στα μέσα μεταφοράς συζητούσαν, ζυγίζοντας ξανά και ξανά τα γεγονότα και τις πιθανότητες. Όλα έμοιαζαν να συνδέονται και, όπως συμφώνησαν, δύο πράγματα έμεναν να γίνουν. Πρώτα η Αγάπη θα έψαχνε στο ημερολόγιο για απαντήσεις και στη συνέχεια θα έπρεπε να μιλήσει και με την κυρία Δέσποινα... Φτάνοντας μετά από ώρα, ο Ηλίας καληνύχτισε την Αγάπη στην πόρτα του διαμερίσματος της με ένα γλυκό φιλί. Όσο και αν ήθελαν να περάσουν αυτήν την νύχτα αγκαλιά, ο καθένας περίμενε από τον άλλον να κάνει το βήμα. Ο Ηλίας σκεπτόταν την αγωνία της Αγάπης να μείνει μόνη με το ημερολόγιο και, από διακριτικότητα, δεν έκανε ποτέ την πρόταση. Οπότε, μετά τις απαραίτητες καληνύχτες, χώρισαν με την υπόσχεση να πάρουν μαζί πρωινό την επομένη.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμα η Αγάπη διαπίστωσε ότι η Μίνα δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Έλειπε συχνά τελευταία, ορισμένες φορές διανυκτέρευε αλλού, οπότε η Αγάπη είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η φιλενάδα της μάλλον έβλεπε κάποιον. Δεν είχε καταφέρει να την ξεμοναχιάσει για να την ρωτήσει, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη πως κάτι τέτοιο συνέβαινε. Στη σκέψη ένα φαρδύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Η Μίνα ήταν καιρό μόνη της. Χαιρόταν πολύ που η φίλη της είχε επιτέλους κάποιον στη ζωή της. Μέσα στα δικά της βάσανα και τις αναζητήσεις, ένιωθε ότι είχε παραμελήσει τη φιλενάδα της. Ήταν μεγάλη παρηγοριά για την ίδια να γνωρίζει ότι είχε κι εκείνη λόγους να χάνεται. Ονειρευόταν μόνο το πρώτο βράδυ που θα περνούσαν οι δυο τους σαν φίλες μετά από καιρό, μάλλον βλέποντας καμιά ταινία παράλληλα, και θα έκαναν σαν ερωτοχτυπημένα μαθητούδια.
Άφησε την τσάντα της στο δωμάτιο, έβαλε πιο άνετα ρούχα και πήρε στα χέρια της το ημερολόγιο. Το ακούμπησε στον καναπέ και πήγε στην κουζίνα. Λίγη ώρα αργότερα, κρατώντας ένα πιάτο με δύο ζεστά τοστάκια και μία κούπα καφέ, καθόταν αναπαυτικά στον αγαπημένο της πια πορτοκαλί καναπέ. Ήταν ίσως η πρώτη φορά μέχρι τώρα που είχε πραγματική αγωνία για το τι έκρυβε στη συνέχεια το ημερολόγιο. Το ξεφύλλισσε βιαστικά ώστε να βρει το σημείο όπου είχε σταματήσει την ανάγνωση την τελευταία φορά και, έχοντας αποφασίσει να απεμπλακεί συναισθηματικά όσο γινόταν, βούτηξε σε ακόμα ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο.


20 Ιανουαρίου 1987

Αγαπημένη μου Ελένη,
Νωρίτερα σήμερα μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Πριν τα Χριστούγεννα που ήρθες σου είχα δώσει το νούμερο μας, αλλά δεν περίμενα να με πάρεις τόσο σύντομα. Χάρηκα πάρα πολύ που σε άκουσα. Ένα μαράζι μόνο με έτρωγε, που δεν μπορούσα να μοιραστώ και στην πραγματικότητα μαζί σου όσα μοιραζόμαστε σε αυτό εδώ το σημειωματάριο. Τρέχω ξανά, λοιπόν, κοντά σου με άλλη μια επιστολή από αυτές που δεν θα λάβεις ποτέ.
Πριν λίγες μέρες, ένα απόγευμα που ο Χαράλαμπος έλειπε κλασικά, βρήκα το θάρρος και ανέσυρα από την κρυψώνα του το ραβασάκι του Νικήτα. Με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή και τις τύψεις να πολεμούν την επιθυμία, κάλεσα τελικά τον αριθμό που έγραφε. Χτύπησε μία δύο φορές και ήμουν έτοιμη να το κλείσω, όταν άκουσα στην άλλη άκρη τη γλυκιά φωνή του. Στην αρχή δεν μίλησα, είπε εμπρός ξανά και τότε του είπα ένα ξερό γεια σου. Εκείνος με κατάλαβε αμέσως και ξεκίνησε να μου μιλάει τόσο εγκάρδια που έφυγε και το δικό μου άγχος σχεδόν μονομιάς. Μιλήσαμε αρκετή ώρα και κανονίσαμε τελικά να βρεθούμε από κοντά.
Προχθές το απόγευμα ο Χαράλαμπος είχε πάρει το γιο του και είχε πάει επίσκεψη στον διοικητή του. Ήταν απαίτηση του διοικητή, μην νομίσεις ότι πήρε τέτοια πρωτοβουλία από μόνος του. Ήμουν κι εγώ στην πρόσκληση, αλλά βρήκε μία δικαιολογία για να πάει χωρίς εμένα κι εγώ θα έμενα μόνη στο σπίτι. Ίσως να ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που με οδήγησαν τελικά να συναντήσω τον Νικήτα.
Βρεθήκαμε αρκετά απόμερα, σε ένα μοντέρνο καφέ κοντά στο πανεπιστήμιο, όπου μόνο λίγους φοιτητές έβλεπες μέσα. Χάρηκα που δεν μου ζήτησε να βρεθούμε στην παραλία. Έτρεμα στην πιθανότητα να συναντήσουμε κάποιον γνωστό. Σε εκείνες τις γειτονιές όμως δεν συχνάζει ο κύκλος μας, οπότε ήμασταν και οι δύο πιο χαλαροί.
Μου μιλούσε για πολλή ώρα, για θέματα γενικά και άσχετα με τον υποτιθέμενο λόγο της συνάντησης μας. Εγώ όμως μέσα μου φλεγόμουν. Ήθελα να ακούσω ξανά όσα βιαστικά μου είχε πει τη βραδιά των Χριστουγέννων. Μόλις λοιπόν έκανε μία παύση, τον ρώτησα ευθέως γιατί μου μίλησε και τι θέλει από εμένα.
Για μια στιγμή συννέφιασε. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια, μα τα μάτια του είχαν πια συννεφιάσει. Στο τέλος, σχεδόν βουρκωμένος, μου είπε ότι το μόνο που θέλει είναι να με βλέπει. Να έχει την ευκαιρία πού και πού να περνάει λίγο χρόνο μαζί μου όπως κι εκείνη τη στιγμή. «Καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να ζητήσω τίποτα, αν και η καρδιά μου λαχταρά τα πάντα. Εύχομαι μόνο τα πράγματα να ήταν διαφορετικά για εμάς και να μπορούσα να σου δείξω την αγάπη μου...»
Αυτή η φράση εντυπώθηκε αναλλοίωτη στο μυαλό μου. Ήταν λες αυτό που περίμενα, το έναυσμα. Κάμφθηκαν στη στιγμή οι αντιστάσεις μου. Ήμουν εγώ αυτή που έκανε το επόμενο βήμα κι έφερα το πρόσωπο μου τόσο κοντά στο δικό του που ένιωθα τις γρήγορες, κοφτές ανάσες του ξεκάθαρα στο πρόσωπο μου. Τον κοίταξα μόνο για μια στιγμή πριν κλείσω τα μάτια. Κι εκείνος δεν χρειάστηκε τίποτα παραπάνω. Κράτησε το πρόσωπο μου στις παλάμες του και μου έδωσε ένα τέτοιο φιλί που όμοιο του δεν είχα λάβει ποτέ. Ήταν λες και είπε τα πάντα με ένα μόνο φιλί. Ένιωσα την αγωνία του, την λύτρωση, τον πόθο, την αγάπη... Ένιωσα όλα όσα δεν ένιωσα ποτέ δίπλα στον Χαράλαμπο, όσο κι αν υποτίθεται ότι με ερωτεύθηκε κάποτε.
Τότε ήταν που πήρα και τη μεγάλη απόφαση. Τηλεφώνησα το επόμενο κιόλας πρωί στη μητέρα μου να έρθει να μείνει μαζί μας. Μόνη της είναι κι αυτή αφού πριν λίγο καιρό χάσαμε τον πατέρα μου. Ας έρθει να κρατάει το παιδί, να μπορώ κι εγώ να κυκλοφορήσω με μια σχετική ελευθερία. Ο Χαράλαμπος, έτσι κι αλλιώς, κάνει και θα συνεχίσει να κάνει τη ζωή του δίχως να νοιάζεται για εμένα. Ήρθε η ώρα να ζήσω κι εγώ!
Σε χαιρετώ για την ώρα Ελένη μου, αν και θα τα ξαναπούμε σύντομα!

Κάπως έτσι επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες της Αγάπης περί σχέσης της μητέρας της με τον Νικήτα. Αν και ήταν ακόμα στην αρχή, φαινόταν καθαρά ότι μεταξύ τους ξεκινούσε ένας δεσμός. Δεσμός μεταξύ εραστών, χωρίς σίγουρο μέλλον ή πιθανότητες ευνοϊκής κατάληξης. Ήταν όμως και οι δύο διατεθειμένοι να το ζήσουν με όποιον τρόπο μπορούσαν, χωρίς να σκέφτονται τις πιθανές συνέπειες.
Ακόμα και τώρα, που είχε σαν δεδομένο τη σχέση, δεν είχε κάποιο άλλο στοιχείο που να δηλώνει ξεκάθαρα την ταυτότητα του Νικήτα. Αυτό βέβαια δεν φαινόταν τυχαίο, καθώς η κυρία Δέσποινα δεν θα διακινδύνευε να προδώσει τόσο εύκολα την ταυτότητα του εραστή της. Θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον προφυλάξει, αν και δεν θα ήταν εύκολο αν έπεφτε σε λάθος χέρια το ημερολόγιο. Οπότε και η Αγάπη κατέληγε ξανά σε ένα μικρό αδιέξοδο.
Την στιγμή που η Αγάπη ετοιμαζόταν να γυρίσει σελίδα, διαβάζοντας ακόμα μία επιστολή στο ημερολόγιο, η πόρτα άνοιξε και η Μίνα φορτωμένη τσάντες μπήκε στο διαμέρισμα. Η εικόνα της, να προσπαθεί να κλείσει την πόρτα με το πόδι της, ισορροπώντας ταυτόχρονα εκείνη και τα ψώνια, φάνηκε τόσο διασκεδαστική στην Αγάπη που ξέσπασε μονομιάς στα γέλια. Ένα γέλιο τόσο αληθινό, εγκάρδιο, δυνατό, που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής της. Ένα γέλιο που είχε καιρό να προσφέρει στον εαυτό της και, έπρεπε να το παραδεχτεί, της είχε λείψει.
Δίχως να σταματήσει να γελά, σηκώθηκε όπως όπως από τον καναπέ και πλησίασε την Μίνα, σε μια φιλότιμη προσπάθεια να την βοηθήσει. Άφησαν τα ψώνια στην κουζίνα και, γελώντας ακόμα χωρίς να καταλαβαίνουν το γιατί, κατευθύνθηκαν προς το σαλόνι για να καταλήξουν και οι δύο φαρδιές πλατιές στον πορτοκαλί καναπέ.
 –Καιρό είχα να γελάσω έτσι! Σε καλό να μας βγει! μίλησε πρώτη η Αγάπη μόλις κατάφερε να πάρει μία ανάσα.
– Πόσο δίκιο έχεις! Κι εγώ γέλασα με την ψυχή μου! συμφώνησε η Μίνα.
– Λοιπόν; Τι έχει το πρόγραμμα για απόψε;
– Τι έχεις στο πονηρό μυαλό σου, Αγάπη;
– Νύχτα για φίλες! Πιτζαμούλες, πίτσα, ρομαντική ταινία και ψιλή κουβεντούλα... Τι λες;
 Δέχομαι, εννοείται!

Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε ήρεμα για τις δύο φίλες, που περνούσαν ξανά χρόνο μαζί μετά από καιρό. Με τα νέα της Μίνας η Αγάπη σχεδόν ξέχασε την υπόθεση που την απασχολούσε και αφέθηκε να απολαύσει λίγες στιγμές χαλάρωσης με την κολλητή της φιλενάδα. Μετά από δύο ταινίες, αρκετό γέλιο και άλλη τόση συγκίνηση, τα δύο κορίτσια κοιμήθηκαν τελικά κουλουριασμένα στον καναπέ. Άλλωστε, η αυριανή ήταν μια μέρα που θα την περνούσαν και οι δύο στο σπίτι λόγω της έλλειψης μέσων μεταφοράς. Ακόμα μια γενική απεργία θα απέκλειε το κέντρο της πρωτεύουσας, αλλά για τις δυο τους ξημέρωνε απλά ακόμα μία μέρα που είχαν αποφασίσει να την περάσουν ήρεμα μαζί. Κι η Αγάπη, παρά το στριμωξίδι στον καναπέ, απόλαυσε τον πιο ήρεμο ύπνο που μπορούσε να ευχηθεί μετά από καιρό...

Αλέξια Λαμπροπούλου

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μαύρα μάτια κάναμε για τούτο το κεφάλαιο! Και μας αποζημιωσες πλήρως!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χαίρομαι που το λες αυτό Μαρία μου!Από εδώ και μπρός, κάθε νέο κεφάλαιο θα είναι γεμάτο μικρές αποκαλύψεις. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε μπει στην τελική ευθεία για την κορύφωση της υπόθεσης! <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή