Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Μαΐ 2019

0 Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 3) - Λέαινα


Το μικρό κοριτσάκι είχε πεισμώσει, που κανένας από τους δύο δεν ήταν πρόθυμος να την βοηθήσει. Από τον έκπτωτο το περίμενε ότι θα δείλιαζε και θα αρνιόταν σίγουρα, δε καταλάβαινε όμως γιατί ο Σκελετός το απέφευγε.
Βρισκόντουσαν και οι τρεις τους, μέσα στη ξύλινη χωρίς σκεπή καλύβα. Ο έκπτωτος καθόταν στο τραπέζι, κοντά στην πόρτα και κάπνιζε ήρεμος το τσιγάρο του, ρίχνοντας τακτικές ματιές στον σκούρο μπλε ουρανό. Ο Σκελετός περιφερόταν άσκοπα στον χώρο, σαν κάτι να τον ενοχλούσε και η Φρειδερίκη ήταν ξαπλωμένη στο ξύλινο πάτωμα κρατώντας στην αγκαλιά της το σπαθί της, με τα μάτια της να επεξεργάζονται τις σπασμένες σανίδες της οροφής.
«Αύριο θα φτιάξουμε την οροφή». Μίλησε απότομα ο Σκελετός στον έκπτωτο.
«Μπορούμε και τώρα». Του απάντησε εκείνος, ανέκφραστος.
«Είναι νύχτα». Του απάντησε ο Σκελετός. «Αύριο το πρωί».
«Όχι πολύ πρωί, θα ξυπνήσουμε τη φιλοξενούμενη μας». Υπέδειξε την Φρειδερίκη με πλατύ χαμόγελο.
Ο Σκελετός δε μίλησε.
«Μπορώ να βοηθήσω». Προσφέρθηκε το κοριτσάκι.
«Είσαι μικρή για τέτοια». Της απάντησε ο έκπτωτος, σβήνοντας το τσιγάρο του.
Η Φρειδερίκη χτύπησε με δύναμη το πόδι της στο πάτωμα, σπάζοντας τοπικά τα σανίδια, έχασε την ισορροπία της, καταλήγοντας η μισή μέσα.
Ο έκπτωτος πήγε αμέσως κοντά της να τη βοηθήσει. «Είσαι καλά;». Τη ρώτησε. «Πόνεσες;».
«Καλά είμαι». Του απάντησε το κοριτσάκι, κουνώντας το πόδι της.
«Τώρα έχουμε να κάνουμε και το πάτωμα». Φώναξε ο Σκελετός, με τα χέρια του τοποθετημένα στη λεκάνη. «Σε λίγο θα πρέπει να φτιάξουμε από την αρχή, όλη την καλύβα».
«Τι σε έχει πιάσει;». Τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Είναι το μοναδικό μέρος, που μπορούμε να κρυφτούμε». Του απάντησε ο Σκελετός. «Καλό θα ήταν να το διατηρούμε».
               Τότε, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, από το πίσω μέρος της καλύβας.
               Η Φρειδερίκη ενστικτωδώς, έβγαλε από τη θήκη το σπαθί της, κρατώντας το σφιχτά με τα δυο της χέρια. Ο έκπτωτος, της έκανε νόημα να παραμείνει ήσυχη, ζητώντας να του δώσει το σπαθί. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μείνε ήσυχη» της ψιθύρισε, μπαίνοντας μπροστά της.
               Ο Σκελετός είχε βγει ήδη έξω, πηγαίνοντας στο πίσω μέρος, εντόπισε ίχνη αίματος.              
               «Τι συμβαίνει;». Ρώτησε σιγανά η Φρειδερίκη, τον έκπτωτο.
«Απλώς μείνε ακίνητη και ήσυχη». Της απάντησε ο έκπτωτος.
               Ο Σκελετός επέστρεψε, στο εσωτερικό της καλύβας. «Έχουμε παρέα» τους είπε.
               «Ποιος είναι;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
               Ο έκπτωτος καταλαβαίνοντας ποιος μπορεί να ήταν, βγήκε γρήγορα έξω να δει, με τη Φρειδερίκη να τρέχει από πίσω του.
               Μία μεγάλη λέαινα βαριανάσαινε, ξαπλωμένη πλάγια. Τα πίσω της άκρα ήταν λερωμένα με αίμα, κοντά στο ένα της πλευρό είχε καρφωμένο ένα βέλος.
               Ο έκπτωτος, έσκυψε από πάνω της, εξετάζοντας τα τραύμα. «Είναι άσχημα τραυματισμένη». Συμπέρανε μετά από λίγο. «Βοήθα με να τη μεταφέρουμε μέσα» είπε στον Σκελετό και τη σήκωσαν μαζί.
               Την άφησαν κοντά στην αναμμένη φωτιά. «Πρόσεχε την, μέχρι εγώ να ετοιμάσω, για να φροντίσω τα τραύμα της». Την πρόσταξε, ο έκπτωτος. «Και εσύ έλα μαζί μου, να σου εξηγήσω τι θα κάνουμε» είπε στον Σκελετό και έφυγαν από την καλύβα.
               Η Φρειδερίκη πλησίασε τη πληγωμένη λέαινα, πήρε το κεφάλι της στην αγκαλιά της και το χάιδευε μαλακά και απαλά, εξετάζοντας με προσοχή τα ανοιχτά τραύματα της. Κατάλαβε πως κάποιος την είχε μαχαιρώσει κοντεύοντας μάλιστα να της ανοίξει τη κοιλιά και ότι είχε δεχθεί ακόμη μερικά χτυπήματα από βέλη. Τινάχτηκε ελαφρώς, από τη τρομάρα που πήρε, όταν έκπτωτος κάθισε σχεδόν αθόρυβα δίπλα της αγκαλιά με μία μικρή λεκάνη με νερό.
               «Συνέχισε να τη χαϊδεύεις». Της είπε ήρεμα. «Γενικώς φρόντισε να την κρατάς ήρεμη και ιδιαίτερα φρόντισε να μη κουνηθεί». Της τόνισε στο τέλος.
               Ο έκπτωτος έπλυνε πρώτα όλα τα τραύματα του ζώου και μετά τα έραψε με προσοχή. Ήταν τόσο αδύναμη που δε του αντιστάθηκε, ήταν σχεδόν αναίσθητη.
               «Ζει ακόμη έτσι;». Ρώτησε η Φρειδερίκη, μη μπορώντας να καταλάβει.
               «Είναι αναίσθητη, από την κούραση. Αύριο που θα ξυπνήσει, θα έχει τουλάχιστον τις αισθήσεις της».
               Η Φρειδερίκη συνέχισε να τη χαϊδεύει, απολαμβάνοντας τη ζεστή ανάσα της λέαινας. «Μου κάνει εντύπωση, που δεν έχει μεταμορφωθεί ακόμη». Είπε.
               «Είναι πολύ αδύναμη για αυτό». Της απάντησε ο Σκελετός. «Θα μεταμορφωθεί όταν αποκτήσει, ένα μέρος της δύναμης της. Εξαρτάται κυρίως από την ίδια».
               Για να μην ενοχλούν την λέαινα, κάθισαν έξω από την καλύβα, ώστε να μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα.
«Όπως καταλάβατε, την έχουμε βάψει». Τους είπε ο Σκελετός.
«Επειδή ήρθε η Γαριφαλιά να μας δει;». Τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Μη λες το όνομα μίας μάγισσας δυνατά». Του φώναξε ο Σκελετός. «Και δεν ήρθε απλά να μας δει… Βρέθηκε λιπόθυμη έξω από το σπίτι μας».
«Αν τη παρακολουθούσαν, θα είχαν ήδη εμφανιστεί». Απάντησε σοβαρά ο έκπτωτος.
«Μπορεί να είναι κάπου εδώ γύρω, κρυμμένοι και να περιμένουν τη κατάλληλη στιγμή». Του απάντησε ο Σκελετός.
«Για ποιο λόγο να μας επιτεθούν;» τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Σοβαρά μου το ρωτάς αυτό;» τον ρώτησε ο Σκελετός.
«Επιτέλους θα πάψετε να λογομαχείτε; Έχουμε μία πληγωμένη μάγισσα μέσα στη καλύβα, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να τη προσέχουμε και αν υπάρχει κάποιος εχθρός… Θα τον αντιμετωπίσουμε» είπε η Φρειδερίκη κοιτάζοντας τον Σκελετό.
«Μπορείς να πας να δει τι κάνει;» ζήτησε ευγενικά ο έκπτωτος από τη Φρειδερίκη. Περίμενε πρώτα να απομακρυνθεί τελείως η μικρή και ύστερα μίλησε στον Σκελετό. «Πες μου τώρα».
«Ξέρεις πολύ καλά» απάντησε ο Σκελετός. «Είμαστε μόνοι μας σε όλο αυτό και χρειάζομαι τη δύναμη σου».
               Ο έκπτωτος δε μίλησε άλλο, ρίχνοντας το βλέμμα του στο έδαφος έβγαλε από τη τσέπη να στρίψει ένα τσιγάρο.
               Μέσα στη καλύβα, η Φρειδερίκη είχε κουρνιάσει δίπλα στη Λέαινα. «Νομίζω ότι με πονάει η κοιλιά μου» είπε όταν είδε το κεφάλι του έκπτωτου, πάνω από το δικό της κεφάλι.
 «Έχεις τα…τα γυναικολογικά σου;». Τη ρώτησε εκείνος.
«Δε νομίζω». Απάντησε ο Σκελετός. «Έχεις περίοδο;» τη ρώτησε.
«Όχι» απάντησε και στους δύο. «Όπως επίσης δεν έχω ούτε βυζιά» γκρίνιαξε πιάνοντας το επίπεδο πλέον στήθος της.
«Καλά αυτό δεν είναι τόσο τρομερό» σχολίασε ο έκπτωτος.
«Εγώ δε ξέρω από αυτά» είπε ο Σκελετός.
«Καλά εσύ δεν έχεις γενικότερα την αίσθηση της σάρκας, οπότε δε μετράει η άποψη σου» είπε ο έκπτωτος.
«Δεν έχεις πάει με γυναίκα;» ρώτησε η Φρειδερίκη, τον Σκελετό.
«Με τι προσόντα;» αντέδρασε αμέσως ο έκπτωτος.
«Με το δικό του τρόπο» απάντησε εκείνη, μη τολμώντας να φανταστεί αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο ερωτικής συνεύρεσης.
«Δεν υπάρχουν γυναίκες, όπως το εννοείται εσείς. Είμαστε σκελετοί. Κινούμενα κόκαλα». Ξεκίνησε να χορεύει, κουνώντας τα χέρια – ποδιά, βγάζοντας στο τέλος το κεφάλι του και κρατώντας το με το ένα του χέρι. «Τόσο απλό όσο ακούγεται». Μιλούσε κρατώντας το κεφάλι του ψηλά με το ένα του χέρι, ύστερα το τοποθέτησε στη θέση του.
«Και σε τι χρησιμεύεις;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Είναι ο Χάρος, που θα έρθει να σε πάρει» απάντησε ο έκπτωτος.
               Ο Σκελετός έβγαλε ξανά το κεφάλι του λες και ήταν καπέλο, κάνοντας μία υπόκλιση. «Στις υπηρεσίες σας» είπε επιστρέφοντας το κεφάλι του, στην αρχική του θέση.
               Η Φρειδερίκη είχε μείνει άφωνη. «Έζησα για να το δω και αυτό» σχολίασε ανατριχιάζοντας ολόκληρη.
«Αλήθεια δεν έχεις ξανά δει Σκελετωμένους – Χάροντες;» ρώτησε ο έκπτωτος.
«Όχι. Ο πατέρας μου νομίζω ναι, εγώ δεν έχει τύχει…μέχρι τώρα» είπε κοιτάζοντας τον Σκελετό.
«Μεγάλη μου τιμή, που είμαι ο πρώτος σου» ανταποκρίθηκε ο Σκελετός.
«Αυτό ακούστηκε λίγο παράξενο» σχολίασε ο έκπτωτος.
«Ναι, ήταν κάπως παράξενο» συμφώνησε η Φρειδερίκη. «Εσύ έχεις πάει με γυναίκα;» ρώτησε απότομα η Φρειδερίκη.
«Αν έχει πάει λέει»
«Αλήθεια;» . Η  Φρειδερίκη εντυπωσιάστηκε. «Και δε σου φαίνεται».
«Έχει κρυφές χάρες» είπε ο Σκελετός, παινεύοντας τον φίλο του.
Ο έκπτωτος παρέμενε σιωπηλός, σκαλίζοντας με ένα χοντρό μακρύ ξύλο τη στάχτη της φωτιάς.
«Και τα φτερά;» ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Μόνο τα μαγικά πλάσματα μπορούν να τα δουν» απάντησε εκείνος, κοιτάζοντας την βαθιά μέσα στα μάτια.
               Η συγκατοίκηση τους ήταν παράξενη, γιατί ο καθένας τους ξεχωριστά είχε εντελώς διαφορετικές ανάγκες από τον άλλον. Το μόνο κοινό που υπήρχε ήταν ανάμεσα στον Σκελετό και στον έκπτωτο, δε χρειαζόντουσαν ύπνο, λίγη χαλάρωση τους ήταν αρκετή για να ξεκουραστούν.
Ο Σκελετός δεν είχε καμία ανάγκη, ούτε έτρωγε, ούτε έπινε, ούτε κρύωνε, ούτε νύσταζε. Ανέλαβε αρχικά να φτιάξει τη σκεπή που διέλυσε ο έκπτωτος και να την οχυρώσει καλύτερα,  ώστε να διατηρείται τουλάχιστον περισσότερο ζεστή. Διότι πλέον είχαν δύο φιλοξενούμενες, που η μία από τις δύο ήταν και τρομερά λαβωμένη. Έπειτα παραφύλαγε μήπως εμφανιστεί κάποιος εχθρικός ανιχνευτής.
Η Φρειδερίκη μία μέρα στα μέσα του μήνα, αποφάσισε να φύγει με σκοπό να φέρει κάποια βοήθεια και ταυτοχρόνως να ελέγξει εάν υπάρχει τριγύρω κάποιος κρυμμένος εχθρός. Επέστρεψε προς το τέλος, δίχως καμία πληροφόρηση.
Ο έκπτωτος το μόνο που έκανε ήταν να φροντίζει τη λέαινα, εξετάζοντας τακτικά τα τραύματα της και καθαρίζοντας τις πληγές. Καθάριζε τη καλύβα, έλεγχε τη φωτιά στο τζάκι που είχε φτιάξει ο Σκελετός και τις μέρες που έμενε μαζί τους η Φρειδερίκη της έψηνε ότι του έφερνε από το κυνήγι.
Την πρώτη Δεκεμβρίου, η λέαινα συνήλθε πλήρως. Σηκώθηκε από τη θέση της, που ήταν απέναντι ακριβώς από το τζάκι και με αργούς βηματισμούς έφυγε από τη καλύβα, αγνοώντας τους τρεις φύλακες της.
«Θα επιστρέψει;» ρώτησε ο Σκελετός.
«Εάν όντως το θέλει» του απάντησε η Φρειδερίκη.
«Πού πήγε;» τον ρώτησε ο Σκελετός.
«Κάπου, που ξέρει, μόνο η ίδια» απάντησε ο έκπτωτος.
               Μετά από μία μέρα, μία μετρίου αναστήματος γυναίκα, ντυμένη μ’ ένα μαύρο μανδύα, που η φαρδιά μαύρη κουκούλα του κάλυπτε το μισό πρόσωπο της, χτύπησε τη ξύλινη πόρτα της καλύβας.
«Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε με επιθετικότητα ο Σκελετός, ανοίγοντας τη πόρτα.   
«Φώναξε μου τον προστάτη» απάντησε εκείνη, με μία ήρεμη απαλή φωνή.
«Δεν υπάρχει κανένας προστάτης εδώ». Ανταποκρίθηκε αμέσως ο Σκελετός, στον ίδιο τόνο με πριν.
«Υπάρχει όμως ένας έκπτωτος» μίλησε εκείνη ατάραχη.
«Ναι, υπάρχει. Τι τον θέλεις;».
«Να του μιλήσω μόνο».
«Πώς σε λένε;»
«Δεν έχω όνομα»
«Λέαινα;» ρώτησε για να βεβαιωθεί. «Γιατί δεν αποκαλύπτεις το πρόσωπο σου σε εμένα, είμαι φίλος».
«Δεν έχω όνομα, ούτε πρόσωπο» απάντησε εκείνη αυστηρά, κρατώντας σφιχτά τη κουκούλα που κάλυπτε το πρόσωπο της.
«Πέρασε μέσα»
Στεκόταν αγέρωχη μπροστά στην είσοδο της καλύβας, έχοντας απέναντι της τους τρεις να τη κοιτάζουν με προσμονή να μιλήσει.
«Κάποιος που εμπιστεύτηκα με πρόδωσε» τους αποκάλυψε με καθαρή φωνή.
«Ποιος τόλμησε να στο κάνει αυτό;». Τη ρώτησε η Φρειδερίκη, με μάτια βουρκωμένα.
«Δεν έχει καμία σημασία για εσάς» απάντησε η γυναίκα.
«Έχει». Μίλησε ο Σκελετός. «Αν προδώσει και εμάς».
«Τότε θα έχουμε έναν κοινό εχθρό» απάντησε με άνεση η γυναίκα.
«Για να μη μας το λέει, πάει να πει ότι δεν έχουμε» ψιθύρισε ο έκπτωτος στον Σκελετό.
«Για να το λες εσύ, θα ξέρεις καλύτερα» ανταποκρίθηκε ο Σκελετός.
«Μάλλον έχουν χάσει τα ίχνη μου, όχι για πολύ όμως. Όσο έτρεχα να διαφύγω, μπόρεσα να μεταμορφωθώ τρεις φορές, ώσπου έχασα τελείως τις δυνάμεις μου. Με το ζόρι, έφτασα έως τη καλύβα σας. Λίγο ακόμα και θα έμενα λιπόθυμη, έξω από κάποια έρημη σπήλια».
«Οπότε αυτό που μένει, είναι να αρχίζουμε και εμείς να τρέχουμε» είπε ο Σκελετός, νευριασμένα.
«Ναι». Συμφώνησε γρήγορα η μάγισσα. «Για αυτό επέστρεψα, να σας ειδοποιήσω».
«Καλύτερα να μη γυρνούσες καθόλου» είπε ο Σκελετός. «Έκανες τη κατάσταση χειρότερη».
«Δε νομίζω να ήταν καλή, έτσι και αλλιώς». Μίλησε ο έκπτωτος. 
Η μάγισσα κοίταξε τον έκπτωτο, δείχνοντας να συμφωνεί μαζί του. «Θα περάσετε τις Πύλες…» ξεκίνησε να τος λέει.
«Ποιες πύλες;» ρώτησε ο έκπτωτος, νιώθοντας όλη τη ραχοκοκαλιά του να ανατριχιάζει.
«Αδύνατον, να το κάνουμε αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο. Θα ταράξουμε τα Πνεύματα» της είπε ο Σκελετός.
«Θα μεταβείτε αρχικά στο Κόσμο της Αιώρας, μετά θα σας καθοδηγήσει ο Αίολος». Συνέχισε να εξηγεί η μάγισσα. «Τα έχω κανονίσει όλα». 
«Δηλαδή;» τη ρώτησε ο έκπτωτος.
«Πρώτα από όλα, θα κατεβείτε στην Πόλη, εκεί θα συναντήσετε τον Έκτορα. Είναι ένας πολύ καλός μου φίλος και το κλειδί των Πυλών».
«Δεν είναι λίγο επικίνδυνο, να πάμε μέσα από την Πόλη;» ρώτησε ο έκπτωτος.
«Όχι και τόσο» απάντησε. «Ακόμα και αν σας ακολουθήσει κάποιος, δε θα τολμήσει να σας επιτεθεί μέσα στην Πόλη. Η κατάσταση, η αλήθεια είναι, ότι είναι κρίσιμη, ο πόλεμος τολμώ να πω βρίσκεται στις αρχές του. Αλλά ακόμα δεν το διακινδυνεύουν να αποκαλυφθούν στους Ανθρώπους».
«Εσύ δε θα έρθεις μαζί μας;» ρώτησε ο έκπτωτος.
«Πρώτα οφείλω να ενημερώσω τις αδελφές μου, ότι είμαι ζωντανή και φυσικά να τις προειδοποιήσω για τον κίνδυνο που πλησιάζει. Ο Έκτορας θα σας βοηθήσει πολύ. Μην ανησυχείτε».
«Δε θα είσαι καθόλου μαζί μας;». Συνέχισε να τη ρωτάει ο έκπτωτος.
«Θα είμαι μαζί σας, όταν επιστρέψετε» απάντησε η μάγισσα. «Πίστεψε με, αφότου καταφέρετε να περάσετε τη Πύλη, θα είστε περισσότερο ασφαλείς. Όσο παραμένετε εδώ, υπάρχει πρόβλημα».
Ο έκπτωτος γύρισε το βλέμμα του στον Σκελετό, περιμένοντας την αντίδραση του.
«Δε συμφωνώ» είπε ο Σκελετός.
«Και τι προτείνεις να κάνουμε;» τον ρώτησε η Φρειδερίκη.
«Κάτι θα σκεφτούμε» της απάντησε ο Σκελετός.
«Δε μένει πολύς χρόνος» είπε η μάγισσα.
«Πεινάς;». Ρώτησε τη Φρειδερίκη, ο έκπτωτος.
«Λίγο ναι» αποκρίθηκε.
«Να σου μαγειρέψω;».
«Προλαβαίνουμε;». Ρώτησε κοιτάζοντας τη μάγισσα και μετά τον Σκελετό.
«Εάν είναι ένα σύντομο γεύμα…ναι» απάντησε η μάγισσα.

               Τελικά της έβρασε πατάτες, που τις είχε φέρει η ίδια από την Πόλη, μία μέρα που ήθελε να φάει κοτόπουλο με κάτι για συνοδευτικό. Έφαγε δυο – τρεις, πολύ γρήγορα, σχεδόν αμάσητες τις κατέβασε και τις υπόλοιπες, τις πήρε μαζί της.
               «Είμαι έτοιμη για πόλεμο». Δήλωσε περήφανα, καθώς ο έκπτωτος της έδενε ένα πανί στη πλάτη της, που είχε μέσα τις βραστές πατάτες.
               «Εγώ για περιπέτεια» αποκρίθηκε ο Σκελετός. «Δηλώνω ειρηνιστής».
«Κανονικά αυτό που κάνεις, είναι αντιεπαγγελματικό» είπε εκείνη. «Ο πόλεμος σου προσφέρει πελάτες».
               «Υπό αυτή την έννοια, θα συμφωνούσα… αλλά δεν είναι ακριβώς δουλειά… Είναι όπως εσύ είσαι Κυνηγός». Της απάντησε ο Σκελετός.
               «Μην κωλυσιεργείτε» τόνισε η μάγισσα, που έκατσε να φάει και εκείνη. «Απλώστε τα χέρια σας» τους είπε λίγο πριν φύγουν. «Αυτά, θα σας διευκολύνουν…» τους είπε ενώ περνούσε στους καρπούς του έκπτωτου και της Φρειδερίκης, δύο δερμάτινα βραχιόλια.
«Εγώ δεν έχω;» ρώτησε με παράπονο, ο Σκελετός.
«Αφού εσύ δε ζεις καν» αντέδρασε η Φρειδερίκη.
Και η περιπέτεια τους, μόλις ξεκίνησε.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου