Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Ιουν 2018

1 Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 2-Reboot)

Όπως προέβλεψα, ξυπνάω το επόμενο πρωί, πεσμένη στο πάτωμα με το συνηθισμένο πια αίσθημα άπνοιας, καταϊδρωμένη. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, κάτι άγνωστο.
Τα πόδια μου με οδηγούν στο μπάνιο χωρίς να τους το ζητήσω προηγουμένως και το σώμα μου με φροντίζει με τον ίδιο τρόπο. Κάθομαι σαστισμένη στον καναπέ μέχρι να αποφασίσω να μου φτιάξω έναν καφέ. Γονατίζω για να ανοίξω τις κούτες με την ένδειξη ''κουζίνα'' και ταυτόχρονα προσπαθώ να θυμηθώ τι το διαφορετικό είχε η χτεσινή νύχτα.
«Το όνειρο!», ψιθυρίζω σαν να μην πρέπει κανείς να ακούσει και ένα πιάτο γλιστράει από τα χέρια μου και καταλήγει σε χίλια κομμάτια, σκόρπια στο πάτωμα.
Δεν είμαι πια στην κουζίνα αλλά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Οι σκηνές του ονείρου μου διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια μου, χωρίς το πέπλο του Μορφέα να με σκεπάζει αυτή την φορά.
...Κάποιος μπαίνει μέσα, με σηκώνει, αναίσθητη πια από τον καπνό και προσπαθεί να με περάσει μέσα από την πόρτα που πριν έσπασε. Το χέρι μου πιάνεται στη σπασμένη ξύλινη πόρτα και ένα αιχμηρό κομμάτι της καρφώνεται βαθειά πάνω του.
Με απομακρύνει από τη φλεγόμενη φυλακή μου και με ακουμπά στο δροσερό χορτάρι, αρκετά μακριά από τη φωτιά. Ανασηκώνει με τα χέρια του το κεφάλι και το πάνω μέρος του σώματός μου, ταρακουνώντας με ελαφρά για να συνέλθω.
Νιώθω το χέρι του στο πρόσωπό μου και καταλαβαίνω ότι είναι ανδρικό. Δεν μπορώ, όμως, να δω το πρόσωπό του, ούτε να ακούσω τη φωνή του. Αισθάνομαι την παρουσία του χωρίς να μπορώ να ανοίξω τα μάτια ή να του μιλήσω. Με αγκαλιάζει σφιχτά με την καρδιά του να χτυπάει τρελά, σαν να θέλει να ξεφύγει από τα δεσμά του θώρακα και  της σάρκας, σαν να πονάει στην ιδέα ότι με έχασε. Ακόμα, νιώθω τα δάκρυά του να στάζουν στο πρόσωπό μου.
Το σώμα του απομακρύνεται. Τα χέρια του με ακουμπούν απαλά στο έδαφος, τα χείλη του αγγίζουν τα δικά μου και η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει και εκείνη στους ίδιους ρυθμούς με τη δική του, σαν να είναι δύο μισά κομμάτια που παλεύουν να γίνουν πάλι ένα. Ανοίγω ελάχιστα τα χείλη μου και τον ακούω να λέει με ανακούφιση «Σε βρήκα».
Η εικόνα ξεθωριάζει και βλέπω ένα κορίτσι να κουνάει τα χέρια του μπροστά από τα μάτια μου. Φαίνεται σαν κάτι να λέει, όμως δεν μπορώ να την ακούσω. Ψάχνει με τα μάτια της το τηλέφωνο και τρέχει να το πάρει όταν το εντοπίζει. Σηκώνομαι, πιάνω το χέρι της και εκείνη γυρνά απότομα το κεφάλι της και με κοιτάει περίεργα. Τραβάει το χέρι της από τα νύχια μου και αρχίζει να μου φωνάζει, να με ρωτάει αν είμαι καλά και τι ήταν αυτό που ακούστηκε πριν, γιατί καθόμουν στο πάτωμα να κοιτάζω το κενό χωρίς καμία επικοινωνία με το περιβάλλον γύρω μου.
Ακόμα δεν την ακούω αλλά καταλαβαίνω τι μου λέει από τις κινήσεις των χεριών της. Το τελευταίο που θυμάμαι είναι το πιάτο να γλιστράει από τα χέρια μου και μετά σκοτάδι.
Γυρίζω με αργά βήματα στην κουζίνα ενώ συνεχίζω να την αγνοώ για να τρομάξω στην εικόνα του κομματιασμένου πιάτου να κολυμπάει στο αίμα. Τότε μόνο νιώθω έναν οξύ πόνο στο χέρι μου. Ένα μεγάλο κομμάτι πορσελάνης είναι καρφωμένο βαθειά μέσα στο κάτω μέρος του χεριού μου και το αίμα στάζει ποτάμι.
Βγάζω με δυσκολία το κομμάτι, για να μπορέσω να δω το μέγεθος της πληγής και ασυναίσθητα μια κραυγή πόνου ξεφεύγει από τα βάθη των πνευμόνων μου. Τώρα πια μπορώ να ακούσω καθαρά το ουρλιαχτό μου. Ζαλίζομαι και σωριάζομαι πλάι στην κόκκινη λιμνούλα με τα πορσελάνινα βότσαλα, κουλουριασμένη, να πιέζω με τα δάχτυλα την πληγή και να σπαράζω στο κλάμα. Ακούω την πόρτα να ανοίγει και η κοπέλα με την κυρία Μαίρη με πλησιάζουν.
Λίγο αργότερα, είμαι στο σαλόνι της κυρίας Μαίρης. Περιποιείται το χέρι μου, είναι νοσοκόμα όπως μου λέει. Την παρακαλώ να μην πει τίποτα στη Μιράντα και της υπόσχομαι να είμαι πιο προσεκτική. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο το κορίτσι που είδα πριν. Με κοιτάζει με ανακούφιση και μου λέει ότι σκούπισε το αίμα και ακόμα πως τακτοποίησε αρκετές από τις κούτες με την ένδειξη “κουζίνα” και ότι, αν θέλω, θα έρθει να μείνει μαζί μου τουλάχιστον μέχρι να κλείσει η πληγή και να μπορώ να κάνω πάλι τις δουλειές του σπιτιού.
Μια στιγμή μόνο κολλάω και μένω να την κοιτάζω για μερικά λεπτά. «Συγγνώμη αλλά ποια είσαι;»
«Είναι η κόρη μου, η Έλενα. Θα τη γνώριζες αν ερχόταν χτες το βράδυ, αλλά... Τέλος πάντων» το βλέμμα της κυρίας Μαίρης συννεφιάζει για λίγο, μέχρι που μιλάει η κόρη της.
«Τέλος πάντων, μαμά. Λοιπόν τι λες, Άριελ, με θέλεις για συγκάτοικο;» χαμογελάει  και μου κλείνει το μάτι συνωμοτικά.
«Το όνομά μου είναι Εύα. Και δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο, τα καταφέρνω μια χαρά μόνη μου. Το βράδυ θα έρθει και η Μιράντα, οπότε θα είμαι εντάξει» απορρίπτω ευγενικά την πρότασή της, αν και δεν προσπαθώ ιδιαίτερα να κρύψω τη δυσαρέσκειά μου για το παρατσούκλι που μου έβγαλε. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι είναι κάποιον μέσα στο σπίτι. Παρόλα αυτά, το πείσμα της δεν μου επιτρέπει να μην δεχτώ τη βοήθειά της με το σπίτι.
Τις επόμενες δύο μέρες ταχτοποιούμε όλα τα πράγματα. Η Έλενα προσπαθεί πολλές φορές να με πλησιάσει, μάταια όμως. Δεν μου βγάζει ούτε λέξη. Είμαι συνεχώς απόμακρη. Αρνούμαι τις προτάσεις της για βόλτα προσποιούμενη κάποια αδιαθεσία και τις δύο μέρες.
Όταν τελικά φεύγει, τη δεύτερη μέρα, για να συναντήσει τους φίλους της, ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και τη σκέφτομαι. Είναι τόσο καλή μαζί μου και εγώ της φέρομαι πολύ απότομα. Δεν είναι λίγες οι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να τη συλλογίζεται. Συχνά έχω την ανάγκη να της μιλήσω για μένα. Η εικόνα της μου είναι τόσο οικεία μα και τόσο άγνωστη συνάμα.
Έχουμε το ίδιο ύψος, τα μαλλιά της είναι σκούρα καστανά, ίσια και μακριά και τα μάτια της έχουν χρώμα σκούρο. Είναι επικοινωνιακή και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Πως γίνεται όμως να αισθάνομαι τόσο οικείο ένα κορίτσι που γνωρίζω για πρώτη φορά;
Τον τελευταίο καιρό φωνάζω στον ύπνο μου. Βλέπω ξανά και ξανά την αρχή του ονείρου. Το σκοτεινό δωμάτιο να παίρνει φωτιά και να με τυλίγουν οι φλόγες.
Ξυπνάω ιδρωμένη και τρομοκρατημένη, ουρλιάζοντας και βήχοντας. Ανακάθομαι, φέρνω τα χέρια μου στο κεφάλι και αφήνω έναν χείμαρρο δακρύων να ξεχυθεί από τις άκρες των ματιών μου. Με την παλάμη μου ακουμπάω το σημείο του στήθους όπου κρύβει την καρδιά μου θέλοντας να την ηρεμήσω, να την κάνω να ελαττώσει τον ρυθμό της. Όταν επιτέλους τα καταφέρνω, ακούω την πόρτα να χτυπάει και στρέφω το βλέμμα μου στο ρολόι που έχω στο κομοδίνο. Με έκπληξη διαπιστώνω ότι δεν είναι περασμένα μεσάνυχτα, όπως περίμενα, αλλά μόνο δέκα το βράδυ.
Τυλίγω μια ζακέτα γύρω μου, γιατί το φανελάκι μου είναι πολύ λεπτό και μουσκεμένο από τον ιδρώτα και με νυσταγμένα βήματα πηγαίνω στην είσοδο. Ανοίγω την πόρτα για να βρω την Έλενα ντυμένη και βαμμένη για βραδινή έξοδο να με κοιτάζει χαμογελαστά.
«Καλησπέρα, Άριελ!» λέει με πολύ πιο ευχάριστο τρόπο από ό,τι μπορώ να ανεχτώ και δεν της απαντώ. Αρκούμαι στο να την κοιτάζω με τα χέρια μου πλεγμένα στο στήθος. «Δεν σε ξύπνησα, έτσι;» ρωτάει και εγκλωβίζει τον δείχτη της ανάμεσα στα δόντια της.
«Βασικά ναι. Και δεν με λένε Άριελ» ο τόνος μου είναι λίγο πιο αυστηρός από ό,τι θέλω όμως αυτό δεν φαίνεται να πτοεί την Έλενα.
«Καλά, τώρα όμως είσαι ξύπνια, οπότε…»
«Όχι, Έλενα» δεν την αφήνω να ολοκληρώσει την πρότασή της. «Ευχαριστώ για την πρόσκληση όμως θέλω να γυρίσω στο κρεβάτι μου. Ίσως μια άλλη φορά.» Πάω να κλείσω την πόρτα μα εκείνη με σταματά βάζοντας το χέρι της στην πόρτα.
«Όμως θα πάμε μαζί στο σχολείο την πρώτη μέρα. Σύμφωνοι;» έχει σηκώσει τα φρύδια της και νιώθω πως δεν θα φύγει από την πόρτα μου αν δεν συμφωνήσω. Και μόλις το κάνω, μια δεύτερη δήλωση έρχεται να ολοκληρώσει την πρώτη. «Και θα έρθω από αύριο βράδυ για να ετοιμαστούμε μαζί.»
«Εντάξει, ναι. Άντε, καληνύχτα τώρα.» Το πείσμα αυτής της κοπέλας είναι πραγματικά αξιοσημείωτο. Μα αν και σε οποιαδήποτε άλλη φάση της ζωής μου θα ήμουν εξαιρετικά ενοχλημένη, για κάποιον άγνωστο λόγο νιώθω μια απειροελάχιστη ευχαρίστηση με το ενδιαφέρον της. Αν και είμαι σίγουρη πως αυτό οφείλεται στη μητέρα της και όχι τόσο στο ότι ίσως με συμπαθεί έστω και λίγο.
Επιστρέφω στο κρεβάτι μου μα όσες σβούρες και να φέρνω κάτω από το σεντόνι, δεν καταφέρνω να κοιμηθώ ξανά. Δαγκώνω το πάνω χείλος μου και παίρνω μια βαθειά ανάσα μαζί με την απόφαση να κάνω ένα ζεστό μπάνιο.
Ένα ζεστό μπάνιο πάντα με χαλαρώνει, ακόμα και το καλοκαίρι, όταν το σώμα απαιτεί δροσιά. Και μετά από τη συναισθηματική φόρτιση που προηγήθηκε, πρώτα λόγω του κακού μου ύπνου και μετά με την επιμονή της νέας μου γειτόνισσας, το έχω ανάγκη.
Το καυτό νερό έρχεται σε επαφή με το παγωμένο δέρμα μου αφήνοντάς του κόκκινα σημάδια καθώς ο ατμός μετατρέπει το δωμάτιο σε σάουνα. Οι πόροι του σώματός μου έχουν ανοίξει και μπορώ με ευκολία να διακρίνω τα μικρά κόκκινα στίγματα, όμοια με τσιμπήματα βελόνας, όμως δεν νιώθω το σύνηθες τσούξιμο.
Καθώς το νερό τρέχει πάνω μου, με γεμίζουν σκέψεις και όλη μου η ζωή περνάει μπροστά μου σαν κινηματογραφικό φιλμ. Τι έχω κάνει για το οποίο θα έπρεπε να αισθάνομαι χαρούμενη; Τίποτα απολύτως. Έχω περάσει την καλύτερη ηλικία μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς οικογένεια, χωρίς ουσία. Και καθώς τα αλμυρά δάκρυά μου αναμειγνύονται με το νερό, μπορώ να αισθανθώ την αρνητική ενέργεια που τόσα χρόνια με βαραίνει να εξατμίζεται, όπως το καυτό νερό και να με αφήνει επιτέλους να αναπνεύσω λίγο καλύτερα.
Αφού ξεπλύνω και τα τελευταία υπολείμματα σαπουνιού από το σώμα και τα μαλλιά μου, σταματάω τη ροή του νερού από το τηλέφωνο του ντους και με την πετσέτα σκουπίζω ευλαβικά τις σταγόνες από το σώμα μου, πριν τη στερεώσω στον κορμό μου. Παίρνω μια δεύτερη πετσέτα και την περνάω απαλά πάνω από τα μαλλιά μου, για να απορροφήσει το πολύ νερό, πριν τελικά τα τυλίξω με αυτήν. Ψάχνω στο ντουλάπι για την κρέμα σώματός μου με άρωμα γαρίφαλο και με πολύ τρυφερό τρόπο αλείφω τα χέρια και τα πόδια μου.
Δεν θυμάμαι πότε ήταν η προηγούμενη φορά που να πρόσφερα τέτοια ή παραπλήσια αγάπη στο σώμα μου και απορώ με τον εαυτό μου το γιατί. Οι άκρες των χειλιών μου τείνουν προς τα πάνω και ένα κύμα χαράς και χαλάρωσης με αγκαλιάζει.
Πιάνω τη βούρτσα στα χέρια μου, με σκοπό να περιποιηθώ και το αγαπημένο μου κομμάτι, τα μαλλιά μου. Περνάω μια μαλακτική κρέμα, με άρωμα γαρίφαλο και αυτή, προτού τα βουρτσίσω. Μετά τους βάζω μπόλικο αφρό και τα αφήνω να στεγνώσουν μόνα τους.
Το δωμάτιό μου είναι αρκετά φωτεινό, από το φεγγαρόφωτο που εισβάλει στον χώρο, οπότε δεν ανοίγω το φως. Φοράω τα ρούχα που είχα αφήσει στην καρέκλα του γραφείου για το πρωί και πηγαίνω στο σαλόνι με την κιθάρα μου.
Χαϊδεύω τις χορδές για λίγο, μέχρι να αποφασίσω να παίξω κάτι δικό μου, κάτι που δεν έχω παίξει ξανά και αφήνομαι στην μουσική μου, τη μόνη μου διέξοδο από την πραγματικότητα.
 Ελένη Ζερβάκου

1 σχόλιο:

  1. Μου αρέσει αυτό που μας δείχνεις μια κανονικότητα που στην ουσία είναι επίφαση και προσπαθούμε να διακρίνουμε από που θα μας έρθει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή