Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29 Ιαν 2018

0 RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 8 "Dance With the Devil"

Η Λούσυ, όσο έλειπε ο Χιούγκο, καθόταν μόνη της στο σπίτι του και είχε αποφασίσει να πάει για μια μικρή εξερεύνηση. Προχωρώντας στο δωμάτιό του είδε το εκκλησιαστικό όργανο και έπαιξε μερικές νότες καθισμένη στο σκαμπό που είχε εκεί αφημένο. Βλέποντας πόσες λίγες νότες έπαιζε, δάγκωσε σαν να ντρεπόταν τα χείλη της και σκέφτηκε:
«Πέντε χρόνια πιάνο πλήρωναν οι γονείς μου και το μόνο που θυμάμαι να παίζω είναι οι πρώτες νότες από το “Knocking On Heavens Door” του Bob Dylan; Θεέ μου!»
Έπειτα κοίταξε άλλη μια φορά το δωμάτιο γύρω-γύρω. Απέναντι από το κρεβάτι του Χιούγκο, κοντά στο εκκλησιαστικό όργανο, υπήρχε ένα μικρό γραφείο και μια βιβλιοθήκη. Πήγε εκεί και είδε τα στυλό του και τις πένες του, τοποθετημένες τόσο προσεκτικά και αριστοτεχνικά! Κοντά σε αυτά υπήρχε ένα καινούργιο, ψηφιακό, μαύρο ρολόι και κοντά σε αυτό ένα φωτιστικό αρκετά μεγάλο ώστε να φωτίζει τον Χιούγκο τις περασμένες ώρες που τον κρατούσε ξύπνιο μέχρι αργά η μελέτη μιας καινούργιας υπόθεσης.
Χαμογέλασε και κοίταξε τα βιβλία του, τοποθετημένα σε αλφαβητική σειρά πάνω από το γραφείο του. Υπήρχαν αστυνομικά εγχειρίδια και λογοτεχνικά βιβλία, όπως «Η Θεία Κωμωδία» του Δάντη Αλιγκιέρι, η « Αινειάδα» του Βιργιλίου, το διάσημο «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» από τον Όσκαρ Ουάιλντ, «Η Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρος Ουγκό και άλλα. Η Λούσυ θυμόταν όταν είχε διαβάσει την « Παναγία» για μια εργασία στο σχολείο πολύ παλιά, το βιβλίο της άρεσε πολύ και η ιστορία της φάνηκε αρκετά σκληρή, αλλά παράλληλα ρομαντική. Με προσοχή λοιπόν πήρε το βιβλίο με σκοπό να το διαβάσει λίγο. Ενώ διάβαζε κάτω από το αδύναμο φως του φωτιστικού, έφτασε σε μια σελίδα κοντά στο τέλος, στο οποίο μετά τον θάνατο της Εσμεράλδας και το γέλιο του Αρχιεπίσκοπου Κλώντ Φρόλλο ο Κουασιμόδος ρίχνει τον Φρόλλο και τον εαυτό του από την Παναγία στο κρύο  λιθόστρωτο του Παρισιού. Ο Φρόλλο τότε πέθανε αλλά ο Κουασιμόδος όχι. Έπειτα, μετά δηλαδή από την μοιραία πτώση,  πήγε και βρήκε το πτώμα της Εσμεράλδας σε ένα ειδικά διαμορφωμένο για εγκληματίες νεκροταφείο του Παρισιού, το  Montfaucon. Δηλαδή ουσιαστικά τα πτώματα των εγκληματιών απλά πετάγονταν εκεί και έπειτα κλειδώνονταν σαν σε ομαδικό τάφο, πράγμα που οι κάτοικοι του Παρισιού τότε θεωρούσαν πολύ σωστό.
Η Λούσυ είχε δακρύσει στο τέλος επειδή ο Κουασιμόδος είχε βρει το πτώμα της και το είχε αγκαλιάσει ώσπου να πεθάνει. Μετά από δεκαοχτώ μήνες, όταν οι φύλακες του τάφου άνοιξαν την πόρτα του τάφου και πήγαν να ξεφορτωθούν τα πτώματα , είδαν δύο αγκαλιασμένους σκελετούς. Ο ένας ήταν ο σκελετός του Κουασιμόδου, άσχημος και με μια τραγική ανωμαλία στην πλάτη, εξαιτίας της καμπούρας του. Ο δεύτερος ήταν ο σκελετός της Εσμεράλδας, όμορφος και αδύνατος. Όταν οι φύλακες προσπάθησαν να διαχωρίσουν τους σκελετούς, οι δύο σκελετοί έσπασαν και έγιναν σκόνη, η οποία χάθηκε εφόσον την πήρε ο αέρας. Τι πιο ρομαντικό από αυτό; Ενώ η Λούσυ σκεφτόταν την υπέροχη αυτήν ιστορία ενός από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά αριστουργήματα, πήρε το βιβλίο και χωρίς να το καταλάβει κάτι έπεσε από την τελευταία σελίδα. Το μάτι της το είδε τυχαία, οπότε έσκυψε και το πήρε στα χέρια της.
Ήταν ένα σχέδιο. Ένα σχέδιο που αναπαριστούσε μια κοπέλα. Η Λούσυ δεν άργησε να καταλάβει ότι το σχέδιο ήταν ουσιαστικά μια αναπαράσταση εκείνης. Το κοίταξε. Ήταν τόσο όμορφο και τόσο λεπτομερές, ήταν τόσο τέλειο.  Την έκανε να φαίνεται πιο όμορφη και πιο γλυκιά από ό, τι όντως ήταν. Την έκανε να μοιάζει σχεδόν με πριγκίπισσα ή ακόμα περισσότερο, σαν θεά. Ο Χιούγκο είχε ζωγραφίσει ένα σκίτσο; Ένα σκίτσο εκείνης; Κοκκίνισε και μόνο στην σκέψη και εφόσον γύρισε το βιβλίο στην τελευταία σελίδα πήγε να αφήσει το σκίτσο πίσω στην σελίδα του. Το γύρισε για μια στιγμή και είδε ένα ρητό. Ένα ρητό που δεν νόμιζε να το είχε διαβάσει ποτέ ξανά.
«Η Ζωή είναι τόσο γεμάτη από απρόβλεπτη ομορφιά και παράξενες εκπλήξεις. Κάποιες φορές η ομορφιά είναι πάρα πολύ για να μπορέσω να την αντέξω. Ξέρεις αυτό το αίσθημα; Όταν κάτι είναι απλά πάρα πολύ όμορφο; Όταν κάποιος λέει κάτι ή γράφει κάτι ή παίζει κάτι στο βιολί ή στο πιάνο ή απλά είναι εκεί, κοντά σου και σε αγγίζει απαλά και αθώα που σε φτάνει ένα βήμα πριν να σπαράξεις στο κλάμα, να βουρκώνεις και να φτάνεις στα όρια των δακρύων, ίσως κιόλας σε αλλάζει. Όχι επειδή το κάνει σκόπιμα ή επειδή θέλει να εισβάλει στην καρδιά σου, αλλά επειδή είναι τόσο όμορφος ή όμορφη, τόσο αγγελικός, που απλά δεν μπορείς να σταματήσεις να τον σκέφτεσαι ή να νιώθεις ότι είναι κοντά; Εγώ το νιώθω. Ένας τέτοιος άνθρωπος είσαι και εσύ, είσαι πιο τέλεια και θαυμαστή και αθώα και αγνή από ό, τι νομίζεις μα κυρίως, είσαι ο εαυτός σου. Και δεν φοβάσαι να είσαι αυτός.  Το θαυμάζω αυτό»
Η κοπέλα διάβασε το ρητό και χαμογέλασε. Μπορεί να ήταν σωστή και ο Χιούγκο να είχε αισθήματα για εκείνη, να ήταν ερωτευμένος μαζί της. Πήρε πάλι το σκίτσο, το δίπλωσε καλά όπως το είχε βρει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου και έβαλε το βιβλίο πίσω στην θέση του.
Έπειτα βγήκε από το δωμάτιο του Χιούγκο και άρχισε να κοιτάζει τριγύρω, στην βιβλιοθήκη κυρίως, για τα ενδιαφέροντά του. Βρήκε πολλούς δίσκους των Pink Floyd, του Johnny Cash, του Bob Dylan, του Shawn James και των Shapesifters, των Jesus And Mary Chain, των Joy Division και άλλων. Σφύριξε και χαμογέλασε βλέποντας όλους αυτούς τους δίσκους επειδή, πρώτον, ήταν υπερβολικά πολλοί και περισσότεροι από όλους όσους θυμόταν να έχει ο πατέρας της στο σπίτι τους στην Αγγλία και επιπλέον ένιωθε περίεργα και παράξενα. Κοίταζε με ερωτηματικό βλέμμα τους δίσκους επειδή παρατήρησε ότι όλοι αποτελούνταν από κομμάτια με ποικίλα θέματα, που από τα πιο σημαντικά ήταν η θρησκεία και η λατρεία του Θεού. Ένα παράδειγμα αυτών ήταν ας πούμε  το τραγούδι  «Gods Gonna Cut You Down» που περιέγραφε το πως ο Θεός θα τιμωρήσει αργά ή γρήγορα τους αμαρτωλούς. Επίσης, η λύτρωση και η μετάνοια με την σκέψη ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν θα καταφέρει να διώξει από πάνω του το κακό και τον πόνο ήταν συχνό θέμα των τραγουδιών που άκουγε ο Χιούγκο. Συγκεκριμένα η Λούσυ σημείωσε δύο κομμάτια που είχε βρει και ήξερε από τους δίσκους της συλλογής του. Τα  είχε ακούσει παλαιότερα, σε πιο μικρή ηλικία από την συλλογή δίσκων του πατέρα της.
Το ένα από αυτά ήταν το «Through the Valley» από τον Shawn James και τους Shapeshifters, που ήταν βασισμένο στην Βίβλο. Συγκεκριμένα τους Ψαλμούς του βασιλιά Δαβίδ, κεφάλαιο 23, στίχος 4: «Ακόμα και αν προχωρώ μέσα στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, δεν θα φοβηθώ κανένα κακό, το ραβδί σου και το σκήπτρο σου με αναπαύουν». Παρά όλα αυτά το συγκεκριμένο κομμάτι άλλαζε τους στίχους με τρόπο που έδειχνε έναν άντρα σκληρό και πληγωμένο.
«I walk through the valley of the shadow of death.
I fear no evil because I'm blind to it all.
My mind and my gun they comfort me
Because I know I'll kill my enemies when they come.
Surely goodness and mercy will follow me all the days of my life
And I will dwell on this earth forevermore.
I walk beside the still waters and they restore my soul
But I can't walk on the path of the right because I'm wrong»
«Προχωρώ μέσα στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου.
Δεν φοβάμαι κανένα κακό επειδή είμαι τυφλός σε όλα αυτά.
Το μυαλό μου και το όπλο μου με αναπαύουν
Επειδή ξέρω ότι θα σκοτώσω τους εχθρούς μου μόλις έρθουν.
Σίγουρα η καλοσύνη και το έλεος θα με ακολουθήσουν όλες τις ημέρες της ζωής μου.
Και θα προχωρώ αιώνια σε αυτήν την γη.
Προχωρώ δίπλα στα ακίνητα νερά και εκείνα  επαναφέρουν την ψυχή μου.
Αλλά δεν μπορώ να προχωρήσω το μονοπάτι των σωστών επειδή είμαι λανθασμένος»
Αυτό έβαλε την Λούσυ σε σκέψεις. Δηλαδή ο Χιούγκο ένιωθε τυφλωμένος σε όλα τα κακά του κόσμου; Γιατί πολεμούσε λοιπόν να τα αντιμετωπίσει και να τα εξαλείψει ως ντετέκτιβ; Και πώς αντιμετώπιζε τους εχθρούς του; Τους σκότωνε; Κανονικά η καρδιά του θα είχε πρόβλημα με αυτό, όπως ακριβώς και το μυαλό του, επειδή όταν σκοτώνεις κάποιον σου μένει η εικόνα του πτώματος, του αίματος, του επιθανάτιου σκιρτήματος. Ήταν καλός άνθρωπος, η Λούσυ ήταν σίγουρη για αυτό. Μπορεί να ένιωθε ότι ήταν για κάποιον λόγο κακός, γιατί όμως; Είχε σκοτώσει ποτέ κανέναν εγκληματία, ή μήπως είχε κάνει κάποια στιγμή κάτι κακό σε μια υπόθεση, είχε ας πούμε αφήσει κάποιον εγκληματία να φύγει; Δεν φοβόταν το κακό και η Λούσυ το είχε καταλάβει, τον θαύμαζε για αυτό. Όμως, γιατί δεν το φοβόταν; Διότι ο ίδιος ήταν επίσης κακός και έτσι δεν είχε λόγο να φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό, ή επειδή ήταν τόσο καλός και πιστός που το κακό δεν τον φόβιζε πλέον καθόλου; Όπως και να είχε, ο Χιούγκο ήταν ένας πολύ περίεργος άνθρωπος όσον αφορούσε την πίστη και την δικαιοσύνη. Η κοπέλα δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
Ένα άλλο κομμάτι σαν και αυτό ήταν το «Hurt» από τον Johnny Cash:
«I hurt myself today to see if I still feel
I focus on the pain,  the only thing that's real
The needle tears a hole, the old familiar sting
Try to kill it all away, but I remember everything
What have I become my sweetest friend  ?
Everyone I know goes away in the end
And you could have it all!
My empire of dirt!
I will let you down,
I will make you hurt!»
“Πληγώνω σήμερα τον εαυτό μου για να δω άμα ακόμα νιώθω
Συγκεντρώνομαι στον πόνο, το μόνο πράγμα που είναι αληθινό,
Η πινέζα κάνει μια τρύπα, το παλιό γνωστό κεντρί,
Προσπαθώ να τα σκοτώσω όλα μακριά μα θυμάμαι τα πάντα!
Τι έχω γίνει, γλυκύτατέ μου φίλε ;;
Ο καθένας που γνωρίζω φεύγει μακριά τελικά!
Και θα μπορούσες να τα έχεις όλα,
Την αυτοκρατορία μου από χώμα!
Θα σε απογοητεύσω,
Θα σε πληγώσω!»
Άλλο πάλι και τούτο! Ο Χιούγκο πλήγωνε τον εαυτό του; Και γιατί να το έκανε; Ο πόνος όντως είναι το μόνο αληθινό αίσθημα, όμως φτάνεις στο σημείο να αναζητάς μόνο αυτό για να νιώθεις ακόμα πως είσαι ζωντανός, όταν δεν έχει μείνει τίποτα άλλο για εσένα, όταν έχεις χάσει τα πάντα! Πόσο πόνο θα έπρεπε να μεταφέρει ένας άνθρωπος, πόσο πόνο θα έπρεπε να μεταφέρει ο Χιούγκο απλά και μόνο για να βεβαιωθεί πως ήταν ακόμα ζωντανός; Πως ακόμα ένιωθε; Πως όλο αυτό δεν ήταν απλά ένα παιχνίδι, μια φάρσα, ένα όνειρο; Πως ο Χιούγκο ήταν ακόμα άνθρωπος με σάρκα, αίμα, συναισθήματα και όχι απλά μια σάρκινη μαριονέτα με τένοντες και ιστούς με κόκκαλα αντί για σχοινιά στα χέρια και στα πόδια; Πως είχε σάρκα αντί για ξύλο και αίμα αντί για μελάνι; Πόσους είχε αγαπήσει, πόσοι τον είχαν εγκαταλείψει; Ποιος ήταν αληθινά ο Χιούγκο Ρώσον και πόσο πόνο είχε αληθινά βιώσει; Μπορούσε να τον βοηθήσει, μπορούσε να κάνει κάτι για αυτόν; Δεν ήξερε. Ίσως άμα του μιλούσε να άλλαζε κάτι. Όμως όχι, ο Χιούγκο μπορεί να μην την εμπιστευόταν. Αποφάσισε να μάθει τα όλα όσα χρειαζόταν και να τον βοηθούσε σιγά-σιγά. Ήξερε και από το επάγγελμά της ότι έπρεπε να βοηθάει όσους είχαν ανάγκη αρχικά με το να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
Ενώ πήγαινε και μελετούσε τα DVD  που είχε ο Χιούγκο στην συλλογή του, χαμογέλασε και κοίταξε με θαυμασμό και περιέργεια. Είχε τα Sherlock Holmes 1 και 2 σε σκηνοθεσία του Guy Ritchie, είχε την τετραλογία του Χάνιμπαλ Λέκτερ με τον Gaspard Ulliel ως νεαρό Χάνιμπαλ στο «Hannibal Rising»  (« Χάνιμπαλ: Η Αρχή»)  και τον Άντονι Χόπκινς σε έναν πολύ μεγαλύτερο και έτσι πολύ πιο επικίνδυνο Χάνιμπαλ στις άλλες τρεις ταινίες της σειράς, δηλαδή το «Red Dragon» (« Κόκκινος Δράκος»), « Silence Of The Lambs» (« Η Σιωπή των Αμνών») και φυσικά το «Hannibal» (« Χάνιμπαλ»). Μάλλον ο Χιούγκο είχε μια κάποια μεγάλη αγάπη για τον πασίγνωστο κανίβαλο επειδή εκτός των ταινιών είχε επίσης την σειρά Hannibal, και τους τρεις κύκλους με τον Μάντς Μίκκελσεν ως Χάνιμπαλ Λέκτερ, τον Χιού Ντάνσι ως Γουίλ Γκράχαμ και τον Λώρενς Φίσμπερν ως ντετέκτιβ Τζάκ Κρόφορντ. Θυμόταν ότι και η ίδια είχε δει μερικά επεισόδια της σειράς, ήταν υπερβολικά όμορφη και καλή. Επίσης την παραξένεψε το γεγονός ότι ο Χιούγκο είχε πολλές ταινίες κλασσικών τεράτων του κινηματογράφου όπως «Δράκουλας» με τον Μπέλα Λουγκόσι και τον Κρίστοφερ Λι, «Η Μούμια» με τον Μπόρις Κάρλοφφ και τον Κρίστοφερ Λι – το 1932 και το 1959 αντίστοιχα-, τον « Φράνκενσταιν» με τον Μπόρις Κάρλοφφ στο ρόλο του Τέρατος και άλλα.
Επίσης είχε την βρετανική κωμωδία «Love Actually» που ο ίδιος είχε αποκαλέσει την «χειρότερη προσπάθεια του βρετανικού κινηματογράφου να αντιγράψει αμερικάνικο σινεμά κωμωδίας», τα «Trainspotting» και «Τ2 Trainspotting» του Danny Boyle,  όπως επίσης και την δραματική «Ρέκβιεμ Για Ένα Όνειρο»  του Darren Aronofsky. Η κοπέλα το θυμήθηκε, ήταν τόσο σκληρή ταινία που δεν μπόρεσε ποτέ να την δει ολόκληρη.
Τέλος σειρά είχαν τα βιβλία. Όπως το περίμενε πέτυχε την τετραλογία του Thomas Harris για τον Χάνιμπαλ Λέκτερ, τα βιβλία «Trainspotting», «Porno», «Skagboys» και « The Blade Artist» του Irvine Welsh, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Anthony Burgess στην Αμερικάνικη έκδοση, μόνο με τα 20 κεφάλαια. Επίσης είχε διάφορες ιστορίες του Σέρλοκ Χόλμς από τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και αρκετές ακόμα ιστορίες της Αγκάθα Κρίστι γύρω από τον Ηρακλή Πουαρώ. Πέτυχε το «Έγκλημα και Τιμωρία» και τους «Αδελφούς Καραμάζοφ»  του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ο Χιούγκο είχε βάλει έναν σελιδοδείκτη στο απόσπασμα «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής» των «Αδελφών». Η Λούσυ το θυμόταν ότι το είχε διαβάσει παλαιότερα. Στην Σεβίλλη της Ισπανίας τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με την ιστορία, εμφανίστηκε μπροστά από έναν καθεδρικό ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός!
Οι αιρετικοί καίγονταν σε μια πυρά και ο Μέγας Ιεροεξεταστής τους παρακολουθούσε. Ξαφνικά ο αέρας ευωδίασε  δάφνη και λεμόνι, ακριβώς όπως έκανε τότε που προχωρούσε ανάμεσα στους ανθρώπους πριν πόσα χρόνια. Εμφανίστηκε ο Ιησούς και όλοι τον λάτρευαν, εκτός του Μεγάλου Ιεροεξεταστή που διέταξε  την σύλληψή του. «Μην αφήνεις να σε φθείρει ο ρεαλισμός. Δεν θα αντέχεις  τίποτα το φανταστικό» θυμόταν να της λέει η μητέρα της, η οποία το είχε διαβάσει πρώτη. Ο Ιεροεξεταστής πήγε να τον συναντήσει στο κελί του και τον ρώτησε: « Είσαι Εσύ; Το βλέπω πως είσαι Εσύ. Γιατί ήρθες;» Ο Ιησούς δεν αποκρίθηκε τίποτα και ο Ιεροεξεταστής συνέχισε: «Δεν με θεωρείς άξιο ούτε για μια λέξη κατηγορίας. “Θέλω να σας ελευθερώσω”. Αυτά έλεγες στους ανθρώπους πριν 1.500 χρόνια. Απίθωσαν  την ελευθερία τους μπροστά στα πόδια μας, με ταπεινότητα. Τώρα είναι βέβαιοι ότι είναι απολύτως ελεύθεροι»
Η Λούσυ σταμάτησε για λίγο να διαβάζει το βιβλίο και σκέφτηκε στο μυαλό της τα όλα όσα έλεγε ο Χιούγκο πριν μερικές ημέρες για τον Θεό. Μήπως ο Χιούγκο ήταν ο Μέγας Ιεροεξεταστής της δικής της ιστορίας; Συνέχισε να διαβάζει σκεφτόμενη πως ο Ιεροεξεταστής ειρωνευόταν τον Χριστό.
Την προσοχή της τράβηξε μια σημείωση του Χιούγκο στο βιβλίο ότι ο ιεροεξεταστής αξιώνει ως προσόν του το ότι εξαφάνισαν την ελευθερία για να ευτυχήσουν οι άνθρωποι. Ο Χιούγκο είχε σημειώσει με μαύρο μολύβι μέσα στην ιστορία το ρητό του Σατανά από το Ευαγγέλιο, όταν ο Χριστός είχε πάει στην έρημο για σαράντα ημέρες και αντιμετώπισε τους πειρασμούς του. «Οι άνθρωποι χρειάζονται ψωμί, όχι ελευθερία». Συνέχισε να διαβάζει την ιστορία και είδε αυτό που ήταν σίγουρη πως ήταν το αγαπημένο απόσπασμα του Χιούγκο από το βιβλίο.
«Πριν από 15 αιώνες το πνεύμα της ερήμου σου έδειξε πως να κάνεις τους ανθρώπους ευτυχισμένους, μα το αρνήθηκες. Θυμήσου το πρώτο ερώτημα του Σατανά. «Βλέπεις αυτές τις πέτρες στην άνυδρη έρημο; Μετάλλαξέ τες σε ψωμιά και ο κόσμος θα τρέξει να πέσει στα πόδια σου, όμοια σαν ένα κοπάδι πειθαρχημένο και όλο ευγνωμοσύνη!» Μα δεν θέλησες να στερήσεις τον άνθρωπο από την ελευθερία του και αρνήθηκες, κρίνοντας πως η ελευθερία ήταν κάτι ασυμβίβαστο με την υποταγή που αγοράζεται με ψωμιά. Αποφάνθηκες πως ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με άρτο, μα ξέρεις ότι στο όνομα του γήινου αυτού άρτου, το πνεύμα της Γης θα εξεγερθεί εναντίον Σου, θα αγωνιστεί και θα Σε νικήσει.  Εκείνοι Σου το είπαν! “Πρώτα τάισε μας και μετά ζήτησέ μας να γίνουμε ενάρετοι!” Μα δεν τους άκουσες, οπότε εκείνοι επαναστάτησαν και κατέστρεψαν τον Ναό Σου! Προσπαθώντας να μην τους ελευθερώσεις έπραξες σαν να μην τους αγαπούσες! Κουρασμένοι από αυτήν την ελευθερία, ήρθαν σε εμάς διεφθαρμένοι! Και είπαν “Σκλαβώστε μας, αλλά ταΐστε μας!” Και γονάτισαν μπροστά μας! Ξέχασες λοιπόν ότι ο άνθρωπος προτιμά την ησυχία του κι ακόμη το θάνατο, από την ελευθερία να ξεχωρίζει το Καλό από το Κακό; Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό για τον άνθρωπο από το να τον αφήνεις ασύδοτο, μα και ακόμη τίποτα πιο επίπονο. Μεγάλωσες την ανθρώπινη ελευθερία αντί να την περιορίσεις, κι επέβαλες για πάντα στο ηθικό άτομο τα βασανιστήρια αυτής της ελευθερίας. Θέλησες να σε αγαπούν ελεύθερα, να σε ακολουθήσουν εθελοντικά οι άνθρωποι γοητευμένοι από σένα.
»Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, οι μόνες που μπορούν να υποδουλώσουν για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδύναμων επαναστατημένων, είναι: το Θαύμα, το Μυστήριο, η Κυριαρχία! Τα απώθησες και τα τρία αυτά, δίνοντας έτσι ένα παράδειγμα. Το τρομερό και βαθύ Πνεύμα, σε είχε συμπαρασύρει μέσα στο Ναό και σου είχε πει: “Θες να ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού; Πέσε κάτω από δω ψηλά, γιατί είναι γραμμένο πως οι άγγελοι θα σε συγκρατήσουν και θα σε στηρίξουν, δε θα τραυματιστείς καθόλου, και τότε θα ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού, και θα αποδείξεις έτσι την πίστη στον Πατέρα σου”. Μα απέδιωξες και αυτήν την πρόταση, δεν όρμησες να πέσεις κάτω. Δεν κατέβηκες από το σταυρό όταν σε κορόιδευαν, κι όταν σου φώναζαν με απόγνωση: “Κατέβα από το σταυρό και θα σε πιστέψουμε”. Δεν το έκανες, γιατί δε θέλησες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο με ένα θαύμα, επιθυμούσες μια πίστη που θα ήταν ελεύθερη και δε θα εμπνεόταν από θαύματα. Σου χρειαζόταν μια ελεύθερη αγάπη, κι όχι η δουλική συμπεριφορά του τρομοκρατημένου σκλάβου.
»Ωστόσο, θα μπορούσες τότε να είχες πάρει το σπαθί του Καίσαρα. Γιατί το απέδιωξες αυτό το τελευταίο δώρο; Ακολουθώντας εκείνη την τελευταία συμβουλή του παντοδύναμου Πνεύματος, θα μπορούσες να πραγματοποιήσεις το κάθε τι που ζητούν οι άνθρωποι στη ζωή, και πάνω σε αυτή τη γη: να γίνεις ένας αφέντης που μπρος του να προσκυνούν, ένας φύλακας της συνείδησής τους, και το μέσο που θα τους ανάγκαζε να ενωθούν τελικά μονοιασμένοι σε μια κοινότητα μυρμηγκιών, γιατί η ανάγκη για παγκόσμια ένωση είναι το τρίτο και το τελευταίο βασανιστήριο της ανθρώπινης φυλής.
Δεν το περίμενες αυτό, έτσι δεν είναι; Περίμενες μια απελευθερωμένη αγάπη και αυτοί οι άθλιοι απλώς ψάχνουν κάποιον να τιμούν. Παραμένουν αδύναμοι και κακοί. Ενίοτε θυμούνται την ελευθερία και επαναστατούν ενάντια στην εξουσία. Πνίγουν την γη, το δημιούργημά Σου στο αίμα! Αφού οι επαναστατημένοι αλληλοεξοντωθούν, οι υπόλοιποι σέρνονται στα πόδια μας! Και παρακαλάνε: “Σώστε μας από τον εαυτό μας!”»
Ο ιεροεξεταστής με αυτά τα λόγια περίμενε να απαντήσει ο φυλακισμένος. Αλλά δεν έπαιρνε καμιά απόκριση.  Η σιωπή του τον βάραινε. Ο Κρατούμενος τον άκουγε όλη την ώρα έχοντας καρφωμένη πάνω του τη διαπεραστική κι ήρεμη ματιά του, φανερά αποφασισμένος να μην του απαντήσει. Ο γέρος θα ήθελε να του πει κάτι, έστω κι αν ήταν λόγια πικρά και σκληρά.
«Πες μια λέξη μοναχά, ακόμα και την χειρότερη!» Ξαφνικά ο Ιησούς  πλησίασε  ήρεμα και σιωπηλός το γέρο και του φίλησε  τα άχρωμα, γέρικα  χείλια του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η απάντησή του. Ο Ιεροεξεταστής ακόμα γονατιστός μπροστά στον Χριστό από την ανάγκη να ακούσει την φωνή του χαμήλωσε το βλέμμα στο πάτωμα και του είπε: «Φύγε. Και μην ξανάρθεις. Καθόλου μην ξανάρθεις. Ποτέ πια! Ποτέ!»
Η ιστορία τελείωνε έτσι. Παλιά η Λούσυ σκεφτόταν πως ο Ιεροεξεταστής δεν έκρυβε κανένα μυστήριο, απλά δεν πίστευε στον Θεό. Όμως τώρα σκεφτόταν διαφορετικά. Μπορεί να έκανε λάθος, μπορεί ο Ιεροεξεταστής να έκρυβε όντως κάποιο μυστήριο, τα λεγόμενά του όντως είχαν κάτι το μυστηριώδες μέσα τους. Κάτι το αληθινό. Και μια σημείωση του Χιούγκο πάνω στο βιβλίο τής τράβηξε την προσοχή. Είχε υπογραμμίσει έντονα και κυκλώσει την φράση: «Σώστε μας από τον εαυτό μας!» Η κοπέλα έπιασε το κινητό της και έψαξε τους στίχους του «Through the Valley» ακόμα μια φορά. Όπως το περίμενε, σε ένα σημείο υπήρχαν οι εξής στίχοι
«Well I came upon a man at the top of a hill
Called himself the savior of the human race
Said he came to save the world from destruction and pain !
But I said “ How can you save the world from itself ?”»
«Λοιπόν, συνάντησα έναν άνθρωπο σε ενός λόφου την κορφή
Που αποκαλούσε τον εαυτό του σωτήρα της ανθρώπινης φυλής
Είπε ότι ήρθε για να σώσει τον κόσμο από τον πόνο και την καταστροφή
Αλλά εγώ ρώτησα: Πώς θα σώσεις τον κόσμο από τον εαυτό του;»  
Αυτήν την αντίληψη είχε ο Χιούγκο για τον κόσμο; Ότι όλοι ήταν άδικοι, πονούσαν ο ένας τον άλλον και κατέστρεφαν τα πάντα επειδή ήταν τα χειρότερα δημιουργήματα ολόκληρης της πλάσης; Δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό! Ποτέ στην ζωή της δεν το πίστεψε και δεν θα το πίστευε τώρα!
Λέγοντας ξανά και ξανά στον εαυτό της ότι δεν θα το πίστευε και πως μάλλον έκανε λάθος για τον Χιούγκο, έκατσε πάλι στον καναπέ στον οποίο συνήθως καθόταν εκείνος. Έκατσε εκεί για αρκετή ώρα ώσπου ένιωσε να κρυώνει. Φόραγε ένα μπλουζάκι λευκό με μακριά μανίκια, πολύ απαλό και  see-through. Μπορούσε να δει κανείς το πανέμορφο σώμα της που διαγραφόταν κάτω από την μπλούζα και το σχήμα των μαστών της, οι οποίοι όμως καλύπτονταν από ένα μαύρο δαντελένιο εσώρουχο. Ένα απαλό, λευκό σορτσάκι έντυνε τα πόδια της και κάτω από αυτό υπήρχε ένα μαύρο στρινγκ. Στα πόδια της φορούσε κάλτσες στο χρώμα του δέρματος και καφέ παπούτσια μπαλαρίνας.
Έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες της, τις οποίες τοποθέτησε μέσα τους προσεκτικά. Έπειτα εφόσον άγγιξε λίγο τα πόδια της τους έκανε ένα απαλό μασαζάκι. Το περπάτημα την είχε κουράσει και είχαν πονέσει λίγο. Στο δωμάτιο έκανε λίγη ψύχρα, οπότε ξάπλωσε και παίρνοντας ένα πάπλωμα το έριξε προσεκτικά πάνω της. Τοποθέτησε το κεφάλι της πάνω σε ένα μαξιλάρι και προσπάθησε να κοιμηθεί για λίγο ακόμα.  Μπροστά της, στο τραπέζι βρισκόταν το βιβλίο «Ο Χαμένος Παράδεισος» του Τζων Μίλτον, το οποίο ο Χιούγκο είχε αφήσει εκεί με σκοπό αργότερα να το διαβάσει. Αισθάνθηκε κουρασμένη και τα βλέφαρά της να βαραίνουν. Αδύναμα έκλεισε τα μάτια της και παραδόθηκε στον ύπνο δίχως την παραμικρή προσπάθεια να αντισταθεί.
Καθώς κοιμόταν είδε στο όνειρο της την κοπέλα από το πάρκο να την κοιτάζει. Να την κοιτάζει από την ορθάνοιχτη πόρτα του σαλονιού που οδηγούσε στην σκοτεινή κουζίνα. Πίσω της επικρατούσε μόνο σκοτάδι και η Λούσυ το είχε αντιληφθεί αυτό με μεγάλη της περιέργεια και ανησυχία. Με ένα νεύμα της η κοπέλα σηκώθηκε από τον καναπέ ρίχνοντας κάτω το πάπλωμα με το οποίο είχε σκεπαστεί. Η οπτασία εξαφανίστηκε το ίδιο γρήγορα και το ίδιο παράξενα με τον τρόπο που είχε εμφανιστεί και η Λούσυ, χωρίς να καταλάβει το γιατί, άρχισε να κοιτάζει τριγύρω και να την ψάχνει με σκοπό να την ξαναβρεί.  Αυτό δεν ήταν στον χαρακτήρα της, δεν ήταν φυσιολογικό! Γιατί την έψαχνε, γιατί την έβλεπε, γιατί την αναζητούσε τώρα; Τι έτρεχε μαζί της; Όλες αυτές οι σκέψεις και οι ερωτήσεις τρύπησαν το μυαλό της, μα ένιωθε πως δεν θα μπορούσε να βρει τις απαντήσεις.
Μόλις μπήκε μέσα στην σκοτεινή κουζίνα και άναψε τα φώτα, δεν μπορούσε να δει απολύτως τίποτα. Κανένα ίχνος της κοπέλας, κανένα ίχνος από το οτιδήποτε. Ήταν απλά η φυσιολογική κουζίνα του Χιούγκο με τον φούρνο, το ψυγείο, τα μαχαίρια, το ρολόι και το ημερολόγιο στον τοίχο, το ξύλινο τραπέζι και τις ξύλινες καρέκλες με το περίεργο ορόσημο στην πλάτη. Η Λούσυ άκουσε έναν περίεργο ήχο πίσω της οπότε με γρήγορες κινήσεις πήγε και πήρε ένα κοφτερό μαχαίρι από την θήκη μαχαιριών στον πάγκο της κουζίνας. Γύρισε και απείλησε να μαχαιρώσει τον όποιον ήταν πίσω της. Δεν είδε κανέναν. Με το μαχαίρι ακόμα στα χέρια προχώρησε προς την έξοδο της κουζίνας, όμως το ότι είδε την έκανε να δαγκώσει τα χείλη της, στην προσπάθεια της να μην ουρλιάξει από τον τρόμο.
Είδε ξανά την ίδια κοπέλα από το πάρκο, αλλά τώρα είχε κάτι το διαφορετικό, κάτι το τρομακτικό, το απόκοσμο. Συγκεκριμένα ήταν γυμνή και προχωρούσε στα τέσσερα, μόνο που τα χέρια της έμοιαζαν με δαγκάνες ενός τεράστιου μαύρου σκορπιού, τα πόδια της με τα πόδια του ίδιου ζώου, από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα αίματος και από τον πισινό της έβγαινε ένα τεράστιο, μαύρο και κοφτερό, απειλητικότατο κεντρί σκορπιού. Η Λούσυ απομακρύνθηκε λίγα βήματα μα η κοπέλα δεν πήγε προς το μέρος της. Αντιθέτως προχώρησε και έφτασε ως την εξώπορτα σε αυτήν την περίεργη, τερατώδη μείξη ανθρώπου και σκορπιού.  Η Λούσυ έμεινε για λίγο κρυμμένη από την κοπέλα πίσω από έναν τοίχο. Με το σώμα της κολλημένο στον τοίχο ένιωθε την ανατριχιαστική αναπνοή της γυναίκας, άκουγε τον φρικιαστικό ήχο που έκαναν τα πόδια του σκορπιού ενώ σέρνονταν προς την εξώπορτα. Σαν παιδί έκλεισε τα αυτιά της με τα χέρια της και κρατώντας τα με δύναμη έκλεισε τα μάτια της, ελπίζοντας το όραμα αυτό να τελειώσει.
Όμως αυτό δεν έγινε. Ο ήχος απλά δυνάμωσε. Η Λούσυ αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει όχι με θάρρος, αλλά με περιέργεια. Την ακολούθησε ως το χωλ και έπειτα προς την εξώπορτα. Αυτό που τρόμαζε την Λούσυ ήταν πως όλα τα δωμάτια ήταν σκοτεινά σαν κάποιος να είχε φάει τον Ήλιο. Ανέβηκαν κάποιες σκάλες και η Λούσυ αντιλήφθηκε πως ο σκορπιός την οδηγούσε στο δωμάτιό της. Μέσα στο σκοτάδι η Λούσυ είχε καρφώσει το βλέμμα της και την προσοχή της στον σκορπιό ώσπου με τρόμο όλα τα φώτα άναψαν  Η Λούσυ τυφλώθηκε για λίγο και κοίταξε τον σκορπιό όταν τα μάτια της επιτέλους συνήθισαν στο φως. Και αυτό που είδε την έκανε να ευχηθεί να ήταν τυφλή  ή, ακόμα καλύτερα, νεκρή. Ο σκορπιός ήταν πλέον φτιαγμένος από ανθρώπινα μέλη και ανθρώπινα κόκκαλα. Το κεντρί του από αποκομμένα ανθρώπινα χέρια, η ουρά του από ανθρώπινα κρανία που ενώνονταν μεταξύ τους με σκουλήκια, τα οποία με την σειρά τους έβγαιναν από τα δόντια και τα μάτια των κρανίων. Τα πόδια του κομμένα ανθρώπινα χέρια με αίμα να βγαίνει από τα νύχια των δαχτύλων και το σώμα του μπροστά και πίσω γυναικείο με δύο τεράστιες δαγκάνες φτιαγμένες από βρεφικούς σκελετούς. Και το κεφάλι του σκορπιού αποτελούταν από έναν ανθρώπινο σκελετό με λευκό κρανίο και άδειες, σκοτεινές κόγχες. Από τις σκοτεινές αυτές κόγχες έβγαινε αίμα και μια φωνή σαν θηλυκό κλάμα.
Η Λούσυ προσπάθησε να διώξει το όραμα από μπροστά της και έριξε το μαχαίρι στο πάτωμα. Τότε, ένιωσε σαν κάποιος να της έχει περάσει ένα κομμάτι σχοινί γύρω από τον λαιμό της. Πάλεψε να ελευθερωθεί μα το κράτημα και το τράβηγμα στον λαιμό της γίνονταν πιο έντονα. Προσπάθησε να χτυπήσει με τον ώμο της στο πρόσωπο όποιον την κράταγε και απεπειράτο να την πνίξει, μα η λαβή απλά γινόταν πιο έντονη και ακόμα πιο δυνατή. Προσπάθησε λίγο ακόμα και ένιωσε την λαβή του άντρα να χαλαρώνει. Χάρηκε και νόμισε πως θα ελευθερωνόταν, μα την τελευταία στιγμή εκείνος πήρε το δικό του μαχαίρι από κάτω και άρχισε να την μαχαιρώνει στην πλάτη. Η Λούσυ ούρλιαξε, ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σκοτάδι που κάλυπτε τα μάτια της, η ανάσα του άντρα στον λαιμό της, η λεπίδα που μπηγόταν στα κόκκαλα και στα όργανά της, το αίμα που έβαφε το μαχαίρι και το πάτωμα κόκκινο την έκαναν να πέσει στο πάτωμα και να ευχηθεί απλά να τελείωνε εκεί.
Ουρλιάζοντας πέταξε από πάνω της το πάπλωμα με το οποίο είχε σκεπαστεί. Βρισκόταν ακόμα στον καναπέ που κοιμόταν. Κοίταξε τριγύρω και άγγιξε τον λαιμό και την πλάτη της. Όλα ήταν καλά, εκείνη ήταν υγιής και καλά. Γέλασε με τις δύο τελευταίες λέξεις. Δεν ήταν υγιής και το ήξερε. Η τρέλα είχε βρει το σπιτικό της στην καρδιά της. Είχε να τρομάξει τόσο από όταν ήταν μικρό κοριτσάκι , όταν ενώ έπαιζε κρυφτό με την οικογένεια της στο χωριό της, κρύφτηκε σε μια αποθήκη όπου ο πατέρας και ο παππούς της έβαζαν τα αρνιά τα οποία είχαν σφάξει για το Πάσχα. Είχε δει ένα αρνί εκεί, σφαγμένο που τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και το αίμα του ακόμα έσταζε ζεστό. Και ο τρόμος της χαράχτηκε για πάντα στην καρδιά της όταν το άκουσε να βελάζει, αν και το κεφάλι του είχε αποκοπεί τελείως από το σώμα του. Σηκώθηκε και κοιτάχτηκε σε έναν ολόσωμο καθρέφτη που βρισκόταν πάνω και πίσω από την ξύλινη πόρτα του δωματίου της.
Δεν είδε καμιά πληγή, ούτε σημάδια στον λαιμό της. Αφού πήρε μερικές βαθιές ανάσες κοίταξε τριγύρω και είδε κάτι να προεξέχει από ένα βιβλίο στο γραφείο της. Πήγε προς τα κει και το άνοιξε. Και τότε, είδε ένα μικρό κομμάτι από εφημερίδα, το οποίο είχε κλέψει χωρίς να την καταλάβει ο Χιούγκο. Περιέγραφε μια ιστορία για έναν τύπο που μαζί με τους φίλους του πριν αρκετό καιρό είχαν βιάσει μια κοπέλα και της είχαν βγάλει το ένα μάτι με λεπίδι. Η αστυνομία δεν έκανε τίποτα για να τον συλλάβει, λόγω της μεγάλης οικονομικής δύναμης του πατέρα του, και ο νεαρός απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες μαζί με τους μπάσταρδους φίλους του. Το στομάχι της Λούσυ σφίχτηκε. Όλα αυτά συνέβησαν πριν τα γεγονότα που αναγράφονταν πάνω στο άρθρο. Όμως όταν ο Θεός δεν ακούει τον πόνο και τα δάκρυα των πιστών, τα ακούει ο Διάβολος. Η κοπέλα λίγες ημέρες αργότερα κρεμάστηκε με μια θηλιά από το δοκάρι του δωματίου της.
Η Θεία Δίκη βρήκε τον μπάσταρδο, τους φίλους του και τον πατέρα του. Και ήταν σκληρή. Κάποιος εισέβαλλε μέσα στο σπίτι, σκότωσε τους φίλους του νεαρού και τους σταύρωσε στους τοίχους του σπιτιού. Έπειτα πάλεψε με τον πατέρα του νεαρού και τον σκότωσε σπάζοντας τον λαιμό του. Τέλος, κάρφωσε τα δυο χέρια του νεαρού πάνω σε ένα τραπέζι, του χτύπησε πέντε φορές το κεφάλι επάνω του μέχρι να γεμίσει το ξύλινο του επίπλου με αίματα και περιέλουσε ολόκληρο το χώρο του εγκλήματος με βενζίνη. Του απέκοψε το μάτι με ένα λεπίδι και τον ανάγκασε να πιει τα κάτουρά του και μισό λίτρο βενζίνη προτού κάψει ολόκληρο το σπίτι συθέμελα.  
Η αστυνομία έφτασε μετά από δύο ώρες. Κανένας δεν είδε κανέναν να βγαίνει, μόνο που οι στάχτες και τα χαλάσματα από το κατεστραμμένο ολοσχερώς πλέον σπίτι έμοιαζαν σαν να έγραφαν στο έδαφος το όνομα «ΣΑΜΑΗΛ». Η Λούσυ άφησε το κομμάτι πάλι πίσω στο βιβλίο και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Έπρεπε να ησυχάσει λίγο και θα το κατάφερνε μόνο με έναν τρόπο.  Μόλις μπήκε στο μπάνιο άνοιξε πάλι το ντουλαπάκι κοντά στον καθρέφτη, έψαξε προσεκτικά πίσω από το ξυραφάκι του Χιούγκο και τον αφρό ξυρίσματός του και επιτέλους βρήκε αυτό που γύρευε. Ένα μικρό κουτάκι γεμάτο με χάπια για τον ύπνο, τα οποία φυσικά έπαιρνε εκείνη με συνταγή γιατρού.
Έριξε μια χούφτα στο χέρι της και προχώρησε προς την κουζίνα. Μόλις έφτασε εκεί, άκουσε κλειδιά στην πόρτα της εισόδου και είδε τον Χιούγκο να μπαίνει μέσα. Σταγόνες έτρεχαν από τα κοντά ξανθά μαλλιά του, πράγμα που σήμαινε ότι έξω έβρεχε. Το πουκάμισο και η γραβάτα του ήταν επίσης βρεγμένα. Προχώρησε προς την κουζίνα και άφησε μια σακούλα στο τραπέζι. Την είδε να καταπίνει με την μία τα χάπια πίνοντας λίγο νερό.
«Βρέχει έξω, Χιούγκο;» τον ρώτησε.
«Ναι, αλλά εσύ τι κάνεις; Χάπια παίρνεις, Λούσυ;»
Η κοπέλα του απάντησε καταφατικά και ο Χιούγκο την κοίταξε καλά-καλά.
«Ελπίζω να έφαγες καλά πριν πάρεις τα χάπια αυτά, δεν θέλουμε να πάθεις τίποτα»
«Έφαγα, μην ανησυχείς. Τι είναι μέσα στην σακούλα;» τον ρώτησε βλέποντας το φόρτωμα που κρατούσε στο χέρι του, μια πλαστική σακούλα με κάτι σαν κουτί από ζαχαροπλαστείο μέσα της.
«Ω, παραλίγο να το ξεχάσω. Θα ήθελες; Έμεινε λίγη τούρτα από το δείπνο μου με την θεία και πήρα την πρωτοβουλία να της ζητήσω να μου βάλει μερικά κομμάτια. Μπορεί να γίνει πολύ καλό επιδόρπιο»
«Μμμ.. Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω» είπε η Λούσυ και κοίταξε για μια στιγμή τον Χιούγκο την στιγμή που έλυνε την γραβάτα του και ξεκούμπωνε το πουκάμισό του. Είχε βγάλει τα παπούτσια του λίγο πριν μπει στο σπίτι τους. Ήθελε να του μιλήσει τόσο πολύ για το όνειρο-όραμά της και το πόσο πολύ την είχε τρομάξει αλλά δεν έβρισκε τα λόγια, η φωνή της είχε καρφωθεί στον λαιμό της και δεν έλεγε να βγει. Τελικά αποφάσισε να παραμείνει σιωπηλή.
«Τι έχεις;» την ρώτησε εκείνος με φανερή την περιέργειά του.
«Διάβαζα ένα άρθρο στην εφημερίδα για αυτόν που αποκαλούν Σαμαήλ. Για αυτόν τον άνθρωπο που πηγαίνει και σκοτώνει ή καίει εγκληματίες, για αυτόν που πιστεύει ότι είναι υπεράνω του νόμου και ότι είναι ένας εκδικητής. Και με έβαλε σε σκέψεις» απάντησε εκείνη και εφόσον έβαλε ένα ποτήρι νερό κάθισε σε μια από τις δύο πολυθρόνες.
«Τι σκέψεις δηλαδή;» ρώτησε ο Χιούγκο και βγάζοντας τελείως το πουκάμισό του έκατσε γυμνός από την μέση και πάνω στην πολυθρόνα απέναντί της.
 Η Λούσυ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη να βλέπει το υπέροχο γυμνό γυμνασμένο σώμα του Χιούγκο και το πόσο όμορφα ταίριαζε στην προσωπικότητά του. Τον φαντάστηκε να έρχεται κοντά της, να την κολλάει στον τοίχο με ορμή και ασίγαστο πάθος, να παραδίνεται στον πόθο του και ενώ εκείνος την φιλούσε εκείνη να δάγκωνε τα χείλη του, καθώς τα δάχτυλά της ταξίδευαν στο στήθος και στα μαλλιά του. Δάγκωσε για λίγο τα χείλη της και ένιωθε να υγραίνεται εκεί κάτω. Παρ’ όλα αυτά του απάντησε:
«Ότι είναι ένας εγκληματίας, ένας κακός άνθρωπος, ένα τέρας»
«Έχεις διαβάσει ποτέ το βιβλίο “Rumpelstiltskin Untold” ενός συγγραφέα, του Μάθιου Ντράγκονιντ, Λούσυ; Αυτό το βιβλίο είναι μια άλλη εκδοχή στο γνωστό παραμύθι των αδελφών Γκριμ, το Ραμπελστίλτσκιν. Παρουσιάζει τον πρωταγωνιστή ως μια βασανισμένη ψυχή, έναν καημένο άντρα ο οποίος αναγκάστηκε να αγκαλιάσει το σκοτάδι και να κάνει μια συμφωνία όμοια με του Φάουστ για να προστατεύσει όλους όσους αγαπούσε, να βρει την δύναμη που του έλειπε και να σώσει τους αγαπημένους του. Το τίμημα όμως που πλήρωσε ήταν να μείνει για πάντα καταραμένος ως κακός, ως δαίμονας, ως τέρας, ως σκοτεινή ψυχή, ως Ραμπελστίλτσκιν.
»Σε ένα σημείο λοιπόν είναι η απολογία του και κάποιος τον κατηγορεί για τις πράξεις του ως τις πράξεις ενός σατανικού ανθρώπου. Ο κατήγορός του τον κατηγορεί ότι από την γέννησή του ήταν ένα τέρας. Και ο Ραμπελστίλτσκιν απαντά με την πιο σοφή απάντηση που έχει δοθεί ποτέ και ταυτοχρόνως την πιο αληθινή: “Κανείς δεν γεννιέται τέρας. Τα τέρατα φτιαχνόμαστε. Προϊόντα ενός άσχημου και σκληρού κόσμου, γεμάτου με σκληρούς και άσχημους ανθρώπους”»
Η Λούσυ κοίταξε αλλού και έπειτα του απηύθυνε ξανά τον λόγο.
«Τι εννοείς;»
«Ότι ίσως δεν είναι τέρας, ίσως είναι κάποιος που απλά αναγκάστηκε να γίνει τόσο σκληρός. Κάποιος που αναγκάστηκε να χορέψει με τον Διάβολο δεν είναι απαραίτητα τζογαδόρος,  μπορεί απλά να είναι άτυχος. Ή καταραμένος»
Της χαμογέλασε κουρασμένα και άναψε τσιγάρο. Κάπνισε λίγο και η κοπέλα σηκώθηκε, τον καληνύχτισε και εξηγώντας του ότι ένιωθε σχεδόν έτοιμη να πέσει στο πάτωμα από την κούραση, πήγε στο δωμάτιό της για να κοιμηθεί. Ο Χιούγκο την φώναξε με το όνομά της λίγο πριν ανέβει τις σκάλες προς το δωμάτιο της για να της  πει: «Dont you dare looking him in the eye as you dance with the Devil tonight», που σημαίνει «Μην τολμήσεις να τον κοιτάξεις στα μάτια ενώ χορεύεις με τον Διάβολο απόψε», λέγοντάς της λίγο αλλαγμένο έναν στίχο από το κομμάτι «Dance With The Devil» του ροκ συγκροτήματος Breaking Benjamin.
Η Λούσυ τον κοίταξε και χωρίς να λέει τίποτα άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες, μόνο του έκανε ένα καταφατικό νεύμα. Ο άντρας χαμογέλασε, έκατσε στην πολυθρόνα που μέχρι πριν καθόταν εκείνη και κατάλαβε ότι κάτι του έλειπε. Σηκώθηκε λοιπόν, προχώρησε προς το ντουλάπι με τα αγαπημένα του κόκκινα κρασιά, γέμισε ένα ποτήρι και εφόσον ήπιε μια γουλιά επέστρεψε πίσω στην πολυθρόνα. Έκατσε εκεί και άφησε την μυρωδιά της Λούσυ, την ευωδία των κινήσεών της και του λουσμένου μαλλιού της να μεθύσουν και να ζωγραφίσουν τον αέρα τριγύρω του. Το μυαλό του έτρεχε σε φανταστικά σενάρια, όπως ότι τον ανακάλυπτε και ότι σκόπευε να τον συλλάβει. Τότε εκείνος την έπιανε και εφόσον της πέταγε μακριά το πιστόλι την κόλλαγε στον τοίχο, έπιανε με δύναμη τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της και εφόσον το έκανε την φίλαγε στα χείλη. Εκείνη απελευθέρωνε τα χέρια της και σκεφτόμενη να τον χαστουκίσει ή να του δώσει γροθιά σήκωνε τα χέρια της, με αποτέλεσμα να τα βάλει στις χούφτες του και να αγγίξει με τα δάχτυλά της τα δικά του ενώ τον φίλαγε.
Έδιωξε την εικόνα από το μυαλό του. Έπειτα σηκώθηκε και πήρε από την βιβλιοθήκη το βιβλίο «Δράκουλας» του Μπραμ Στρόκερ. Κάθισε και διάβασε ένα απόσπασμα το οποίο του φαινόταν εξαιρετικό και ταυτόχρονα αληθινό. «Πόσα μπορεί να μάθει κανείς από τα θηρία». Πόσα άραγε θα μπορούσε να της μάθει, πόσα να της πει, πόσα να της δείξει… Όλες αυτές οι εικόνες και οι σκέψεις πετούσαν σαν μύγες μέσα στο μυαλό του. Όμως ήξερε πως, για να τον αγαπήσει τόσο όσο την αγαπούσε εκείνος, έπρεπε να πληρώσει ένα τίμημα, έπρεπε να θυσιάσει κάτι. « Η αγάπη θα έχει τις θυσίες της» θυμόταν να έχει διαβάσει μια φορά στην γοτθική νουβέλα «Καρμίλλα» του Σεριντάν Λε Φανού. Δύο ερωτήματα βασάνιζαν τώρα την καρδιά του. Τι έπρεπε να θυσιάσει και τι θα μπορούσε να θυσιάσει;
Η Λούσυ έφτασε στο κρεβάτι της και γδύθηκε, σχεδόν έμεινε ολόγυμνη. Έβαλε μόνο ένα απαλό λευκό φορεματάκι με δαντέλα και έπειτα ξάπλωσε στο απαλό κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια. Με το που το κεφάλι της ακούμπησε στο μαξιλάρι τα βλέφαρά της βάρυναν και έπεσε σε λήθαργο. Ονειρεύτηκε εκείνον πάλι, ονειρεύτηκε τον Χιούγκο Ρώσον. Τον είδε στο σαλόνι, ήταν μεγάλο και πιο όμορφο τώρα, σχεδόν κενό σαν αίθουσα χορού. Εκείνη φόραγε ένα λευκό φόρεμα με πλάτη και τακούνια που έδεναν με ένα λουράκι στα πόδια της, ενώ είχε δέσει τα μαλλιά της σε μια επιδέξια πλεξούδα. Ο Χιούγκο φόραγε μια κόκκινη γραβάτα, ένα λευκό πουκάμισο, μαύρο σακάκι και είχε φτιάξει όμορφα τα ξανθά μαλλιά του. Τα γαλάζια μάτια του την κοίταζαν και την έκαναν να νιώθει ήρεμη. Τα χέρια της βρίσκονταν το ένα στον ώμο του, το άλλο στο χέρι του και άγγιζε τα δάχτυλά του με τα δικά της καθώς χόρευαν. Η κοπέλα μπορούσε να τον νιώσει να την αγγίζει στην πλάτη ερωτικά με το άλλο του χέρι και να την κρατάει κοντά του. Τριγύρω τους υπήρχαν οργανοπαίχτες όμορφοι σαν άγγελοι που έπαιζαν βιολί, κιθάρα, βιολοντσέλο και φλάουτο. Ένας έπαιζε κιόλας τρομπέτα, πράγμα που παραξένεψε την Λούσυ μιας που η τρομπέτα έχει σχετικά βαρύ και πιο δυνατό ήχο από όλα τα υπόλοιπα όργανα που μπορούσε να δει και να ακούσει. Ενώ την κοίταζε και χόρευαν, εκείνη αντιλήφθηκε πως είχε καρφώσει το βλέμμα του στα χείλη της. Έκανε το ίδιο. Εκείνος την τράβηξε κοντά του με πάθος και έπιασε τα μαλλιά της με το ένα του χέρι. Με τα χείλη του άρχισε να δαγκώνει, να γλείφει και να πιπιλάει τον λαιμό της. Της άρεσε τόσο πολύ αυτό που άφηνε μικρούς αναστεναγμούς απόλαυσης. Ο Χιούγκο ήταν εκπληκτικός σε αυτό! Μαζί όμως με την ομορφιά του φιλιού ήρθε και το κέντρισμα της μαχαιριάς.
Η Λούσυ το ένιωσε τόσο αληθινά, το μαχαίρι να καρφώνει την κοιλιά της, η λεπίδα να μπήγεται όλο και πιο μέσα, ο Χιούγκο να κρατάει δυνατά την λεπίδα και να την χώνει όλο και πιο βαθιά μέσα της, να την πονάει. Την σκότωνε! Όμως ακόμα και τώρα ένιωθε το χέρι του, το άγγιγμά του τόσο ζεστό, τόσο ερωτικό, τόσο αγνό! Τραβήχτηκε πίσω, τρομοκρατημένη, προσπαθώντας με το χέρι της να σταματήσει την αιμορραγία. Έβλεπε τα χέρια της να βάφονται κόκκινα από το αίμα! Τράβηξε το μαχαίρι από μέσα της και η Λούσυ έπεσε στο πάτωμα. Τα χέρια της ήταν πάνω στην πληγή της και παρακολουθούσε με πόνο, ενώ ο Χιούγκο κρατούσε ακόμα το μαχαίρι. Εκείνος κοίταξε το μαχαίρι και έπειτα την Λούσυ. Από το φονικό όπλο έτρεχε ακόμα ζεστό το αίμα της, η λεπίδα είχε βαφτεί κόκκινη. Το έφερε κοντά στα χείλη του και με ένα τρομακτικό χαμόγελο, μια απόκοσμη όρεξη, έγλειψε το αίμα που ήταν ακόμα υγρό και ζεστό πάνω στην λεπίδα.
Με αργή κίνηση το αίμα έπεφτε στο πάτωμα, οι σταγόνες του έτρεχαν από τα γυμνά της χέρια. Η κοπέλα έκλαιγε από τον πόνο και τον φόβο του θανάτου, του θανάτου από το χέρι του. Οι σταγόνες αίματος διαλύονταν μόλις έπεφταν στο πάτωμα σε χιλιάδες, ακόμα μικρότερες κατακόκκινες σταγόνες. Μπροστά στα δακρυσμένα πλέον μάτια της Λούσυ, το πρόσωπο του Χιούγκο άλλαξε. Έγινε πιο άσχημο, πιο χλομό, πιο ανατριχιαστικό, πιο επικίνδυνο. Στα μάτια της πλέον μπορούσε  κανείς να διακρίνει ολοκάθαρα έναν φόβο πέραν του φόβου του θανάτου, τον φόβο του αγνώστου. Ο Χιούγκο πλέον δεν είχε μαλλιά και τα μάτια του έμοιαζαν με δύο τεράστιες μαύρες τρύπες. Οι σάρκες από το πρόσωπο του φαίνονταν να πέφτουν από το πρόσωπο του, να εξαφανίζονται, να λιώνουν! Τα δόντια του ήταν πιο καθαρά, πιο λευκά και πιο κοφτερά τώρα από ποτέ και έμοιαζαν απειλητικά, όπως ο ίδιος ο Χιούγκο. Στην πλάτη του ξαφνικά πρόβαλλαν έξι τεράστιες  φτερούγες σαν των Σεραφείμ, μόνο που αυτές είχαν μαύρο χρώμα σαν τα φτερά των κορακιών. Κοίταξε την Λούσυ και την έδειξε με το σκελετωμένο χέρι του. «Θα πεθάνεις» της είπε. Η φωνή του απόκοσμη, βαριά και τρομακτική, σαν την φωνή του Θανάτου. Τελικά με μια κίνηση ωσάν το κρανίο που είχε πλέον για πρόσωπο να της χαμογελούσε, της έδειξε ολόκληρη την ορχήστρα πίσω και τριγύρω τους.
«Έχεις χορέψει ποτέ με τον Θάνατο στον ήχο των νεύρων;» την ρώτησε. Εκείνη είχε πέσει στο πάτωμα, η όρασή της είχε θολώσει, ένιωθε το αίμα της, μπορούσε να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς της μα άκουσε το τι της είπε. Και κοίταξε τους οργανοπαίχτες ξέροντας ότι ήταν πλέον μάταιο να προσπαθεί να σταματήσει την αιμορραγία. Και τρόμαξε ακόμα περισσότερο. Ολόκληρη η ορχήστρα βλέπετε έμοιαζε πλέον με γέρους ανθρώπους με σκελετωμένο πρόσωπο και κενά μάτια. Διόρθωση, δεν υπήρχαν μάτια! Όλοι τους ήταν βιολιστές και έπαιζαν πανέμορφες, θλιβερές μελωδίες. Οι χορδές των βιολιών τους, βλέπετε, ήταν τα νεύρα των χεριών τους και τα δοξάρια τους ήταν τα κόκκαλά τους.
Άλλη μια φορά ξύπνησε ουρλιάζοντας και από τον φόβο της έπεσε από το κρεβάτι. Άγγιξε το κεφάλι της, το οποίο πόναγε από την πτώση και εφόσον σηκώθηκε κοίταξε το ρολόι πάνω στο κομοδίνο της. Όταν έπεσε για ύπνο η ώρα ήταν δώδεκα και τέταρτο, τώρα η ώρα ήταν μία και μισή. Ένιωσε αναγούλα και ξυπόλυτη όπως ήταν έτρεξε στο μπάνιο. Κατάφερε την τελευταία στιγμή να μετακινήσει τα μαλλιά της από τη φάτσα της έτσι ώστε να μην λερωθούν από τον εμετό. Έπλυνε το πρόσωπό της και κοιτάχτηκε για αρκετή ώρα στον καθρέφτη, εφόσον πρώτα καθάρισε αυτήν την αηδιαστική γεύση από το στόμα της. «Τι μου συνέβη;» ρώτησε το είδωλό της στον καθρέφτη. Φοβόταν τόσο πολύ… Τα χέρια της, τα πόδια της, ολόκληρο το σώμα της έτρεμαν. Πήγε μία ως το δωμάτιο του Χιούγκο. Ο άντρας κοιμόταν ακόμα ο ίδιος στο κρεβάτι του, με ένα πάπλωμα ριγμένο πρόχειρα πάνω του ώστε να καλύψει μόνο τα πόδια του και ό, τι υπήρχε ανάμεσα σε αυτά. Η Λούσυ τον κοίταξε και ένιωσε την έντονη επιθυμία να τον φιλήσει, η έντονη μυρωδιά κρασιού που ανέδιδε τον έκανε όλο και πιο ποθητό στα μάτια της. Όμως δεν το έκανε, μόνο του χαμογέλασε.
Επέστρεψε στην κάμαρά της και έλεγξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι μαχαιριάς στην κοιλιά της και δεν είχε αίμα στα χέρια της. «Χρειάζομαι βοήθεια» μονολόγησε, μιας που είχε αρχίσει πλέον να πιστεύει ότι ήταν ψυχασθενής.

Matt Dragoneed

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου