Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Ιαν 2018

0 RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 7/Μέρος Γ "Λίλιθ"

Ο ύπνος τον πήρε γρήγορα και αποκοιμήθηκε με το κεφάλι στο μαξιλάρι του. Το επόμενο πρωινό μόλις ξύπνησε, σηκώθηκε, έπλυνε το πρόσωπο και τα μαλλιά του, ντύθηκε με ένα απαλό λευκό πουκάμισο και ένα παντελόνι, χτενίστηκε και κατέβηκε για να φάει το πρωινό και να πιει τον καφέ του. Η Λούσυ ήταν ήδη εκεί κι έπινε τον δικό της. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και στόλιζαν τον υπέροχο λαιμό της, τα μάτια της έλαμπαν και η μυρωδιά σαν από τουλίπα αναδύονταν τόσο τέλεια από το πλυμένο σώμα και τα βρεγμένα ακόμη, σε μερικά τουλάχιστον σημεία, μαλλιά της. Ήταν ξυπόλυτη, ενώ φόραγε ένα μακρύ μαύρο παντελόνι, το οποίο αναδείκνυε τις καμπύλες της, μια ζώνη καφετιά και ένα απαλό καφέ πουκάμισο με κουμπιά.
«Έχει μείνει καθόλου καφές;»
«Ναι, έχει λίγο. Πώς τον πίνεις;» του απάντησε η συνάδελφός του κοιτώντας τον και ο Χιούγκο της χαμογέλασε.
«Γιατί; Λες να μου βάλεις;»
«Είπα να είμαι ευγενική στον συνεργάτη μου» χαμογέλασε εκείνη με την σειρά της ενώ σηκωνόταν να πιάσει μια κούπα.
«Σκέτο. Με λίγο γάλα μόνο» της παρήγγειλε ο Χιούγκο κι αφού έκατσε άρχισε να μουρμουράει τους πρώτους στίχους από το γερμανικό κομμάτι του χτες. Αυτό φυσικά δεν ξέφυγε από το προπονημένο στο να ακούει χαμηλούς ήχους αυτί της Λούσυ.
«Χιούγκο» τον προσφώνησε. «Αυτό που τραγουδάς. Ή πιο σωστά μουρμουρίζεις. Είναι το κομμάτι "Ein Männlein Steht Im Walde";» ρώτησε η κοπέλα και απευθείας κέρδισε το γεμάτο . με περιέργεια βλέμμα του.
«Πώς το ξέρω ε; Όταν ήμουν μικρή, σε μια εκδρομή με το σχολείο μας πήγαν στην Γερμανία για λίγες ημέρες και εκεί, σε μια διάλεξη για την τέχνη, παρακολουθήσαμε μια όπερα για το “Χάνσελ και Γκρέτελ”. Στην δεύτερη πράξη υπήρχε αυτό το κομμάτι»
Ο Χιούγκο σφύριξε επιδοκιμαστικά, θαυμάζοντας τις γνώσεις της και την καλή της μνήμη, ώσπου εκείνη τον κοίταξε καλύτερα και είδε το μαυρισμένο του μάτι.
«Χριστός και Παναγία, Χιούγκο! Τι έπαθε το μάτι σου;»
«Δεν μου κόλλαγε ύπνος χτες και έτσι έκανα μια βόλτα χτες στην πόλη με το αυτοκίνητό μου» πρόσθεσε ο Χιούγκο βλαστημώντας μέσα του την παρατηρητικότητά της. «Κάποιος προσπάθησε να μου κλέψει το πορτοφόλι οπότε πλακωθήκαμε και μου μαύρισε το μάτι, όμως του έσπασα το χέρι» χαμογέλασε λέγοντάς της ψέματα για την χτεσινή του βόλτα. Η κοπέλα έλεγξε το μάτι του.
«Και πάλι όμως έπρεπε να μου το είχες πει! Πονάς;» τον ρώτησε και μόλις εκείνος της απάντησε ότι δεν πονούσε, σηκώθηκε από την θέση της και κάθισε κοντά του.
«Ωραία. Τώρα, συγχώρεσέ με σε παρακαλώ πολύ για αυτό που θα κάνω»
Ο Χιούγκο την κοίταξε παραξενεμένος, κι ευθύς η Λούσυ του έδωσε μια ανάποδη με το χέρι της στο μάγουλο βρίζοντάς τον.
«Έχεις αμάξι και δύο μέρες τώρα με έχεις κάνει τον σοφέρ σου; Ντροπή σου Χιούγκο! Ανάμεσα σε συνεργάτες πρέπει να υπάρχει ειλικρίνεια , τι σκατά ειλικρίνεια είναι αυτή;»
«Κατά ένα μέρος, μου άξιζε. Όμως ας σοβαρευτούμε, Λούσυ. Δεν σου είπα ψέματα, επειδή ποτέ δεν ειπώθηκε η συζήτηση άμα όντως έχω ή δεν έχω αυτοκίνητο. Άμα με ρώταγες “Ρε Χιούγκο, έχεις αμάξι;” και σου έλεγα όχι, τότε ναι, θα ήμουν ψεύτης, όμως εφόσον κάτι τέτοιο δεν έγινε υπάρχει ακόμα ειλικρίνεια ανάμεσά μας. Είμαι σωστός, δεν νομίζεις;» την ρώτησε και χαμογέλασε. Η κοπέλα σκέφτηκε μέσα σε ένα σύντομο διάστημα εφτά δευτερολέπτων να τον πιτσιλίσει με τον καφέ, να τον χαστουκίσει και να του πει ένα “Άι στο διάολο!”, να του τα κάνει όλα μαζί ή να μην του κάνει τίποτα. Σκέφτηκε επίσης να σηκωθεί να φύγει, όμως τελικά το μόνο που έκανε ήταν να του δώσει θυμωμένη τον καφέ, να του κρατήσει μούτρα σαν παιδάκι κι αφού του έβγαλε γλώσσα πήγε και κάθισε στο σαλόνι, για να πιει εκεί τον καφέ της διαβάζοντας ένα βιβλίο.
Ο Χιούγκο χαμογέλασε. Σηκώθηκε, πήρε τον καφέ του και κάθισε κοντά της. Τον ήπιε και έπειτα πήγε στην βιβλιοθήκη του, πήρε ένα βιβλίο και ξεκίνησε να διαβάζει. Εφόσον το έφτασε σε μια σελίδα, έβαλε έναν σελιδοδείκτη εκεί που το σταμάτησε, το άφησε σε ένα ξύλινο τραπεζάκι και έπειτα προχώρησε προς το γραφείο του. Εκεί μελέτησε άλλη μια φορά την υπόθεση του Μπάμπαντουκ αλλά και του Δημιουργού Μασκών. Αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να πει στην Λούσυ τώρα ή λίγο αργότερα τα όλα όσα είχε μάθει από τον Τζακ για τα λεφτά, την προστασία και τον Ticci Toby, έναν από τους πιο σκληρούς άντρες ή καλύτερα μισθοφόρους του Μπάμπαντουκ.
Ο Χιούγκο τον είχε αντιμετωπίσει παλαιότερα, το θυμόταν καλά αυτό. Το αίμα, ο γάντζος, η οργή, το τσιγάρο, η θέληση για τιμωρία και εκδίκηση. Πίστεψε πως τον είχε σκοτώσει τότε, αλλά μάλλον είχε κάνει λάθος. Δεν πειράζει, θα τον σκότωνε σύντομα. Υπομονή χρειαζόταν μοναχά, υπομονή και πληροφορίες. Οι ώρες περνούσαν και η Λούσυ σκεφτόταν εκείνον. Σκεφτόταν τον Χιούγκο. Ήταν περίεργο. Κοντά του ένιωθε πιο δυνατή, πιο δυναμική, πιο έξυπνη, πιο σίγουρη. Παράλληλα όμως τον φοβόταν, ένιωθε αγχωμένη και ένιωθε σαν αυτός ο άντρας να μπορούσε να την ελέγξει ώστε να κάνει ό, τι εκείνος ήθελε. Η Λούσυ δεν ήταν ένα από εκείνα τα αδύναμα γυναικάκια, ήταν δυνατή και μπορούσε να αγωνιστεί για τον εαυτό της, μα ο Χιούγκο είχε μια περίεργη δύναμη πάνω της. Τα μάτια του, το χαμόγελό του, ακόμα και αυτή η εκνευριστική ειρωνεία του.
«Ήταν τόσο όμορφος πριν λίγα λεπτά που καθόταν κοντά μου και διάβαζε. Φαινόταν τόσο ήρεμος και γαλήνιος, τόσο όμορφος και ευγενικός, τόσο έξυπνος. Και όταν καπνίζει βγάζει κάτι το τόσο αρρενωπό!» σκέφτηκε παίρνοντας μόνο για λίγα λεπτά το βλέμμα της από το βιβλίο, για να κοιτάξει προς την κατεύθυνση του γραφείου του Χιούγκο. Έπειτα ξεφύσηξε και συνέχισε να διαβάζει. Το βιβλίο όμως ήταν μια ερωτική ιστορία και έτσι ήταν δύσκολο για την Λούσυ να διαβάσει χωρίς να τον σκέφτεται. Όταν διάβαζε για το άγγιγμα και τα χάδια ή τα φιλιά του άνδρα, της έρχονταν στο μυαλό το άγγιγμα και τα χάδια του Χιούγκο, ενώ στο μυαλό της στριφογύριζε το πόσο καλός θα έπρεπε να ήταν στα φιλιά.
Ο Χιούγκο κατευθύνθηκε προς την κουζίνα για να βάλει και άλλο καφέ και ενώ το έκανε η Λούσυ τον κοίταξε ερωτικά. Δάγκωσε τα χείλη της με αποδοκιμασία και από την προσπάθεια της να μην καταλάβει εκείνος την γλυκιά της αμηχανία. Όταν εκείνος την κοίταξε, η Λούσυ έκρυψε πάλι το βλέμμα της στις γραμμένες σελίδες. Το κείμενο περιέγραφε μια ερωτική σκηνή που ανάμεσα στα φιλιά, στα χάδια και στην ένωση των δύο εραστών υπήρχαν αποσπάσματα από την Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, και συγκεκριμένα ένα από τα πιο όμορφα και ρομαντικά κείμενα όλων των εποχών.  Τον «Ύμνο Προς την Αγάπη».
Θυμόταν όταν το είχε ακούσει για πρώτη φορά στην ταινία «Μπλε» του Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι, την πρώτη ταινία  στην τριλογία του ίδιου σκηνοθέτη με την ονομασία «Χρώματα». Με την χρήση αυτού του ύμνου ο Κισλόφσκι ήθελε να καταδείξει ότι η αγάπη ως συναίσθημα μπορεί να σκλαβώσει τους ανθρώπους με τα δεσμά της αλλά ταυτόχρονα να τους ελευθερώσει. Η Λούσυ αναρωτήθηκε γιατί ενώ τον γνώριζε μόνο λίγες ημέρες ένιωθε τόσο έντονα και δυνατά συναισθήματα για εκείνον. Δεν μπορεί να ερωτευόταν κάποιον σαν τον Χιούγκο, κάποιον που γνώριζε ελάχιστα! Μπορούσε; Συνέχισε να διαβάζει προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό της αυτές τις σκέψεις.
«Αν ξέρω να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε έγινα σαν ένας άψυχος χαλκός που βουίζει ή σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους κρότους του. Και αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ με τη δύναμη της ακόμη και τα βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε δεν είμαι τίποτε απολύτως.

Και αν πουλήσω όλη την περιουσία μου για να χορτάσω με ψωμί όλους τους φτωχούς, και αv παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε σε τίποτε δεν ωφελούμαι.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη  δεν καυχιέται, δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει.
Αν υπάρχουν ακόμα προφητείες, θα έλθει μέρα που και αυτές θα καταργηθούν, αν υπάρχουν χαρίσματα γλωσσών και αυτά θα σταματήσουν, αν υπάρχει γνώση και αυτή θα καταργηθεί. Γιατί τώρα έχουμε μερική και όχι τέλεια γνώση και προφητεία· όταν όμως έλθει το τέλειο, τότε το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, μιλούσα ως νήπιο, σκεφτόμουν ως νήπιο, έκρινα ως νήπιο. Όταν έγινα άνδρας, κατάργησα τη συμπεριφορά του νηπίου. Τώρα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και μάλιστα θαμπά, τότε όμως θα βλέπουμε το ένα πρόσωπο το άλλο πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος από την αλήθεια, αλλά τότε θα έχω πλήρη γνώση, όπως ακριβώς γνωρίζει και εμένα ο Θεός. Ώστε τώρα μας απομένουν τρία πράγματα: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Πιο μεγάλη όμως από αυτά είναι η αγάπη» (Μετάφραση του « Ύμνου της Αγάπης» 1-13)
Εφόσον είδε ότι δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της τον Χιούγκο, άφησε κάτω το βιβλίο και πήγε στο δωμάτιο της. Εκεί ξάπλωσε και αγγίζοντας για λίγο τον εαυτό της φαντασιωνόμενη εκείνον έπεσε να κοιμηθεί. Δεν θα του το έλεγε ποτέ, αλλά ίσως να ένιωθε πολλά περισσότερα πράγματα για εκείνον. Άφησε για λίγο το μυαλό της να ταξιδέψει ενώ ξάπλωνε γυμνή από την μέση και κάτω και εξουθενωμένη, και παράλληλα σκεφτόταν: « Άμα τα πράγματα ήταν διαφορετικά, άμα εγώ και εκείνος είχαμε συναντηθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες… Άμα ήμουν εγώ σερβιτόρα σε ένα μπαρ ή μια καθαρίστρια ή οτιδήποτε άλλο και εκείνος ένας απλός άντρας, κάτι άλλο γενικά από ό τι είναι, τότε θα μπορούσαμε εγώ και αυτός;..»
Έδιωξε την σκέψη από το μυαλό της μιας που κυριάρχησε η λογική μέσα της.
«Οκ σταμάτα, τον ξέρεις ελάχιστα, δεν τον αγαπάς! Δεν γίνεται να ερωτευτείς κάποιον μέσα σε λίγες ημέρες, Λούσυ, και το ξέρεις καλά αυτό. Το πιο πιθανόν κιόλας είναι να μην νιώθει και τίποτα για εσένα. Ναι, τίποτα. Τίποτα» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της προτού την πάρει ο ύπνος και κλείσει τα κουρασμένα βλέφαρά της. Παρά όλα αυτά ένα μέρος του εαυτού της συνέχισε ακόμα να ελπίζει πως ο Χιούγκο την αγαπούσε, και ένα ακόμα μέρος της συνέχιζε να σκέφτεται το τι θα γινόταν άμα τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Όμως, το μυαλό της δεν θα την άφηνε να ησυχάσει. Όχι τόσο απλά.
Μόλις ένιωσε να κοιμάται κοίταξε ψηλά, στην οροφή του δωματίου και νόμιζε πως είδε μια γυναίκα, την κοπέλα από τον φόνο στο πάρκο πιο νωρίς. Φόραγε ένα λευκό φόρεμα και τα χείλια της είχαν ένα αρρωστημένο μαύρο χρώμα, το δέρμα της ήταν λευκό και χλομό, τα νύχια της μακριά, μαύρα και κοφτερά. Τα μαλλιά της είχαν αποκτήσει ένα αρρωστημένο λευκό, ή καλύτερα γκρίζο χρώμα και φαινόταν σαν φάντασμα. Στα χέρια της κράταγε ένα μωρό. Ένα μωρό το οποίο κοιμόταν και του οποίου τον λαιμό έσπασε με μια κίνηση των χεριών της. Η Λούσυ προσπάθησε να ουρλιάξει μα δεν μπορούσε. Τι εφιάλτης ήταν αυτός! Η γυναίκα άνοιξε το στόμα της και από τα μαύρα μάτια της έβγαιναν δάκρυα από αίμα. Από το στόμα της σκορπιοί και από τα σημάδια από σχοινιά στον λαιμό της κατσαρίδες. Τα έντομα και οι σκορπιοί περικύκλωσαν την Λούσυ. Πάλεψε να διώξει τα έντομα και τους σκορπιούς μακριά μα δεν μπορούσε. Την είχαν κάνει δική τους, την είχαν ακινητοποιήσει. Ούρλιαξε αλλά κανένας δεν μπορούσε να την ακούσει. Δεν άκουγε ούτε τον εαυτό της.
Προσπάθησε να ξυπνήσει και δεν μπορούσε. Ευχήθηκε ο εφιάλτης να τελείωνε τότε. Ένιωθε να ιδρώνει. Ίσως ήταν ακόμα ζωντανή. Τότε τα πράγματα ησύχασαν για λίγο. Έβλεπε μια όμορφη εικόνα. Μια υπέροχη θάλασσα και έναν υπέροχο, γαλάζιο ουρανό με κατάλευκα σύννεφα σαν περιστέρια. Στον ουρανό φαίνονταν να πετάνε ψάρια, τραπουλόχαρτα και περιστέρια. Η Λούσυ άφησε τον εαυτό της να πέσει πίσω πάνω σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Έκλεισε τα μάτια της και χαμογέλασε. Ήταν τόσο όμορφα, τόσο γαλήνια. Άφησε τον εαυτό της να αναπαυθεί για λίγο. Είδε μια περίεργη εικόνα όσο ήταν ξαπλωμένη και άφηνε τον εαυτό της να αναπαυθεί στο λιβάδι. Ήταν ξαπλωμένη και είδε κάπου μακριά, σε ένα δασάκι έναν άντρα με υπέροχα λευκά φτερά, έναν Άγγελο, με κοντά ξανθά μαλλιά, πουκάμισο και γαλάζια μάτια, τα χαρακτηριστικά του Χιούγκο, να προχωράει ενώ μπροστά του βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του ένα αναπηρικό καροτσάκι.
Πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι βρισκόταν μια κοπέλα με μακριά καφετιά προς μαύρα μαλλιά, υπέροχο γλυκό πρόσωπο, που φορούσε μια λευκή μπλούζα, ένα μαύρο πουκάμισο-μπλούζα από πάνω, μια κόκκινη φούστα καρό, μαύρο καλσόν και μαύρα μποτάκια. Η Λούσυ την αναγνώρισε, ήταν ο εαυτός της! Τι γύρευε εκεί; Δεν φαινόταν να έχει πρόβλημα να περπατάει, περισσότερο φαινόταν να έχει τρελαθεί! Σηκώθηκε και κρυμμένη πίσω από μερικούς θάμνους ακολούθησε τον Άγγελο και την κοπέλα. Ενώ τους ακολουθούσε, κάποια στιγμή σταμάτησε και το ίδιο έκαναν και ο Άγγελος με το αντίγραφό της. Και ο Άγγελος κάλυψε αστραπιαία το πρόσωπο και τα ρούχα του με τα φτερά του, επειδή το αντίγραφο της Λούσυ είχε σηκώσει το κεφάλι του ψηλά, είχε αφήσει τον λαιμό του εκτεθειμένο και με ένα κομμάτι γυαλί του τον είχε κόψει!
Αίμα πετάχτηκε ψηλά και έβαψε τα φτερά του Αγγέλου, το πρόσωπο του αντιγράφου και το έδαφος τριγύρω τους κατακόκκινα. Το αίμα έρεε σαν σιντριβάνι και οι ήχοι που έκανε η κοπέλα ενώ έκοβε τον λαιμό της έκανε την Λούσυ να κλείσει τα μάτια της και να κλάψει. Κάλυψε τα αυτιά της και προσπάθησε να μην βλέπει, ούτε να ακούει. Δεν μπόρεσε όμως να αντισταθεί και κοίταξε. Το είδωλό της, που τώρα στεκόταν νεκρό και με κομμένο τον λαιμό του, το είδωλο που είχε αυτοκτονήσει, βρισκόταν πάνω στο αιματοβαμμένο αναπηρικό καροτσάκι. Και το είδωλο έπιασε από μόνο του φωτιά μπροστά στα τρομαγμένα μάτια της Λούσυ.
Η Λούσυ πετάχτηκε τρομαγμένη από τον εφιάλτη της μόνο και μόνο για να αντιληφθεί πως βρισκόταν στο πάτωμα, είχε πέσει από το κρεβάτι της. Άγγιξε το μέτωπο και τα μαλλιά της, είχε ιδρώσει. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το παράθυρο. Το άνοιξε. Ήταν απόγευμα. Ξεφύσηξε ανακουφισμένη που δεν βρισκόταν μέσα σε ένα όνειρο. Σηκώθηκε και έτρεξε προς το μπάνιο. Κοίταξε τον λαιμό της για πιθανά ίχνη από μαχαιριές, τα χέρια της σε περίπτωση που είχαν βαφτεί με το ίδιο της το αίμα. Δεν είδε τίποτα. Ο λαιμός της ήταν μια χαρά, η επιδερμίδα, τα χέρια, το πρόσωπο της πεντακάθαρα. Ούτε μια σταγόνα αίμα.
«Ήταν μόνο ένας εφιάλτης. Γιατί όμως τον ένιωσα τόσο αληθινό; Φοβάμαι…»
Θυμόταν ότι μια φίλη της φαρμακοποιός της είχε γράψει κάποια χάπια για τους πονοκεφάλους, επειδή συχνά όταν πονούσε το κεφάλι της το μυαλό της έφτιαχνε τέτοιες φρικιαστικές εικόνες. Είχε βάλει μερικά σε ένα μικρό χάρτινο κουτάκι στην βαλίτσα της. Πήγε λοιπόν στο δωμάτιο της και έλεγξε τις θήκες της βαλίτσας ώσπου τελικά βρήκε τα πολυπόθητα χάπια. Άνοιξε το κουτάκι και τα κοίταξε. Έμοιαζαν με μικρές καραμελίτσες, στρογγυλές. Ήταν πικρά αλλά όχι αρκετά. Οπότε έριξε μερικά στην χούφτα της και από εκεί στο στόμα της. Τα κατάπιε και έκλεισε τα μάτια της για λίγο μιας που η πικρή γεύση την βασάνιζε.
«Δεν γαμιέται, άμα πονάει σε θεραπεύει» σκέφτηκε και έπειτα αποφάσισε να πάει στο σαλόνι. Στον δρόμο βρήκε τον Χιούγκο να είναι στο δωμάτιό του και να προσπαθεί να δέσει μια γραβάτα.
«Γαμώτο!» τον άκουσε να λέει.
«Δυσκολεύεσαι να την δέσεις;» τον ρώτησε εκείνη ακουμπώντας με την πλάτη της πάνω στην πόρτα.
«Μάλλον ξέχασα πως να δένω μια γραβάτα. Δυστυχώς συμβαίνει και στους καλύτερους από εμάς. Μπορείς να με βοηθήσεις;»
«Βεβαίως» δέχτηκε εκείνη και πήγε κοντά του. 
«Προετοιμαζόμαστε για ραντεβουδάκι, Χιούγκο;» τον πείραξε γελώντας καθώς την έδενε. 
«Όχι, Λούσυ, δεν έχω ραντεβού. Πρέπει να πάω να δω την θεία μου την Λίλιθ. Από τότε που πέθανε ο θείος μου της έχω υποσχεθεί πως μια φορά κάθε μήνα θα πηγαίνω να την βλέπω και να τρώμε μαζί δείπνο,  οπότε δεν μπορώ, όπως καταλαβαίνεις, να λείψω. Βλέπω να αργώ, οπότε σε πειράζει να μείνεις μόνη σου; Εκτός βέβαια και αν έχεις σχέδια για απόψε, που τότε απλά θυμήσου να κλειδώσεις»
«Δεν έχω σχέδια για σήμερα. Θα κάτσω να ακούσω λίγη μουσική, να μαγειρέψω, να διαβάσω ή να κοιμηθώ λίγο. Ίσως πάλι φτιάξω κάναν καφέ ή λίγο ποπ-κορν και δω καμιά ταινία. Αλλά, Χιούγκο, πώς να κλειδώσω; Δεν έχω κλειδιά!»
Ο Χιούγκο έψαξε λίγο στην τσέπη της καπαρντίνας του και έβγαλε ένα ζευγάρι αντικλείδια.
«Ξέχασα να στα δώσω» της χαμογέλασε.
«Σε ευχαριστώ» του απάντησε κοιτώντας τον.
«Πότε έμαθες να δένεις τόσο καλά γραβάτες; Έβαζες συχνά πουκάμισα;» την ρώτησε τώρα ενώ τσέκαρε μια τελευταία φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη.
 «Ε, τα συνηθισμένα μωρέ» υπομειδίασε η κοπέλα. «Όταν οι γονείς μου ήταν να πάνε σε κάποιο συγκεκριμένο δείπνο και ο πατέρας μου αναγκαζόταν να φορέσει γραβάτα, η μητέρα μου του την έδενε επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε καθόλου.  Βλέποντάς την ήθελα να το κάνω και εγώ, οπότε έκανα προπόνηση σε διάφορα αρκουδάκια ή κουκλάκια που είχα. Από τα έντεκά μου έδενα την γραβάτα εγώ στον πατέρα μου ή στον αδελφό μου όταν ήταν να πάνε σε κάποιο εστιατόριο ή σε κάποιον χορό για τον αδελφό μου»
Μιλώντας για τον αδελφό της, ο Χιούγκο παρατήρησε πως η κοπέλα είχε μια λυπημένη έκφραση στο πρόσωπό της. Παρά όλα αυτά δεν έμεινε σοβαρή και πάλι με ένα χαμόγελο συνέχισε:
«Ε, εφόσον έπιασα δουλειά και μετά, είχα αυστηρό ντύσιμο στον εαυτό μου οπότε σχεδόν κάθε μέρα έβαζα πουκάμισο με γραβάτα»
«Ωραία» είπε ο Χιούγκο βάζοντας λίγο άρωμα. «Λοιπόν , εγώ φεύγω. Α, νομίζω έχει μείνει λίγο ακόμα φαγητό στο ψυγείο και άμα θελήσεις κρασί, θα βρεις στο ντουλάπι μέσα στην κουζίνα. Ό, τι άλλο ποτό μπορεί να θέλεις είναι στο ντουλάπι κοντά στην βιβλιοθήκη. Άμα θελήσεις να δεις κάποια ταινία, έχω την συλλογή από τα DVD μου στην βιβλιοθήκη, κάτω από τα βιβλία»
Προχώρησε και η Λούσυ τον συνόδευσε ως την πόρτα. Προτού φύγει, βάζοντας το σακάκι του η κοπέλα τον ρώτησε με απαλή φωνή γεμάτη περιέργεια:
«Και τα βιβλία; Άμα θέλω ας πούμε κάτι λογοτεχνικό;»
«Τρίτο ράφι, κοντά στα θρησκευτικά βιβλία, μετά το Κοράνι και την Βίβλο»
Τον ευχαρίστησε για την κατατόπισή του και ο άντρας κατέβηκε στην έξοδο. Η σπιτονοικοκυρά του τον έβρισε την στιγμή που κατέβαινε τις σκάλες, μα αποφάσισε να μην της πει κάτι. Αντιθέτως άνοιξε την εξώπορτα, βγήκε από το σπίτι και βρήκε το αμάξι του παρκαρισμένο ακριβώς μπροστά από το σπίτι του. Θυμήθηκε πως το είχε αφήσει εκεί χτες, οπότε ξεκλείδωσε, έβαλε μπρος την μηχανή και ξεκίνησε να οδηγάει.
Οδήγησε για κάνα δίωρο γεμάτο ώσπου έφτασε μπροστά από την βίλα της θείας του, της Λίλιθ Ρώσον. Η θεία Λίλιθ και ο θείος Κρίστοφερ είχαν μια παλιά επιχείρηση με παιχνίδια η οποία τους είχε επιφέρει πολλά κέρδη, οπότε είχαν βίλες και στην Αμερική και στην Αγγλία. Μετά τον θάνατο του θείου Κρίστοφερ η θεία Λίλιθ είχε μετακομίσει στην βίλα τους στην Αμερική. Ήταν ολόκληρη βαμμένη με μαύρο χρώμα, είχε μπροστά της μια πύλη κατάμαυρη και μεταλλική με κάγκελα που ήταν ψηλά και κοφτερά στις άκρες κι έμοιαζαν με βέλη. Είχε αρκετά δωμάτια και παράθυρα, μια ψηλή ξύλινη πόρτα από μαύρο ξύλο και πολλές πέτρινες καμινάδες, ενώ πάνω στην ψηλότερη σκεπή υπήρχε ένας σταυρός σαν σε εκκλησία.
Αριστερά και δεξιά διασκορπισμένα στους κήπους της βίλας υπήρχαν αγάλματα Αγγέλων και ένα άγαλμα που ο Χιούγκο πάντα θαύμαζε. Ένα άγαλμα του Κάιν να σκοτώνει τον Άβελ. Στην βίλα, αριστερά και δεξιά, κάτω από την σκεπή μα αρκετά κοντά σε αυτήν βρίσκονταν τα πέτρινα κεφάλια αρκετών όμορφων πέτρινων τεράτων, των Gargoyles, σε γοτθικό ρυθμό. Τα αγάλματα ήταν έτσι φτιαγμένα ώστε το νερό της βροχής να τρέχει στην αρχή από τα μάτια τους και να καταλήγει ενώ κυλάει στα στόματα των υπολοίπων τεράτων, όπως συνέβαινε σε αρκετές εκκλησίες γοτθικού ρυθμού, αλλά σήμερα κάτι φαινόταν διαφορετικό. Πολλές φορές είχε δει το άγαλμα να κλαίει μεταφορικά με αυτόν τον τρόπο, όμως τώρα το νερό που έρρεε τώρα από τα μάτια του τέρατος έμοιαζε με αίμα.
Ο Χιούγκο πήγε κοντά στην πόρτα και με μια ελαφριά σπρωξιά την άνοιξε. Όταν ήταν μικρός, ο ήχος της καγκελόπορτας τον έκανε να ανατριχιάζει, όχι πια όμως. Ενώ άνοιγε την καγκελόπορτα είδε αριστερά και δεξιά στην πύλη τις όμορφες καλλιτεχνίες που είχε φτιάξει ένας τεχνίτης στην πόρτα πολλούς αιώνες πριν. Η οικογένεια του Ρώσον έφτανε μέχρι και την Αρχαία Ρώμη όσον αφορούσε τους προγόνους. Στην μια άκρη της πόρτας υπήρχε το κεφάλι ενός δαίμονα με ορθάνοιχτο το στόμα σαν να ούρλιαζε και μακριά κοφτερά δόντια, ενώ στην άλλη άκρη της υπήρχε το σύμβολο της οικογένειάς του. Το σύμβολο των Ρώσον.
Ήταν ένα αντρικό στέμμα από το οποίο έτρεχαν μερικές σταγόνες αίμα, οι οποίες με την σειρά τους έπεφταν μέσα σε ένα αναποδογυρισμένο γυναικείο στέμμα. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο, σε σταυρωτή θέση, όπως τα κόκκαλα στις πειρατικές σημαίες, υπήρχαν δύο σημαντικά αντικείμενα. Η ράβδος του αυτοκράτορα, που σήμαινε ότι η οικογένεια των Ρώσον είχε την αυτοκρατορική εύνοια, και ένα στιλέτο το οποίο είχε βγει από το θηκάρι του και η λεπίδα έσταζε ζεστό, κόκκινο αίμα. Η λαβή του έμοιαζε με χέρι σκελετού και η βάση της με ανθρώπινο κρανίο. Από κάτω ήταν γραμμένο με χρυσά κεφαλαία γράμματα σε τρείς γλώσσες, ελληνικά, σαξονικά και λατινικά, το επώνυμο της αρχαίας οικογένειάς του: “RAWSON” και « ΡΩΣΟΝ».
Μόλις έφτασε στην είσοδο του σπιτιού περνώντας το σιντριβάνι, το οποίο έμοιαζε με ένα αγγελουδάκι που κράταγε ένα δοχείο στα χέρια του, μέσα από το οποίο έβγαινε το νερό, έπιασε το ρόπτρο με τα χέρια του και άρχισε να το χτυπάει. Το κουδούνι της θείας του είχε χαλάσει και δεν ακουγόταν, όπως τουλάχιστον του είχε πει η ίδια. Το ρόπτρο έμοιαζε με κεφάλι λιονταριού που κρατούσε στο στόμα του έναν μεταλλικό κρίκο. Εφόσον ο Χιούγκο χτύπησε αρκετές φορές, περίμενε να του ανοίξει η θεία του την πόρτα. Τα λεπτά περνούσαν και η θεία του δεν άνοιγε, οπότε ο Χιούγκο διάλεξε να κάτσει για λίγο στα σκαλιά και να περιμένει. Αυτό θα του έδινε επιτέλους την ευκαιρία να καπνίσει πάλι. Άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε σε ένα από τα σκαλιά. Το σακάκι του ήταν μαύρο, το πουκάμισό του λευκό και φορούσε μια μπλε γραβάτα, καθώς κι ένα μαύρο παντελόνι και καφετιά παπούτσια. Στο σακάκι του, στο πέτο, είχε ένα λευκό μαντήλι.  Ο οποιοσδήποτε μπορούσε να πει το οτιδήποτε ήθελε για τον Χιούγκο Ρώσον, αλλά κανένας δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτός ο άντρας ήξερε να ντύνεται όμορφα.
Σύντομα άνοιξε την πόρτα η θεία του. Ο Χιούγκο σηκώθηκε και έσβησε το τσιγάρο στο σκαλοπάτι στο οποίο καθόταν. Η Λίλιθ επέτρεπε το κάπνισμα αλλά όχι μέσα στο σπίτι της. Άμα τον έβλεπε να καπνίζει εκεί μέσα, θα τον πυροβολούσε χωρίς δεύτερη σκέψη με το 45αρι που κάθε φορά κουβαλούσε πάνω της. Και ο Χιούγκο το γνώριζε πάρα πολύ καλά αυτό. Την είχε δει να το κάνει παλαιότερα και έπειτα εκείνη ήταν που του είχε μάθει πως να πυροβολεί για πρώτη φορά. Βέβαια ο Χιούγκο εκμεταλλευόταν αυτήν την γνώση για να πυροβολεί τους πισινούς άσχημων σκυλιών στα πάρκα και να τα βλέπει να επιτίθονται εξαγριωμένα στους ιδιοκτήτες τους, όταν βρισκόταν στο πάρκο μαζί με τους φίλους του, κρατώντας μια γεμάτη καραμπίνα στο ένα χέρι και ένα κουτάκι μπύρας στο άλλο. Πυροβολούσαν πάντα με άσφαιρα, βέβαια, αλλά ο πόνος ήταν αρκετός για να τρελάνει το οποιοδήποτε σκυλί.
Η θεία του είχε γέρικο λευκό δέρμα, ήταν γύρω στα εβδομήντα ένα της, με όμορφα γαλανά μάτια και σχετικά μακρύ ξανθό, το οποίο βέβαια μετά από τόσα χρόνια έμοιαζε με γκρίζο, μαλλί. Ήταν υπερβολικά όμορφη για την ηλικία της και ο Χιούγκο χαμογελούσε κάθε φορά που θυμόταν πως περηφανευόταν για την νεανική ομορφιά της. Δεν είχε λόγο να μην χαίρεται, ούτε να μην περηφανεύεται. Όταν ήταν νέα είχε ταξιδέψει στην Ιταλία και είχε μείνει για λίγο καιρό εκεί. Ο νεκρός πλέον σύζυγος της, ο θείος του Χιούγκο, ο Κρίστοφερ είχε βρεθεί στην Ιταλία λίγους μήνες προτού τελειώσει με την στρατιωτική του θητεία. Την είχε βρει να δουλεύει σε ένα καφενείο.
«Θα μπεις καμιά φορά μέσα ή θα με αναγκάσεις να σε διώξω;» του είπε. Ο Χιούγκο πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.
«Δεν έχεις αλλάξει καθόλου, θεία» σχολίασε με ένα χαμόγελο και η Λίλιθ γέλασε.
«Χαχα, κόλακας όπως ο θείος σου. Έλα εδώ και δώσε στην θεία σου ένα φιλί. Μαγείρεψα σήμερα»
Ο Χιούγκο την ασπάστηκε και στα δυο μάγουλα. Έπειτα μπήκαν μέσα στο σπίτι και ο Χιούγκο κοίταξε τριγύρω. Ένα κόκκινο και ταυτοχρόνως λίγο μαύρο υγρό έτρεχε από την κουζίνα και λέρωνε ελάχιστα το πάτωμα. Ο Χιούγκο δεν χρειάστηκε να το μυρίσει ή να το γλείψει προκειμένου να μπορέσει να καταλάβει τι είναι.
«Δίψασες θεία; Άμα μπορείς να περιμένεις λίγο, έχω μερικά μπουκάλια κρασί στο αμάξι, μπορώ να τα φέρω και να ανοίξουμε το ένα» της χαμογέλασε με νόημα.
«Και δεν το έλεγες πιο νωρίς; Άντε χρυσό μου, πήγαινε φέρε τα. Αχ, να γιατί είσαι ο αγαπημένος μου ανιψιός!» ανταπέδωσε η θεία του. «Μόνο βγάλε το σακάκι σου» τον σταμάτησε και πριν προλάβει να ρωτήσει: «Έχει τσαλακωθεί», του εξήγησε.
Ο Χιούγκο υπάκουσε και κατευθύνθηκε στο αμάξι του. Άνοιξε την πόρτα για τα πίσω καθίσματα και βγάζοντας μια σακούλα με αρκετά μπουκάλια επέστρεψε στο σπίτι της θείας του. Εκείνη πήρε την σακούλα και άφησε μόνο ένα μπουκάλι.
«Βάλε μας λίγο κρασί όσο εγώ θα σερβίρω το φαγητό. Έχω ετοιμάσει πολύ νόστιμες μπριζόλες για τον αγαπημένο μου ανιψιό» χαμογέλασε η θεία του και ο Χιούγκο με ένα χαμόγελο ξεκίνησε να βάζει κρασί στα γυάλινα ποτήρια αριστερά και δεξιά από τα πιάτα τους. Έπειτα άναψε δύο κόκκινα κεριά ανάμεσα τους.
«Χαίρομαι που μαγείρεψες. Είτε το θέλω, είτε όχι, μου έλειψαν οι γαστρονομικές σου ιδιότητες. Είναι ασύγκριτες» χαμογέλασε και η θεία του προσπάθησε να μην κοκκινίσει. Φαινόταν ότι της είχαν λείψει τα κομπλιμέντα.
Ενώ κάθονταν και έτρωγαν τις μπριζόλες που είχε ετοιμάσει η θεία του με αριστοκρατία και δύο χαρτοπετσέτες, μία στον λαιμό τους και μια στα γόνατα τους για το κάθε τυχόν συμβάν με λεκέδες, του είπε για χιλιοστή φορά την ιστορία για το πως γνώρισε τον θείο του.
«Ήμουν ένα νεαρό κορίτσι στην Ιταλία. Ο Κρίστοφερ ήταν ένας νεαρός φαντάρος. Όλοι με φώναζαν στην Ιταλία “Bella, Bella, Bella!” που σημαίνει “Όμορφη!”. Ο θείος σου σχεδόν πίστεψε πως ήταν το αληθινό μου όνομα! Ήταν πολύ ντροπαλός, ώσπου βρήκε το θάρρος και με ρώτησε το όνομά μου. Εγώ του το είπα και εκείνος με ρώτησε άμα θα μπορούσε όσο έλειπε με τον στρατό στα πεδία των μαχών να μου στέλνει γράμματα, διότι δεν είχε κορίτσι. Δέχτηκα, διότι ήταν τόσο όμορφος και ένιωσα από την πρώτη φορά που τον είδα ερωτευμένη μαζί του. Δούλευα στο καφέ και έρχονταν συνέχεια μηνύματα από πεδία μαχών παντού στον κόσμο. Γερμανία, Αμερική, Ιράν, Ιράκ, Βιετνάμ, Ιαπωνία. Μου έστελνε μηνύματα και έλεγε πως κάθε φορά με κουβαλούσε μαζί του. Όλοι μου έλεγαν πως δεν έπρεπε να δώσω την αγάπη μου σε έναν φαντάρο. Οι μισοί μου έλεγαν πως δεν θα  επέστρεφε ποτέ από την μάχη, άλλοι μου έλεγαν πως θα πέθαινε στον πόλεμο, ενώ κάποιοι άλλοι ακόμα έλεγαν πως αν επέστρεφε θα επέστρεφε σακάτης ή ανάπηρος και πως δεν θα ήμουν ποτέ ευτυχισμένη»
Σταμάτησε για μια στιγμή για να πιει λίγο κρασί και να σκουπίσει λίγο τα δάκρυα της. Ο Χιούγκο την παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα.
«Μια φορά λοιπόν που πήγα σε έναν αγώνα μαζί με την οικογένειά μου, ακούσαμε έναν ιερέα να λέει: “Παιδιά, μπορείτε σας παρακαλώ να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για μερικούς από τους πεσμένους στρατιώτες στο Κιότο;” Και διαβάστηκε μόνο ένα όνομα, Κρίστοφερ Ρώσον. Ήθελα να πεθάνω, ήταν ένα μαρτύριο. Με έπιασαν τα κλάματα και έτρεξα έξω από το στάδιο εκεί που τον είχα πρωτοσυναντήσει. Δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτόν, ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Και τότε τον βρήκα. Καθόταν στο ίδιο τραπέζι στο οποίο τον είχα πρωτοσερβίρει με έναν επίδεσμο στο κεφάλι και πατερίτσες. Δεν ήταν νεκρός, ούτε σακάτης. Ζούσε, μόνο που είχε χτυπήσει το κεφάλι του και είχε φάει μια σφαίρα στο πόδι. Θυμάσαι ότι τόσα πολλά χρόνια που ήταν ζωντανός, κούτσαινε. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο κούτσαινε. Όλοι είχαν κάνει λάθος» χαμογέλασε προσπαθώντας να μην δείξει στον Χιούγκο ότι δάκρυζε.
«Τέλος πάντων… Πες μου εσύ τα νέα σου. Από τότε που έγινες ντετέκτιβ και μένεις μόνος σου, σε βλέπω σπάνια» συνέχισε και ο Χιούγκο ήπιε μια δυνατή γουλιά κόκκινο κρασί.
«Τι να πω; Ασχολούμαι ακόμα με την υπόθεση του Μπάμπαντουκ. Και αληθινά πιστεύω πως είμαι ακόμα ένα βήμα πιο κοντά στο να τον πιάσω τον μπάσταρδο αυτήν την φορά. Δεν θα μου την γλιτώσει. Ήδη σκότωσα έναν από τους εμπόρους σάρκας του. Έχω επιτέλους έναν τρόπο να τον βρω, να τον καταδιώξω, να τον πιάσω και θα το ακολουθήσω»
«Δεν σκοπεύεις να το αφήσεις στην άκρη, ε; Έκανες τουλάχιστον κάποιον φίλο; Ή βρήκες κάποια κοπέλα να αγαπήσεις; Χιούγκο, θέλω ανιψάκια. Πρέπει κάποια στιγμή να νοικοκυρευτείς και να αφήσεις την υπόθεση να φύγει. Ναι, και εγώ μισώ τον Μπάμπαντουκ. Η Ελίζαμπεθ ήταν η αδελφή μου και ο Μπάμπαντουκ την σκότωσε, θέλω το κεφάλι του. Αλλά υπάρχουν και άλλα πράγματα στην ζωή, Χιούγκο»
«Εκτός του Λουκ δύσκολα κάνω φιλίες. Βέβαια, ακόμα είμαι φίλος με τον Τζώνι και την Λήδα, αν και αμφιβάλλω πολλοί να θέλουν να γίνουν φίλοι ενός ντετέκτιβ σαν και του λόγου μου.  Βέβαια τις τελευταίες ημέρες έχω γνωρίσει κάποια. Είναι μια κοπέλα, μια ψυχολόγος με την οποία δουλεύουμε μαζί. Είναι τόσο γλυκιά και δυναμική και έξυπνη και μικρή και συγκρατημένη, μα παράλληλα ασυγκράτητη. Τόσο αστεία και παράλληλα φοβισμένη,  τόσο γενναία και τόσο προβληματισμένη. Έχει αστείρευτη εξυπνάδα και φαντασία, ο φόβος της είναι αποτέλεσμα της φαντασίας της, όμως όλο αυτό βοηθάει απλά στο να κάνει ακόμα πιο απίθανη την μοναδικότητά της. Και είναι τόσο μα τόσο όμορφη, είναι απίθανη. Θα μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι και, γιατί όχι; Αν τα πράγματα πάνε καλά, θα μπορούσαμε να γίνουμε κάτι μεγαλύτερο. Έχουμε διαφορετικές οπτικές  γύρω από τον κόσμο, διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικά όνειρα. Μα δεν τα παρατάει και φαίνεται ότι δεν θα αφήσει ποτέ την ελπίδα να πεθάνει, ακόμα και αν φαίνεται ότι όλη η ελπίδα έχει χαθεί. Σκέφτομαι να της ζητήσω να γίνει φίλη μου» χαμογέλασε μιλώντας για εκείνη ο Χιούγκο και χωρίς να το καταλάβει το πρόσωπό του έλαμψε, τα μάτια του γυάλισαν και η όψη του πήρε μια λίγο πιο φωτεινή και γλυκιά έκφραση, εφόσον έφερε στο μυαλό του εκείνη.
Η Λίλιθ χαμογέλασε. Ο Χιούγκο ήταν ντροπαλός και κλειστός σαν άνθρωπος, οπότε το να σκέφτεται να ζητήσει από κάποια και μάλιστα μια κοπέλα να γίνει φίλη του ήταν τεράστιο βήμα. Ο Χιούγκο συνήθως είχε ένα τεράστιο καβούκι δίπλα του, ένα τείχος το οποίο δύσκολα έσπαγε. Ήταν χαρούμενη που κάποια είχε καταφέρει να δημιουργήσει μερικές μικρές ρωγμές στο απόρθητο αυτό κτίριο που ονομαζόταν Χιούγκο Ρώσον. Όμως όντας σαν μητέρα του από τότε που δολοφονήθηκε η αδελφή της, έπρεπε να προστατεύσει τον Χιούγκο από τον κάθε κίνδυνο και κυρίως την κάθε κοπέλα που μπορεί να τον πλήγωνε. Μπορεί ο Χιούγκο να μην ήταν πλέον παιδί, αλλά πάντα ήταν παιδί για εκείνη. Με απαλή φωνή λοιπόν ξεκίνησε να τραγουδά
«Hush now, baby, baby, don't you cry
Mama's gonna check out all your girlfriends for you
Mama won't let anyone dirty get through
Mama's gonna wait up till you get in
Mama will always find out where you've been
Mamma's gonna keep baby healthy and clean» από το κομμάτι «Μητέρα» («Mother») των Pink Floyd.
(“ Ησύχασε μωρό μου, μωρό μην κλαις,
Η μαμά θα ελέγξει όλες σου τις φιλενάδες για εσένα
Η μαμά δεν θα αφήσει καμιά βρόμικη να μπει μέσα
Η μαμά θα σε περιμένει μέχρι να μπεις
Η Μαμά θα βρίσκει πάντα που έχεις πάει
Η μαμά θα κρατήσει το μωρό της υγιές και καθαρό» )
«Και πίστευα ότι με το “Mother” των Pink Floyd δεν θα κατάφερνα τίποτα» την κοίταξε ο Χιούγκο. «Κάποια στιγμή πρέπει να την γνωρίσεις. Γιατί αλλιώς πως θα καταλάβεις αν είναι ενάρετη; Αν είναι αρκετά καλή για εμένα ή αν θα μου σπάσει την καρδιά;» την ρώτησε αμέσως και φανερά αστειευόταν. Ο Χιούγκο ήξερε πολλά για τις κοπέλες και ήταν φανερό ότι θα μπορούσε να καταλάβει αν η Λούσυ θα άξιζε ή όχι την προσοχή ή την αγάπη του. Άξιζε και τα δύο περισσότερο από το κάθε τι.  Χαμογελαστοί συνέχισαν το δείπνο τους και έφαγαν το γλυκό που είχε ετοιμάσει η θεία του. Μια τούρτα με κρέμα σαντιγί, φράουλες και κόκκινο σιρόπι από πικρά, άγρια μούρα στην κορυφή. Η θεία του ήξερε ποια ήταν τα κατάλληλα ώστε να πάει και να τα αγοράσει. Παλαιότερα τα έβρισκε μονάχη της και τα έφτιαχνε για την τούρτα.  Κοντά στις φράουλες είχε τοποθετήσει μικρά κομματάκια από σοκολατένια μπισκότα. Καθώς θεία και ανιψιός έτρωγαν δεν έλειψαν τα χαμόγελα, τα αστειάκια και φυσικά οι συζητήσεις γύρω από τον Χιούγκο.
«Σκοπεύεις να της αποκαλύψεις το μυστικό μας;» ρώτησε τελικά η Λίλιθ τον Χιούγκο με απόλυτη σοβαρότητα. Εκείνος κάθισε για λίγα δευτερόλεπτα προκειμένου να το σκεφτεί και την σταμάτησε προτού μιλήσει πάλι.
«Δεν σκοπεύω να της αποκαλύψω τίποτα. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Σκοπεύω παρ’ όλα αυτά να την αλλάξω , όπως με άλλαξες εσύ πριν τόσα χρόνια. Πού ξέρεις; Ίσως τελικά να της αρέσει»
Κλείνοντας τα μάτια του ήπιε λίγο κόκκινο κρασί. Επικράτησε σιωπή λίγων δευτερολέπτων ενώ ο Χιούγκο έλεγχε την απίθανη, πικρή, λίγο μεταλλική γεύση του κρασιού, ενώ το περιεχόμενο του γυάλινου ποτηριού που κρατούσε στο χέρι του μειωνόταν και άδειαζε. Άφησε τον εαυτό του να παγιδευτεί για λίγο στην ορμή της ευωδίας του.
«Χιούγκο, απλά και μόνο επειδή εσύ άλλαξες και σου άρεσε, δεν πάει να πει ότι άμα αλλάξει θα αρέσει και σε εκείνη» του επισήμανε η θεία του και έδωσε ιδιαίτερη ένταση στο “άμα”. Η Λούσυ έπρεπε να περάσει υπερβολικά πολλά για να φτάσει εκεί όπου είχε φτάσει ο Χιούγκο μετά από τόσο καιρό. Έπρεπε να αγκαλιάσει την τρέλα της, να ξεδιψάσει με τον φόβο της και τέλος να βεβαιωθεί ότι το σκοτάδι μέσα της έκρυβε πάρα πολύ καλά το φως. Ο Χιούγκο κοίταξε αλλού και η θεία του ακολούθησε το βλέμμα του. Μετά από λίγα αμήχανα  δευτερόλεπτα ο Χιούγκο συνάντησε το βλέμμα της, αυτό το σαν αρπακτικό βλέμμα της, σαν γεράκι που ετοιμαζόταν να αρπάξει την λεία του.
«Πρέπει να προσέχεις . Όταν ξεκλειδώνεις την πόρτα προς το μυαλό κάποιου και εισβάλλεις μέσα στο μυαλό του, πρέπει να προσέχεις τι θα κάνεις. Μην την αφήσεις να γίνει όλες οι αμαρτίες και όλα τα πράγματα που φοβάσαι εσύ να γίνεις, διότι τότε θα σε έχει νικήσει και ότι σκοπεύεις να κάνεις θα καταστραφεί» μίλησε παράξενα η θεία του. 
«Μην χάσεις τον προσανατολισμό σου στα μονοπάτια της αρετής» του ψιθύρισε στο αυτί λίγο πριν βάλει το σακάκι του για να φύγει, ενώ την βοηθούσε να πάρει μερικά κομμάτια τούρτα για την Λούσυ, που θα περίμενε στο σπίτι τους. «Κάποιες φορές δεν χρειάζεσαι αρετή, μα κακία. Και η κακία, όπως όλοι ξέρουμε, είναι ένα δώρο που η ανθρωπότητα έκανε στον εαυτό της...»

 Matt Dragoneed

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου