Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28 Μαΐ 2018

0 Oops! Ξέχασα την πεθερά μου στον καταψύκτη (Κεφάλαιο 3)


Ένας σφοδρός πονοκέφαλος με ανάγκασε να ζητήσω παυσίπονο. Ο δικηγόρος φάνηκε διατεθειμένος να με «περιθάλψει».
 «Αν θέλετε, κυρία Κυλοτάκη, μπορώ να σας κάνω ένα ελαφρύ μασαζάκι στα μηνίγγια. Έχω παρακολουθήσει ανάλογα σεμινάρια και ξέρω πως λειτουργώ πολύ “καταπραϋντικά” –αν βέβαια είναι δόκιμος ο όρος».
 Δεν λέω, για κλάσματα του δευτερολέπτου ήμουν έτοιμη να αφεθώ στο ευεργετικό μασάζ, που μου είχαν υποσχεθεί. Γρήγορα όμως, άλλαξα γνώμη καθώς οι «ανασκαφές», που έκανε ο δικηγορίσκος, μια στην αριστερή και μια στην δεξιά οπή της μύτης του, ξεπερνούσαν σε αριθμό αυτές του Σλήμαν στην αρχαία Τροία και στις Μυκήνες.
 «Ξέρετε, θα προτιμήσω κάποιο αναλγητικό. Μήπως σας βρίσκεται κάποιο επάνω σας;»
 «Αν και τα αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, τα κουβαλάω πάντα μαζί μου. Ορίστε!» μου έκανε, δίνοντάς μου ένα κουτί γνωστού παυσίπονου. «Δικό σας, σας το χαρίζω» έκανε με ύφος ανθρώπου, που δώριζε σε κάποιον το νεφρό του! Αφού ήπια ένα, συνέχισα την αφήγησή μου.
 «Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, αυτό το πρώτο ραντεβού δεν εξελίχθηκε έτσι ακριβώς, όπως το φανταζόμουν. Όσο κι αν μου ζητούσε συγγνώμη ο Αλέξανδρος, δεν έδινα την ελάχιστη σημασία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι έκανα χίλια κομμάτια το χαρτάκι με το τηλέφωνό του!»
 «Σταθερό ήταν είπαμε, έτσι;»
  Αν ζούσε ο Μαθουσάλας, περισσότερο μνημονικό θα είχε από δαύτον!
  «Ναι, σταθερό είπαμε, σταθερό» συνέχισα, καταπίνοντας κι ένα δεύτερο παυσίπονο. «Δεν είχαν περάσει δέκα μέρες από το αποτυχημένο ραντεβού και η μοίρα τα ‘φερε να πέσω ξανά πάνω στον Αλέξανδρο».
  «Στο Μινιόν, ήρθε πάλι στο Μινιόν;» με ρώτησε με αγωνία η μινιατούρα αρσενικού απέναντί μου. Με το ζόρι προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
  «Όχι, δεν εμφανίστηκε πάλι στο κατάστημα, εγώ πήγα κατά τύχην εκεί που ήταν εκείνος. Περίμενα τους γονείς μου από το χωριό και σκόπευα να τους κάνω το τραπέζι. Πρώτη φορά θα έμπαιναν στο φοιτητικό μου διαμέρισμα και ήθελα να τους εντυπωσιάσω με τις μαγειρικές μου ικανότητες. Καθώς γνώριζα ότι ο πατέρας μου λάτρευε το χοιρινό κρέας, αποφάσισα να αγοράσω μπριζόλες. Χρήματα μου περίσσευαν αρκετά, καθώς δεν ήμουν και ιδιαίτερα σπάταλη, κι έτσι κίνησα να πάω σε ένα καλό κρεοπωλείο. Ήμουν έτοιμη να προτιμήσω πάλι τον κυρ Μιχάλη, τον οποίο εμπιστευόμουν κυρίως για την ποιότητά, ωστόσο, ατύχησα. H κόρη του το είχε σκάσει με κάποιον αλλόθρησκο κι εκείνος θεώρησε σωστό να κλείσει το μαγαζί για σαράντα περίπου μέρες, λες και πενθούσε».
  «Ο αλλόθρησκος ήταν νόμιμος, είχε άδεια παραμονής;» με διέκοψε απότομα ο δικηγόρος. «Ξέρετε ρωτάω από επαγγελματική διαστροφή, χαχα».
  «Δεν γνωρίζω και δεν νομίζω ότι είναι της παρούσης» απάντησα χολωμένα. «Όπως ανέφερα λοιπόν πριν, το κρεοπωλείο που σύχναζα, ήταν κλειστό κι έτσι, δεν μου έμενε τίποτα από το να αναζητήσω κάποιο άλλο, εξίσου καλό. Μια συμφοιτήτρια μού πρότεινε ένα, που δεν απείχε πολύ με τα πόδια. Μου είχε πει χαρακτηριστικά: “Αν ψωνίσεις μια φορά εκεί, δε θα θελήσεις να πας ξανά αλλού!” Όντως, εξωτερικά το κρεοπωλείο έμοιαζε ξεχωριστό και φροντισμένο. Εκείνο που δεν παρατήρησα, όμως, ήταν η ονομασία του: ΚΡΕΑΤΑ Ο ΣΑΠΙΟΣ έγραφε η ταμπέλα που το κοσμούσε. Μπαίνοντας μέσα, άρχισα να αμφιβάλλω για την επιλογή μου. Το...μουσικό χαλί “Μια ζωή πληρώνω...” της Ρίτας Σακελλαρίου σε συνδυασμό με το έντονο γυναικείο άρωμα, που πλανιόταν στον αέρα, μόνο σε κρεοπωλείο δεν παρέπεμπαν! Πλησίασα αρκετά διστακτικά τον κρεοπώλη. “Καλημέρα , θα ήθελα έξι χοιρινές μπριζόλες με μπόλικο κρέας επάνω”.
 Ο κακομοίρης δεν πρόλαβε να με εξυπηρετήσει, καθώς ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το βάθος: “Σπύροοο, τσακίσου κι έλα δω να συνεχίσεις εσύ! Με χτικιάσανε τα αναθεματισμένα τα χωριάτικα τα λουκάνικα! Θα εξυπηρετήσω εγώ την πελάτισσα.
“Μάλιστα σπεύδω” της απάντησε ο καψερός. H σύζυγος του κρεοπώλη δεν άργησε να φανεί. Και ποιά νομίζετε ότι ήταν;»
  «Κυρία Κυλοτάκη, δεν θα παίξουμε την κολοκυθιά! Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος, αποκαλύψτε μου επιτέλους το όνομα της κρεοπώλισσας!» Aυτό το «Τζέκιλ και Χάιντ» του δικηγορίσκου είχε αρχίσει να με προβληματίζει πλέον πολύ έντονα.
  «Αντζελίνα Χρυσοστόμου-Σάπιου!» Ο δικηγόρος άσπρισε περισσότερο κι από απάτητο χιόνι.
  «Ε, αυτό δεν το περίμενα! Ομολογώ πως καταφέρατε να με εκπλήξετε!» Ή δεν με παρακολουθούσε την ώρα που μιλούσα, ή ο εγκέφαλός του έμπαζε από παντού.
  «Με το που την είδα, λοιπόν, κοκκάλωσα. “Μπα;” με ειρωνεύτηκε. “Σου έδωσε αρκετά ο κανακάρης μου για τις υπηρεσίες που του πρόσφερες, ώστε να είσαι σε θέση να πληρώσεις και καλό κρέας μωρή;”»
  «Ε όχι, και μωρή, αυτό είναι η ύψιστη προσβολή, κυρία Κυλοτάκη μου!» πετάχτηκε ο ζουμπάς, σαν να ‘χαν τρυπήσει μια ντουζίνα πινέζες τα οπίσθιά του.
  «Το ότι με αποκάλεσε εκδιδόμενη, δεν σας θορύβησε;» τον ρώτησα έκπληκτη.
  «Το δικό μου βαρόμετρο ευθυξίας έχει διαφορετικό τρόπο λειτουργίας από το δικό σας» ήταν η απάντησή του. «Επί του θέματος όμως, κυρία Μάρθα, επί του θέματος».
  «Η οργή μου ήταν πλέον, μη ελεγχόμενη. Δεν σας κρύβω πως ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να την βγάλω από την μέση. Ωστόσο, κρατήθηκα και της είπα απλώς: “Είσαστε κλινική περίπτωση, σας λυπάμαι!”
“Με καταριέσαι μωρή, να αρρωστήσω; Με καταριέσαι να μπω σε κλινική, σε νοσκομείο;” ούρλιαζε, σαν δαιμονισμένη στο πικ του εξορκισμού. Ο όλος σαματάς έκανε τον κρεοπώλη και μετέπειτα πεθερό μου να ξεμυτίσει από το εργαστήρι.
  “Αντζελίνα μου, θα μας ακούσει όλη η γειτονιά, τι σου έκανε το κοριτσάκι;”
  “Πάει να ξελογιάσει τον γιο μας, βλάκα, ε βλάκα! Δεν είναι για τα δόντια της. Ο Αλέξανδρός μου είναι για Μπάκιγχαμ, τ’ ακούς;” τον προσγείωσε ανώμαλα.
  »Κι εκεί, που το χέρι μου ακουμπούσε στο πόμολο της εξόδου, άκουσα το όνομά μου.
  “Μάρθα σ’ αγαπάω. Δεν το ‘χω πει ποτέ, σε καμία και τώρα θέλω να το φωνάξω δυνατά!” Ήταν ο Αλέξανδρος, που είχε βγει κι αυτός από το εργαστήρι, κρατώντας μάλιστα δύο σπληνάντερα στο χέρι του.
  «Και πώς το πήρε η θανούσα;» με ρώτησε με τρόπο δεικτικό ο δικηγόρος γιαλαντζί.
  «Λιποθύμησε επί τόπου, καταλήγοντας με τα μούτρα στον φρεσκοκομμένο κιμά».
  Το άνοιγμα του κελιού διέκοψε τον οίστρο μου.
  «Κυρία Κυλοτάκη, θα πρέπει να σας πάμε στο τμήμα. Ο μάρτυρας Θύμιος Καλέργης κατέθεσε πως τα είχατε όλα προμελετήσει και πως ο φόνος δεν έγινε εν βρασμώ ψυχής, όπως ισχυρίζεστε» μου πέταξε κοφτά μια ένστολη.
  Την κάτσαμε την βάρκα, σκέφτηκα. Ο Θύμιος, συγκεκριμένα ο παπά-Θύμιος ήταν ο τελευταίος εραστής  της Αντζελίνας και σίγουρα θα μου έσκαβε τον λάκκο.

Χριστίνα Καρρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου