Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1 Δεκ 2017

0 Διαμάντω, η κλέφτισσα (Κεφάλαιο 3)

Περιπέτεια

Δε θα ’χαν περάσει δυο τρεις βδομάδες απ’ τον αρραβώνα της Διαμάντως, όταν ένα απόγιομα εμφανίστηκε πάλι μετά από κάμποσο καιρό στο Μπουχαναίικο ο Χρήστος Μωραγιάννης, ο έμπορος που τσιγκλούσε συχνά το Θοδωρή να δώσει την κόρη του στο μοναχογιό του τον Πάνο, ένας αντιπαθητικός ξερακιανός άντρας κοντά εξήντα ετών βουτηγμένος κυριολεκτικά στο χρήμα, που τον είχε κάνει ακόμα χειρότερο. Μόλις τον είδε ο πατριάρχης της οικογένειας να εισβάλει στον αυλόγυρό τους, όπου ρουφούσε αμέριμνος τον τούρκικο καφέ του, δυσανασχέτησε.  

«Καλησπέρα αφέντη Μπουχανά» χαιρέτησε ο Χρήστος δήθεν φιλικά.
«Τι θες πάλε στην πόρτα μου, Μωραγιάννη;» του επιτέθηκε ευθέως ο Θοδωρής κι οι ρυτίδες στο κούτελό του βάθυναν.
«Αυτό που ήθελα και τις άλλες βολές, Θόδωρε. Να μιλήσομε για τον υγιό μου και τη δυχατέρα σου»
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτις» έκανε μέσα απ’ τα δόντια του. Ίσα που κρατιόταν να μην τον πετάξει έξω με τις κλοτσιές.
«Μπα; Μας περιφρονείς; Κανονικά θα ’πρεπε να παρακαλάς να πάρει η κόρη σου τον Πάνο, να τηνε ντύσει στο φλουρί και στο μαργαριτάρι…»
«Δεν έχει ανάγκη τα πλούτη σου η κόρη μ’, ούτε εγώ. Και τώρα άδειαζέ μου τη γωνιά, γιατί πολύ μ’ έχεις συγχύσει κιόλα. Τη Διαμάντω θα τη δώκω σ’ αυτόν που θα τηνε κάμει ευτυχισμένη»
Γέλασε υπόκωφα ο γέρος, ειρωνικά, μοχθηρά. «Τα πλούτη κι η βολή κάμουν την ευτυχία, Μπουχανά.  Σε ποιόν θα τηνε δώκεις; Μήπως σε κάναν Κλέφτη; Αυτουνούς τους διαόλους που αλωνίζαν στα βουνά σαν αγρίμια και ρημάζανε το βιος μας εμάς των αρχόντων, που κακό χρόνο να ’χουνε; Καλά έκαμε ο Σουλτάνος και τσι χάλασε! Μα τι λέω, κι εσύ της ίδιας ράτσας είσαι…»
Όλο το αίμα του Θοδωρή ανέβηκε μεμιάς στο κεφάλι του κι έγινε κατακόκκινος, νόμιζε ότι από στιγμή σε στιγμή θα πάθαινε αποπληξία. Τέτοια προσβολή δεν την άντεχε. Πετάχτηκε όρθιος και τρέμοντας από οργή φώναξε στον Μωραγιάννη:
«Όξω από δω παλιόγερε! Που έχεις το θράσος να μιλάς έτσι για τη φύτρα μας! Γιούδα, προσκυνημένε!»
Για μια στιγμή έμεινε άλαλος ο έμπορος, εμβρόντητος. «Πως τολμάς;» αντέδρασε ύστερα. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»
«Όξω είπα! Ξέρω πολύ καλά ποιος είσαι!» επέμεινε ο Θοδωρής τείνοντας το δείχτη του προς την έξοδο. «Ρεμάλι, τουρκοπουλημένος, να τι είσαι!»
«Ποιον είπες ρεμάλι αφορεσμένε; Κατέχεις σε ποιον μιλάς; Έννοια σου και θα το μετανιώσεις πικρά που με βρίζεις εμένα, τον έμπορα το Χρήστο Μωραγιάννη, που σε πουλώ και σ’ αγοράζω όσο θέλω κι εσένα και την τσούπρα σου! Θα σε κάμω γω να αναθεματίζεις την ώρα και τη στιγμή που ’λεγες όχι…»
«Δε σε φοβούμαι ορέ σκύλε! Δεν ημπορείς να κάμεις τίποτες μουδέ σε μένα ούτε στη Διαμάντω μου! Κι αν θες να μάθεις, την αρραβώνιασα ήδη, μ’ ένα νιο απ’ τον Αετό που τα φλωριά σας δεν πιάνουν μία μπρος στη λεβεντιά του!»
Αυτό που άκουσε ήταν η χαριστική βολή για τον αλαζόνα πραματευτή. Πήγε να ξεστομίσει κάτι, αλλά αμέσως μετά με πληγωμένη την κενοδοξία του κόρδωσε το ανάστημά του και ισιώνοντας νευρικά την ακριβή του φέρμελη[1] γύρισε την πλάτη στον Θοδωρή μουρμουρώντας χίλιες δυο κούφιες απειλές και βρισιές.
«Στα τσακίδια» ανταπέδωσε παρομοίως ο αποδέκτης τους κι έλαβε στα χέρια του το ποτηράκι του καφέ. Το υπόλειμμά του είχε κρυώσει κι έσμιγε με το κατακάθι στον πάτο του.
«Πατέρα» πρόβαλε διστακτική στην πόρτα η Διαμάντω, που είχε αφουγκραστεί τον τσακωμό του με τον γέρο. «Ο Μωραγιάννης…»
«Σύχασε διαμαντένια μου» την παρηγόρησε αμέσως ο γεννήτοράς της αφού την έφερε να καθίσει δίπλα του, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. «Δε θα μας ενοχλήσει πια. Όχι όσο είμαι εγώ εδώ, όχι όσο σ’ έχουμε τάξει στον Αναγνώστη. Τον ξαπόστειλα τον κερατά, μετά συγχωρήσεως…»
«Τονε μισώ, κι εφτούνον και το γιο του» έσμιξε η κοπέλα τα φρύδια της με απέχθεια. «Αν για κάτι ίσως χαίρουμαι που θα φύγω απ’ την Τριπύλα, είναι που δε θα τους βλέπω…»
Χαμογέλασε στανικά ο Θοδωρής για να κρύψει το δάγκωμα που ένιωσε ξάφνου στην καρδιά του. «Έννοια σου κοπελούδα μ’, κι εκεί στον Αητό σε καρτερούν πολλές χαρές δίπλα στον άντρα σου» είπε κι ένα δάκρυ τον πρόδωσε, ανεβαίνοντας στις κόγχες των ματιών του για να τις θολώσει.
«Κλαις πατέρα;»
«Όχι τζόγια μου, δεν κλαίγω. Ένα φροκαλάκι μόνο μπήκε στο μάτι μου, το άτιμο» προσποιήθηκε εκείνος. Η Διαμάντω, που δεν της ξέφευγε όμως τίποτα, μειδίασε γλυκά κι έδωσε ένα απαλό φιλί στα πυκνά του γένια.
«Σ’ αγαπώ πολύ μπαμπάκα μου. Και μη μου χλίβεσαι. Το πιο καλό ταίρι διάλεξες για μένα και θα σ’ ευγνωμονώ πάντα, να το ξέρεις» Κατόπιν σηκώθηκε και μπήκε στο σπίτι, απ’ όπου η Δέσπω τη φώναζε για να κάνει μια δουλειά.

Λίγες μέρες αργότερα, πήγαινε όπως πάντοτε να πάρει νερό στη βρύση. Είχε αργήσει κάπως κι όταν έφτασε στην πηγή δεν βρισκόταν καμιά άλλη γυναίκα γύρω της. Γέμισε γρήγορα τη στάμνα της, ρίχνοντας συνέχεια επιφυλακτικές ματιές τριγύρω, μην τυχόν φανεί κανένας άντρας με τίποτα πονηρούς σκοπούς κι ας ήταν μέρα μεσημέρι. Μα τη στιγμή που τέλειωνε το έργο της αγροίκησε πίσω της ένα σύριγμα που την ανατρίχιασε.
«Τι κάμεις εδώ μόνη σου, μικρή Μπουχανοπούλα;»
Την ήξερε τούτη τη μιλιά. Στράφηκε αργά προς το μέρος της και αντίκρισε τον νεαρό στον οποίο άνηκε να την καρφώνει περίεργα με το παγερό γκριζογάλανο βλέμμα του, ενώ το φύσημα του αέρα ανακάτωνε την καστανόξανθη χαίτη του, ίδια με του λιονταριού που ξεμονάχιασε το θύμα του.
«Πάνο Μωραγιάννη;.. Πως βρέθηκες εδώ;»
«Φαίνεται πως πρέπει να ’μαστε μαζί εμείς οι δυο, Διαμάντω, δεν νομίζεις;» έκανε ειρωνικά ο νέος τραβώντας τα γκέμια του αλόγου του για να σταθεί ήσυχο, κι απολάμβανε ιδιαίτερα τη σαστιμάρα στο πρόσωπό της. Δε θα ήταν και τόσο δύσκολο τελικά να κάνει ό, τι τον δασκάλεψε ο πατέρας του.
«Εμείς; Πάνω απ’ το πτώμα μου!» του πέταξε η κοπέλα προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμη. Ζαλώθηκε το σταμνί στον ώμο κι έκανε να κινήσει δυο βήματα. Ήθελε όσο το δυνατόν γρηγορότερα να απαλλαγεί της ανεπιθύμητης αυτής συνάντησης.
«Ναι ξέρω… Σου ’βρε καλύτερο ο μπαμπούλης» κάγχασε ο Πάνος κι η φωνή του από ειρωνική πήρε να γίνεται σκληρή, βλοσυρή. Η Διαμάντω κοντοστάθηκε ξαφνιασμένη.
«Μη θαρρείς πως δεν κατέχω… Μου τα ’πε ούλα ο κύρης μου» την πλησίασε εκείνος και της έσφιξε απότομα το μπράτσο σαν μέγγενη.
«Άσε με, με πονάς» τον πρόσταξε, αλλά ο Πάνος αντί να χαλαρώσει τη λαβή του την δυνάμωσε περισσότερο.
«Μπορώ να σε πονέσω κι άλλο άμα θες… Σκρόφα!» εξαπέλυσε την πρώτη βρισιά ζουλώντας μαζί το μπράτσο της. «Ποιος είναι μωρή εφτούνος, που τόλμησε ο αφέντης σου να τονε βάνει πιο πάνω από μένα; Ε; Ποιος είναι;»
Στα λόγια του εικοσάχρονου πλουσιόπαιδου, η Διαμάντω ξεπέρασε αυθωρεί τον πόνο της. Έσπρωξε πέρα το χέρι του που την εμπόδιζε και τα μάτια της εκτόξευαν φωτιές καθώς του μίλησε:
«Αναγνώστη Γκότση τονε λένε, κι είναι λεβέντης σωστός, όχι σαν κι εσένα που περνιέσαι για καμπόσος! Άιντε πάγαινε από κει και παράργησα… Μπουνταλά!»
«Θα αργήσεις κι άλλο, μην ανησυχείς» γέλασε σαρδόνια ο Πάνος κι αρπάζοντας μια πέτρα την εκσφενδόνισε ίσια στο φορτωμένο αγγείο. Εκείνο σωριάστηκε στη γη με έναν γδούπο κι έσπασε σε χίλια δυο κομμάτια, κάνοντας λούτσα την έρμη τη Διαμάντω που έγινε στήλη άλατος.
«Για να δούμε αν θα σε θέλει τώρα αυτός ο Αναγνώστης!» βρυχήθηκε απειλητικά και παγωμένη όπως ήταν απ’ το σοκ την άρπαξε απ’ τη μέση κι άρχισε να τη σπρώχνει βίαια στις θεριεμένες φτέρες που βρίσκονταν πιο δίπλα.
«Μη! Όχι! Σταμάτα!» ούρλιαζε παλεύοντας να ξεφύγει καθώς την έριχνε στο χώμα κι ακινητοποιούσε τα χέρια της. Το ένστικτο της επιβίωσης σήμαινε συναγερμό, ήξερε πολύ καλά τι σκόπευε να της κάνει ο αχρείος. Όχι, δεν μπορούσε να συμβεί αυτό· δεν έπρεπε να την ατιμάσει αφού ήδη άνηκε σε άλλον…  Κι αμέσως θυμήθηκε έξαφνα αυτό που τους είχε πει κάποτε εμπιστευτικά μια ξεπεταγμένη φίλη τους, πως αν βαρέσεις τα αρσενικά κει κάτω στον καβάλο, πονούν αφόρητα…
«Άι στο διάλο πουτάνα!» βλαστήμησε δυνατά ο Πάνος μόλις το γόνατό της προσέκρουσε με φόρα στα αχαμνά του και διπλώθηκε στα δύο μουγκρίζοντας σαν θηρίο. Ελεύθερη πια, ανορθώθηκε τινάζοντας το χώμα απ’ το σεγκούνι της και τον κατακεραύνωσε με μια ματιά όλο μίσος. Το δέρμα της είχε γδαρθεί στους αγκώνες κι έτσουζε να ματώσει, ο σαγιάς[2] και τα μαλλιά της ήταν μούσκεμα, όμως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν την ένοιαζε, παρά μόνο η άγρια χαρά που έπαιρνε βλέποντας τον παρά λίγο βιαστή της στο έδαφος ανίσχυρο.
«Έτσι μπράβο Μωραγιάννη, πόνα! Να μάθεις να τα βάζεις με μια Μπουχανοπούλα! Γελοίε!»
Με την κραυγή της αυτή την εκδικητική ένας λυγμός πήγε να βγει μαζί από τα σπλάχνα της.  Κρατήθηκε όμως, δεν ήθελε να κλάψει ενόσω ακόμα βρισκότανε μπροστά του. Διασκελίζοντας γρήγορα κατηφόρισε προς το σπίτι της χωρίς να κοιτά καθόλου πίσω, και μόνο όταν πέρασε το κατώφλι του ένιωσε πια ασφάλεια. Στηρίχτηκε στους παραστάδες της πόρτας να ανασάνει, ενώ δυο δάκρυα κύλησαν αθόρυβα στις παρειές της.
«Μάνα…» φώναξε.
«Εδώ είμαι Διαμάντω μου. Τι…;» αποκρίθηκε ήρεμα η Δέσπω ανήξερη, μα σαν βρέθηκε μπροστά της κοκάλωσε.
«Παιδάκι μ’ τι σου κάμανε; Στάζεις ολάκερη! Χριστός και Παναΐα!»
Δεν μίλησε η Διαμάντω, παρά μόνο την ατένιζε κατάματα. Η μάνα της την πήρε απ’ το χέρι και την κάθισε πλάι της στη φλοκάτη του μπαουλοντίβανου, κι εκεί η κοπέλα ρίχτηκε πλέον στην ποδιά της να ξαλαφρώσει. Η Δέσπω όσην ώρα την ένιωθε να κλαίει δεν τη ρώτησε τίποτα, δεν τη μάλωσε, παρά της χάιδευε απαλά το κεφάλι και την πλάτη περιμένοντας να μερέψει. Τελικά έπαψε τα βουβά αναφιλητά της, σήκωσε τον κορμό της και ετεροχρονισμένα απάντησε στη μητέρα της:
«Ένα σου λέω μάνα. Μπορεί να ’θελε να μου κάμει ζημιά ο Πάνος ο Μωραγιάννης, αλλά μακάρι να του ’καμα γω πολύτερη…»
«Ο γιος του έμπορα;»
«Ναι. Με πέτυχε στη βρύση μόνη μου και μου μίλησε άσχημα. Κι ύστερα σαν έκαμα να του ξεφύγω,  μ’ ήσπασε τη στάμνα και… πήγε να με ντροπιάσει…»
«Α το κάθαρμα! Κατά μάνα κατά κύρη που λένε!»
«Μη σκοτίζεσαι μανούλα μου, τον έβανα γω στη θέση του. Θα με θυμάται πολύ καιρό ο Πανούλης. Θ’ ακούει Διαμάντω Μπουχανά και θα γένεται λαγός ο κιοτής…» Και σκύβοντας στ’ αυτί της ψιθύρισε: «Τονε κλώτσησα ξέρεις που…»
Η Δέσπω σκέπασε το στόμα της, που είχε ανοίξει διάπλατα απ’ την έκπληξη. «Τι λες βρε κόρη μ’; Τόλμησες να το κάμεις εφτούνο σ’ άντρα; Που το ’μαθες, μικρό κορίτσι;»
«Δεν είμαι μικρή, μητέρα. Να ’ναι καλά η άλλη η τζουτζού που μας αρμήνευε…»
«Τήρα να ιδείς… Καλά το ’λεγε η μάμμη σου πως θα βγεις τσαούσα εσύ!» της τσίμπησε τρυφερά το μάγουλο η μάνα και το χειλάκι της Διαμάντως γέλασε λίγο μ’ αυτή την κίνηση. «Πάγαινε όμως τώρα να αλλάξεις τα ρουχάκια σου μη μου κρυώσεις, και θα φέρω γω νερό σήμερο αντί για σένα»
«Μανούλα μ’ είσαι θησαυρός» τη φίλησε με τη σειρά της στο μάγουλο σε ένδειξη ευχαριστίας η κόρη της. Το κλίμα είχε ελαφρύνει επιτέλους και της έδωσε την ευκαιρία να περάσει σε άλλο θέμα.
«Ο Αναγνώστης… Δε θα ’ρθει καθόλου να μας δει;» ρώτησε τάχα ουδέτερα στριφογυρίζοντας στο δάχτυλο μια τούφα απ’ τα μαλλιά της. Η Δέσπω μειδίασε κρυφά με νόημα.
«Ε δε θα του ’ναι τόσο εύκολο του παλικαριού… Απέχει κάμποσες ώρες ο Αητός οχ την Τριπύλα»
«Ναι, μα εγώ είμαι η αρραβωνιαστικιά του» καμώθηκε τώρα την παραπονεμένη.
«Υπομονή κόρη μου. Κάποια στιμή θα έρθει, αφού στο είπε»
«Μακάρι» ψιθύρισε με λαχτάρα η Διαμάντω κι ανασκουμπώθηκε να αλλάξει το βρεγμένο της φουστάνι, για να ξορκίσει την έξαψη που την συνεπήρε με την αναφορά σ’ εκείνον. Αναστέναξε νοσταλγικά η μάνα συλλαμβάνοντας ξανά το ονειροπόλο βλέμμα της. Τι όμορφο δώρο που ήταν άραγε στους νιους η αγάπη, και πόσες θα ζήλευαν την τύχη του παιδιού της! Μακάρι να στέριωνε καλά αυτός ο γάμος και να γινόταν η μονάκριβή της η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του Μοριά, δίπλα στο παλικάρι το πανάρετο, που τόσο σοφά διάλεξε ο Θοδωρής για ταίρι της και για το οποίο είχε αντιληφθεί ότι ένιωθε μάλλον το ίδιο για την κόρη της… Ήταν περήφανη που θα ’κανε τέτοιο γιο, μα πιο πολύ χαιρόταν η καρδιά της όταν φανταζόταν το διαμάντι τους άξια σύζυγο και μητέρα πλάι του, και φωνούλες παιδικές -πολλές φωνούλες- να την κράζουν εκείνη μάμμη τους. Και το πιο μεγάλο πράγμα, που τη γέμιζε ιερή συγκίνηση και προσμονή, να δούνε κάποτε τ’ αγγόνια τους την Ελλάδα λεύτερη…




[1] Γιλέκο με χρυσό διάκοσμο, συνοδευτικό της φουστανέλας
[2] Το απλό φόρεμα των χωρικών

Λίνα Δώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου