Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

13 Οκτ 2018

0 Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 2)


Το απόγευμα εκείνης της ημέρας, όπως τα περισσότερα απογεύματα, το πέρασα στο δωμάτιό μου ψάχνοντας διάφορα στο ίντερνετ είτε για τις εργασίες μου είτε για άλλα πράγματα που με ενδιέφεραν. Ως γνωστόν απορροφήθηκα τόσο ώστε ξέχασα να φάω κάτι για πολλές ώρες, οπότε το αναμενόμενο χτύπημα στην πόρτα μου δεν άργησε να έρθει. Η μητέρα μου είχε αναλάβει τη διάσωση της υγείας μου για άλλη μια φορά, φέρνοντάς μου βραδινό σε έναν δίσκο. Το ύφος της πρόδιδε την αγανάκτησή της και, αφού με μάλωσε τρυφερά, με έβαλε να της υποσχεθώ πως θα το φάω. Δεν μπορούσα να της πω όχι, όπως και εκείνη άλλωστε, οπότε υπάκουσα τόσο στην υπόδειξή της όσο και στην προσταγή του στομαχιού μου, το οποίο μόλις ήρθε σε επαφή με τη μυρωδιά του λαχταριστού ψητού χοιρινού απαίτησε να το λάβει.
Η μητέρα μου μαγείρευε θεσπέσια, κάτι που σίγουρα δεν είχα κληρονομήσει, όμως παρηγορούσα τον εαυτό μου πως, αν έμενα μόνη μου κάποια στιγμή, ως επιτυχημένη γυναίκα καριέρας που θα ήμουν, θα είχα την οικονομική δυνατότητα να προσλάβω κάποια να μου μαγειρεύει. Η επιλογή του καθημερινού φαγητού απέξω δεν υπήρχε, καθότι το σώμα μου δεν είχε πολλά περιθώρια, μιας και πάντα ήμουν γεροδεμένος άνθρωπος, ξεφεύγοντας οριακά από τα «ενδεδειγμένα» κιλά για το ύψος μου, και δεν είχα καμία όρεξη να τα ξεπεράσω περισσότερο. Δεν ήμουν ποτέ από αυτές τις κοπέλες που πάντα πίστευαν πως πρέπει να χάσουν κιλά, μου άρεσε το σώμα μου ακριβώς όπως ήταν και δεν ήθελα να το αλλάξω. Εξάλλου πάντα είχα πέραση στο αντίθετο φύλο, οπότε ποιος ο λόγος να σταματήσω τη –λίγο– υπέρμετρη κατανάλωση γλυκών και κυρίως σοκολάτας;
«Αύριο έχω συνάντηση με τον κύριο Άνγκους πριν από το μάθημα. Θέλει να μιλήσουμε για το μεταπτυχιακό μου» είπα στη μητέρα μου μπουκωμένη, πριν φύγει από το δωμάτιο. Με κοίταξε περιμένοντας να καταπιώ και να συνεχίσω. «Λες να μου πει ότι δεν ενδιαφέρεται να με πάρει;» Αυτός ήταν ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου το τελευταίο διάστημα. Δε με εμπόδισε όμως από το να συνοδεύσω την μπουκιά μου με μια δαγκωνιά ζεστού ψημένου ψωμιού.
Η μητέρα μου χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Είσαι η καλύτερη στο έτος σου. Σίγουρα δε θα θέλει να χάσει την ευκαιρία να λάβει τα εύσημα για την καθοδήγηση και τη διδασκαλία σου. Μην ανησυχείς». Η σιγουριά με την οποία μου μίλησε με έκανε να αισθανθώ περισσότερο ασφαλής.
Καληνυχτιστήκαμε και με άφησε στην ησυχία του δωματίου μου. Ήταν νωρίς, όμως ήταν πάντα κουρασμένη και δεν κοιμόταν ποτέ μετά τις δέκα το βράδυ. Δεν άκουσα την πόρτα του δωματίου της να ανοίγει, μετά το κλείσιμο της δικής μου, ούτε αυτής του μπάνιου. Ο θόρυβος της συρόμενης πόρτας του γραφείου του πατέρα μου ήταν χαρακτηριστικός, με αποτέλεσμα να καταλάβω ακριβώς πού είχε πάει. Επισκεπτόταν συχνά το γραφείο του, το οποίο παρά τα δεκαέξι περίπου χρόνια που είχαν περάσει, είχαμε αφήσει ανέπαφο. Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο για δύο άτομα –δύο κρεβατοκάμαρες, κουζινοτραπεζαρία, σαλόνι και μπάνιο, και δε χρειαζόταν να το επαναδιακοσμήσουμε.
Ομολογουμένως και εγώ περνούσα αρκετό χρόνο εκεί, ειδικά όταν ένιωθα πιεσμένη ή στεναχωρημένη. Το ρετρό στιλ διακόσμησης που είχε επιλέξει ο πατέρας μου απέπνεε την παρουσία του. Από πολύ μικρή, όταν κάτι χαλούσε τη διάθεσή μου, μεταφερόμουν εκεί. Κοιμόμουν κουλουριασμένη στον μικρό, δερμάτινο διθέσιο καναπέ, έτρωγα, κοιτούσα φωτογραφίες με εκείνον και τη μητέρα μου σε νεότερη ηλικία… Ένιωθα κατά κάποιο τρόπο προστατευμένη παρά την ολοφάνερη απουσία του. Το γραφείο ήταν γεμάτο παλαιού τύπου βαριά έπιπλα, το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν το σκούρο καφέ και στους τοίχους δέσποζαν διάφοροι πίνακες, τους οποίους δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να μάθω ποιος ζωγράφισε. Ξεχώριζε από τη διαρρύθμιση του υπόλοιπου σπιτιού, η οποία ακολουθούσε μοντέρνους και χρωματιστούς ρυθμούς και το αποκορύφωμα του δωματίου βρισκόταν στη δεξιά του γωνία: ένα παλιό πικάπ και πίσω του να δεσπόζει αγέρωχη η βιβλιοθήκη με τις συλλογές δίσκων του πατέρα μου. Είχα γίνει νωρίς εξπέρ στο να αλλάζω τους δίσκους, πάντα προσεκτικά μην προκαλέσω κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά.
Κατανόησα την επιθυμία της μητέρας μου για απομόνωση και δεν πήγα να τη ρωτήσω τι την απασχολούσε. Πάντα μας έλειπε, όσα χρόνια και αν είχαν περάσει, ειδικά σε εκείνη που είχε επιλέξει να περάσει όλη της τη ζωή μαζί του και αντ’ αυτού τον είχε μόνο για λίγα χρόνια κοντά της. Από ό,τι μου είχε πει για εκείνον, καθότι εγώ είχα ελάχιστες αναμνήσεις μαζί του, ήταν δυναμικός χαρακτήρας, από τους ανθρώπους που μπορούσες να στηριχτείς επάνω του, άκρως ερωτεύσιμος σύμφωνα με τα λεγόμενά της και όμορφος –σε αυτό συναινούσαν και οι φωτογραφίες που υπήρχαν στο σπίτι. Η μητέρα μου υποστήριζε πως μοιάζουμε, όμως πίστευα –και οι σπουδές μου το ενίσχυαν– πως ήταν η δική της άποψη, διότι έψαχνε απεγνωσμένα τα χαρακτηριστικά του πάνω στο δικό μου πρόσωπο. Δε με ενοχλούσε. Ίσα ίσα πίστευα πως και μόνο που είχε κάτι δικό του, εμένα, ήταν πιο ήρεμη. Δεν ήθελα να σκέφτομαι τι θα της είχε συμβεί, αν έμενε εντελώς μόνη της μετά τον θάνατό του.
Η περιήγηση στον υπολογιστή και η συζήτηση με την Κρις στο ίντερνετ με βοήθησε να χαλαρώσω και να σταματήσω να σκέφτομαι τον πατέρα μου και το πώς θα ήταν η ζωή μου αν ζούσε ακόμα. Η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσα να κοιμηθώ τον τελευταίο καιρό. Μου έλειπαν τα ταξίδια μου… Τα βράδια η έλλειψη ήταν εντονότερη, λες και η ψυχή μου πάσχιζε να φύγει από το σώμα μου και εγώ την κρατούσα αιχμάλωτη. Δε μου άρεσε η περίοδος απεξάρτησης, όμως είχα παλέψει και ακόμη πάλευα, και δε θα τα χαλούσα όλα για λίγες στιγμές αδυναμίας. Ήταν έντονη η αίσθηση της αστρικής προβολής και κάθε φορά τα επίπεδα ενέργειάς μου ανέβαιναν στα ύψη, όμως καταλάβαινα πως ήταν κάτι επικίνδυνο και έπρεπε να το σταματήσω. Έτσι και αλλιώς ένιωθα εξαρτημένη από αυτό και δε μου άρεσε καθόλου. Πάντα ήθελα να είμαι αυτόνομη, πάντα έλεγα πως δεν θα είχα κάτι να με ορίζει και να με παρασύρει. Δε θα άφηνα ούτε αυτό να το κάνει λοιπόν.
Είχα βρει ένα υποκατάστατο εξάλλου: σκεφτόμουν τα προηγούμενα αστρικά ταξίδια μου και αυτό με ηρεμούσε κάπως. Ήταν σαν να βάζω βάλσαμο στην ανοιχτή πληγή μου. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχα κάνει όσα ταξίδια ήθελα, δεν είχα επισκεφτεί για παράδειγμα μακρινά μέρη, όπως διάβαζα στο ίντερνετ πως κάνουν πολλοί ταξιδευτές. Φοβόμουν να απομακρυνθώ πολύ. Περισσότερο απολάμβανα τη μοναξιά του αστρικού πεδίου. Το Εδιμβούργο και γενικότερα η Σκωτία είχε πάρα πολλά μέρη να επισκεφτείς και, όταν είχες τη δυνατότητα να περιφέρεσαι μόνος σου, ήταν σαν να έχεις δωρεάν πρόσβαση στα πάντα. Ένα μέρος που επισκεπτόμουν συχνά ήταν ο λόφος Κάλτον Χιλ και συγκεκριμένα το μνημείο Νέλσον, έναν ιδιαίτερα ψηλό πύργο από όπου μπορούσες να δεις ολόκληρη την πόλη από κάτω σου. Από τα πιο τουριστικά μέρη της περιοχής, δεν υπήρχε ημέρα που δε θα πνιγόταν από κόσμο ολόκληρος ο λόφος, και αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που επέλεγα να τον επισκεφτώ στα αστρικά μου ταξίδια. Εκεί ήμουν μόνη μου· ούτε ενοχλητικοί τουρίστες να τραβούν φωτογραφίες τα πάντα ούτε υπάλληλοι που σε κοιτάζουν περίεργα και σου δίνουν νωχελικά το εισιτήριό σου, αφού πληρώσεις το απαραίτητο αντίτιμο. Στην ησυχία της αστρικής πραγματικότητας το τοπίο γινόταν ακόμη καλύτερο και δεν το χόρταινα.
Πολλές φορές φανταζόμουν πως βρίσκομαι εκεί. Έκλεινα τα μάτια μου και έφερνα τις εικόνες στο μυαλό μου, την ηρεμία του τοπίου, τη μοναξιά. Είχα διαβάσει πως στο αστρικό πεδίο υπήρχε η δυνατότητα δημιουργίας ενός κύκλου προστασίας γύρω από κάθε ταξιδευτή και πως πιθανότατα γινόταν αυτόματα στους περισσότερους, καθώς όλοι αποζητούσαν την απομόνωση. Έτσι, δεν μπορούσαν να συναντηθούν άλλες ψυχές μεταξύ τους, αν και δε φανταζόμουν πως θα υπήρχαμε πολλοί κάτοικοι της Σκωτίας που θα είχαμε αυτή την ικανότητα.
Σίγουρα βέβαια υπήρχε άλλος ένας…
Βρισκόμουν σε ένα από τα ταξίδια μου. Τις τελευταίες ημέρες δεν ένιωθα την απόλυτη μοναξιά που προσέφερε συνήθως το αστρικό πεδίο. Και τη συγκεκριμένη η αίσθηση ήταν πιο έντονη από ποτέ. Πίστευα όμως πως ήταν η ιδέα μου. Περιφερόμουν σε διάφορα μέρη, ρίχνοντας συνεχώς κλεφτές ματιές πίσω μου. Δεν μπορούσα να χαλαρώσω, όσο κι αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου.
«Τι μανία καταδίωξης σε έπιασε σήμερα, Ναντίν;» μονολόγησα μαλώνοντάς με.
Ξεφύσησα ηττημένη και αποφάσισα να διακόψω το ταξίδι. Βρισκόμουν σε έναν στενό δρόμο λίγο κάτω από το σπίτι μου. Έπρεπε να γυρίσω στο δωμάτιό μου, να είμαι σε κοντινή απόσταση από το σώμα μου, για να μπορέσω να ξαναμπώ σε αυτό ευκολότερα. Προτού βγω στον έρημο κεντρικό δρόμο, το μάτι μου έπιασε μια κίνηση σε μια σκοτεινή εσοχή πίσω από μια σειρά κάδων απορριμμάτων. Πάγωσα. Αυτήν τη φορά ήμουν σίγουρη για το τι είχα δει.
Γύρισα διστακτικά και με μια σχεδόν αστεία φωνή είπα δυνατά και αυστηρά: «Ποιος είναι εκεί;»
Καμία απάντηση, καμία κίνηση. Έκανα ένα βήμα πλησιάζοντας προς την εσοχή, με σκοπό να δω καλύτερα αν και τι κρυβόταν εκεί μέσα. Ένιωθα τον φόβο να κατακλύζει ολόκληρο το κορμί μου, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Αν γυρνούσα την πλάτη μου σε οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό, θα ήμουν περισσότερο ευάλωτη.
«Αν μου υποσχεθείς πως δε θα τρέξεις, θα φανερωθώ» άκουσα μια σιγανή φωνή και κάθε σημείο του κορμιού μου πάγωσε. Και να ήθελα να τρέξω, ήταν αδύνατο.
Δεν κατάφερα να απαντήσω, μόνο έμεινα να κοιτάζω το σκοτεινό σημείο περιμένοντας. Αργά και με σταθερές κινήσεις άρχισαν να εμφανίζονται δύο παρατεταμένα αντρικά χέρια, ακολουθούμενα από το υπόλοιπο σώμα. Ένας ανοιχτόχρωμος νεαρός, με σκούρα, σχεδόν μαύρα, μαλλιά στάθηκε απέναντί μου και μου χαμογέλασε αμυδρά. Οι κινήσεις του ήταν μετρημένες, σαν να προσέγγιζε ένα άγριο ζώο, το οποίο φοβόταν μήπως χάσει ή μήπως του ορμήσει σε ανύποπτη στιγμή.
Χωρίς να το αντιληφθώ είχα πάρει μια στάση άμυνας, λες και περίμενα την επίθεσή του. Δίχως να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του, χαλάρωσα το σώμα μου και στάθηκα στο ύψος μου, ισιώνοντας τα γόνατά μου και κατεβάζοντας τα χέρια μου.
«Γεια σου, Ναντίν» πρόφερε αργά και σταθερά.
Εντάξει, πώς στο καλό ήξερε το όνομά μου;
«Ποιος είσαι;» ρώτησα χωρίς να ανταποδώσω τον χαιρετισμό του. «Πώς ξέρεις πώς με λένε;»
«Ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος να με φοβάσαι. Για τον ίδιο λόγο βρισκόμαστε εδώ» έδειχναν να είναι ειλικρινή τα λόγια του.
Όμως δεν υπήρχε περίπτωση να χαλαρώσω περισσότερο. Και μόνο που δεν έτρεχα πανικόβλητη φωνάζοντας βοήθεια ήταν επίτευγμα. Και η αλήθεια ήταν πως ήξερα ότι δε θα με άκουγε κανείς, οπότε ήταν μάταιος κόπος. Τον κοίταξα πιο έντονα, περιμένοντας την απάντησή του.
«Μπέρναρντ Ντέβερελ. Και το όνομά σου κρέμεται στον λαιμό σου» αποκρίθηκε δείχνοντας με μια κίνηση το μενταγιόν με το ασημένιο πλεγμένο σύρμα που το μαρτυρούσε. Δώρο της Κρις.
Ο Μπέρναρντ δεν ήταν ακριβώς συντοπίτης μου. Είχε βρεθεί στα μέρη μου σε ένα από τα αστρικά του ταξίδια και έκτοτε ήταν από τα αγαπημένα του. Μου είχε εκμυστηρευτεί σε μία από τις συζητήσεις μας πως κάποτε επισκέφθηκε τη Σκωτία και από κοντά και, όσο πλήθαιναν οι συναντήσεις μας, μου είπε πως θα το ξαναέκανε σύντομα, όταν θα του το επέτρεπε η δουλειά του. Ήταν πολύ απασχολημένος, δούλευε ως οικονομικός σύμβουλος σε μια εταιρεία στο Μιζούρι των ΗΠΑ. Τα αστρικά ταξίδια τον βοηθούσαν να αποβάλει το καθημερινό του στρες και, έτσι, ήταν υπέρμαχός τους. Δε συμμεριζόταν τις δικές μου αμφιβολίες σχετικά με την επικινδυνότητά τους. Όσο και αν με χαλάρωναν, όσο και αν τα χρειαζόμουν και τα ένιωθα σαν δεύτερη φύση μου, είχα πάντοτε στο μυαλό μου πως κάποια στιγμή ίσως να μην επέστρεφα στο σώμα μου. Ίσως κάτι να γινόταν και δεν τα κατάφερνα να γυρίσω. Και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι θα μου συνέβαινε τότε. Ίσως να έμενα παγιδευμένη για πάντα ανάμεσα στο αστρικό και στο κοσμικό πεδίο, ίσως χανόμουν στην άβυσσο, ίσως απλώς έπαυα να υπάρχω… Πάντα με ανατρίχιαζε αυτή η σκέψη. Όποτε μου ερχόταν στο μυαλό, προσπαθούσα να την αποδιώξω, τις περισσότερες φορές επιτυχημένα. Δε μου άρεσε να φοβάμαι. Ανέκαθεν ήμουν δυναμικός τύπος, έτοιμη να παλέψω για τους στόχους μου και για αυτούς που αγαπούσα. Δεν ήθελα να νιώθω αδύναμη.
Αυτό έβλεπα και σε εκείνον. Τον ίδιο δυναμισμό, το ίδιο πάθος όταν μου μιλούσε για τα πράγματα που ονειρευόταν και που ήθελε να κάνει. Ήταν από τους λίγους ανθρώπους που εμπιστευόμουν και μπορούσα να του ανοιχτώ τόσο εύκολα. Μπορεί να ήταν επειδή κάπου μέσα μου πίστευα πως δεν ήταν αληθινός. Ήταν ένα είδος φανταστικού φίλου, σαν κι αυτούς που επινοούν τα παιδιά σε μικρή ηλικία. Δεν μπορούσα να απαντήσω με σιγουριά. Στην αρχή αρνιόμουν να τον εμπιστευτώ κι εκείνος πάντα με πείραζε. Αυτό που μπορούσα πλέον να παραδεχτώ με σιγουριά ήταν πως μου έλειπε. Και ήταν από τους πιο βασικούς λόγους, αν όχι ο κυριότερος, που ήθελα να ξανακάνω προβολή. Έστω και μία φορά…


Αγγελίνα Παπαδημητρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου