Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Φεβ 2019

1 Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου (Πρόλογος)


Πρόλογος
Μέσα από το τριζοβόλημα της φωτιάς ξεχωρίζω φωνές. Φριχτές κραυγές πόνου και αγωνίας. Ένα συνονθύλευμα λέξεων που δε βγάζει νόημα. Τα αναφιλητά μου πνίγονται στην προσπάθειά μου να γυρέψω οξυγόνο. Οι πύρινες γλώσσες με περιτριγυρίζουν, καταπίνουν τα πάντα, φράζουν κάθε μου διέξοδο…
Τινάζομαι τρομαγμένος από το ξαφνικό άγγιγμα, αλλά και πάλι αρπάζει το μπράτσο μου. Προσπαθώ να ξεφύγω, μα το κράτημα είναι δυνατό. Και το χειρότερο… δεν έχω πού να πάω. Δεν υπάρχει διαφυγή. Ποτέ δεν υπάρχει.
«Πάρ’ την από εδώ. Σε παρακαλώ, πάρ’ την και φύγε μακριά από εδώ».
Γυρνώ προς το μέρος της βήχοντας δυνατά, σε μια απελπισμένη, μα άκαρπη προσπάθεια να αποβάλω τον καπνό από τον οργανισμό μου. Η γυναικεία μορφή βρίσκεται γονατισμένη δίπλα μου. Το πρόσωπό της χάνεται στο σκοτάδι. Χρησιμοποιεί το ένα της χέρι για να με ακινητοποιήσει, ενώ στο άλλο, τυλιγμένο σε μια ροζ κουβέρτα, κοιμάται ένα μωρό.
«Μην τον αφήσεις να την πάρει. Ό,τι και να γίνει μην τον αφήσεις να την πάρει!» με ικετεύει τοποθετώντας το μωρό προσεκτικά στην αγκαλιά μου.
Δεν την βλέπω, αλλά καταλαβαίνω πως κλαίει και ο δικός της τρόμος έρχεται να προστεθεί στον δικό μου.
«Τρέχα! Τρέχα!» Η γυναίκα έχει εξαφανιστεί, αλλά η φωνή της εξακολουθεί να ακούγεται δυνατά και καθαρά μέσα από τον θόρυβο της καταστροφής.
«Πού να πάω;» ρωτάω με φωνή που τρέμει.
Δεν παίρνω απάντηση.
Ψάχνω τρομαγμένος γύρω μου, ώσπου ανακαλύπτω ένα άνοιγμα στον πύρινο κλοιό και ένα φως στο βαθύ σκοτάδι, που θα ορκιζόμουν ότι δεν υπήρχε εκεί προηγουμένως. Τρέχω ανάμεσα στις μανιασμένες φλόγες που μοιάζουν με θηρία έτοιμα να με κατασπαράξουν, μα δε διστάζω. Αυτή είναι η μοναδική μου ευκαιρία. Τρέχω προς το φως με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή και δε γυρνάω να κοιτάξω πίσω ούτε μια στιγμή. Πρέπει να φύγω από εδώ. Να πάρω το μικρό πλάσμα μακριά από εδώ. Μακριά από τον δαίμονα.
Χάνομαι μέσα στο φως για να βρεθώ στο απόλυτο σκοτάδι. Οι φλόγες έχουν εξαφανιστεί και επικρατεί απόλυτη ησυχία. Αναζητώ μια διέξοδο από το νέο μου μαρτύριο και ξαφνικά μπροστά μου εμφανίζεται μια μεγάλη, βαριά, ξύλινη πόρτα. Η ελπίδα φτερουγίζει στην ψυχή μου. Είμαι σπίτι.
Τα πόδια μου βγάζουν φτερά. Η πόρτα ανοίγει μόλις πλησιάζω και ορμάω στο εσωτερικό δίχως να ελαττώσω ταχύτητα. Ο δαίμονας σύντομα θα έρθει. Χρειάζομαι βοήθεια.
Διατρέχω το σαλόνι και ανεβαίνω την ξύλινη σκάλα με το κόκκινο χαλί που καταλήγει στον επάνω όροφο. Το πρόσωπο που αναζητώ με περιμένει εκεί. Ντυμένη με το ίδιο μακρύ μαύρο φόρεμα που πάντα μισούσα πάνω της.
«Μαμά!» φωνάζω απελπισμένος. «Μαμά, βοήθησέ με. Με κυνηγάει!»
«Ηρέμησε». Γονατίζει δίπλα μου και δυο στοργικά πράσινα μάτια βυθίζονται στα δικά μου. «Όλα θα πάνε καλά».
Δεν την πιστεύω. Δείχνει ανήσυχη, τρομαγμένη και ξέρω πολύ καλά πως δεν μπορεί να με προστατέψει, γιατί μπροστά στον δαίμονα είναι αδύναμη. Πάντα ήταν.
 «Δώσε μου το μωρό».
Διστάζω. Το πλάσμα αυτό με έσωσε από τις φλόγες. Οφείλω να το προστατέψω.
«Αγάπη μου, δώσε μου το μωρό. Δε θα τον αφήσω να την πάρει».
Υποκύπτω με την καρδιά μου να χτυπά όλο και πιο γρήγορα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα για το αθώο πλάσμα. Εκείνη όμως ίσως να ξέρει κάτι. Ίσως αυτήν τη φορά να καταφέρουμε να το σώσουμε.
Η μητέρα μου κλείνει το μωρό στην αγκαλιά και με τραβάει κοντά της. Κουρνιάζω στον ώμο της κρύβοντας το πρόσωπο μέσα στα ξανθά μαλλιά της. Εισπνέω το άρωμα με λαχτάρα. Θυμίζει άνοιξη, χαρά και ασφάλεια.
«Όλα θα πάνε καλά» μου ψιθυρίζει.
Θέλω τόσο πολύ να την πιστέψω, μα δεν προλαβαίνω.
Η πόρτα ανοίγει με δύναμη και κάτω, το σαλόνι, έχει τυλιχτεί στις φλόγες. Ο δαίμονας βρίσκεται ήδη εδώ και μας παρατηρεί. Μαύρο δέρμα, μεγάλα κόκκινα μάτια, μαύρα κέρατα και ένα διαβολικό χαμόγελο που αποκαλύπτει τα κοφτερά του δόντια. Από την πλάτη του ξεπροβάλλουν δύο μεγάλα μαύρα φτερά, που μοιάζουν με δράκου, και οι παλάμες του φλέγονται, καθώς διασχίζει το σαλόνι και ανεβαίνει τη σκάλα.
Η μητέρα μου με τραβά, μα η φωτιά που ανάβει από το πουθενά φράζει και τις δύο πλευρές του διαδρόμου. Επεκτείνεται γρήγορα εμποδίζοντας την πρόσβασή μας ακόμη και στα δωμάτια του ορόφου, όπου θα μπορούσαμε να κρυφτούμε. Μονάχα οι σκάλες γλιτώνουν από τη μανία της, αλλά η παρουσία του δαίμονα με το περιπαιχτικό χαμόγελο αποκλείει και αυτή την επιλογή.
Είμαστε παγιδευμένοι σαν τα ποντίκια και αυτός απολαμβάνει τον τρόμο στα πρόσωπά μας προτού απλώσει τα χέρια του.
«Δώσε μου το παιδί».
Ως απάντηση στην απαίτησή του η μητέρα μου σφίγγει το μωρό στην αγκαλιά της.
«Είπα, δώσε μου το παιδί» φωνάζει εκείνος και το χαμόγελο σβήνει.
«Όχι». Η φωνή της τρέμει, καθώς με τραβάει πίσω της για να με προστατέψει, μα ξέρω πως είναι μάταιο. Για άλλη μια φορά τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει.
Το χαστούκι βρίσκει με μένος στο πρόσωπό της. Πέφτει στο πάτωμα με το σώμα της να προστατεύει το μωρό.
«Άφησέ την!» ουρλιάζω.
Δίχως να σκεφτώ ορμάω μπροστά της με απλωμένα χέρια, νομίζοντας αφελώς πως με αυτό τον τρόπο θα την προφυλάξω από την οργή του.
«Άφησέ την, τέρας!»
Αυτό τον εξαγριώνει. Ο δαίμονας με αρπάζει από τον γιακά και με πετάει στον τοίχο. Καταλήγω στο πάτωμα, με όλο μου το σώμα να υποφέρει από τη δύναμη της σύγκρουσης.
«Ποιος σου είπε να ανακατευτείς; Αρκετά με εσένα! Είναι η τελευταία φορά που με παρακούς!» βρυχάται ο δαίμονας την ώρα που η μπότα του μου πατάει τα δάχτυλα.
Ουρλιάζω και κλαίω, τον παρακαλάω να με αφήσει. Το τρομακτικό «κρακ» του σπασίματος, που απελευθερώνει ορδές μαρτυρίου, πνίγεται κάτω από τις κραυγές μου. Και τότε το μωρό ξυπνάει.
Ο δαίμονας με απελευθερώνει, καθώς το γοερό κλάμα τού υπενθυμίζει τον αρχικό του στόχο. Μαζεύομαι σε μια γωνιά τρομαγμένος, ενώ η μητέρα μου γονατίζει σφαδάζοντας από τον πόνο, δίχως να την έχει αγγίξει κανείς. Ο δαίμονας της αποσπά με τη βία το μικρό πλάσμα και το εναποθέτει με ευλάβεια στο πέτρινο πάτωμα. Χαμογελά αποκαλύπτοντας τα διαβολικά σουβλερά δόντια του. Τον διασκεδάζει το μαρτυρικό κλάμα, που ενώνεται με τις οδυνηρές κραυγές της μητέρας μου, τρυπώντας μου την ψυχή.
 «Σταμάτα!» φωνάζω, όταν στο χέρι του εμφανίζεται από το πουθενά ένα σιδερένιο σπαθί.
Ο δαίμονας με κοιτάζει αδιάφορα και σημαδεύει το θύμα του.
«Επιτέλους. Τίποτα προσωπικό, μικρή μου. Απλώς είσαι ένα μικρό εμπόδιο στα σχέδιά μου». Απολαμβάνοντας τη στιγμή, ανεβάζει το ξίφος ψηλά, παίρνοντας φόρα για το χτύπημα.
«Όχι! Σταμάτα!»
Αυτήν τη φορά δεν κάνει καν τον κόπο να γυρίσει. Τα βλέφαρά μου πονούν από την ένταση που χρησιμοποιώ για να κλείσουν, τη στιγμή που το μέταλλο σκίζει το δωμάτιο και μια τελευταία σπαρακτική κραυγή ξεφεύγει από τα χείλη μου: «ΣΤΑΜΑΤΑ!»

*

«Ντάνιελ, ξύπνα!»
Τινάζομαι ανοίγοντας τα μάτια. Η φρενιασμένη καρδιά μου, η γρήγορη, ακανόνιστη ανάσα μου και ο κρύος ιδρώτας στο πρόσωπο και στην πλάτη μου είναι τα πρώτα που αντιλαμβάνομαι.
«Ηρέμησε. Ήταν μόνο ένας εφιάλτης. Ένα όνειρο. Όλα είναι εντάξει».
Η φωνή της αδελφής μου φτάνει καθησυχαστική από το διπλανό κάθισμα. Τα δάχτυλά της μπλέκονται στα μαλλιά μου. Προσπαθεί να με ηρεμήσει, μα ξέρω πως μέσα της είναι πιο τρομαγμένη από ό,τι εγώ. Η σκέψη αυτή με οπλίζει με δύναμη και με επαναφέρει στην πραγματικότητα.
«Είμαι καλά». Σταματώ το χέρι της. «Σε ευχαριστώ».
«Φώναζες. Πάλι τον εφιάλτη έβλεπες. Το ξέρω…» Τώρα δείχνει θλιμμένη και ανήσυχη. Ο τρόπος που πέφτουν οι ξανθές της τούφες μπροστά στο πρόσωπό της, το φοβισμένο, αλλά πάντα στοργικό της βλέμμα, φέρνουν στη μνήμη μου τη μαμά. Της μοιάζει τόσο πολύ…
«Είμαι εντάξει τώρα. Μην ανησυχείς» λέω ψυχρά και γυρνάω μπροστά.
Την ακούω να ξεφυσάει απηυδισμένη, προτού επιστρέψει στα πίσω καθίσματα του τζετ.
«Πάρε αυτό». Ο αδερφός μου σκύβει, καλύπτοντας την απόσταση μεταξύ μας, για να μου προσφέρει ένα μαντήλι.
Τον ευχαριστώ και σκουπίζω το μέτωπό μου.
Όταν βλέπεις το ίδιο όνειρο για τουλάχιστον είκοσι χρόνια θα περίμενε κανείς να έχεις αναπτύξει ένα είδος ανοσίας στον τρόμο που σου προκαλεί. Και όμως, κάθε φορά με κατακλύζει ο ίδιος πανικός που ένιωσα και την πρώτη φορά.
«Πού βρισκόμαστε;»
«Όπου να ’ναι πρέπει να προσγειωθούμε» απαντά ο αδερφός μου.
«Πολύ καλά. Ας ετοιμαστούμε λοιπόν» λέω με αυστηρό, επαγγελματικό ύφος.
Κανείς δεν τολμά να μου προβάλει αντίρρηση. Κατεβάζουμε τις τσάντες μας και ψάχνουμε τα ρούχα μας. Η μικρή μας αδελφή παίρνει τα πράγματά της και κλειδώνεται στην τουαλέτα του πολυτελούς μας μέσου αφήνοντας σε εμάς το σαλόνι.
«Θες να ανάψω το φως;»
«Δε χρειάζεται» απαντώ κατεβάζοντας τον σάκο μου. Το ημίφως της λάμπας γραφείου μού είναι υπέρ αρκετό.
Οι τρίχες στο δέρμα μου τσιτώνονται στη θέα του «κατάλληλου για την περίσταση ενδύματος». Παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι και γραβάτα. Όλα σε μαύρο χρώμα. Η αδελφή μου εμφανίζεται μέσα σε ένα λιτό φόρεμα, με μακριά μανίκια που φαρδαίνουν στις άκρες. Από τη λεπτή της μέση κρέμεται μια ασημένια αλυσίδα. Μοιάζει να βγήκε από ταινία μεσαιωνικής εποχής, ενώ το μαύρο χρώμα στραγγίζει τη φρεσκάδα του προσώπου της.
Τακτοποιούμε και πάλι τα πράγματά μας και καθόμαστε στις θέσεις μας βυθισμένοι ο καθένας στις δικές του σκέψεις.
Χρόνια περιμέναμε αυτήν τη στιγμή και τώρα δεν έχουμε ιδέα πώς να τη διαχειριστούμε. Ακόμη και οι κουρτίνες είναι κλειστές, για να μη βλέπουμε τη θέα της χώρας που ξεπροβάλλει από κάτω μας. Δεν είμαστε έτοιμοι για αυτό. Δεν έχουμε καν αποφασίσει, αν είναι καλό που γυρνάμε. Ίσως έπρεπε να έχουμε μείνει στο Λονδίνο. Υπάρχουν όμως και υποχρεώσεις που πρέπει να διευθετηθούν. Και μέσα σε όλα αυτά, ήρθε και πάλι ο εφιάλτης…
Έχει περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που τον είδα, ώστε είχα αρχίσει να ελπίζω πως απαλλάχτηκα από αυτόν. Το πρόσφατο συμβάν, μάλιστα, το έκανε ακόμη πιο βέβαιο και πίστεψα στα αλήθεια πως είχα γλιτώσει οριστικά από τον δαίμονα. Κι όμως όχι. Με καταδιώκει ακόμη.
Ίσως να είναι δικό μου φταίξιμο η επιστροφή του εφιάλτη. Ενδεχομένως, με όσα συνέβησαν, να τον ανακάλεσα υποσυνείδητα. Το ένστικτό μου όμως αμφιβάλλει.
Περίεργο. Αυτή είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που μπορώ να νιώθω ασφαλής και ελεύθερος, αλλά το ένστικτό μου είναι ανάστατο και σε συνεχή επαγρύπνηση. Χρόνια προετοιμαζόμουν για την αλλαγή που έρχεται, μα διαισθάνομαι ότι δε θα έχει την έκβαση που πάντα περίμενα…
Η φωνή του πιλότου σκορπίζει τις σκέψεις μου. Μερικά λεπτά αργότερα η πόρτα ανοίγει. Φοράμε τους μαύρους μανδύες μας, με τις κουκούλες να κρύβουν τα πρόσωπά μας, και αποβιβαζόμαστε στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, αφήνοντας τις αποσκευές μας στο τζετ. Αυτά θα τα αναλάβουν άλλοι. Για εμάς έφθασε πια η ώρα να πάρουμε τη θέση που μας αρμόζει.
Κατεβαίνω πρώτος και τα αδέρφια μου ακολουθούν. Πάντα ένα βήμα πίσω μου.
Έξω από το σκάφος μάς περιμένει μια ομάδα έξι αντρών. Κανείς τους δε μιλάει. Τα βλέμματά τους είναι αυστηρώς επαγγελματικά και αφοσιωμένα στον στόχο τους: την προστασία μας.
Μόλις πατάω το πόδι μου στο έδαφος, δύο από αυτούς παίρνουν θέσεις δίπλα μου. Στα πρόσωπά τους αναγνωρίζω τους προσωπικούς μου σωματοφύλακες. Ο ίδιος τους έστειλα νωρίτερα, για να ρυθμίσουν όλες τις λεπτομέρειες μέχρι την άφιξή μου.
Οι υπόλοιποι τέσσερις ακολουθούν πιο πίσω πλαισιώνοντας τα αδέρφια μου. Στο πέτο τους διακρίνω τη χρυσή καρφίτσα σε σχήμα δράκου, στολισμένη με μικρά κομμάτια μαύρου όνυχα. Το σύμβολο του πατέρα μου.
Κατευθυνόμαστε προς το στέγαστρο του αεροδρομίου, όπου μια ομάδα ανθρώπων περιμένει να μας υποδεχτεί. Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη μου, γνωρίζοντας πως στα μάτια τους φαντάζουμε μεγαλόπρεποι με τον αέρα να ανεμίζει τους μανδύες μας, ενώ εμείς βαδίζουμε σταθερά και υπερήφανα προς το μέλλον μας. Τώρα πια όλοι θα μας σέβονται. Έχουμε κερδίσει τη ζωή μας. Έχουμε κερδίσει την ελευθερία μας.
Τι και αν στα όνειρά μου παλεύω ακόμη με τον δαίμονα... Στον πραγματικό κόσμο  είναι νεκρός.
Ο πατέρας μου είναι νεκρός.

Μαρία Μουστοπούλου


Το βιβλίο "Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου" είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς "Διάδοχοι" της Μαρίας Μουστοπούλου, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Από τις ίδιες εκδόσεις διατίθεται και το δεύτερο βιβλίο "Διάδοχοι: Το Δάκρυ της Νεράιδας".

1 σχόλιο: