Η αιώνια μάχη: Η πτώση (Κεφάλαιο 14) - "Όνειρα στο φως του φεγγαριού"

 
«Αρετή» ψιθύρισε στο αυτί της καθώς ακολουθούσε τα βήματά της στον χορό.
«Ναι;»
«Είσαι πολύ όμορφη σήμερα».
Εκείνη απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του, ακολουθώντας τον ρυθμό της μουσικής, κρατώντας τον από το χέρι και επέστρεψε ξανά στην αγκαλιά του μένοντας και οι δυο ακίνητοι, καθώς η άρπα έπαιξε την τελευταία της γλυκιά νότα. Χειροκροτήματα ακούστηκαν από τους συγχωριανούς τους.
«Σε ευχαριστώ, Νικόλα».
Κατέβηκαν από την πίστα και κάθισαν δίπλα-δίπλα στο τραπέζι τους, όπου τώρα είχε έρθει στην παρέα τους και η Λοϊάνα.
«Είστε ταιριαστό ζευγάρι, Αρετή και Νικόλα». Σηκώθηκε και γέμισε το ποτήρι της με κρασί, το σήκωσε ψηλά και τους ευχήθηκε. «Σας εύχομαι ό,τι καλύτερο για το μέλλον, μια μεγάλη οικογένεια και η ζωή σας να φτάσει έως τα βαθιά γεράματα. Είθε τα άστρα να σας δώσουν ευτυχία». Σήκωσε το ποτήρι της ακόμα πιο ψηλά, το έτεινε προς το μέρος τους κι έπειτα ήπιε. Οι γονείς της Αρετής καθώς και ο Κάσιος και ο Ορέστης τη μιμήθηκαν.
Ο Νικόλας συγκινήθηκε και κοίταξε την Αρετή, της οποίας τα μάτια έλαμπαν από χαρά. Στα μάτια της καθρεφτιζόταν ο ουρανός και αυτό την έκανε ακόμα πιο όμορφη. Κοιταχτήκαν για λίγο και γύρισαν προς το μέρος των φίλων τους.
«Σας ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας».

Όλοι μαζί γιόρτασαν τον αρραβώνα τους για αρκετή ώρα πίνοντας αρκετά λίτρα κόκκινο κρασί. Μετά από λίγο όλοι τους είχαν κοκκινίσει από το πολύ πιοτό και τραγουδούσαν μαζί με τους τροβαδούρους.

Ο Νικόλας μαζί με την Αρετή αποφάσισαν να συνεχίσουν τη γιορτή για την πρώτη ημέρα της άνοιξης κάπου αλλού μόνοι τους. Σηκώθηκαν και καληνύχτισαν τους συντρόφους τους και προχώρησαν προς την έξοδο της πλατείας. Σε όλη τη διαδρομή συνάντησαν, χωρίς όμως να ενοχλήσουν, διάφορα νεαρά ζευγαράκια πίσω από δέντρα να είναι αγκαλιασμένα και να χαίρονται τον έρωτα τους.

«Αυτοί είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν, αλλά εμείς πρέπει να πούμε σε ολόκληρο το χωριό ότι είμαστε μαζί» είπε με πικρία στη φωνή του ο Νικόλας τρεκλίζοντας από το ποτό.

«Ναι, αλλά είσαι ο ήρωας του χωριού, εσένα έχουν ως πρώτο θέμα συζήτησης και, Νικόλα, μην ξαναπιείς. Τόσο πολύ έχεις μεθύσει…»

Λέγοντας αυτά τα λόγια εκείνη ακριβώς τη στιγμή παραπάτησε και πάνω στην προσπάθειά της να κρατηθεί όρθια πιάστηκε από το μπράτσο του Νικόλα παρασύροντάς τον κι εκείνον κάτω.

«Κοίτα ποια μιλάει, αυτή που δεν έχει πιει καθόλου» την πείραξε με σοβαρό ύφος Νικόλας, μα μόλις την κοίταξε στα πράσινα μάτια της έσκασαν και οι δυο στα γέλια.

«Ωραία πέσαμε, τώρα πώς σηκωνόμαστε;»

«Σήκω εσύ πρώτος για να με βοηθήσεις να σηκωθώ, τι κύριος είσαι;»

«Εσύ με έριξες, κυρία μου».

Ύστερα από αρκετή προσπάθεια κατάφερε να σηκωθεί και να βοηθήσει και την Αρετή να σταθεί στα πόδια της. Εκείνη αμέσως άρχισε να καθαρίσει το φόρεμά της.

«Προσοχή μην ξαναπέσεις και πάρεις κι έμενα μαζί σου».

«Και τι θα γίνει, εάν ξαναπέσω;» αντέδρασε.

«Μάλλον θα μας βρει εδώ το πρωί».

Συνέχισαν την πορεία τους προσεχτικά για να μην πέσουν και χτυπήσουν. Κατέβηκαν με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή τα λιγοστά σκαλοπάτια της πλατείας και βγήκαν στον δρόμο.

Στο Γλυκό Κρασί δεν υπήρχε ψυχή διότι όλοι ήταν στην πλατεία, αλλά αυτοί που δούλευαν στο μαγαζί, μπαινόβγαιναν συνέχεια κουβαλώντας συνήθως κρασί και μπύρα. Βρήκανε τον Βασίλειο πίσω από τον πάγκο να καθαρίζει μερικά ποτήρια. Ζήτησαν μερικά φλασκιά κρασί αφήνοντας μερικά νομίσματα πάνω στον πάγκο και έφυγαν βιαστικά γιατί ο Βασίλειος φώναζε να πάρουν πίσω τα χρήματά τους.

Λύσανε τα χαλινάρια της Αφροδίτης από το ξύλο όπου την είχαν αφήσει και άρχισαν να περπατάνε αργά-αργά.

Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε και τους χάιδεψε απαλά στο πρόσωπο. Ο αέρας ήταν γεμάτος αρώματα από τους κήπους των σπιτιών και από τα φαγητά που πουλούσαν οι πλανόδιοι πωλητές. Οι περισσότεροι πάγκοι ήταν καλυμμένοι με πανιά διότι οι ιδιοκτήτες τους είχαν πάει να παρακολουθήσουν και αυτοί τη γιορτή.

«Πού θέλεις να πάμε, κυρία μου;»

«Είναι έκπληξη, Νικόλα».

«Πες μου, σε παρακαλώ;» και άρχισε να τη γαργαλάει στα πλευρά, εκείνη απομακρύνθηκε και γύρισε να τον κοιτάξει.

«Καλά θα σου πω. Θα πάμε για μπάνιο».

«Στο μέρος μας;»

«Ναι» απάντησε και τον αγκάλιασε από τη μέση και τον φίλησε. «Αλλά θα πάμε πρώτα από το σπίτι μου να πάρουμε μερικά πράγματα». Έφυγε από την αγκαλιά του κι άρχισε να προχωράει με γοργό βήμα.

Ακολούθησαν το ανατολικό δρομάκι από την πλατεία για να φτάσουν στο σπίτι της Αρετής. Η Αρετή μπήκε στο σπίτι κι εκείνος ίππευσε την Αφροδίτη περιμένοντάς την. Εκείνη έκανε την εμφάνισή της πέντε λεπτά αργότερα κουβαλώντας έναν σάκο μαζί της. Τον έδεσε στη σέλα της Αφροδίτης και με τη βοήθεια του Νικόλα ανέβηκε κι εκείνη στην Αφροδίτη.

Ξεκίνησαν αργά αλλά σταθερά κουβεντιάζοντας ελάχιστα μεταξύ τους. Ο Νικόλας εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή που ήταν τόσο χαλαρός ένα τσίμπημα ήρθε και χτύπησε την καρδιά του, μα αυτή τη φόρα δεν είχε καμιά σχέση με εκείνον τον οξύ πόνο που τον έκανε ανίσχυρο. Αυτό το τσίμπημα ήταν σαν μια υπενθύμιση, μα εκείνη τη στιγμή δεν έδωσε πολλή σημασία.

Η Αρετή ένιωσε το στιγμιαίο σφίξιμό του και τον αγκάλιασε πιο σφιχτά.

«Τι συμβαίνει;»

«Τίποτα» χαμογέλασε «Αυτό συμβαίνει κάθε φόρα που βρίσκομαι κοντά σου» κι εκείνη χαμογέλασε κοκκινίζοντας στο άκουσμα της απάντησής του.

Το σημείο όπου είχαν περάσει το μεσημέρι τους κάνοντας μπάνιο, εκείνη την ώρα ήταν… Δεν μπορούσε να βρει μια λέξη στις σκέψεις του που να το περιγράψει, ώσπου η Αρετή βρήκε την κατάλληλη.

«Είναι γαλήνια αυτήν την ώρα».

«Πράγματι» κατέβηκε από τη σέλα και πάτησε στο καταπράσινο χορτάρι που ήταν γεμάτο με κόκκινες παπαρούνες και μαργαρίτες. Βοήθησε την Αρετή να κατέβει κι άρχισε να κοιτάζει το τοπίο.

Το ποτάμι κυλούσε αμέριμνο μέσα στον χρόνο και γέμιζε το τοπίο με έναν χαλαρωτικό ήχο. Τον ήχο αυτόν τον πλαισίωνε κι ο ήχος μιας κουκουβάγιας που ήταν κουρνιασμένη σε ένα κοντινό δέντρο.

Το φεγγάρι και τα αστέρια στόλιζαν τον νυχτερινό ουρανό αλλά και την επιφάνεια του ποταμού που ήταν σαν καθρέπτης αλλά κινούμενος.

Ένα απαλό αεράκι φύσηξε από τη μεριά του χωριού και έφερε μαζί του τις μυρωδιές από τα φαγητά και τους κήπους.

Ένα απαλό θρόισμα ακούστηκε πίσω του και γύρισε για να κοιτάξει τι το προκαλέσει. Είδε την Αρετή να τινάζει μια μεγάλη κουβέρτα και να την αφήνει να πέσει πάνω στο χορτάρι. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια. «Λέω να κοιμηθούμε εδώ έξω κάτω από τα αστέρια και το φεγγάρι. Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό» η φωνή της είχε μια παράξενη χροιά.

«Η ιδέα σου είναι υπέροχη» της είπε ο Νικόλας και πήγε και κάθισε κοντά της, αφού πρώτα άναψε μια μικρή φωτιά για να φωτίσει το μέρος και να ζεσταίνονται, γιατί παρόλο που είχε μπει η άνοιξη το βράδυ έκανε ακόμα λίγη ψύχρα. Ανάπνευσε το δροσερό άρωμα τριαντάφυλλου που ανέδιδε. Το άρωμα τον έκανε να νιώθει ζωντανός και την καρδιά του να χτυπάει ακόμα πιο δυνατά. Τα πράσινα μάτια της έλαμπαν και τον γέμιζαν με χαρά, όταν συναντούσαν τα δικά του.

Τα κόκκινα σαν κεράσια χείλη της άνοιξαν για να πουν κάτι, αλλά εκείνος δεν άντεξε, αυθόρμητα την φίλησε, την αγκάλιασε τρυφερά κι εκείνη ανταποκρίθηκε με θέρμη.

Όταν διέκοψαν το φιλί τους ο Νικόλας ξάπλωσε ανάσκελα, η Αρετή ξάπλωσε δίπλα του και κοίταζαν και οι δυο τον έναστρο ουρανό.

«Νικόλα» ψιθύρισε ύστερα από λίγη ώρα.

«Ναι;» ρώτησε εκείνος ψιθυριστά, έπιασε ένα φλασκί με κρασί και ήπιε μια γούλια και το πρόσφερε στην Αρετή.

«Μου είχες αναφέρει, πριν από αρκετό καιρό ότι είχες κάποια όνειρα και θα ήθελες να μπορούσες να τα πραγματοποιήσεις, αλλά» σταμάτησε για να πιει μια γούλια κρασί «δεν μπορούσες, γιατί ο Αρίωνας δε θα σου το επέτρεπε».

Εκείνος έγνεψε καταφατικά και πήρε το φλασκί από το χέρι της.

«Θα μου πεις τι όνειρα έκανες;»

Ο Νικόλας κοκκίνισε και γύρισε για να την κοιτάξει. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο και στα μάτια της έβλεπε την αντανάκλαση του ουρανού με τα αστέρια.

«Μόνο με έναν όρο».

«Με τι όρο, Νικόλα;» ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει.

«Να μου πεις και εσύ τα δικά σου όνειρα».

«Σύμφωνοι».

«Λοιπόν» αναστέναξε και ξαναξάπλωσε στην κουβέρτα απλώνοντας το χέρι του κι αγκαλιάζοντας την Αρετή από τους ώμους. «Μικρός άκουγα πολλές ιστορίες με αγγέλους, δράκους, νεράιδες, ξωτικά και λοιπά».

«Και;» ρώτησε η Αρετή.

«Πάντα ήθελα να γίνω ιππότης και να πολεμώ για το καλό και να βοηθάω όμορφες δεσποσύνες».

«Σοβαρά ήθελες να γίνεις ιππότης» γέλασε η Αρετή.

«Ναι, γιατί γελάς, μικρό παιδί ήμουν, αλλά αργότερα έγινα κάτι πιο σκοτεινό από ιππότης» σταμάτησε για λίγο γιατί οι καταστάσεις που δημιουργούσε ο Αρίωνας στο χωριό τον ανάγκασε μιας και είχε κάποιον που να ξέρει να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις να λάβει μέτρα.

«Έμαθα να πολεμάω και να σκοτώνω για να υπερασπίζομαι το χωριό μας». Ανασηκώθηκε και γύρισε το βλέμμα του στην επιφάνεια του ποταμιού, αλλά δεν την έβλεπε, είχε χαθεί στις σκέψεις του. Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ πόσους είχε στείλει στο κενό και για πρώτη φόρα σιχάθηκε τον εαυτό του.

Η Αρετή κατάλαβε τι αισθανόταν εκείνη τη στιγμή. Ανασηκώθηκε κι εκείνη και του έπιασε το χέρι και εκείνος όταν αισθάνθηκε το απαλό άγγιγμά της γύρισε και την κοίταξε στα μάτια.

«Στην αρχή μπορεί να μην το αισθάνεσαι, ίσως είναι η τρέλα της μάχης, η αίσθηση της επιβίωσης. Δεν έχω τη δικιά σου εμπειρία στις συμπλοκές και στις μάχες, αλλά τις προάλλες που πολέμησα και σκότωσα τέσσερα πλάσματα ή ό,τι ήταν αυτά το βράδυ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ, μερικές φορές ακόμα βλέπω το πρόσωπό τους και ιδιαίτερα τα μάτια τους τη στιγμή που πέθαιναν από το χέρι μου».

Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή στο πρόσωπο του.

«Είναι τρελό που ποτέ δεν το είχα σκεφτεί, διότι ο Κάσιος μου είχε βγάλει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό για να μην χαθώ μέσα σε αυτές» πήρε μια βαθιά ανάσα ηρεμώντας και τελικά είχε δίκιο.

Η Αρετή πήρε το φλασκί και ήπιε μια ακόμη γούλια κρασί.

«Δεν είχες αλλά όνειρα, Νικόλα;»

«Είχα ένα μέχρι κάποιο χρονικό σημείο, το οποίο είχα θέσει ως πρώτη προτεραιότητα στη ζωή μου».

Μια κουκουβάγια έκρωξε διακόπτοντας τη φράση του.

«Και ποιο ήταν αυτό το όνειρο;»

«Το όνειρο ήταν να διώξω τον Αρίωνα από το χωριό μας μέχρι τη στιγμή…» κοκκίνισε και η Αρετή, παρόλο που η μικρή τους φωτιά δεν έριχνε αρκετό φως, το πρόσεξε… «Που εκείνο το βράδυ αντίκρισα τα πράσινα μάτια σου, τα οποία με έσωσαν από τους άντρες του Αρίωνα. Τότε εκείνο το βράδυ ένα πιο δυνατό και όμορφο όνειρο με έκανε να προσπαθώ ακόμα πιο δυνατά να νικήσω τον Αρίωνα και το οποίο πραγματοποιήθηκε ύστερα από καιρό».

«Και ποιο ήταν αυτό το όνειρο;» τον ρώτησε η Αρετή κάνοντας πως δεν καταλάβαινε.

«Να είμαι μαζί σου, να σε έχω κοντά μου, να είσαι η σύντροφός μου, εάν το ήθελες και εσύ».

«Και βέβαια το ήθελα από την πρώτη στιγμή που σε είδα». Τα συναισθήματα εκείνης της στιγμής το απαιτούσαν και χωρίς να ελέγξουν το σώμα τους, διότι η αγάπη και ο έρωτας είναι αισθήματα που σε κάνουν να χάνεις τον έλεγχο. Ο έρωτάς τους ήταν θερμός και γλυκός και στο τέλος και δυο είχαν ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη καθώς κοιτούσαν και οι δυο ξανά τα αστέρια.

«Νικόλα» ακούστηκε απαλά η φωνή της Αρετής μέσα στο σκοτάδι, γιατί η φωτιά είχε σβήσει.

«Ναι».

«Λένε ότι οι θεοί κατοικούν στα αστέρια και μας παρακολουθούν. Κρίνουν κάθε μας πράξη και έργο».

«Δεν πιστεύω στους θεούς, Αρετή, αλλά μόνο στους ανθρώπους».

Η Αρετή δεν πίστευε αυτό που άκουσε.

«Πώς το λες αυτό;»

«Γιατί εάν υπήρχαν θεοί δε θα άφηναν ποτέ την κατάσταση έτσι όπως είναι στην Λέινορ, κάτω από την κακία του Βάλντορ».

«Δεν νομίζεις, Νικόλα, πως οι θεοί ορίζουν τη μοίρα μας; Γιατί αλλιώς να είμαστε συγκεκριμένα άτομα με συγκεκριμένες ικανότητες;»

«Είναι αυτό που μόλις είπες, Αρετή».

«Δηλαδή, Νικόλα;» θέλησε να μάθει εκείνη.

Ο Νικόλας πήρε μια βαθιά ανάσα, τράβηξε το σπαθί του από την ασημένια του ζώνη που βρισκόταν δίπλα του και σηκώθηκε όρθιος. Η Αρετή τον κοίταζε με την απορία στο πρόσωπό της.

«Δεν υπάρχουν θεοί γιατί δεν μπορούν να μας ελέγξουν, ούτε τη μοίρα μας».

«Υπάρχουν και έχουν ορίσει τη μοίρα μας» αντέδρασε η Αρετή.

«Τότε τι με εμποδίζει, Αρετή, να κόψω αυτή τη στιγμή το λαιμό μου και να φύγω για το κενό;» και για να δώσει ακόμα πιο πολύ σημασία στα λόγια του τοποθέτησε την κρύα λάμα στον λαιμό του.

«Δε θα το κάνεις».

«Πού το ξέρεις;»

«Γιατί δεν πιστεύω ότι είσαι άνθρωπος που θα ήθελες να αυτοκτονήσεις και να φύγεις έτσι απλά».

«Το έχω σκεφτεί και έχω φτάσει κοντά σε αυτό».

«Τι πράγμα, Νικόλα;» έκανε μη θέλοντας να πιστέψει στα αυτιά της.

«Ναι, Αρετή και σε αυτό το σημείο με είχε φέρει ο Αρίων. Είχα βαρεθεί να πολεμώ συνέχεια, αλλά πάντα στο τέλος, και όχι οι θεοί, αποφάσιζα να συνεχίσω».

«Και τι ήταν αυτό που σε έκανε να συνεχίσεις;»

«Στην αρχή ήταν το μίσος μου για τον Αρίωνα, γιατί θα κέρδιζε εκείνος και δεν άξιζε να περάσω στο κενό για εκείνον».

«Κι έπειτα;»

«Κι αργότερα ήρθες εσύ, Αρετή, αλλά, εάν δεν είχαμε έρθει κοντά ο ένας στον άλλο κι εσύ δε με δεχόσουν θα είχα αποφασίσει να υποκύψω εδώ και καιρό» τράβηξε το σπαθί από τον λαιμό του και κάθισε κοντά της.

«Τώρα κατάλαβα τι εννοείς, αλλά ακόμα δεν μπορώ να μην πιστεύω στους θεούς».

«Εγώ πάντως δε θα προσπαθήσω να σου επιβάλω τη γνώμη μου, αλλά θέλω ούτε και εσύ να προσπαθήσεις».

«Εντάξει» και η φωνή της ακούστηκε σκεπτική.

«Ποια ήταν τα δικά σου όνειρα, Αρετή;» θέλησε να τα μάθει ο Νικόλας.

«Ένα και μοναδικό».

«Μόνο;»

«Ναι, γιατί αυτό φέρνει και όλα τα αλλά μαζί».

«Ποιο είναι;»

«Να βρω κάποιον που να με αγαπήσει και να ζήσω μαζί του τη ζωή μου».

«Δύσκολο όνειρο. Βρήκες κανέναν;» το πέρασε στο αστείο ο Νικόλας για να σπάσει την αμηχανία από την προηγούμενη κουβέντα τους.

«Ναι, έχω βρει κάποιον».

«Και ποιος είναι αυτός; Τον γνωρίζω;» ρώτησε και την πλησίασε αρκετά, το πρόσωπό του απείχε πολύ λίγο από το δικό της.

«Δεν ξέρω, αλλά είναι αρκετά άσχημος. Καθόλου έξυπνος και στέκεται ακριβώς μπροστά μου και λέγεται Νικόλας».

«Τουλάχιστον έχει ωραίο όνομα» και προσπάθησε να την φιλήσει, αλλά εκείνη σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω. Σηκώθηκε κι εκείνος κι άρχισε να την κυνηγάει. Κάποια στιγμή βρέθηκαν να πλατσουρίζουν στη άκρη του ποταμού και ύστερα μέσα να κάνουν μπάνιο και να φιλιούνται.

«Αρετή».

«Ναι».

«Θέλεις να κάνουμε ένα δικό μας όνειρο;»

«Δικό μας;» ρώτησε απαλά.

«Ναι, μόνο δικό μας. Τι θα ήθελες πιο πολύ στη ζωή σου» τη ρώτησε.

«Να βρω κάποιον να με αγαπήσει και να ζήσω μαζί του».

«Οικογένεια, δηλαδή, με ένα αγρόκτημα».

«Κάπως έτσι».

«Έλα έξω» της είπε και την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε απαλά έξω.

«Γιατί;» αντέδρασε.

«Θα δεις τώρα». Και την πήγε σε ένα μεγάλο βράχο που είχε προσέξει πριν από λίγο. Ανέβηκαν επάνω και εκείνη τη στιγμή το φεγγάρι λες και ήξερε τι ήθελε να κάνει ο Νικόλας, φώτισε πιο δυνατά κάνοντας το τοπίο πιο ευδιάκριτο κι ακόμα πιο όμορφο.

Η Αρετή χαμογέλασε.

«Είναι πραγματικά ένα υπέροχο τοπίο».

«Δε θα γινόταν ακόμα πιο υπέροχο με ένα σπίτι κι ένα αγρόκτημα, αγάπη μου;» τη ρώτησε αγκαλιάζοντας την απαλά.

«Ναι, αγάπη μου» του απάντησε και κατέβηκαν και οι δυο από τον βράχο και σαν μικρά παιδιά άρχισαν να κάνουν όνειρα και σχέδια για το πώς θα ήταν το σπιτικό τους.

«Εδώ η κουζίνα, τα υπνοδωμάτια, η αποθήκη…» και συνέχισαν έτσι για αρκετή ώρα μέχρι που Αρετή είπε:

«Γεμάτο παιδιά».

«Θέλεις και παιδιά;» ρώτησε ο Νικόλας.

«Θέλω μαζί σου. Πολλά παιδιά».

Αγκαλιάστηκαν και κοιμήθηκαν εκεί έξω, στο σημείο που έκαναν με αγάπη τα όνειρά τους, με το φεγγάρι και τα αστέρια να είναι φύλακες της αγάπης τους.






Νίκος Καρδαμπίκης