Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19 Μαΐ 2018

0 Το αηδόνι του Αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 1) - Ο ξένος και το δώρο

Στην Αυτοκρατορική Πόλη, ένας ξένος γύρεψε τον Αυτοκράτορα Τζιάο. Ονομαζόταν Λιου Γε και έφερνε ένα θαυμαστό δώρο για τον μεγάλο άρχοντα. Οι φρουροί, όμως, τον απομάκρυναν πολλές φορές από την πύλη και τον έδιωξαν με απειλές. Ο Αυτοκράτορας, επαναλάμβαναν, δεν είχε χρόνο για χάσιμο και ούτε θα σπαταλούσε λεπτό για τις εικασίες κάποιου τρελού που ίσως και να αποζητούσε κακό. Ήταν σκοτεινές εποχές, οι εμφύλιοι εξαπλώνονταν σε ολόκληρη την Ήπειρο, ενώ απειλές από κάθε γωνιά του γνωστού και άγνωστου κόσμου εμφανίζονταν καθημερινά. Τα μοναστήρια απομακρύνονταν αισθητά από τον λαό και οι άνθρωποι αναζητούσαν καταφύγιο στις μεγάλες πόλεις. Απαιτούσαν όμως και ανάλογες ενέργειες από τον μονάρχη τους. Ένας σωστός μονάρχης ήταν ικανός να προστατέψει τα εδάφη, τον λαό μα και την τιμή του από κάθε απειλή. Η μοναρχία του αμφισβητήθηκε αρκετά.  Πολλοί ήταν εκείνοι που γύρεψαν ακόμα και τον θάνατο του Αυτοκράτορα για διάφορους λόγους. Κάποιοι κατηγορούσαν την οικογένειά του για σφετερισμό του θρόνου, πιστεύοντας πως το παλάτι, καθώς και η ίδια η Ήπειρος, ανήκε στην οικογένεια των Τσιένγκ (μία από τις πρώτες οικογένειες της φυλής των Ανατολιτών, η οποία αποδεκατίστηκε στη μάχη της Κοιλάδας των Χιλίων Άστρων). Άλλοι μιλούσαν για εσχάτη προδοσία κατά των Θεών ενώ ψίθυροι συμμαχίας της αυτοκρατορικής οικογένειας με τους δαίμονες των Κατώτερων Διαστάσεων σκορπίζονταν σαν ιός.

 Δεν μπορούσαν να επιτρέψουν στον οποιοδήποτε να εισβάλει. Ήταν αδύνατον.
Μα ο Λιου Γε παρέμεινε στα σκαλιά του παλατιού, περιμένοντας υπομονετικά δέκα μέρες και δέκα νύχτες. Ούτε φώναξε ούτε απαίτησε με μεγάλα και τρομερά λόγια την ακρόαση. Απλά περίμενε τη σύνεση να υπερτερήσει της καχυποψίας.
Τη δέκατη μέρα, κατά τη διάρκεια της ώρας του Πετεινού –απογευματινή ώρα, όπου τελετές τσαγιού διεξάγονται στο παλάτι-– δύο νεαρές γυναίκες, ντυμένες με κόκκινα και πορτοκαλί μεταξωτά φορέματα και βλέμματα καρφωμένα στα μαρμάρινα πατώματα, τον πλησίασαν και του έγνεψαν να τις ακολουθήσει στο παλάτι. Η επιμονή του είχε διεγείρει την περιέργεια του Αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να φέρουν μπρος του τον ξένο. Στη διαδρομή, η μία κοπέλα, που αργότερα έμαθε πως την έλεγαν Τσαν, χασκογελώντας και ψιθυρίζοντας στη διπλανή της, τον ρώτησε για το μεγάλο και θαυμαστό δώρο που θα έφερνε στον άρχοντά τους. Ο Λιου έμεινε σιωπηλός. Δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν το δώρο που είχε φέρει στον αφέντη της χώρας. Οι δύο όμορφες υπηρέτριες, φανερά δυσαρεστημένες από την απόκριση του άνδρα, συνέχισαν τον δρόμο τους μα και τα πειραχτικά λόγια ανάμεσά τους.
Το παλάτι ήταν το μεγαλύτερο από όλα όσα είχε δει στη ζωή του. Ο Λιου αισθάνθηκε την ώρα να πετάει καθώς οι κοπέλες τον οδηγούσαν μέσα από μεγάλα δωμάτια, στολισμένα με χρυσάφι και τα καλύτερα υφάσματα. Γεμάτα από συνεχόμενη βαβούρα, το πλήθος των ανθρώπων που ζούσαν και υπηρετούσαν τον Αυτοκράτορα Τζιάο έκανε μεγάλη εντύπωση στο ξένο. Άνδρες με σκυφτά κεφάλια έτρεχαν πέρα δώθε, γυναίκες κρατώντας δίσκους γεμάτα φαγητά ή μπολ με βραστό νερό περπατούσαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, χαιρετώντας όποιον αντίκριζαν. Δυο τρεις παιδικές φωνούλες του τράβηξαν την προσοχή και γυρνώντας το κεφάλι του πρόσεξε μια ομάδα παιδιών που ακολουθούσαν έναν λόγιο ο οποίος απήγγειλε τους Εφτά Νόμους. Εκείνα, μικρά και κατεργάρικα, έπαιζαν με τη μακριά του ρόμπα και γελούσαν περιπαιχτικά. Μα η συνέχεια δεν ήταν διόλου αστεία για τα διαβολάκια. Ο άνδρας με το μακρόστενο πρόσωπο και τα μικροσκοπικά γυαλιά, έκλεισε το βιβλίο αναστενάζοντας και το κοπάνησε στο κεφάλι του κάθε αγοριού. Κανένα τους δεν παραπονέθηκε. Χαμήλωσαν το κεφάλι, ένωσαν τις παλάμες τους και ζήτησαν συγχώρεση από τον δάσκαλό τους. Ο Λιου χασκογέλασε, ξύνοντας τη λεπτή σκούρα γραμμή κάτω από τα χείλη του και συνέχισε τον δρόμο πίσω από τις κοπέλες. Κοιτούσε τριγύρω αποσβολωμένος από τη χλιδή και τον πλούτο που ανήκε στον Αυτοκράτορα. Εάν όλος ο χρυσός του παλατιού και τα αντικείμενά του μοιράζονταν στην Ήπειρο, κανείς λαός δεν θα πεινούσε και κανένας εχθρός δεν θα είχε λόγο να επιτεθεί. Τόσο μεγάλη ήταν περιουσία που είχε αντικρίσει.
Πέρασαν μέσα από τον θαυμαστό κήπο του παλατιού, που ξεπερνούσε σε μέγεθος ακόμα και τα δέκα χωριά του νησιού Χιγκούμα στον Βορρά. Τα λουλούδια που ήταν φυτεμένα, προέρχονταν από τους καλύτερους σπόρους της χώρας. Οι υπηρέτες είχαν σταλεί προσωπικά από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα για να περισυλλέξουν τα σπόρια που θα χάριζαν ένα θέαμα ανάλογο με τους κήπους των θεών στα ουράνια βασίλεια. Ψηλές τριανταφυλλιές, με άνθη μεγάλα όσο η παλάμη ενός ενήλικα άνδρα και ευωδιαστά σαν άρωμα γλυκιάς κόρης, άλλα κόκκινα σαν αίμα, άλλα ρόδινα σαν τα μάγουλα κόρης. Άλλα εντυπωσίαζαν με την ανάμειξη των χρωμάτων τους: ροζ και πορτοκαλί τα οποία αναμιγνύονταν, προκαλώντας ένα θέαμα ισάξιο με την ανατολή του ηλίου. Πιο πέρα, προς την ανατολική πλευρά του κήπου, κι εκεί που έπεφτε το θερμό φως του ήλιου, έστεκαν περήφανα τα χρυσάνθεμα. Όσοι τα αντίκριζαν για πρώτη φορά, γρήγορα πίστευαν πως ήταν χρυσάφι σμιλεμένο στη μορφή του άνθους, και ο Λιου Γε δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ζήτησε από τις δυο κοπέλες να τον συγχωρέσουν, καθώς ήθελε να εξετάσει από κοντά τα αξιοπερίεργα αυτά μπουμπούκια. Πράγματι, το χρυσαφί αυτό τους χρώμα μπορούσε να ξεγελάσει, μα η ομορφιά τους παρέμενε μοναδική. Πιο μέσα διέκρινε τα λιτά γιασεμιά με το διακριτικό τους άρωμα. Ήταν γνωστό σε κάθε γωνιά της Ηπείρου πως το συγκεκριμένο άνθος ήταν το αγαπημένο του Αυτοκράτορα μα και της συγχωρεμένης μητέρας του. Γιασεμιά πάντα διακοσμούσαν το παλάτι σε μεγάλες γιορτές. Τα τύλιγαν σε στεφάνια μαζί με λωτούς και στόλιζαν τις κολώνες και τις πόρτες. Ακόμα, ήταν συνηθισμένο τα κορίτσια που διέμεναν στο παλάτι να κοσμούν την κόμη τους με χτένες οι οποίες είχαν χαραγμένα σχέδια του λουλουδιού, μια παράδοση την οποία ο νεαρός άρχοντας διατήρησε ακόμα και ύστερα από τον χαμό της μάνας του. Η αγάπη του για τα λουλούδια προερχόταν από εκείνη. Η αυτοκράτειρα όσο ζούσε περνούσε όλα τα απογεύματά της χαμένη μέσα στους κήπους, αναζητώντας γαλήνη μακριά από τη σκληρή πραγματικότητα της αρρώστιας της. Ο θάνατός της είχε στοιχίσει σχεδόν τα λογικά του Αυτοκράτορα.
Οι κοπέλες γρήγορα τον οδήγησαν στην κύρια αίθουσα, όπου και ο Αυτοκράτορας, κρυμμένος από τα θνητά βλέμματα πίσω από μεταξωτές κουρτίνες, άκουγε όσους είχαν ζητήσει ακρόαση μαζί του. Στη θέα αυτή, ο Λιου έπεσε καταγής, προσκυνώντας τον μεγάλο αφέντη ενώ χτύπησε το κούτελό του στο δάπεδο δέκα φορές, εκδηλώνοντας τον σεβασμό του.
«Τι μπορεί να ζητά ένας θνητός από τον Αυτοκράτορά του;» ρώτησε ο άνδρας πίσω από τις μεταξωτές καλύπτρες του θρόνου. Ο Λιου δεν τόλμησε να σηκωθεί.
«Μεγαλειότατε, όλη μου τη ζωή ταξίδευα. Πήγα σε μέρη που κανείς δεν θα τολμούσε να επισκεφθεί και γνώρισα άτομα τόσο θαυμαστά που μόνο εάν ήσασταν μαζί  μου θα πιστεύατε πως υπήρχαν, αλλά και τότε ίσως να είχατε αμφιβολίες. Είδα καταρράκτες με εκατομμύρια διαμάντια να πέφτουν και να διαλύονται στον αέρα. Γύρισα σε κοιλάδες που τα άστρα κατοικούν και ο ουρανός είναι πιο μαύρος και από πίσσα. Τα μάτια μου αντίκρισαν μάγισσες πάνω σε φτερωτούς δράκους και θεότητες πιο σκληρές και από τους δαίμονες που κατοικούν στις Κολάσεις. Διάβασα για θρησκείες με τέρατα τόσο τρομερά, που η ιδέα και μόνο φέρνει ρίγη στην καρδιά μου.» Η εξιστόρηση των περιπετειών του διήρκησε ώρες ολόκληρες και όσοι είχαν μαζευτεί στην αίθουσα άκουγαν με προσοχή τον ηλικιωμένο ταξιδιώτη. Τα αγόρια της αυλής είχαν κρυφτεί πίσω από τις κολώνες και από τα φορέματα των γυναικών, ακούγοντας προσεκτικά και δημιουργώντας εικόνες ηρωικών μαχών στο μυαλό τους. Οι νεαρές κοπέλες τρόμαζαν με τις περιγραφές των τεράτων μα οι καρδιές τους σκιρτούσαν όταν εκείνος ανέφερε τους γενναίους πολεμιστές και ήρωες που είχε συναντήσει. Ο Αυτοκράτορας, αρκετές φορές και χωρίς να τον πάρουν είδηση οι φρουροί του, άνοιγε ελάχιστα τις καλύπτρες για να αντικρίσει τον ξένο. Τον διασκέδαζε η εικόνα του γέρου να κουνάει πέρα δώθε τα χέρια του, να κάνει αστείες γκριμάτσες με το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο και να μιμείται όλες τι αναπάντεχες συναντήσεις με τα αξιοπερίεργα άτομα και πλάσματα. Όμως, εάν κάτι τον παραξένεψε περισσότερο, ήταν η σκυφτή φιγούρα ενός παλικαριού που καθόταν σιωπηλή πίσω του. Κανείς δεν φαινόταν να την είχε διακρίνει και ο άνδρας αισθάνθηκε δέος με την τόσο ταπεινή παρουσία. Αλλά δεν ανέφερε τίποτα. Επέτρεψε στον ξένο να συνεχίσει τις όμορφές του περιγραφές.
Ο Λιου παρέδωσε στον αυτοκράτορα τις σημειώσεις του: το προσωπικό του ημερολόγιο με τα σκίτσα μα και όσα έγγραφα είχε μαζέψει από τους τόπους που είχε επισκεφθεί. Οι σύμβουλοι και ακόλουθοι τα πήραν στα χέρια τους και τα ακούμπησαν με σκυμμένα πρόσωπα δίπλα από τον Αυτοκράτορα. Όταν ρωτήθηκε για το δώρο που είχε κρατήσει κρυφό από όλους, με χαμόγελο μεγάλο και φωτεινό, ο Λιου έγειρε τον κορμό του και τους παρουσίασε ένα παλικάρι. Καθόταν στα γόνατα πίσω ακριβώς από τον ταξιδιώτη και το βλέμμα του δεν είχε σηκωθεί από το πάτωμα. Όλοι τον κοίταξαν με περιέργεια και κάποιοι αναρωτήθηκαν τι το αξιοπερίεργο μπορεί να είχε ένα νεαρό παλικάρι για να το δωρίσει στον Αυτοκράτορα. Ήταν νέος σε ηλικία, δεν είχε φτάσει τα είκοσι χρόνια και τόσο όμορφος που κάθε άντρας θα ζήλευε. Τα μαλλιά του ήταν σκούρα καστανά, ίσια και έπεφταν αρμονικά στον σβέρκο του. Η κορμοστασιά του ήταν λυγερή και περήφανη, ενώ το πρόσωπό του ταπεινό και χλωμό. Τα ρούχα του δεν ήταν λαμπερά ούτε αξιοζήλευτα. Τα μάτια του μονίμως καρφωμένα στο ξύλινο δάπεδο και κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει το χρώμα και τη λάμψη τους. Λαλιά δεν βγήκε από το στόμα του, έως ότου τον πρόσταξε ο άρχοντάς του να μιλήσει. Μα εκείνος χαμήλωσε περισσότερο το κεφάλι και για ακόμα μια φορά κράτησε τη σιωπή του. Ο ένας σύμβουλος του Αυτοκράτορα, ο πιο κοντός και αυτός με την λιγότερη υπομονή, κοκκίνησε σαν τομάτα από θυμό, προσβεβλημένος από την αναίδεια του νεαρού.
«Μεγάλε αφέντη του ουρανού και της γης, Κύριε των πλασμάτων που πατούν σε τούτα τα εδάφη, δεν θα τολμούσα ποτέ να σας προσβάλλω. Αφήστε με να εξηγήσω και να απαλύνω τον επικείμενο θυμό σας. Ο νεαρός δεν μπορεί να μιλήσει» εξήγησε με χαμόγελο ο άνδρας έχοντας προσέξει τον οξύθυμο σύμβουλο.
«Ένας μουγγός τι μπορεί να προσφέρει στον Αυτοκράτορα;» κάποιος άλλος σύμβουλος, πιο χαλαρός στον τόνο και στη μορφή του, ρώτησε γεμάτος απέχθεια.
«Μήπως είναι ευνούχος και η ντροπή του είναι μεγαλύτερη από την ουλή του;» όλοι στον χώρο ξέσπασαν σε γέλια.
Μα σιωπή έμελλε να πέσει όταν ο νεαρός άνοιξε το στόμα του. Μελωδία γλυκιά γεννήθηκε από τα χείλη του και κανείς δεν τον διέκοψε. Λόγια το τραγούδι του δεν είχε, κι αν υπήρχαν, θα ήταν περιττά. Ύψωσε το κεφάλι του και σηκώθηκε όρθιος, έχοντας παρασυρθεί από το τραγούδι του, ενώ η ματιά του ταξίδεψε προς τις μεταξωτές κόκκινες καλύπτρες που έκρυβαν τον Αυτοκράτορα. Σιγή επικράτησε στον χώρο, αποσβολωμένοι καθώς ήταν όλοι από τη μαγεία του νεαρού.
Ο ταξιδιώτης φαινόταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και στο μυαλό του τριγυρνούσαν όλες οι πιθανές ανταμοιβές του Αυτοκράτορα. Χρυσάφι; Πολύτιμοι λίθοι ή καμιά κοπέλα να πάρει μαζί του για γυναίκα; Ή κι όλα μαζί! Χασκογελούσε και τα μάτια του έλαμπαν από απληστία.
Όταν το τραγούδι είχε πια φτάσει στο τέλος, ο νεαρός υποκλίθηκε βαθιά και επέστρεψε στην προηγούμενή του θέση.
«Αυτός ο νέος θα μπορούσε να σου προσφέρει πολλά. Γιατί να τον παραχωρήσεις σε εμένα;» η ερώτηση βρήκε απροετοίμαστο τον άνδρα, ο οποίος όμως δεν έχασε χρόνο να βρει μια κατάλληλη απάντηση.
«Ένα τέτοιο διαμάντι, ένα σωστό αηδόνι, ταιριάζει καλύτερα στα παλάτια του Αυτοκράτορα, να μαγεύει την κάθε στιγμή με την πανέμορφή του φωνή. Εγώ ταξιδεύω όλη μου τη ζωή, δεν χρειάζομαι τραγούδια» εξήγησε ελπίζοντας πως ο αυτοκράτορας δεν θα έβλεπε μέσα από τα λόγια τη δολιότητά του. Ο άρχοντας παρέμεινε αμίλητος για αρκετή ώρα, ενώ μέσα από μια μικρή χαραμάδα των υφασμάτων έριξε μια γρήγορη ματιά στο παλικάρι με τη μαγευτική φωνή. Οι τούφες των μαλλιών του είχαν πέσει μπροστά από τα μυστηριώδη μάτια του και τα χείλη του είχαν κάποιο καλά κρυμμένο χαμόγελο, το οποίο κέρδισε την καρδιά του Αυτοκράτορα. Πράγματι, εάν δεχόταν αυτό το δώρο, τότε το παλάτι θα έσφυζε ξανά από ζωή και οι μέρες θα μετατρέπονταν από υποφερτές σε εύθυμες.
«Πολύ καλά λοιπόν» έλυσε τη σιωπή του χαμηλόφωνα μα με έντονη ευχαρίστηση, «Ο νεαρός θα μείνει εδώ και θα του παραχωρηθεί ένα από τα διαμερίσματά μου» έδωσε εντολή σε συμβούλους και σε υπηρέτες οι οποίοι έσπευσαν να ξεκινήσουν τις προετοιμασίες. «Όσο για εσάς, ταξιδιώτη Λιου, φαντάζομαι θα μας τιμήσετε με την παρουσία σας έως την ώρα που θα κινήσετε για το επόμενο ταξίδι σας. Δεν θα χρειαστεί να ανησυχήσετε για τη δική σας βολή, καθώς το παλάτι διαθέτει αρκετά δωμάτια αλλά και όμορφες παλλακίδες για να περάσετε τη νύχτα».
Ο άντρας έπεσε στο πάτωμα, σκύβοντας το κεφάλι του τόσες φορές όσες και όταν εισήλθε στην αίθουσα. Έπειτα, σηκώθηκε στα πόδια του και σφαλιάρισε τον ώμο του παλικαριού για να τον ακολουθήσει. Τα τύμπανα ήχησαν και οι πόρτες άνοιξαν ενώ οι φρουροί οδήγησαν τους δύο άνδρες στα εσωτερικά δωμάτια.
Τα υπνοδωμάτια που του προσφέρθηκαν ήταν αρκετά ευρύχωρα με μαλακά κρεβάτια και ζεστά παπλώματα, πουπουλένια μαξιλάρια και ένα παράθυρο, το οποίο πρόσφερε μια υπέροχη θέα στου θαυμαστούς κήπους.
«Γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις…» απευθύνθηκε στον νεαρό όταν οι πόρτες έκλεισαν πίσω τους και βρέθηκαν μονάχοι τους στο δωμάτιο του αγοριού. Εκείνος δεν απάντησε, απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

Χριστίνα Ξενάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου