Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29 Ιουν 2018

1 Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 3-Reboot)

«Εύα. Εύα, είσαι μέσα;» Ξυπνάω απότομα από τα χτυπήματα στην πόρτα και νιώθω τον σβέρκο μου πιασμένο.
«Γαμώτο» ψιθυρίζω και σηκώνομαι από τον καναπέ, προσέχοντας να μην πατήσω την κιθάρα μου. Ανοίγω την πόρτα και από την έκφραση της Έλενας καταλαβαίνω ότι δείχνω γελοία. Φαντάζομαι ότι τα μαλλιά μου πετάνε ατίθασα γύρω από το κεφάλι μου και τα μισόκλειστα μάτια μου αποκλείεται να κρύβουν το ότι μόλις ξύπνησα.
 «Συγγνώμη» τραβάει το τελευταίο φωνήεν πριν δαγκώσει το δάκτυλό της όπως και το προηγούμενο βράδυ. Τι κακιά συνήθεια και αυτή. «Σε ξύπνησα πάλι, ε;»
Δεν δίνω παρά μόνο ένα μακρόσυρτο μουγκρητό για απάντηση και πηγαίνω στην κουζίνα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, με σκοπό να φτιάξω καφέ. Ξέρω πως είναι ανώφελο να προσπαθήσω να τη διώξω, οπότε δεν κάνω τον κόπο και την αφήνω να μπει.
«Μα πού τον βάζεις τόσο ύπνο, κοπελιά» κλείνει την πόρτα πίσω της και έρχεται να σταθεί πίσω από τον μαρμάρινο πάγκο.
Ρουθουνίζω δυνατά ως ένδειξη της δυσαρέσκειάς μου και την αφήνω να συνεχίζει να μονολογεί για το πόσο της αρέσει ο ύπνος αλλά όχι μια τέτοια μέρα, όταν έχει τόσα πολλά να κάνει για να ετοιμαστεί για το σχολείο.
«Τι θα βάλεις;» με ρωτάει τελικά και εγώ σηκώνω τους ώμους με απάθεια καθώς πίνω μια γουλιά από τον γαλλικό μου και κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο πίσω της. Η ώρα είναι έξι το απόγευμα.
Πολλές ώρες μετά, ενώ έχει νυχτώσει και έχω περάσει τα πάνδεινα με την Έλενα να μου εξηγεί ακούραστη για τη σημαντικότητα του αγιασμού, όπως ονομάζουν εδώ την πρώτη μέρα στο σχολείο, το ότι δεν γίνεται μάθημα, το πολύ πολύ να μοιράσουν βιβλία στους μαθητές και σε σπάνιες περιπτώσεις να χωρίσουν τις τάξεις, και της καλής εντύπωσης που πρέπει να κάνουν όλοι.
Με ενδιαφέρουν όλα όσα ακούω; Όχι ιδιαίτερα. Όμως όσο αναγκάζομαι να υποστώ το βασανιστήριο του, ερασιτεχνικού φυσικά, μανικιούρ παράλληλα με τη φλυαρία της κοπέλας και όντας στα όρια της τρέλας στη σκέψη του πόση ώρα μπορεί να μιλάει ένας άνθρωπος χωρίς ούτε στάλα νερό, κάνω μια συμφωνία με τον εαυτό μου. Φέτος, για τη διαφορά, δεν θα είμαι τόσο κλειστή στον εαυτό μου όσο πάντα. Θα κάνω μια προσπάθεια να αναπληρώσω έστω και λίγο τη χαμένη παιδική και την τρέχουσα εφηβική μου ηλικία.
Όπως είναι αναμενόμενο, δεν καταφέρνω να πείσω την Έλενα να κοιμηθεί σπίτι της, οπότε καταλήγω να στρώσω ένα σεντόνι στον καναπέ και να της φέρω και ένα μαξιλάρι και ένα δεύτερο σεντόνι για να σκεπαστεί.
Αργά ή γρήγορα, αν και αργότερα από ό,τι περίμενα, το βλέμμα της πέφτει στην κιθάρα μου και όντας ο εαυτός της δεν συγκρατεί την ερώτηση που της δημιουργείται. «Παίζεις;»
Φυσικά και όχι, για διακόσμηση την έχω, αυτές είναι οι λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό. Και παραλίγο να τις ξεστομίσω αλλά θυμάμαι την υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου και αντ’ αυτού της απαντάω πως δεν νιώθω άνετα να παίζω μπροστά σε άλλους. Με εκπλήσσει ευχάριστα και δεν ρωτά τίποτε παραπάνω.
Μιλάμε λίγο για τα ρούχα που θα φορέσουμε το πρωί και την καληνυχτίζω για να πάω και εγώ να ξαπλώσω. Όμως μια ερώτησή της με σταματά.
«Δεν θα με ρωτήσεις;»
«Να ρωτήσω τι;» πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που θα μπορούσα να μάθω από εκείνη.
«Για την προφορά σου. Δηλαδή η μαμά μου, μου είπε ότι έκανες ελληνικά στο σχολείο που πήγαινες αλλά δεν θέλεις να μάθεις αν τα μιλάς καλά;»
«Μαθαίνω ελληνικά από τότε που ξεκίνησα το σχολείο. Ξέρω ότι η προφορά μου έχει ξενική χροιά αλλά αυτό είναι λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι χρησιμοποιώ τα αγγλικά περισσότερο. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον.» Η απάντησή μου μάλλον την καλύπτει, αν και μοιάζει ξαφνιασμένη.
«Έχεις αυτοπεποίθηση. Καλό αυτό.»
«Δεν βλέπω τον λόγο για το αντίθετο» γυρνάω την πλάτη μου, μπαίνω στο δωμάτιό μου και κλείνω την πόρτα πίσω μου.
Αν και νιώθω πολύ κουρασμένη, δεν αφήνω τον εαυτό μου να κοιμηθεί. Φοβάμαι πως ο εφιάλτης μου θα με ξυπνήσει άγαρμπα και απόψε και δεν έχω καμία πρόθεση να μιλήσω στην Έλενα για αυτό. Κλείνω τα μάτια μου μα τα ανοίγω ξανά και ξανά για να μην αποκοιμηθώ.
Το επόμενο πρωί, ξυπνάω με το ίδιο αίσθημα κούρασης που είχα πριν κοιμηθώ. Ακολουθώ την πρωινή μου ρουτίνα, καλημερίζω την Έλενα, που είναι ήδη ξύπνια, και πηγαίνω στο δωμάτιό μου για να ετοιμαστώ, αφήνοντάς την στο μπάνιο για να ντυθεί.
Φοράω ένα γαλάζιο φόρεμα με λίγο μανίκι, στενό στη μέση και φαρδαίνει από εκεί μέχρι που φτάνει το τελείωμα, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, λευκά all star, ένα μακρύ κολιέ με το κλειδί του σολ και το ασημένιο κολιέ από το Παρίσι πιο κοντά στον λαιμό μου. Αφήνω τις μπούκλες μου να πέφτουν φυσικές στους ώμους μου και μαζεύω δύο τούφες πίσω από το κεφάλι μου, ώστε να μην πέφτουν τα μαλλιά στο πρόσωπό μου, το οποίο αφήνω καθαρό.
Στο σαλόνι η Έλενα είναι έτοιμη και με περιμένει καθισμένη στον καναπέ. Φοράει ένα ψηλόμεσο τζιν σορτς, μια κοντή κόκκινη μπλούζα χωρίς μανίκια και κόκκινα all star. Ο λαιμός της είναι ελεύθερος και τα χέρια της γεμάτα με πολύχρωμα βραχιόλια. Όσο για τα μαλλιά της, είναι πιασμένα σε μια κλασσική γαλλική κοτσίδα και φωτίζουν  το πρόσωπό της. Δείχνει τον αθλητικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση και κινητικότητα χαρακτήρα της.
Σε όλο τον δρόμο για το σχολείο, μια απόσταση δέκα με δεκαπέντε λεπτών με τα πόδια, δεν σταματάει να μιλάει. Νομίζω πως μου λέει για τους φίλους της, αν και δεν της δίνω ιδιαίτερη σημασία. Από μόνο του το γεγονός ότι περπατάω μαζί με κάποιον και δεν είμαι μόνη όπως συνήθως είναι μεγάλο βήμα για εμένα. Εξάλλου, αμφιβάλλω αν θα με συμπαθήσει κάποιος από την παρέα της.
Μπαίνοντας στην αυλή, το πρώτο πράγμα που νιώθω είναι φόβος. Κι αν δεν με δεχτούν; Δεν ξέρω γιατί ξαφνικά είναι τόσο σημαντικό αυτό. Ίσως να έχω συνηθίσει ήδη την ενοχλητική παρουσία της Έλενας, ίσως να φταίει η υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι αυτό το συναίσθημα είναι πρωτόγνωρο και δεν βλέπω την ώρα να το ξεφορτωθώ.
Η Έλενα δεν φαίνεται να καταλαβαίνει τις σκέψεις μου και συνεχίζει να φλυαρεί πριν φωνάξει και τρέξει προς ένα άλλο κορίτσι, αφήνοντάς με πίσω. Τη βλέπω να αγκαλιάζει μια κοπέλα με χρυσόξανθα μαλλιά. Όταν απομακρύνονται καταφέρνω να την παρατηρήσω καλύτερα. Φοράει ένα πορτοκαλί σορτς το οποίο έχει ταιριάξει με μια απλή, μαύρη μπλούζα, χωρίς μανίκια και μαύρα σανδάλια. Το σύνολο της ολοκληρώνει με ένα μακρύ κολιέ, με διακοσμητική κουκουβάγια. Τα μαλλιά της πέφτουν στους ώμους της ανάλαφρα και κοτσιδάκια γίνονταν στεφάνι στο κεφάλι της. Αποπνέει θηλυκότητα και σιγουριά. 
Κοιτάζω αυτήν την πανέμορφη κοπέλα και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι όταν καρφώνει τα μελιά μάτια της πάνω μου είναι πως δεν θα μπορέσω ποτέ να της μοιάσω. Χωρίς προειδοποίηση, όση αυτοπεποίθηση με διακατείχε το προηγούμενο βράδυ εξαφανίζεται ως δια μαγείας. 
Σε πολύ λίγο, ένα τσούρμο παιδιά μαζεύονται γύρω τους και ανταλλάζουν αγκαλιές και φιλιά. Κάνω μερικά βήματα πίσω, προσπαθώ να μην γίνω αντιληπτή. Έκανα λάθος όταν νόμισα πως μπορώ να αλλάξω κάτι φέτος. Όλοι έχουν τη θέση τους εδώ και η δική μου είναι εκείνη της καινούριας και τίποτα περισσότερο. Γυρνάω για να φύγω και...
«Ωχ, συγγνώμη» ακούω μια βαριά, βαθειά φωνή και κάθε κύτταρο του σώματός μου τσιτώνει. Γυρνάω αργά το σώμα μου και σηκώνω το βλέμμα μου για να τον δω. Είναι ψηλός, όμορφος και χαμογελαστός. Αυτό το πλαγιαστό χαμόγελο... Νιώθω τα πόδια μου να κόβονται και τη φωνή μου να κολλάει στον λαιμό μου.
«Εεε... Εγώ...» ακόμα και τα σμαραγδιά του μάτια χαμογελάνε.  «Πρέπει να φύγω» ψελλίζω ενώ κατεβάζω το κεφάλι και κάνω να τον προσπεράσω. Μου πιάνει το χέρι πριν προλάβω να φύγω, γυρίζω αμέσως το κεφάλι μου και τον βλέπω να με κοιτάζει με το κεφάλι γερμένο στο πλάι. Για μερικά λεπτά μένουμε να κοιταζόμαστε στα μάτια. Μα τι έχουν αυτά τα μάτια και με κάνουν να χάνομαι σε αυτό το βλέμμα;
«Εύα! Βλέπω γνώρισες τον Σταύρο» είναι η Έλενα αυτή που σπάζει τη σιωπή μας. Έρχεται πίσω από τον Σταύρο μαζί με την κοπέλα που αγκάλιαζε πριν.
Ένα παρατεταμένο “εεε” είναι το μόνο που κατορθώνει να ξεγλιστρήσει από το στόμα μου. Κατεβάζω το βλέμμα μου στο χέρι του, που κρατάει ακόμα το δικό μου και μπορώ να νιώσω ακόμα τα μάτια του πάνω μου. Η άλλη κοπέλα τον τραβάει και περνάει το χέρι της στο δικό του, κάνοντάς με να καταλάβω ότι δεν θα έπρεπε να χάνω τον χρόνο μου μαζί του, γιατί δεν έχω ελπίδες. Όχι πως θα έκανα κάτι, αλλά ομολογώ πως μου τράβηξε την προσοχή για λίγο.
Προτού το καταλάβω, η Έλενα έχει πιάσει το δικό μου χέρι και με τραβά προς το μέρος τους, προς την ξανθιά θεά, τον μαυρομάλλη νέο και τα παιδιά που χαιρετούσαν πριν.
«Ει, παιδιά! Έχουμε νέα άφιξη στην παρέα! Από εδώ η Εύα, μια φίλη μου από Αμερική. Μένει μόνιμα εδώ τώρα» χαμογελάω και χαιρετάω και εγώ με τη σειρά μου.
Οι αντιδράσεις ποικίλλουν. Άλλοι χαμογελούν, άλλοι μένουν αδιάφοροι. Εγώ συγκρατώ μόνο δύο. Ο Σταύρος χαμογελάει εγκάρδια και η κοπέλα με τα χρυσά μαλλιά, η Καίτη όπως μου συστήνεται, έχει αυτό το “αυτή-είναι-η-δικιά-μου-περιοχή-το-νου-σου” βλέμμα. Δεν θα προσποιηθώ πως θυμάμαι τα υπόλοιπα ονόματα.
Μέχρι να τελειώσει ο αγιασμός, και πραγματικά κρατάει πιο πολύ από όσο φανταζόμουν, και να πάμε όλοι μαζί για καφέ, κάτι που δυστυχώς δεν καταφέρνω να αποφύγω, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν τους.
Το καφέ είναι μικρό, μα ιδανικό για μια παρέα εφήβων. Καθόμαστε στη γωνία του μαγαζιού και ενώνουμε δύο τραπέζια για να χωρέσουμε. Η συζήτηση περιστρέφεται φυσικά γύρω από μένα και σίγουρα, αν και αναμενόμενο, δεν μου αρέσει να είμαι το κέντρο της προσοχής. Αποφασίζω να μιλήσω για τα ταξίδια μου, το πιο ακίνδυνο θέμα που μπορώ να σκεφτώ. Όταν λέω για την εποχή που έζησα στο Παρίσι, το βλέμμα του Σταύρου φωτίζεται.
«Πότε πήγες στο Παρίσι;» δεν χάνει την ευκαιρία και με ρωτά.
«Πριν τέσσερα χρόνια» απαντάω φαινομενικά αδιάφορα.
«Ο Σταύρος λατρεύει το Παρίσι. Έχει πάει πολλές φορές, έχει και συγγενείς εκεί…» αρχίζει να μου λέει η Καίτη. Ο Σταύρος όμως τη διακόπτει εμφανώς θυμωμένος.
«Καίτη, μπορώ και μόνος μου να μιλήσω, ευχαριστώ!» ο τόνος της φωνής του σταθερός και ο λόγος του κοφτός, δεν της αφήνει περιθώρια να του αντιμιλήσει. Στρέφει το βλέμμα του σε εμένα, για να συνεχίσει αυτό που η Καίτη άφησε στη μέση, όμως τον προλαβαίνει η σερβιτόρα με τους καφέδες μας.
«Λοιπόν, έχω μια ερώτηση. Πώς γίνεται να έχεις τόσο καλή προφορά αφού μεγάλωσες με Αγγλικά;» ρωτάει το παιδί που κάθεται στην άλλη πλευρά του Σταύρου, ο Ανδρέας.
«Μαθαίνω ελληνικά από όταν ξεκίνησα το σχολείο, σαν να έχω δύο μητρικές γλώσσες» απαντάω γνωρίζοντας ότι ακούγεται περίεργο, αφού δεν έχω ελληνικές ρίζες.
«Λόξα των δικών σου;» ρωτάει η Έλενα αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννοεί και ζητάω εξήγηση.
«Λόξα, παραξενιά, ιδιοτροπία. Μάλλον δεν σου μάθανε καλά ελληνικά τελικά» το σχόλιο της Καίτης, παρά τον σκοπό του, δεν με αγγίζει καθόλου. Αντίθετα, μου δίνει έναυσμα για απάντηση του ίδιου στυλ.
«Είμαι σίγουρη πως ούτε εσύ μιλάς καλύτερα τα Αγγλικά από ό,τι εγώ. Εξάλλου, πόσο καλά μπορεί να σου τα έχουν μάθει;» Χαίρομαι που τη βλέπω να ρουθουνίζει εκνευρισμένη αλλά χωρίς απάντηση. Μα μεγαλύτερη σημασία για μένα έχει το γέλιο του Σταύρου με τον Ανδρέα. Κυρίως του πρώτου.
            Μετά από ώρες, πληρώνω τον καφέ μου και φεύγω πρώτη από την καφετέρια. Χρειάζομαι λίγη ηρεμία, να μείνω λίγο μακριά από τα βλέμματα όλων τους, της Καίτης, που θα με είχε σκοτώσει αν μπορούσε, του Σταύρου, που δεν έπαψε να με κοιτά στιγμή, ακόμα και του Ανδρέα, που μιλούσε με τον Σταύρο.
            Καθώς περπατάω και σκέφτομαι τι να φτιάξω για φαγητό, ακούω κάποιον να φωνάζει πίσω μου. Κοιτάω πίσω από τον ώμο μου και με την άκρη του ματιού μου βλέπω δύο ξανθά αγόρια να περπατάνε πίσω μου. Δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία αλλά επιταχύνω το βήμα μου.
Φτάνω στο σπίτι και ξεκλειδώνω την πόρτα για να μπω. Αφήνω την τσάντα μου στο πάτωμα και πηγαίνω στο ψυγείο αποφασισμένη να  φάω κάτι πρόχειρο, μιας και δεν έχω πολλή όρεξη να μαγειρέψω σήμερα. Αρκούμαι σε ένα τοστ και έναν ανάμεικτο χυμό.
Αφού πλένω το πιάτο και το ποτήρι μου, κάθομαι στον καναπέ και γρατζουνάω μελωδικά την κιθάρα μου. Θυμάμαι τον ρυθμό που έπαιζα πριν δύο βράδια, μου έρχεται η επιθυμία και γράφω τις νότες στο πεντάγραμμό μου για να μην ξεχάσω το τραγούδι.
Μερικά λεπτά μετά, κάποιος χτυπάει την πόρτα. Δεν περιμένω  κανέναν, οπότε σκέφτομαι ότι ίσως είναι η Έλενα πάλι. Τι τις θέλω και εγώ τις αλλαγές; Κακό μπελά έβαλα στο κεφάλι μου, μου φαίνεται. Κοιτάζω από το ματάκι και βλέπω τα δύο ξανθά αγόρια που περπατούσαν πίσω μου πριν. Μόνο που τώρα θυμάμαι τον έναν από τους δύο.
«Γεια… Ανδρέας είπαμε, έτσι;» είναι το αγόρι που καθόταν δίπλα στον Σταύρο στην καφετέρια.
«Γεια σου, Εύα, δεν ενοχλώ, ε;» δεν με διορθώνει οπότε μάλλον πέτυχα το όνομα. «Από εδώ ο αδελφός μου, ο Πέτρος» μου εξηγεί όταν δει το απορημένο βλέμμα μου. Χαμογελάω σφιγμένα. Μάλλον είναι δίδυμα αν κρίνω από την εμφάνισή τους. Αν και ο Ανδρέας έχει πιο καλοσυνάτο βλέμμα.
«Χάρηκα» απαντάω σφιγμένη. Η αλήθεια είναι πως δεν μου αρέσει ο τρόπος που με κοιτάζει ο Πέτρος. Δεν ξέρω, έχει κάτι το πρόστυχο στο βλέμμα του, σαν να είμαι ένα κομμάτι κρέας που θέλει να καταβροχθίσει.
«Η Έλενα;» το ύφος του Ανδρέα είναι αμήχανο, σαν να προσπαθεί να βρει τον τρόπο να πει αυτό για το οποίο είναι εδώ.
«Δεν ξέρω, δεν φύγαμε μαζί» ξέρω ότι ακούγομαι πιο σκληρή από όσο πρέπει, όμως θέλω να μείνω μόνη μου με τη μουσική μου.
«Για να μην τα πολυλογούμε» πετάγεται ο αδελφός του «Αύριο βράδυ θα πάμε όλη η παρέα για ποτό και είπαμε μήπως θέλεις να έρθεις και εσύ.»
Εκείνη την ώρα βλέπω την Έλενα να έρχεται προς το μέρος μας. Χαιρετάει τα παιδιά με μια αγκαλιά, αν δεν είναι η ιδέα μου κρατάει τον Ανδρέα λίγο παραπάνω, και τους κάνει παράπονα που πρόλαβαν να μου πουν για το ποτό.

Ελένη Ζερβάκου

1 σχόλιο:

  1. Πολύ εφηβικό και σπριτόζικο! Θα μπορούσες να δώσεις λίγο χρόνο στην ένταξη και την αποδοχή στην παρέα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή