Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Ιαν 2018

0 RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 7/Μέρος Β "Λίλιθ"

Η ώρα επιτέλους έφτασε τέσσερις. Ο Χιούγκο σηκώθηκε, καθαρίστηκε και εφόσον κατάλαβε πως έμοιαζε καθαρός και πλυμένος και βεβαιώθηκε πως ο οργανισμός του είχε καταφέρει να χαλαρώσει από τα ναρκωτικά, όταν ήταν εντελώς σίγουρος πως είχε ανακτήσει τον έλεγχο του οργανισμού του αποφάσισε να τελειώνει το έργο του κυνηγώντας τον Τζακ Κραμπ.
Δεν χρειάστηκε πολύ ώρα για να μαζέψει τα κομμάτια του και να κατέβει τις σκάλες που τον οδήγησαν στον αδελφό του εξαρχής. Βρήκε τον Τζακ γρήγορα και τον αναγνώρισε από το πουκάμισό του και την χρυσή αλυσίδα γύρω από τον λαιμό του. Τα κοντά μαύρα μαλλιά του βοήθησαν επίσης. Καθόταν και έπινε ουίσκι, οπότε ο Χιούγκο έκατσε κοντά του περνώντας ανάμεσα από πρεζόνια τα οποία κοιμόνταν στο πάτωμα, πόρνες που έκαναν σεξ στους καναπέδες και στις καρέκλες και μερικούς μεθυσμένους που τσακώνονταν πετώντας καρέκλες και μπουκάλια από εδώ και από εκεί.
«Τι να σου βάλω;» τον ρώτησε ο μπάρμαν.
«Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί» απάντησε ο Χιούγκο, κι εδώ ο Τζακ σχολίασε ευθύς γελώντας:
«Ε, να σου πω, όμορφε. Βλέπω ότι πίνεις κόκκινο κρασί, μήπως θέλεις να σου βρω κάτι όμορφο; Μια αφέντρα ίσως με έναν μεγάλο, μαύρο πούτσο; Πάω στοίχημα ότι κάτι τέτοιο γουστάρεις, ε ξανθόπουστρα;»
Ο Χιούγκο είχε ανάψει τσιγάρο. Ο μπάσταρδος τον είχε θυμώσει. Μπροστά του είχε ένα γυάλινο τασάκι, οπότε εφόσον κάπνισε και έβγαλε ένα κυκλάκι από σύννεφο καπνού περίμενε ο μπαρμαν να γυρίσει την πλάτη του. Δεν ήθελε να ριψοκινδυνέψει να φάει μια σφαίρα από καραμπίνα στο πρόσωπο και να πέσει νεκρός στο πάτωμα, με το αίμα από τα χυμένα στο πάτωμα μυαλά του να λερώνει τα πλακάκια. Ήξερε ότι οι μπάρμαν σε κάποια τέτοιου είδους μπαρ είχαν συχνά καραμπίνες κάτω από τον πάγκο με τα ποτά. Μόλις λοιπόν ο μπαρμαν γύρισε την πλάτη του, ο Χιούγκο έσβησε το τσιγάρο του και με αστραπιαία ταχύτητα έσπασε το γυάλινο τασάκι στο πρόσωπο του Τζακ χτυπώντας τον με δύναμη και το πρόσωπό του μάτωσε, διότι κάποια θραύσματα από γυαλί του είχαν κόψει το μέτωπο.
«Άου! Μπάσταρδε!» φώναξε στον Χιούγκο κι εκείνος του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο. Έπειτα τον άρπαξε και τον χτύπησε στο μπαρ από το πίσω μέρος του κεφαλιού με το πρόσωπο. Σταμάτησε τις κινήσεις του γρήγορα μόλις είδε τον μπάρμαν να τον σημαδεύει με την ήδη γεμάτη καραμπίνα στο πρόσωπο.
«Θα με σκοτώσεις;» ρώτησε ο Χιούγκο κοιτώντας τον, μιας που είχε ήδη βγάλει την ασφάλεια και τα δάχτυλα του φλέρταραν επικίνδυνα με την σκανδάλη.
«Μπα. Το αξίζει ό, τι και να πάθει. Θα προσποιηθώ απλά ότι είσαι μπάτσος» είπε και του έδωσε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί. Ο Χιούγκο χαμογέλασε και εφόσον ήπιε το κρασί του έλεγξε τις τσέπες του πουκαμίσου του Τζακ για το πορτοφόλι του. Το βρήκε και μαζί βρήκε έναν χάρτινο φάκελο. Ο μπάσταρδος τον έκρυβε κάτω από το μανίκι του, για αυτό καθόταν περίεργα. Τον άνοιξε και μέσα ήταν τα 5 χιλιάρικα που χρώσταγε ο Τζακ στον Έις. Τα έδωσε χαμογελώντας στον μπάρμαν, έναν μεσήλικο μαύρο άντρα, μυώδη και με λευκά γένια.
«Αυτά είναι για το αφεντικό σου»
«Θα του τα δώσω με τους χαιρετισμούς σου»
Ο Χιούγκο άνοιξε το πορτοφόλι του και είδε ότι ο άντρας είχε άλλα δέκα χιλιάρικα σε χαρτονομίσματα! Ο πειρασμός να τα κρατήσει ήταν τεράστιος, όμως δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος.
«Πώς σε λένε;» ρώτησε τον μπαρμαν.
«Έντι» απάντησε εκείνος. Με ένα χαμόγελο ο ντετέκτιβ του έδωσε τα πρώτα 5 χιλιάρικα και τον χτύπησε απαλά στον ώμο.
«Αυτά για εσένα. Να κάνεις μια όμορφη ζωή για εσένα και την σύζυγο ή τα παιδιά σου. Και, ξέρεις μια πόρνη; Δουλεύει εδώ. Την λένε Ρεβέκκα»
«Ναι, την ξέρω. Φτωχό κορίτσι» 
«Φρόντισε να τα πάρει. Να κάνει και εκείνη μια καινούργια ζωή, μακριά από όλα αυτά» τον συμβούλεψε ο Χιούγκο δίνοντάς του τα άλλα πέντε χιλιάρικα και βεβαιώθηκε ότι κανένας άλλος δεν είδε το τι ακριβώς έγινε ανάμεσα τους.
«Ο Θεός να σε έχει καλά! Περίμενε, πώς σε λένε;»
«Έχει σημασία; Πάρε τα λεφτά, δώσε τα στο αφεντικό σου και στην Ρεβέκκα και να έχεις μια καλή ζωή, φίλε. Και μην σκεφτείς να τα κλέψεις, δεν θέλεις να μπλέξεις μαζί μου» σχολίασε ο Χιούγκο με ένα χαμόγελο.
«Και δεν σκοπεύω» πρόσθεσε ο Έντι και ο Χιούγκο, αφού σήκωσε τον πεσμένο στο πάτωμα Τζακ, τον πήγε κουβαλώντας τον στην πλάτη μέχρι το αμάξι του. Άνοιξε την πόρτα και τον έβαλε μέσα στην θέση του συνοδηγού εφόσον πρώτα του καθάρισε το αίμα. Έπειτα του έσπασε στα χέρια σε περίπτωση που ξυπνήσει να μην μπορεί να του επιτεθεί.
Οδήγησε για αρκετή ώρα μέσα από σκοτεινά σοκάκια και αρρωστιάρικες λάμπες γαλαζωπού νέον. Ήταν τόσο όμορφη και λαμπερή που σχεδόν έμοιαζε σαν να χωρίζει τη νύχτα και να φέρνει το φως. Θυμήθηκε το τραγούδι από τον Simon και τον Garfunkel, το “Sound Of Silence”. Ειλικρινά ένιωθε σαν να ακουγόταν αυτό το κομμάτι από κάπου μακριά, διότι το μόνο που ακουγόταν εκτός από την ανάσα του Χιούγκο και το αμάξι του που βρισκόταν ασταμάτητα εν κινήσει ήταν η σιωπή. Και το φως της λάμπας έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να αγγίξει τον ήχο της σιωπής. Σύντομα οι σκέψεις του σταμάτησαν, επειδή έφτασε εκεί που ήθελε. Ένα πασίγνωστο, παλιό, πλακόστρωτο δρομάκι, αρκετά στενό και περιέργως ακόμα καθαρό. Καμιά βρομερή ψυχή δεν το είχε αμαυρώσει, κανένα σκουπίδι δεν βρισκόταν πεσμένο αριστερά και δεξιά του, καμιά δυσωδία δεν απελευθερωνόταν από την υπέροχη αισθητική του.
Ο Χιούγκο είχε περπατήσει πολλές φορές αυτό το δρομάκι, το περπατούσε πολλές φορές. Και σήμερα θα το περπατούσε άλλη μια φορά. Αφού σταμάτησε λοιπόν το αμάξι και έσυρε πάλι τον Τζακ στο πλακόστρωτο δρομάκι έφτασε ως ένα παλιό, μικρό ξύλινο σπίτι. Το ξεκλείδωσε χάρη σε κάποια κλειδιά που είχε στην καπαρντίνα του και βάζοντας μέσα τον Τζακ μπήκε και κλείδωσε την πόρτα. Τον έδεσε με κάποια παλιά σχοινιά αφημένα σε έναν πάγκο πάνω σε μια καρέκλα και έπειτα άνοιξε ένα συρτάρι. Έβγαλε δυο μαύρα γάντια, τα φόρεσε και έβαλε στον εαυτό του ένα ποτήρι κόκκινο κρασί από την προσωπική του συλλογή κόκκινων κρασιών. Πάντα είχε ένα μπουκάλι αφημένο σε μια ειδική θέση σε αυτό το σπίτι. Ο Τζακ αργούσε να ξυπνήσει, μάλλον ο Χιούγκο τον είχε χτυπήσει πολύ πιο δυνατά από ό, τι περίμενε. Γέμισε έναν κουβά με βρόμικο νερό από μια βρύση μέσα στο σπίτι και του το πέταξε. Εκείνος πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε ενστικτωδώς τριγύρω.
«Πού είμαι;» ούρλιαξε. «Γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα χέρια μου;» ρώτησε και έντρομος κοίταξε ξανά τριγύρω. Εικόνες Αγίων στους τοίχους με αίματα στα ενδύματά τους και στα γένια τους, ένας σταυρός πολύ ψηλά σαν να βρισκόταν σε εκκλησία, το βλέμμα των αγίων σαν να τον καταδικάζει και ένα κόκκινο υγρό να έχει στεγνώσει στους τοίχους. Δεν χρειάστηκε πολύ προσοχή για να καταλάβει ότι ήταν αίμα. Προσπάθησε να μην ουρλιάξει. Ορισμένα κομμάτια από τον τοίχο είχαν ξεθωριάσει και πέσει, ορισμένα άλλα έστεκαν και μια ξύλινη ετοιμόρροπη πόρτα βρισκόταν κάπου αριστερά του. Δεξιά του, πάνω σε έναν τοίχο βρισκόταν το κεφάλι ενός ταράνδου, βαλσαμωμένο και με βλέμμα σαν να τον κοίταζε και να λυπόταν για την μοίρα του.
Ο Τζακ, σαν να φοβόταν, θα ορκιζόταν σχεδόν ότι τα μάτια του ταράνδου βλεφάριζαν. Δεν ήξερε τι να κάνει, σκέφτηκε να ουρλιάξει. Και τότε, πάνω σε ένα ξύλινο σκαμπό είδε τον Χιούγκο Ρώσον με μια ιατρική φόρμα, ένα στιλέτο και μαύρα γάντια να τον κοιτάζει. Πριν προλάβει να μιλήσει ο Χιούγκο χαμογέλασε, ήρθε κοντά του και τον χτύπησε στο πρόσωπο με την ανάποδη μεριά του χεριού του. Το βλέμμα του Τζακ περιπλανήθηκε από το χτύπημα και είδε πάνω σε έναν τοίχο ένα πορτραίτο που έμοιαζε Αγγέλου με ματωμένα φτερά.
«Τζακ. Με θυμάσαι ρε πούστη; Είμαι ο άνθρωπος που είπες πούστη στο μπαρ του Έις Λόκερ. Ναι, σίγουρα με θυμάσαι. Αλλά αυτός δεν είναι ο λόγος που έχω ξανά μπροστά μου την σκατόφατσά σου. Βλέπεις, χρειάζομαι την βοήθειά σου, την συνεργασία σου, ας το πούμε καλύτερα» έκανε ο Χιούγκο με φωνή πιο ήρεμη και από του σφαγέα στον αμνό.
«Στο υπόσχομαι πούστρα, μόλις λυθώ από εδώ θα σε γαμήσω!» φώναξε αγριεμένος ο Τζακ και ο Χιούγκο γέλασε. Προχώρησε προς τον τοίχο και πήρε μια βαριοπούλα, την οποία είχε αφημένη κοντά στην πόρτα. Έπειτα, κρατώντας την στα χέρια του έφτασε μπροστά στα μάτια του άλλου άνδρα. Με μια κίνηση την ύψωσε και τον χτύπησε με δύναμη στο αριστερό του πόδι καταστρέφοντας τα περισσότερα από τα κόκαλά του.
«Αυτό ήταν μόνο η αρχή. Τώρα θα βγάλεις τον σκασμό και θα μιλάς μόνο όταν σε ρωτάω. Αλλιώς θα σε πονέσω περισσότερο» είπε με ήρεμη φωνή ο Χιούγκο παρά τα ουρλιαχτά του Τζακ.
«Πες μου. Έχεις δει ποτέ αυτό το σύμβολο;» τον ρώτησε αρπάζοντας το πρόσωπό του, όταν επιτέλους ο πόνος μειώθηκε, και του έδειξε το σύμβολο του Μπάμπαντουκ, βγάζοντας μια φωτογραφία από μια τσέπη της καπαρντίνας του. Η φιγούρα που χρησιμοποιούσε ο Μπάμπαντουκ βρισκόταν αποτυπωμένη πάνω σε ένα από τα φορτηγά που χρησιμοποιούσε ο Τζακ.
«Όχι, δεν το έχω δει ποτέ»
«Θεωρώ τον εαυτό μου ήρεμο άνθρωπο. Δύσκολο το να με εκνευρίσει ή ακόμα περισσότερο να με θυμώσει ποτέ κανείς. Όμως το ψέμα δεν το ανέχομαι» είπε ο Χιούγκο και με μια κίνηση του έκοψε το ένα αυτί. Ο Τζακ ούρλιαξε και παρατήρησε ότι ο Χιούγκο κρατούσε στιλέτο στο ένα του χέρι.
«Πρώτα θα σου κόψω τα αυτιά και έπειτα θα προχωρήσω στα δάχτυλά σου. Άμα δεν απαντάς, θα σου σπάσω το πόδι και έπειτα θα προχωρήσω στην μύτη και στα μάτια σου. Διαλέγεις. Θα μιλήσεις ή τα χάνεις όλα»
«Ναι, ναι, το έχω δει. Όλοι οι εγκληματίες το έχουμε φίλε, ο Μπάμπαντουκ είναι τεράστιος, ελέγχει τα πάντα. Ναρκωτικά, μπουρδέλα, δολοφονίες, ληστείες, αστυνομία, πολιτικούς» άρχισε να τα ξερνάει όλα ο Τζακ.
«Τον έχεις δει ποτέ;» τον ρώτησε τώρα ο Χιούγκο και προτού προλάβει να απαντήσει του έκοψε το μικρό του δάχτυλο, στο δεξί του χέρι.
«Γιατί να κρατήσω μια συγκεκριμένη σειρά;» χαμογέλασε σαρδόνια και έκανε πάλι την ίδια ερώτηση.
«Όχι! Όχι, δεν τον έχω δει ποτέ. Μας αναγκάζει να του πληρώνουμε φόρο και προστασία για να μας κρατάει μακριά από τους μπάτσους, αλλά ποτέ δεν έρχεται ο ίδιος για να μαζέψει τα λεφτά. Συχνά στέλνει έναν από τους άντρες του για να τα μαζέψει και να του τα πάει!» 
« Ποιον;» ξανάκανε ο Χιούγκο απαλά. Κι επειδή αργούσε να του απαντήσει ο Τζακ, του έκοψε ένα ακόμα δάχτυλο.
«Αααα! Ένα φρικιό με κουκούλα, κίτρινα χοντρά γυαλιά και μια μάσκα σαν χαμογελαστό πρόσωπο στα χείλη» ούρλιαξε εκείνος και ο ντετέκτιβ σοβάρεψε επικίνδυνα.
«Ο Ticci Toby. Πότε περιμένει την επόμενη προστασία; Και πού;» φώναξε πιάνοντάς τον από τον λαιμό.
«Σε λίγους μήνες, στην Τζώρτζια»
Ο άντρας έκλαιγε. Ο Χιούγκο ήταν σίγουρος πως τώρα έκλαιγε όπως τόσες πολλές γυναίκες έκλαιγαν τώρα, γυναίκες που είχε βιάσει, μαχαιρώσει και πουλήσει σκλάβες.
Τον άφησε να κλείσει για λίγο τα μάτια του και θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει στον φάκελό του πριν αρκετούς μήνες. Είχε δύο ανιψιές, μικρές και ανήλικες, τις οποίες βίασε και τις οποίες είχε σκοπό να πουλήσει, μα επειδή κανένας δεν δεχόταν να τις αγοράσει δεν μπορούσε ούτε να τις πουλήσει, ούτε να τις αφήσει ελεύθερες. Άμα έλεγαν τίποτα στους γονείς τους, στον αδελφό του, τι θα γινόταν ο Τζακ; Ήθελε να επιβιώσει, έπρεπε να επιβιώσει. Οπότε τις έσυρε ως ένα παλιό μέρος, το μέρος όπου τις είχε βιάσει, ένα παλιό πάρκο το οποίο ονόμαζε «Πύργο» και εκεί με μίσος στην καρδιά τις έσφαξε. Ο Χιούγκο θυμήθηκε διαβάζοντας αυτό το γεγονός το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ριχάρδος ο 3ος» , στην σκηνή που ο Ριχάρδος αποφασισμένος να καταστρέψει τον κόμη του Ρίτσμοντ πήγε με τον στρατό του στο Σάλσμπουρι και πριν την παραμονή της μεγάλης μάχης αποκοιμήθηκε, με αποτέλεσμα να τον επισκεφτούν στον ύπνο του, σαν φαντάσματα, όλοι όσοι είχε σκοτώσει μέχρι εκείνη την στιγμή, συμπεριλαμβανομένων των δύο ανιψιών του που έβαλε να σκοτώσουν στον πύργο του Λονδίνου την ώρα του ύπνου τους, στην προσπάθεια του να πάρει τον θρόνο. Θυμήθηκε ότι τα φαντάσματα έλεγαν στον Ριχάρδο την ώρα που κοιμόταν:
« Tomorrow in the battle think of me
Despair and Die!”
το οποίο μεταφράζεται σε:
«Αύριο στην μάχη να με σκέφτεσαι
Απελπίσου και πέθανε!»
Όταν λοιπόν τον επισκέφτηκαν τα ανίψια του, τού είπαν:
« Ονειρέψου τα δυο ανίψια σου
Που έσφαξες στον Πύργο!
Απελπίσου και πέθανε!»
Αυτούς ακριβώς τους στίχους σχολίασε ο Χιούγκο στο όνομα των ανιψιών του Τζακ, που είχε έρθει η ώρα να πάρουν την εκδίκηση τους. Πήγε κοντά του και τον χαστούκισε με δύναμη. Ο Τζακ πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του.
«Θυμάσαι τις δύο ανιψιές σου, που έσφαξες στον Πύργο; Στο πάρκο που εσύ ο ίδιος ονόμαζες Πύργο;» τον ρώτησε και ο Τζακ τον κοίταξε στα μάτια.
«Ναι, τις θυμάμαι. Η Μαίρη και η Άντζι. Έπρεπε να προστατευτώ, τις έκανα γυναίκες αλλά δεν έπρεπε να το μάθει κανείς. Οπότε τις σκότωσα. Έπρεπε να προφυλαχθώ. Ήμουν ή εγώ ή εκείνες, το κατάλαβες; Εγώ ή εκείνες!» ούρλιαξε το τέρας και ο Χιούγκο αηδίασε.
«Ξέρεις, λένε πως όταν μια ψυχή φεύγει άδικα από αυτόν τον κόσμο και ο υπαίτιος για την φυγή της είναι ακόμα ζωντανός, τότε ο υπαίτιος θα πρέπει να πεθάνει. Όμως, ο μπάσταρδος χρωστάει σε αυτήν την ψυχή ένα θάνατο και ένα τραγούδι» πρόσθεσε ο Χιούγκο ενώ κοίταζε κάτω, προς το στήθος του Τζακ. Το πρόσωπο του ήταν σκοτεινό από μια έκφραση λύπης και πόνου, όμως άξαφνα φωτίστηκε από μια λάμψη εκδίκησης, τιμωρίας, θείας δίκης. Χαμογέλασε και τα λαμπρά γαλάζια μάτια του κάρφωσαν τον Τζακ στην ίδια την ψυχή του.
«Ας τραγουδήσουμε για την Μαίρη και την Άντζι, τι λες;» είπε και εφόσον πήρε ένα μαχαίρι από ένα ξύλινο τραπέζι κοντά του κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Του έσκισε την μπλούζα με το μαχαίρι και η κρύα, γυμνή, μεταλλική λεπίδα του μαχαιριού άγγιξε την ιδρωμένη γυμνή σάρκα του. Έπειτα κάρφωσε την λεπίδα στο στήθος του αρκετά ώστε να τραβήξει αίμα, αλλά όχι αρκετό ώστε να τον σκοτώσει. Ξεκίνησε να λέει ένα τραγούδι που είχε ακούσει πριν πολλά χρόνια στην Αγγλία, το “Three Blind Mice”, « Τρία Τυφλά Ποντίκια», ενώ τραβούσε την λεπίδα προς τον αφαλό του Τζακ περνώντας από το στήθος του.
«Three Blind Mice. Three Blind Mice.
See how they run. See how they run.
They all ran after the farmer’s wife,
Who cut off their tails with a carving knife,
Did you ever see such a sight in your life,
As three blind mice?”
Τον πίεσε να πουν μαζί το κομμάτι και ενώ το έλεγαν του έκοβε και από ένα κομμάτι στην σάρκα κάνοντας όλο και περισσότερο αίμα να χυθεί. Χαμογέλασε και τον κοίταξε, ενώ αίμα έτρεχε από το στήθος του και εκείνος προσπαθούσε να αναπνεύσει κανονικά.
«Έχεις βρεθεί ποτέ στην Γερμανία, Τζακ; Ω, μα και βέβαια έχεις βρεθεί. Οικογενειακές διακοπές με τον αδελφό και τις ανιψιές σου. Άρεσε πολύ στην Άντζι ε; Καταφέραμε να στείλουμε στο Παράδεισο την Μαίρη, τι λες να βοηθήσουμε και την Άντζι, μμ; Έλα, τραγούδα μαζί μου» κάγχασε ο Χιούγκο και με την λεπίδα άγγιξε τον λαιμό του θύματός του. Ξεκίνησαν να τραγουδάνε μαζί, όσο ο Χιούγκο έκανε τον λαιμό του Τζακ να ματώσει, ένα παλιό γερμανικό κομμάτι, το "Ein Männlein Steht Im Walde" (“Ένας Μικρός Άνδρας Στέκεται Στο Δάσος»). Όσο περισσότερο τραγουδούσαν τόσο πιο βαθιά έμπηγε στον λαιμό του ο Χιούγκο το μαχαίρι, ώσπου του έκοψε τελείως και τον σκότωσε. Έγλειψε κατόπιν το αίμα από το μαχαίρι και εφόσον μάζεψε αρκετό μέσα σε ένα γυάλινο μπουκάλι ξεφορτώθηκε το πτώμα σε έναν κλίβανο μέσα στο σπίτι.
Ενώ οι φλόγες κάλυπταν το σώμα του νεκρού πλέον Τζακ, ο Χιούγκο τραγουδούσε το κομμάτι πάλι παρακολουθώντας τις φλόγες στο μακάβριο τούτο έργο τους.
“Ein Männlein steht im Walde ganz still und stumm,
Es hat von lauter Purpur ein Mäntlein um.
Sagt, wer mag das Männlein sein,
Das da steht im Wald allein
Mit dem purpurroten Mäntelein.

Das Männlein steht im Walde auf einem Bein
Und hat auf seinem Haupte schwarz Käpplein klein,
Sagt, wer mag das Männlein sein,
Das da steht im Wald allein
Mit dem kleinen schwarzen Käppelein?” που σημαίνει
«Ένας Μικρός Άνδρας στέκεται στο δάσος, χωρίς να λέει τίποτα, μένοντας ακίνητος,
Φοράει έναν μοβ μανδύα.
Πες μου. Ποιος είναι αυτός ο μικρός άνδρας, που στέκεται σιωπηλός στο δάσος, με τον μοβ μανδύα του;
Ο μικρός άνδρας στέκεται στο δάσος στο ένα του πόδι,
Έχει στο κεφάλι του ένα μικρό καπέλο,
Πες μου, ποιος είναι αυτός ο μικρός άνδρας, που στέκεται στο ένα του πόδι, με το μικρό του μαύρο καπέλο;»
Επειδή ήθελε να αφήσει ένα μήνυμα προς όλους τους εγκληματίες που ήταν πιστοί μέχρι εκείνη την στιγμής στον Μπάμπαντουκ, σε όλους αυτούς που ακολουθούσαν το μονοπάτι του Τζακ, ο Χιούγκο είχε σιγουρευτεί πως είχε κόψει το κεφάλι του εγκληματία πριν πετάξει το σώμα του στον κλίβανο. Με το ίδιο μαχαίρι που του είχε κόψει τον λαιμό χάραξε στην γλώσσα του κεφαλιού το όνομα « ΣΑΜΑΗΛ» και τοποθέτησε πιο κάτω από την γραφή, στην άκρη της γλώσσας του, ένα χάρτινο μικροσκοπικό ομοίωμα ενός Αρχαγγέλου του Θανάτου σαν οριγκάμι. Έπειτα πήρε το κεφάλι και το έδεσε σε μια κολόνα σε έναν πολυσύχναστο εγκληματικό δρόμο.
Μόλις βεβαιώθηκε πως το έργο του τελείωσε, επέστρεψε στο σπίτι του. Η Λούσυ ακόμα κοιμόταν, οπότε και εκείνος μόλις γδύθηκε και βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε αίμα στα ρούχα του ή ίχνη από την παράνομη δραστηριότητά του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του γυμνός από την μέση και πάνω και αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του έβλεπε εκείνη, μόνο εκείνη. Στο πίσω μέρος όμως του μυαλού του ήξερε πως έπρεπε να συναντήσει ένα από τα πιο σημαντικά, αν όχι το σημαντικότερο άτομο στην ζωή του. Την γυναίκα που τον οδήγησε να γίνει αυτός που ήταν, ένα κτήνος, ένας τιμωρός, ένας Αρχάγγελος του Θανάτου, αν όχι της τιμωρίας. Αυτήν που τον έμαθε να τιμωρεί τους εγκληματίες σκοτώνοντάς τους. Την θεία του, την Λίλιθ Ρώσον. Μια μεγάλη γυναίκα σε ηλικία και όχι μόνο. Το μυαλό της ήταν κοφτερό σαν ξυράφι, μπορούσε να καταλάβει τον ανιψιό της καλύτερα από όλους, ενώ πολλές φορές περηφανευόταν πως ήταν η καλύτερη ψυχολόγος που θα μπορούσε να έχει ποτέ ο Χιούγκο. Επίσης ήταν δυναμική, σκληρή και, όποτε ο κόσμος το χρειαζόταν, αδίστακτη. Παρά όλα αυτά ο Χιούγκο της είχε εμπιστοσύνη, γνώριζε το μυστικό του και ποτέ δεν τον είχε προδώσει. Άμα γινόταν αυτό ο Χιούγκο θα την σκότωνε χωρίς δεύτερη σκέψη, εκείνη του το είχε μάθει αυτό. Αυτήν την τιμωρία άξιζαν οι προδότες.

Matt Dragoneed

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου