Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Οκτ 2017

0 Μακάρι να μην ξημέρωνε ποτέ (Νικητήριο Διήγημα Διαγωνισμού)




Οι πρώτες Τετάρτες της σεζόν είναι αφιερωμένες στα διηγήματα του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού τού Moonlight Tales. Τις ιστορίες των πρώτων δέκα νικητών θα μπορείτε να τις βρείτε στο περιοδικό του Moonlight Tales, που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, ενώ τα άλλα πέντε, θα δημοσιευθούν εδώ. Το παρακάτω διήγημα κατέχει την 9η θέση.



Μακάρι να μην ξημέρωνε ποτέ 



Η τελευταία νύχτα στα Δαρδανέλια πριν από την αναγκαστική εγκατάλειψη.
Ανταλλαγή, τι τρομερή λέξη! Να αφήνεις τη γη σου, τους κόπους σου, τους νεκρούς σου, χωρίς να ερωτηθείς, χωρίς να σε λογαριάσουν σαν άνθρωπο.
Δαρδανέλια, το ένωμα Ασίας και Ευρώπης, η γη που χώριζε, αλλά και ένωσε για πάντα στον θάνατο τους μυθικούς εραστές, την Ηρώ και τον Λέανδρο. Η πόλη που τότε, όταν τα πλοία σταματούσαν στο λιμάνι της, οι βάρκες γεμάτες ιππόκαμπους, δούρειους ίππους, έσπευδαν να δείξουν στους επιβάτες ποια ήταν και πού πατούσαν το πόδι τους.
Κοίταξες το καλύτερό σου έργο, το πήλινο αριστούργημά σου, τον λαϊκό ζωγράφο με τη φουστανέλα. Το μικρό αυτό έργο μιλούσε για την ιστορία του Τσανάκαλε Αγγειοκάστρου –που η τέχνη των κεραμουργών έκανε να το ονομάσουν έτσι–  για τους κόπους και τις θυσίες των Ελλήνων και των Αρμένηδων, για την τέχνη τους που εξήγαγαν. Κάποιοι Ευρωπαίοι τα υποτιμούσαν, ήταν λέει φτηνά, άσχημα, ασήμαντα. Από ένα σημείο και μετά είναι η ψυχή μας, τι ξέρουν αυτοί από την ψυχή μας, τι ξέρουν αυτοί από τη ζωή. Δεν είναι  λεπτεπίλεπτη, ούτε έχει ίσιες γραμμές η ζωή.
1925. Πειραιάς, Κοκκινιά. Επιτέλους, ένα δωμάτιο που σου θύμιζε ότι ήσουν άνθρωπος. Επιτέλους, φύγατε από τη λάσπη, αν και κάθε φορά που κατέβαινες τα  σκαλοπάτια, πάλι τη συναντούσες. Η γυναίκα σου έβαλε το καλό τραπεζομάντηλο και τα λουλουδένια κουρτινάκια που έραψε η ίδια, σχεδόν όμοια με αυτά που άφησε πίσω, μόνο μικρότερα. Δε χρειαζόταν μεγαλύτερα τούτο το δωμάτιο, μικρότερο από το σαλόνι στην πατρίδα. Είχε τόσο μεγάλα παράθυρα το σαλόνι στην πατρίδα, τα έλουζε ο ήλιος και οι αχτίδες του σαν χαμόγελα ξέφευγαν από τις κουρτίνες που είχε ράψει. Αν και δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, ήθελε το σπίτι τους να έχει τη δική της σφραγίδα.
Κάθε πρωί στο αγγειοπλαστείο, να φτιάχνεις με την ψυχή σου τα ανθρωπάκια σου, τα ζωάκια σου… πειρατές… γυναίκες, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Πήγασο, να θυμάσαι, να πονάς, να κλαις και να ονειρεύεσαι. Τα έδινες σε πλανόδιους εμπόρους, όποτε έδιναν ένα κομμάτι σε πλήρωναν.
Εκείνο το βράδυ, όταν χτύπησε η πόρτα, ξαφνιάστηκες, ήταν αργά για επισκέψεις από τη γειτονιά.  Ένας καλοντυμένος κύριος, άγνωστος κύριος, έψαχνε τον μαστρο- Δημήτρη. Του είπες να καθίσει στο σαλόνι-δωμάτιο-κουζίνα που είχε και το κρεβάτι   το νυφικό. Κοίταξε με περιέργεια για μερικά λεπτά τον τοίχο, γεμάτο φωτογραφίες και εικονίσματα, αναμνήσεις των περασμένων, και το στεφανοχάρτι, μάρτυρα της πιο ευτυχισμένης στιγμής της ζωής σου. Όταν εσύ και η Στάσα ενωθήκατε για πάντα, αφού το καινούριο σου μαγαζί και η επιτυχία του έκαμψαν τις αντιρρήσεις των δικών της. Δεν ήσουν πια ο άσημος τεχνίτης, αλλά ο πετυχημένος δημιουργός και επιχειρηματίας ταυτόχρονα. Καμάρωναν και εκείνοι, ίσως πιο πολύ από εσένα, για το αφιέρωμά σου, το αργυρό επίχρυσο Άγιο Ποτήριο στην τοπική εκκλησία.     Περιέργεια έδειχναν τα μάτια του όχι περιφρόνηση, την περιφρόνηση εκείνη που ήξερες καλά, την έβλεπες στα μάτια των περαστικών κάθε φορά που έβγαινες  από τη γειτονιά σου. Περιφρόνηση που σαν πρώτος τεχνίτης του Τσανάκαλε δεν είχες   σκεφτεί ότι θα αντιμετώπιζες ποτέ. Αναστέναξες από ανακούφιση μέσα σου.
Πριν τον ρωτήσεις τι ήθελε, σου μίλησε πρώτος. Είχε δει δυο έργα σου στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο, του άρεσαν πολύ, συνέχεια της Ελληνικής κεραμικής τα αποκάλεσε. Δάκρυσες και πάλι μέσα σου, ενώ η γυναίκα σου έσπευδε να προσφέρει στον επισκέπτη ένα ευωδιαστό λικέρ τριαντάφυλλο και ένα σοκολατάκι, από αυτά που κρατούσατε φυλαγμένα για τους επισκέπτες.
Επιτέλους, αναφώνησες σιωπηλά. Για λίγο ένιωσες σαν τότε που διαπραγματευόσουν τιμές και ποσότητες με καλοβαλμένους εμπόρους που θα φρόντιζαν να πάνε τα έργα σου στη Ρωσία, στη Γαλλία, στη Ρουμανία.
Για λίγο μόνο ξανασκέφτηκες το παρελθόν. Τη σκέψη σου τώρα πλημύριζε το μέλλον και οι ελπίδες. Θα τα κατάφερνες, ήσουν σίγουρος, και ενώ συζητούσες με τον καλοντυμένο κύριο, που ήταν συλλέκτης, για ποια κεραμικά τον ενδιέφεραν, έκανες σχέδια για επέκταση του μαγαζιού.
Θα τα κατάφερνες. Το παρελθόν σου, η βάση σου, σου έδινε και θα σου έδινε πάντα δύναμη για να φτιάξεις το μέλλον σου, για να χτίσεις κάτι ακόμα καλύτερο από αυτό που αφήσατε πίσω.
Όταν έφυγε ο κύριος Βελούδιος, τούτο ήταν το όνομα του επισκέπτη, εσύ και η Στάσα σου μείνατε αγκαλισμένοι όλη τη νύχτα, την τελευταία νύχτα της θλίψης, την πρώτη νύχτα της ελπίδας.
Θα τα καταφέρνατε. Το χρωστούσατε στο χθες, σε όσους έμειναν θαμμένοι στα χώματα πίσω. Είχες μάθει να παλεύεις, δεν τρόμαξες από τον σεισμό του 1911, από όταν έφυγες προσωρινά το 1916. Έζησες τη συμφορά της ανταλλαγής, όχι μόνος σου πια, μαζί με την Στάσα σου, και αυτό γλύκανε την πληγή και ας ήταν μεγαλύτερη από τις προηγούμενες. Η Στάσα σου, που δε βαρυγκώμησε ποτέ, και ας ήταν μαθημένη αλλιώς σαν μοναχοκόρη πλοιοκτήτη. Αυτή που ραβόταν στη Φραντσέζα μοδίστρα που έφερνε τα μοντέλα από το Παρίσι, τώρα φύλαγε δραχμή-δραχμή τα λεφτά που κέρδιζε από το γραφείο, όπου –δόξα τω Θεώ– χάρη στα Γαλλικά της βρήκε δουλειά και έκανε οικονομία για να πάρει ένα φθηνό ύφασμα και να το δώσει στην κυρά Κατίνα τη γειτόνισσα, που είχε μαγαζί στη Σμύρνη, αλλά μόνο μια μικρή ραπτομηχανή που είχε σπίτι κατάφερε να σώσει, για να της ράψει ένα φουστάνι.
Θα τα καταφέρνατε. Και εσείς, και η τέχνη που έμαθες από τον πατέρα και τον παππού σου. 
Χαμογέλαγες και σε πήρε ο ύπνος την ώρα που οι αχτίδες του ήλιου ξεγέλασαν τα λουλουδένια κουρτινάκια και μπήκαν στο δωμάτιο. Δεν καταλαβαίνουν από μεγέθη οι αχτίδες, πάντα ξεγελάνε τις κουρτίνες και τα κουρτινάκια και πάντα μπαίνουν στα μικρά και στα μεγάλα δωμάτια, και η τελευταία νύχτα πάντα δίνει τη θέση της στην υπόσχεση μιας καινούριας μέρας… 


Μελίνα Κονταξή

Γεννήθηκα στις 07/05/1980 στο Αγρίνιο, όπου και τελείωσα το δημοτικό σχολείο, το 1992. Παρακολούθησα τα μαθήματα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο 1ο Γυμνάσιο Αγρινίου, από το οποίο αποφοίτησα το 1995 με βαθμό «Άριστα» (19), και στο, τότε, Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Αγρινίου, από το οποίο αποφοίτησα το 1998, με βαθμό Ά. Το 1999 έλαβα μέρος στις Πανελλαδικές Εξετάσεις και εισήλθα στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Φλώρινα, απ’ όπου αποφοίτησα από το Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του πιο πάνω Πανεπιστημίου, με βαθμό «Λίαν Καλώς». Είμαι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος Βαλκανιολογίας, από το Αριστοτέλειο Πανεπιστημίο. Ασχολούμαι με την ποίηση και τη συγγραφή παιδικών διηγημάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου