Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Οκτ 2017

0 Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 12)

Καμία εμπιστοσύνη

Η γυναίκα γονάτισε αργά δίπλα του και μουρμούρισε κάτι σε μία ακαταλαβίστικη γλώσσα, ενώ το κουτάβι συνέχιζε να γυροφέρνει τον τραυματία και να τον μυρίζει. Ο Χριστόφορος την κοίταξε επιφυλακτικά, μα δεν μίλησε.

2 Η Μάγισσα του Αέρα (Κεφάλαιο 20 - μέρος 2ο)

Παίρνω λίγα λεπτά για τον εαυτό μου, για να επεξεργαστώ τις πληροφορίες των αγοριών και της Μίμη και να βγάλω τα δικά μου συμπεράσματα από αυτήν την παράξενη ιστορία.

3 Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 9 - Μέρος 1o)


Η Ζαμπρίνα έκανε νόημα στον Κίαν να κάνουν ησυχία. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και οι δυο τους γλίστρησαν αθόρυβα στο διάδρομο. Το φωτιστικό του σαλονιού άναψε απότομα, αποκαλύπτοντας ένα στυφό γυναικείο προσωπείο μέσα στο ημίφως.

0 Το Moonlight Tales χρειάζεται τη βοήθειά σας!



Όπως πάντα, όταν χρειαζόμαστε νέα μέλη να βοηθήσουν με το στήσιμο του Moonlight Tales, απευθυνόμαστε σε όλους εσάς: τα άτομα που μας στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια. Αν λοιπόν σε ενδιαφέρει να ενταχθείς στο καταπληκτικό team μας, ιδού τι πρέπει να μάθεις.


Επιμελητές:

Αν θεωρείς πως γνωρίζεις επαρκώς την ελληνική γλώσσα και θέλεις να εξασκηθείς στη διόρθωση, επικοινώνησε μαζί μας. Απαραίτητο είναι κυρίως το ενδιαφέρον, αφού όλοι οι επιμελητές μας περνούν από ταχύρρυθμα μαθήματα, στα οποία τούς εξηγείται όλη η διαδικασία, από το τι χρειάζεται να διορθωθεί σε μία ιστορία ως το πώς μπορούν να γίνουν οι αλλαγές σε κάθε κείμενο.


Αρθρογράφους:

Στο πλαίσιο των αλλαγών μας, ξεκινάμε μία καινούρια στήλη άρθρων, τα οποία θα προσφέρουν έμπνευση στους συγγραφείς και ενδιαφέροντα αναγνώσματα σε όλους τους υπόλοιπους. Το νέο project θα αποτελείται από κείμενα ποικίλης θεματολογίας: από παραμύθια, folklore, ιστορίες με φαντάσματα και αστικούς μύθους σε πραγματικές ιστορίες εγκλημάτων, άλυτα μυστήρια και ό,τι άλλο τραβήξει το ενδιαφέρον των αρθρογράφων μας και μπορεί να προσφέρει έμπνευση στους επισκέπτες μας. Κοινώς, αν σας αρέσει να κάνετε έρευνα για παράδοξα και περίεργα γεγονότα που συνέβησαν ή συμβαίνουν στον κόσμο και το έχετε με τη συγγραφή, επικοινωνήστε μαζί μας.


Αυτό μπορεί να γίνει είτε με μήνυμα στη σελίδα του Moonlight Tales, είτε με email στο moonlightales@gmail.com.


Οι επιμελητές αρκεί απλώς να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους, όμως οι αρθρογράφοι καλούνται να μας στείλουν και ένα μικρό δείγμα του τρόπου γραφής τους (κείμενο 300 λέξεων) πάνω σε όποιο θέμα τους ενδιαφέρει και που εμπίπτει στα πρότυπα της νέας στήλης.

13 Οκτ 2017

4 Διαμάντω, η κλέφτισσα (Κεφάλαιο 1)

Άμποτες, κόρη μου

1797

Ο άνεμος λυσσομανούσε τη νύχτα εκείνη του Φλεβάρη στα Κοντοβούνια, που ξεκινώντας μερικά χιλιόμετρα ανατολικά της Κυπαρισσίας απλώνονται στο κέντρο της εύφορης γης της Μεσσηνίας. Πάνω τους φωλεύουν σαν αετόπουλα χωριά μικρά στο μέγεθος αλλά τεράστια στην ανδρεία, γενέτειρες ονομαστών Κλεφτών και καπετάνιων μέσα στη μακραίωνη σκλαβιά της Τουρκοκρατίας που πλάκωνε το Μοριά. Εκεί λοιπόν, στο νότιο κεφαλοχώρι της ορεινής Τριφυλίας, την Τριπύλα, έμελλε να γεννηθεί μια ηρωίδα, βλαστός της ένδοξης γενιάς των Κόντων-Μπουχαναίων, που θ’ άφηνε το όνομά της μια ξεχωριστή κοντυλιά στην Ιστορία.
Κοντεύανε μεσάνυχτα, όμως στο πατρικό του σπίτι ο Θοδωρής ο Μπουχανάς έμενε άυπνος. Η γυναίκα του η Δέσπω κοιλοπονούσε. Έξω απ’ την κάμαρη ο γιος της, επτάχρονο αγοράκι, είχε κουρνιάσει δίπλα στον πατέρα του κι έσφιγγε δυνατά το τραχύ του χέρι κάθε φορά που άκουγε τις στριγκιές της μάνας του.
«Πατερούλη μ’ αργεί ακόμα;» απόρησε τραβώντας το μανίκι του πουκαμίσου του Θοδωρή και τα ματάκια του γυάλιζαν με αγωνία.
«Υπομονή αγόρι μου. Τόσο εύκολα θαρρείς βγαίνουνε τα παιδιά; Εσένα έκαμε πόσες ώρες να σε γεννήσει η μάνα σου» απάντησε εκείνος και χάιδεψε το κεφάλι του μικρού προσπαθώντας να ηρεμήσει. Δεν ήταν και πολύ εύκολο· δυο μωρά είχε χάσει η Δέσπω τα προηγούμενα χρόνια κι ο φόβος μη δεν πάει καλά η γέννα πλανιόταν συνέχεια στον αέρα παγώνοντας το μυαλό και την καρδιά του.
«Θε μου, βοήθησέ την» έστρεψε το βλέμμα του στο ταβάνι. «Βοήθησε τη Δέσπω μου… Κάμε να βγει γερό το σπλάχνο μας, να ζήσει, και δε με νοιάζει αν θα ’ναι γιος ή κόρη… Μοναχά να μας αξιώσεις να το δούμε κι αυτό να μεγαλώνει σαν τον Κώστα μας»
Πριν να αποσώσει την ευχή του, μωρουδίσιο κλάμα έφτασε στα αυτιά του πίσω από την κλειστή ξύλινη πόρτα. Πετάχτηκε όρθιος ο Θοδωρής πιάνοντας σφιχτά τον κανακάρη του απ’ τους ώμους.
«Βγήκε Κωστή» αναφώνησε τρέμοντας. «Και για να κλαίγει, πάει να πει πως είναι ζωντανό… Έχεις αδέρφι γιόκα μου!»
«Συχαρίκια Θοδωρή! Απόκτησες μια τσούπρα, και τι τσούπρα!» πρόβαλε σε μερικές στιγμές περήφανη η μαμή στο κατώφλι του δωματίου όπου μόλις είχε λάβει χώρα ο τοκετός. «Να σου ζήσει, κι εσέ και της κυράς σου!»
Ο νέος άνδρας μαρμάρωσε από συγκίνηση στα λόγια της. «Κορίτσι είναι λοιπόν;» πρόφερε ύστερα.
«Αφού σου λέγω αφέντη μ’, τσούπρα. Δε γροικάς;»
Όχι, δεν άκουγε. Δεν άκουγε και δεν έβλεπε τίποτα ο Θοδωρής, όλα είχαν σβήσει γύρω του. Το μόνο που έκανε ήταν να προχωρήσει αργά, παραπαίοντας σχεδόν σαν μεθυσμένος, προς το συζυγικό κρεβάτι, όπου καθόταν η Δέσπω χαμογελώντας γλυκά μες στην κούρασή της. Ο άντρας της τής φίλησε ευλαβικά τα χέρια και τα μάγουλα, ρωτώντας την με το βλέμμα πως ήτανε η κόρη τους.
«Καλά είναι αφέντη μου» του απάντησε. «Να, τώρα δα την καθαρίζει η μανίτσα και θα σ’ τηνε φέρει να τη δεις»
«Δόξα τω Θεώ!» σταυροκοπήθηκε εκείνος κι έπιασε τρυφερά το δεξί της χέρι. «Να ’ξερες πως ελαχτάρησα Δεσπούλα μου…»
«Αμ εγώ δεν ελαχτάρησα Θοδωρή μου; Η Παναγιά όμως έκαμε το θάμα της… Κι ο Κώστας μας θα ’χει πια μιαν αδερφούλα!»
Καθαρό και φασκιωμένο απίθωσε έπειτα η μαία το νεογέννητο κοράσι στην αγκαλιά του πατέρα της. Την κοίταξε ο Θοδωρής δακρυσμένος βαστώντας την γερά κοντά στο στήθος του, γιατί φοβόταν μήπως το τρέμουλο της συγκίνησης που κλυδώνιζε τα μπράτσα του γινόταν αιτία να του πέσει χάμω το σπλάχνο του.
«Καλώς όρισες λιογέννητη» την προσφώνησε με ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο, πάνω ακριβώς απ’ τα ματάκια της που τον ατένιζαν περίεργα. «Να λάμψεις σαν ήλιος μες στο σπίτι μας κι ας σ’ είδε πρώτο το φεγγάρι»
«Μάνα, μπορώ κι εγώ να τηνε πάρω αγκαλιά;» ρώτησε ο αδελφός της πλησιάζοντας διστακτικά τους γονείς τους.
«Όχι, Κωστάκη μου, είναι λιανά τα χεράκια σου και φοβούμαι» τον απέτρεψε μαλακά η Δέσπω. «Μα σαν θα τηνε βάνουμε στο σκαφίδι, να ’ρθεις να την κουνήσεις λεβέντη μου, να τη χαρείς την αδερφούλα σου. Άντε πηγαίντι τώρα, πρέπει να τη βυζάξω»
Αφού τη θήλασε η μάνα της, την έβαλαν στην κούνια την παιδούλα δίπλα στο μαγκάλι και κάθισαν γύρω της να την καμαρώσουν οι γονείς κι η χήρα γιαγιά της η Διαμάντω, η καπετάνισσα όπως την έλεγαν στο χωριό αφού ο άνδρας της ο Λυμπέρης ήταν πρωτοκλέφτης, τρανό παλικάρι που κατέφυγε στα όρη της Τριφυλίας μετά τα Ορλωφικά για να γλιτώσει τη μανία των Τούρκων, στο τέλος όμως με μπαμπεσιά τον σκότωσαν. Κι ενώ  οι δυο γυναίκες κουνούσαν απαλά πέρα δώθε το λίκνο ψιθυρίζοντάς της νανουρίσματα, ο Κώστας είχε σταθεί αντίκρυ και τη χάζευε μαγεμένος, πως κοιμότανε μακάρια πιπιλώντας ελαφρά τον αντίχειρά της. 
«Αδερφούλα μου, ποτέ δε θα σ’ αφήσω» της υποσχέθηκε σιγά, μη την ξυπνήσει, κι η παιδική φωνούλα του έκρυβε μέσα της βαθιά ψυχή ώριμου άντρα. «Σ’ αγαπώ πολύ, να ξέρεις!»
«Πως θα την πούμε, Θοδωρή;» στράφηκε η Δέσπω στο σύζυγό της.
«Το ρωτάς γυναίκα; Διαμάντω σαν τη μάνα μας, για να πάρει μαζί με τ’ όνομα και τη χάρη της» δήλωσε αυτός χαμογελώντας στη μητέρα του κι η Δέσπω κατένευσε αμέσως με το δικό της πλατύ χαμόγελο, εφόσον λάτρευε τη γενναία πεθερά της. Κάποτε, μετά το θάνατο του άντρα της, δυο έφιπποι Τούρκοι φοροεισπράκτορες μπούκαραν μια βραδιά απειλητικοί στο σπίτι της, της ζήτησαν φαΐ και την προκάλεσαν σε αγώνα οινοποσίας, στον οποίο αν έχανε έπρεπε να τους παραδοθεί, ειδεμή θα της έδιναν τα άτια και τα όπλα τους αφήνοντάς την ήσυχη. Η νεαρή τότε χήρα όμως, με όπλο δικό της τη μπουχάνα[1] και την ευστροφία της(έριχνε το περισσό κρασί κρυφά στον κόρφο της), νίκησε τους εχθρούς που νόμιζαν ότι την είχανε του χεριού τους, γλίτωσε μαζί τα έξι της παιδιά κι έκτοτε το τρόπαιο της νίκης της έδωσε στη φαμελιά το άλλο της επώνυμο.
«Κοιμήσου αυγή, κοιμήσου αστρί, κοιμήσου νιο φεγγάρι/ κοιμήσου που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει» τραγούδησε σιγαλά κι έσκυψε λίγο προς το μέρος του μωρού για να το φιλήσει ζεστά στο μάγουλο.
«Έχει τσαγανό εφτούνη» σχολίασε η γιαγιά Διαμάντω βλέποντας σφιγμένη τη μία του γροθίτσα.
«Να έχει, μάνα. Τέτοιες γυναίκες θέλει αυτός ο τόπος» αποκρίθηκε ο Θοδωρής χαϊδεύοντας τα μικροσκοπικά δαχτυλάκια της θυγατέρας του. 
«Άμποτες, κόρη μου, να πάρεις Κλέφτη σαν τη μάμμη σου και να ’χουνε όλοι να λένε για την καπετάνισσα Διαμάντω τη Μπουχανοπούλα» μουρμούρισε τώρα κι ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια του. «Να δοξαστείς στο πλάι του, διαμάντι μου, και να δεις κάποτε τη λευτεριά να ’ρχεται στον τόπο μας, όχι απ’ τους Μόσκοβους[2], μα απ’ τα δικά μας χέρια… Άμποτες κόρη μ’, άμποτες…»





[1] Το μεγάλο ταψί όπου ψηνόταν το ψωμί
[2] Οι Ρώσοι

Λίνα Δώρου

0 Η Αναζήτηση (Κεφάλαιο 22)

Ο ήλιος είχε πέσει και γύρω είχε απλωθεί μια ανατριχιαστική σιωπηλή μαυρίλα. Βγαίνοντας η Αγνή από την εκκλησία, βρήκε τη Ζωή να κάθεται κατάχαμα, έχοντας ανάψει μια μικρή φορητή ηλεκτρική λάμπα.
─Ο Άγγελος; τη ρώτησε.
─Δεν ξέρω, έκανε εκνευρισμένη καθώς τακτοποιούσε τα πράγματά της. Μάλλον προς τα εκεί πρέπει να πήγε.

0 Κυνηγώντας το Στέμμα (Κεφάλαιο 65) - "Απόδραση"

Κίεβο, Νοέμβριος 1021

Ο Ντιμίτρι είχε κάθε λόγο να είναι εκνευρισμένος. Βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω στο σκοτεινό δάσος του Κιέβου, προσπαθώντας να καλμάρει τα νεύρα του. Μάταιος κόπος. Γύρισε και κοίταξε το φίλο του που, σε αντίθεση μ’ εκείνον, στεκόταν ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο στην ξύλινη πόρτα, στο βορειοανατολικό πύργο του κάστρου και το βέλος ήδη περασμένο στη χορδή του τόξου, σε ετοιμότητα.
«Μπορείς να μου πεις, τι στον κόρακα κάνουμε εδώ;»

11 Οκτ 2017

0 Μακάρι να μην ξημέρωνε ποτέ (Νικητήριο Διήγημα Διαγωνισμού)




Οι πρώτες Τετάρτες της σεζόν είναι αφιερωμένες στα διηγήματα του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού τού Moonlight Tales. Τις ιστορίες των πρώτων δέκα νικητών θα μπορείτε να τις βρείτε στο περιοδικό του Moonlight Tales, που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, ενώ τα άλλα πέντε, θα δημοσιευθούν εδώ. Το παρακάτω διήγημα κατέχει την 9η θέση.



Μακάρι να μην ξημέρωνε ποτέ 


Η τελευταία νύχτα στα Δαρδανέλια πριν από την αναγκαστική εγκατάλειψη.
Ανταλλαγή, τι τρομερή λέξη! Να αφήνεις τη γη σου, τους κόπους σου, τους νεκρούς σου, χωρίς να ερωτηθείς, χωρίς να σε λογαριάσουν σαν άνθρωπο.
Δαρδανέλια, το ένωμα Ασίας και Ευρώπης, η γη που χώριζε, αλλά και ένωσε για πάντα στον θάνατο τους μυθικούς εραστές, την Ηρώ και τον Λέανδρο. Η πόλη που τότε, όταν τα πλοία σταματούσαν στο λιμάνι της, οι βάρκες γεμάτες ιππόκαμπους, δούρειους ίππους, έσπευδαν να δείξουν στους επιβάτες ποια ήταν και πού πατούσαν το πόδι τους.
Κοίταξες το καλύτερό σου έργο, το πήλινο αριστούργημά σου, τον λαϊκό ζωγράφο με τη φουστανέλα. Το μικρό αυτό έργο μιλούσε για την ιστορία του Τσανάκαλε Αγγειοκάστρου –που η τέχνη των κεραμουργών έκανε να το ονομάσουν έτσι–  για τους κόπους και τις θυσίες των Ελλήνων και των Αρμένηδων, για την τέχνη τους που εξήγαγαν. Κάποιοι Ευρωπαίοι τα υποτιμούσαν, ήταν λέει φτηνά, άσχημα, ασήμαντα. Από ένα σημείο και μετά είναι η ψυχή μας, τι ξέρουν αυτοί από την ψυχή μας, τι ξέρουν αυτοί από τη ζωή. Δεν είναι  λεπτεπίλεπτη, ούτε έχει ίσιες γραμμές η ζωή.
1925. Πειραιάς, Κοκκινιά. Επιτέλους, ένα δωμάτιο που σου θύμιζε ότι ήσουν άνθρωπος. Επιτέλους, φύγατε από τη λάσπη, αν και κάθε φορά που κατέβαινες τα  σκαλοπάτια, πάλι τη συναντούσες. Η γυναίκα σου έβαλε το καλό τραπεζομάντηλο και τα λουλουδένια κουρτινάκια που έραψε η ίδια, σχεδόν όμοια με αυτά που άφησε πίσω, μόνο μικρότερα. Δε χρειαζόταν μεγαλύτερα τούτο το δωμάτιο, μικρότερο από το σαλόνι στην πατρίδα. Είχε τόσο μεγάλα παράθυρα το σαλόνι στην πατρίδα, τα έλουζε ο ήλιος και οι αχτίδες του σαν χαμόγελα ξέφευγαν από τις κουρτίνες που είχε ράψει. Αν και δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, ήθελε το σπίτι τους να έχει τη δική της σφραγίδα.
Κάθε πρωί στο αγγειοπλαστείο, να φτιάχνεις με την ψυχή σου τα ανθρωπάκια σου, τα ζωάκια σου… πειρατές… γυναίκες, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Πήγασο, να θυμάσαι, να πονάς, να κλαις και να ονειρεύεσαι. Τα έδινες σε πλανόδιους εμπόρους, όποτε έδιναν ένα κομμάτι σε πλήρωναν.
Εκείνο το βράδυ, όταν χτύπησε η πόρτα, ξαφνιάστηκες, ήταν αργά για επισκέψεις από τη γειτονιά.  Ένας καλοντυμένος κύριος, άγνωστος κύριος, έψαχνε τον μαστρο- Δημήτρη. Του είπες να καθίσει στο σαλόνι-δωμάτιο-κουζίνα που είχε και το κρεβάτι   το νυφικό. Κοίταξε με περιέργεια για μερικά λεπτά τον τοίχο, γεμάτο φωτογραφίες και εικονίσματα, αναμνήσεις των περασμένων, και το στεφανοχάρτι, μάρτυρα της πιο ευτυχισμένης στιγμής της ζωής σου. Όταν εσύ και η Στάσα ενωθήκατε για πάντα, αφού το καινούριο σου μαγαζί και η επιτυχία του έκαμψαν τις αντιρρήσεις των δικών της. Δεν ήσουν πια ο άσημος τεχνίτης, αλλά ο πετυχημένος δημιουργός και επιχειρηματίας ταυτόχρονα. Καμάρωναν και εκείνοι, ίσως πιο πολύ από εσένα, για το αφιέρωμά σου, το αργυρό επίχρυσο Άγιο Ποτήριο στην τοπική εκκλησία.     Περιέργεια έδειχναν τα μάτια του όχι περιφρόνηση, την περιφρόνηση εκείνη που ήξερες καλά, την έβλεπες στα μάτια των περαστικών κάθε φορά που έβγαινες  από τη γειτονιά σου. Περιφρόνηση που σαν πρώτος τεχνίτης του Τσανάκαλε δεν είχες   σκεφτεί ότι θα αντιμετώπιζες ποτέ. Αναστέναξες από ανακούφιση μέσα σου.
Πριν τον ρωτήσεις τι ήθελε, σου μίλησε πρώτος. Είχε δει δυο έργα σου στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο, του άρεσαν πολύ, συνέχεια της Ελληνικής κεραμικής τα αποκάλεσε. Δάκρυσες και πάλι μέσα σου, ενώ η γυναίκα σου έσπευδε να προσφέρει στον επισκέπτη ένα ευωδιαστό λικέρ τριαντάφυλλο και ένα σοκολατάκι, από αυτά που κρατούσατε φυλαγμένα για τους επισκέπτες.
Επιτέλους, αναφώνησες σιωπηλά. Για λίγο ένιωσες σαν τότε που διαπραγματευόσουν τιμές και ποσότητες με καλοβαλμένους εμπόρους που θα φρόντιζαν να πάνε τα έργα σου στη Ρωσία, στη Γαλλία, στη Ρουμανία.
Για λίγο μόνο ξανασκέφτηκες το παρελθόν. Τη σκέψη σου τώρα πλημύριζε το μέλλον και οι ελπίδες. Θα τα κατάφερνες, ήσουν σίγουρος, και ενώ συζητούσες με τον καλοντυμένο κύριο, που ήταν συλλέκτης, για ποια κεραμικά τον ενδιέφεραν, έκανες σχέδια για επέκταση του μαγαζιού.
Θα τα κατάφερνες. Το παρελθόν σου, η βάση σου, σου έδινε και θα σου έδινε πάντα δύναμη για να φτιάξεις το μέλλον σου, για να χτίσεις κάτι ακόμα καλύτερο από αυτό που αφήσατε πίσω.
Όταν έφυγε ο κύριος Βελούδιος, τούτο ήταν το όνομα του επισκέπτη, εσύ και η Στάσα σου μείνατε αγκαλισμένοι όλη τη νύχτα, την τελευταία νύχτα της θλίψης, την πρώτη νύχτα της ελπίδας.
Θα τα καταφέρνατε. Το χρωστούσατε στο χθες, σε όσους έμειναν θαμμένοι στα χώματα πίσω. Είχες μάθει να παλεύεις, δεν τρόμαξες από τον σεισμό του 1911, από όταν έφυγες προσωρινά το 1916. Έζησες τη συμφορά της ανταλλαγής, όχι μόνος σου πια, μαζί με την Στάσα σου, και αυτό γλύκανε την πληγή και ας ήταν μεγαλύτερη από τις προηγούμενες. Η Στάσα σου, που δε βαρυγκώμησε ποτέ, και ας ήταν μαθημένη αλλιώς σαν μοναχοκόρη πλοιοκτήτη. Αυτή που ραβόταν στη Φραντσέζα μοδίστρα που έφερνε τα μοντέλα από το Παρίσι, τώρα φύλαγε δραχμή-δραχμή τα λεφτά που κέρδιζε από το γραφείο, όπου –δόξα τω Θεώ– χάρη στα Γαλλικά της βρήκε δουλειά και έκανε οικονομία για να πάρει ένα φθηνό ύφασμα και να το δώσει στην κυρά Κατίνα τη γειτόνισσα, που είχε μαγαζί στη Σμύρνη, αλλά μόνο μια μικρή ραπτομηχανή που είχε σπίτι κατάφερε να σώσει, για να της ράψει ένα φουστάνι.
Θα τα καταφέρνατε. Και εσείς, και η τέχνη που έμαθες από τον πατέρα και τον παππού σου. 
Χαμογέλαγες και σε πήρε ο ύπνος την ώρα που οι αχτίδες του ήλιου ξεγέλασαν τα λουλουδένια κουρτινάκια και μπήκαν στο δωμάτιο. Δεν καταλαβαίνουν από μεγέθη οι αχτίδες, πάντα ξεγελάνε τις κουρτίνες και τα κουρτινάκια και πάντα μπαίνουν στα μικρά και στα μεγάλα δωμάτια, και η τελευταία νύχτα πάντα δίνει τη θέση της στην υπόσχεση μιας καινούριας μέρας… 


Μελίνα Κονταξή

Γεννήθηκα στις 07/05/1980 στο Αγρίνιο, όπου και τελείωσα το δημοτικό σχολείο, το 1992. Παρακολούθησα τα μαθήματα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο 1ο Γυμνάσιο Αγρινίου, από το οποίο αποφοίτησα το 1995 με βαθμό «Άριστα» (19), και στο, τότε, Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Αγρινίου, από το οποίο αποφοίτησα το 1998, με βαθμό Ά. Το 1999 έλαβα μέρος στις Πανελλαδικές Εξετάσεις και εισήλθα στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Φλώρινα, απ’ όπου αποφοίτησα από το Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του πιο πάνω Πανεπιστημίου, με βαθμό «Λίαν Καλώς». Είμαι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος Βαλκανιολογίας, από το Αριστοτέλειο Πανεπιστημίο. Ασχολούμαι με την ποίηση και τη συγγραφή παιδικών διηγημάτων.

10 Οκτ 2017

2 Συνέντευξη με την Κατερίνα Θεοδώρου



Δυο γυναίκες, ένας άνδρας...Μια ανίερη τριάδα σε ένα μοιραίο παιχνίδι εκδίκησης. Θαμμένα μυστικά του παρελθόντος αναδύονται στην επιφάνεια και επιζητούν την τιμωρία των ενόχων.
Εκείνη, εγκλωβισμένη σε μια σχέση τοξική και ολέθρια αποφασίζει να δώσει το τέλος και να διεκδικήσει όσα στερήθηκε για χρόνια στο πλευρό του δυνάστη της.
Εκείνος, οργισμένος και επίμονος, τολμά να την διεκδικήσει με οποιοδήποτε κόστος. Προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του, φτάνει στα άκρα.
Ένα νέο κορίτσι, κάτω από την πίεση των εξελίξεων αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις σπουδές και τα όνειρά της και να επιστρέψει στο πατρικό της στο Ναύπλιο.
Τα χρόνια κυλούν, κι ο καθένας μόνος του, χαράζει την δική του ρότα στην πορεία της ζωής. Και ενώ όλα δείχνουν πως τα φαντάσματα του παρελθόντος εξαφανίστηκαν για πάντα, η ίδια η Μοίρα τούς φέρνει αντιμέτωπους σε μια δραματική, τελική αναμέτρηση.
Οι αποκαλύψεις συγκλονίζουν, τα γεγονότα τρέχουν και οι πληγές βαθαίνουν. Ο ίδιος υπαίτιος άνδρας συνεχίζει ανενόχλητος να σαρκάζει κάθε έννοια δικαίου.
Η κοινή πορεία ζωής και των τριών είναι ακόμη ένα βήμα που οδηγεί στην Κόλαση.
Τελικά, ποιος θα λυτρωθεί από την εκδικητική μανία;





Η Κατερίνα Θεοδώρου γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην Ερέτρια της Εύβοιας. Σπούδασε στο παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Πάτρας και εργάζεται ως δασκάλα. Είναι παντρεμένη και έχει δύο κόρες. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με την μουσική. Παίζει πλήκτρα και συνθέτει μουσικά κομμάτια.

Το πρώτο της βιβλιο "Ο Δρόμος για την Κόλαση" κυκλοφόρησε στα τέλη του 2016 από την Δυάς εκδοτική. Το διήγημά της "Η φρικτή αλήθεια" διακρίθηκε στον λογοτεχνικό διαγωνισμό των εκδόσεων IWrite και συμπεριλαμβάνεται στον τόμο "Το έπος της Φαντασίας" (Αδιέξοδο). Το διήγημά της "Η επέτειος" διακριθηκε στον λογοτεχνικό διαγωνισμό των εκδόσεων Λυκόφως και θα συμπεριληφθεί στον τόμο που θα εκδώσει ο οίκος τους προσεχείς μήνες.


1. Πες μας δυο λόγια για το βιβλίο σου.

Το βιβλίο μου, “Ο Δρόμος για την Κόλαση”, κυκλοφόρησε στις αρχές του 2017 από τη Δυάς Εκδοτική. Ανήκει στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ. Οι τρεις βασικοί ήρωες, τους οποίους ενώνει ένα μυστικό του παρελθόντος, καλούνται να αναμετρηθούν σε ένα παιχνίδι εκδίκηση με ολέθρια για όλους αποτελέσματα

2. Ποια είναι η κυριότερη πηγή έμπνευσής σου και τι σε έκανε να ξεκινήσεις τη συγκεκριμένη ιστορία; 

Η ίδια η ζωή με την τραγικότητά της αφενός και αφετέρου η σκοτεινή φύση των ανθρώπων (όχι πολλών, ευτυχώς!)  που, όταν αναδύεται, τους κάνει να ξεπεράσουν φραγμούς και λογική.

3. Αν μπορούσες, τι συμβουλή θα έδινες στον εαυτό σου όταν ξεκίνησες να γράφεις;

Να γράφω με συνέπεια, χωρίς μεγάλα διαστήματα διακοπών και φυσικά να εμπιστεύομαι την κρίση ανθρώπων που δεν χαρίζονται.


4. Τι λογοτεχνικό είδος σού αρέσει να διαβάζεις και ποιο προτιμάς όταν γράφεις;

Διαβάζω κυρίως θρίλερ (αστυνομικά, ψυχολογικά, και τρόμου) και σε αυτό το κλίμα κινούνται οι ιστορίες μου.

5. Επίλεξε ένα: τι είναι πιο σημαντικό σε μια ιστορία; Ο πρωταγωνιστής, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες ή ο ανταγωνιστής;

Όλα είναι σημαντικά. Κατά πρώτο λόγο οι κεντρικοί ήρωες, πόσο φυσικοί παρουσιάζονται οι χαρακτήρες που επινοεί ο συγγραφέας. Ωστόσο και οι δευτερεύοντες ρόλοι πρέπει με κάποιο τρόπο να υποστηρίζουν την πλοκή. Όταν κάποιος παραθέτει σωρεία προσώπων και ονομάτων που απλώς εξαφανίζονται, είναι σαν να προσπαθεί να γεμίσει σελίδες με ανούσια πράγματα.

6. Σε ποια ηλικία ξεκίνησες να γράφεις;

Πάντα κάτι έγραφα, σαν παιδί ακόμα, στίχους, σκετσάκια, βιβλία που τα σταματούσα στην τρίτη – τέταρτη σελίδα επειδή απλώς αποφάσιζα ότι δε μου άρεσαν... Το πρώτο μου ολοκληρωμένο βιβλίο γράφτηκε πριν από τέσσερα χρόνια και ευελπιστώ κάποια στιγμή να εκδοθεί.

7. Επίλεξε ένα: τι είναι πιο κρίσιμο για την επίτευξη ενός καλού βιβλίου; Η ικανότητα γραφής, η φαντασία ή η σκληρή δουλειά;

Για το καλό βιβλίο, χρειάζεται η σωστή και μεθοδική δουλειά. Αυτό δεν μετριέται ούτε σε μέρες ή μήνες συγγραφής, ούτε σε σελίδες. Η φαντασία οπωσδήποτε βοηθάει. Το γεγονός ότι ως αναγνώστες σχηματίζουμε συχνά την εντύπωση ότι διαβάζουμε τα ίδια και τα ίδια, δείχνει έλλειψη φαντασίας από μέρους του συγγραφέα και έλλειψη σοβαρής αντιμετώπισης του ίδιου του έργου του και μερίδας των αναγνωστών του. Επομένως,αυτό το κρίσιμο που ρωτάς, είναι για μένα η υπευθυνότητα και η ειλικρίνεια του ίδιου του δημιουργού, η επιμονή του να διορθώνει το γραπτό του ξανά και ξανά, και η ευκολία να σβήνει και να ξαναρχίζει, όσο επίπονο και χρονοβόρο μπορεί να αποδειχτεί κάτι τέτοιο.

8. Γιατί γράφεις;

Όλα ξεκινούν από τη σύλληψη μιας ιδέας. Με τον καιρό όλα παίρνουν μορφή, αλλάζουν και περιπλέκονται και καταλήγουν σε μια  ιστορία που θέλω να μοιραστώ με τους άλλους. Το αποτέλεσμα θα κρίνει αν πέτυχα το στόχο μου, που δεν είναι άλλος από το να ταξιδέψω ευχάριστα τους αναγνώστες προσφέροντάς τους μια ιστορία πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα.

9. Πρότεινε ένα βιβλίο που θεωρείς ότι πρέπει να διαβάσει κάθε συγγραφέας και ένα κάθε αναγνώστης.

Οι προτάσεις μου αφορούν και τους δύο καθώς οι συγγραφείς στην πλειοψηφία τους είναι φανατικοί αναγνώστες. Θα προτείνω όχι ένα, αλλά δύο βιβλία που με συγκλόνισαν. Το πρώτο το απέκτησα στα φοιτητικά μου χρόνια, ήταν δώρο μιας πολύ αγαπημένης φίλης,  και δεν είναι άλλο από “Το άρωμα” του Πάτρικ Ζίσκιντ και το άλλο που το απέκτησα από απλή περιέργεια και αποδείχτηκε πολύ ξεχωριστό και αγαπημένο μου, είναι “Το ξέσπασμα της Βίας” του Γιαν Γκιγιού.

10. Τι πρέπει να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον;

Υπάρχει ένα ακόμη βιβλίο ολοκληρωμένο, ευελπιστώ να βρει σύντομα εκδοτική στέγη, και άλλα δυο στα σκαριά. Το ένα είναι ψυχολογικό θρίλερ και το άλλο τρόμου, καθώς και κάποια διηγήματα που κινούνται στο χώρο της λεγόμενης “σκοτεινής λογοτεχνίας” και απευθύνονται σε λάτρεις της αγωνίας και του μυστηρίου.

11. Πώς μπορούν να επικοινωνήσουν οι αναγνώστες μαζί σου;

Μπορούν να με βρουν εύκολα από το προφίλ μου στο facebook καθώς και μέσα από τη σελίδα του πρώτου μου βιβλίου.

Ευχαριστούμε πολύ την Κατερίνα Θεοδώρου για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε και της ευχόμαστε τα καλύτερα για το μέλλον.

Αν το βιβλίο της σας κίνησε το ενδιαφέρον, πάρτε μέρος στην κλήρωση του Moonlight Tales και κερδίστε 1 αντίτυπο του «Ο Δρόμος για την Κόλαση», πατώντας εδώ.


9 Οκτ 2017

0 M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 4) - "ミnnocence's lοst" (μέρος 12ο)

Ο Γκρίφιν Σέιγουορθ πιάνει να διασχίσει την αχανή πίστα, ξεγλιστρώντας μέσα από τους μεθυσμένους θαμώνες, κι εγώ, η πέρα για πέρα μεθυσμένη Αντριάννα, τον ακολουθώ χοροπηδώντας χαρωπά, όπως ο Λαγός του Πάσχα.
Ο θόρυβος της μουσικής διαπερνά το κορμί μου, κάνοντας τα κόκαλά μου να τρίζουν, σφυροκοπώντας ανελέητα το κρανίο μου, με ζαλίζει. Ωστόσο, το χέρι του Γκρίφιν κρατάει γερά το δικό μου και δεν με αφήνει, μου δείχνει τον δρόμο. Κι έτσι, δεν αργούμε να αφήσουμε όλα αυτά τα κόκκινα, μπλε και μωβ φώτα, την μουσική, τον καπνό και τα άγνωστα κορμιά που γλιστράνε το ένα στο άλλο πίσω μας. 

0 Άβατο: Ο Έκπτωτος (Κεφάλαιο 6/Μέρος Ε) - "Οι τέσσερις δυνάμεις"


Τα βήματά του ήταν αργά και βαριά. Στο χέρι του κρατούσε σφιχτά το βιβλίο της Γένεσης. Για την ακρίβεια το κακέκτυπό του, καθώς μία δυνατή κατάρα το είχε τυλίξει. Εκείνος είχε προσπαθήσει να αποκρυπτογραφήσει όλα του τα μυστικά και όφειλε να ομολογήσει πως είχε κάνει μεγάλες προόδους. Τα πράγματα φάνταζαν ευκολότερα απ’ όσο πίστευε, καθώς το να συμμαχήσεις με τους ανθρώπους ήταν παιχνιδάκι, αρκεί να εφάρμοζες από την αρχή μία καλή στρατηγική. Ονομαζόταν δωροδοκία και ήταν κάτι που του είχαν διδάξει οι Νόρμες, οι οποίες είχαν μελετήσει ενδελεχώς την ανθρώπινη συμπεριφορά σε ετούτη την πλευρά της διάστασης.

6 Οκτ 2017

0 Το γεράκι του Νότου (Κεφάλαιο 11) Μαγγανεία

Το ξημέρωμα βρήκε το Χριστόφορο να έχει περάσει την Καρύταινα. Το βήμα του ήταν ακόμα ακμαίο και ζωηρό και ο ήλιος, αν και αδύναμος, τον έκανε να χαμογελάσει κατά την Ανατολή και να ρίξει επιτέλους την κουκούλα από το πανωφόρι του κάτω.
        Πιο ήρεμος ότι βρίσκεται πια αρκετά μακριά από το μοναστήρι, συνέχισε πιο χαλαρά την πορεία του προς τα νότια, όπου ήξερε ότι θα τον οδηγούσε- με τη βοήθεια ορισμένων περαστικών- στη Μονεμβασιά.

0 Τιμωρημένος και από τους Δύο Κόσμους (Κεφάλαιο 22) Ζόμπι

Ο πόλεμος όντως είχε ξεκινήσει! Από παντού δέχονταν επίθεση, αντιμετωπίζοντας μεγάλα άσχημα θηρία που έρχονταν κατά πάνω τους.
          Ο Πρίγκιπας αποδείχθηκε γενναίος πολεμιστής και πολύ αποτελεσματικός, ό,τι είχε έρθει κατά πάνω του, το είχε σκοτώσει. Η Φρειδερίκη τον θαύμαζε, εκείνη φοβόταν. Όχι τον εαυτό της, δεν την ένοιαζε αν πέθαινε. Ίσα – ίσα η ιδέα ότι θα πέθαινε πάνω στη μάχη, την έκανε να αισθάνεται περήφανη για τον εαυτό της. Φοβόταν για τους φίλους της. Το βλέμμα της όλοι την ώρα τριγυρνούσε, επιβλέποντας τους φίλους της. Ο Έκτορας μαζί με το Μάγο Φίλιππο, είχαν βρει έναν τρόπο συνεργασίας: βγάζοντας και οι δύο τα σημειωματάρια με τα ξόρκια τους, κατάφερναν να αποφύγουν το κακό δίχως να σκοτώσουν και χωρίς να βλάψουν τους εαυτούς τους.

0 RAWSON: Archangel of Death (Κεφάλαιο 2) - "Η Υπόθεση Μπάμπαντουκ"

Ο Χιούγκο, με το άγχος φανερά αποτυπωμένο στο πρόσωπο του, άρχισε να κατεβαίνει μανιωδώς και γρήγορα τα σκαλοπάτια που τον χώριζαν από το διαμέρισμα του ως το ισόγειο. Η σπιτονοικοκυρά του τον κοίταξε την στιγμή που κατέβαινε ακολουθούμενος από την Λούσυ, η οποία έτρεχε από πίσω του με την ψυχή στο στόμα. Μέσα της η γυναίκα ευχήθηκε να μην επέστρεφε ο Χιούγκο από το σημερινό μυστήριο αλλά βλέποντας ότι ο ντετέκτιβ είχε πάρει μαζί του τα κλειδιά του και ένα καινούργιο πακέτο με τσιγάρα αντιλήφθηκε ότι η κατάρα της δεν θα γινόταν αληθινή.

4 Οκτ 2017

1 Μονάχα ο Θεός... (Νικητήριο Διήγημα Διαγωνισμού)
























Οι πρώτες Τετάρτες της σεζόν είναι αφιερωμένες στα διηγήματα του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού τού Moonlight Tales. Τις ιστορίες των πρώτων δέκα νικητών θα μπορείτε να τις βρείτε στο περιοδικό του Moonlight Tales, που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, ενώ τα άλλα πέντε, θα δημοσιευθούν εδώ. Το παρακάτω διήγημα κατέχει την 10η θέση.


Μονάχα ο Θεός...

Κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, όπως πάντα. Κοιτούσαν τις φλόγες στο τζάκι κι άκουγαν τους τριγμούς των ξύλων που σφύριζαν παράξενα. Οι πλάτες τους, σκυφτές απόψε, βάραιναν απ’ τη στενοχώρια του αποχωρισμού που κοντοζύγωνε. Παππούς και εγγονός πάλευαν να ξεφορτωθούν με λέξεις από μέσα τους τον πόνο, που φώλιαζε στις καρδιές τους. Η καμπανιστή φωνή του αγοριού έσκισε σαν σαΐτα τη βαριά σιωπή, που είχε για ώρα στρωθεί ανάμεσά τους. Τα λόγια έβγαιναν με κόπο.  
«Μα γιατί, γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας; Δεν μπορώ να σε φαντάζομαι μονάχο σου, εδώ πέρα, μακριά από μας» τον ικέτευσε για άλλη μια φορά ο μικρός Αλέξανδρος.
«Είμαι πολύ μεγάλος, γιε μου, για ν’ αλλάξω πατρίδα. Εσύ κι οι γονείς σου είστε νέοι. Θα τα καταφέρετε, θα δεις» προσπάθησε εκείνος να τον ημερέψει.
«Τελευταία νύχτα απόψε, παππού, αύριο θα είμαστε πια μακριά σου» ψέλλισε το παιδί  μες στ’ αναφιλητά του.
Τον αγαπούσε πολύ τον παππού του. Δεν ήθελε να τον αποχωριστεί. Μ’ αυτόν μεγάλωσε. Αυτός τον πήγαινε στην αλάνα, σαν ήτανε παιδάκι, για ν’ ανταμώσει τους φίλους του κι ύστερα τον κερνούσε πορτοκαλάδα στο καφενείο. Τα βράδια τού έλεγε ένα σωρό ιστορίες, μέχρι να χαλινώσει και ν’ αποκοιμηθεί. Αυτός του χάιδευε το πονεμένο γόνατο και του σφούγγιζε τα δάκρυα, που έτρεχαν στο πρόσωπό του, με το μαντίλι του. Αυτός τον βοηθούσε στα προβλήματα, που δεν τα καταλάβαινε καλά, και στην ορθογραφία, που τον παίδευε τόσο, στις πρώτες τάξεις του σχολείου. Οι γονείς του δούλευαν κι οι δυο, μα ο παππούς ήταν ολημερίς στο πλάι του, φύλακας άγγελός του.
«Έλα παιδί μου, μην κάνεις έτσι. Μου σπαράζεις την καρδιά. Και μην ξαναπείς αυτήν τη βαριά κουβέντα. Άκου τελευταία νύχτα! Θα ‘ρθουνε κι άλλες πολλές νύχτες και μέρες, γιε μου, όσο έχουμε την υγειά μας κι όσο είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Να ‘σαι σίγουρος γι’ αυτό, ακούς; Πάλι θ’ ανταμώσουμε, πάλι θα φιληθούμε, θ’ αγκαλιαστούμε, θα πούμε ιστορίες. Εγώ εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω» του ‘λεγε ο παππούς για να τον παρηγορήσει, παρόλο που πάλευε κι αυτός να πνίξει τα δάκρυα που ανάβλυζαν στα μάτια του.
Η καρδιά του γέρου σκίρτησε στο άκουσμα αυτής της βαριάς λέξης, τα βλέφαρά του πετάρισαν απ’ τη συγκίνηση. Ο λογισμός του πέταξε σ’ εκείνη την τελευταία μαύρη νύχτα των συντρόφων του. Σ’ εκείνην… τη νύχτα, που χάραξε τον πόνο για πάντα στην ψυχή του. Αυτό το επίθετο, «η τελευταία», προσδίδει στ’ αλήθεια ασήκωτο βάρος στη λέξη νύχτα… σαν τη συνοδεύει. Κάθε φορά που την ακούει, γρατζουνά αυτή την παλιά πληγή του, που αιμορραγεί στη θύμησή της.
«Υπάρχει σίγουρα μια νύχτα, που είναι η τελευταία για τον καθένα μας… Απόψε, θα σου πω μια ιστορία αληθινή, για την τελευταία νύχτα κάποιων ανθρώπων, στα χρόνια της κατοχής. Είναι η πρώτη φορά που θα τη μοιραστώ με άνθρωπο κι έφτασε θαρρώ η ώρα να τη μάθεις» ακούστηκε η φωνή του παππού, βαριά και βραχνή απ’ το ρίγος της συγκίνησης που τον συνεπήρε. 
Ο μικρός τον κοιτούσε με δακρυσμένα μάτια. Η αγωνία και η ένταση διαγράφονταν στο πρόσωπό του. Στα λόγια του παππού του διέκρινε πως αυτή ήταν μια ιερή στιγμή για κείνον, πως θα του εμπιστευόταν κάτι σημαντικό που τον είχε συγκλονίσει και που το κουβαλούσε μέσα του για χρόνια, δίχως να το μοιραστεί με κανέναν.
«Στα χρόνια της κατοχής, παιδί μου, οι άνθρωποι υπέφεραν πολλά και πάλεψαν χρόνια ολόκληρα να τα ξεπεράσουν… και να ξαναγίνουν άνθρωποι, όσοι κατάφεραν απ’ αυτούς να σωθούν. Ένας από δαύτους ήμουνα κι εγώ…
»Ήταν ένας μουντός, σκοτεινός Νοέμβρης. Το κρύο τρυπούσε τα κόκκαλα. Εκατόν τριάντα νοματαίοι, ήμαστε στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, μέσα σ’ ένα μπουντρούμι. Μας αιχμαλώτισαν, για αντίποινα στους δικούς μας και μας πέταξαν, σαν τα σκυλιά, σ’ αυτήν τη φυλακή. Μετρούσαμε έναν μήνα κλεισμένοι εκεί μέσα. Πολλοί άνθρωποι μαζεύονταν απέξω απ’ το στρατόπεδο όλες τις μέρες και ζητούσανε γονατιστοί να δούνε τους δικούς τους. Κανέναν δεν άφηναν. Θα ‘ναι κι η μάνα μου σκεφτόμουνα και μ’ έπαιρνε το παράπονο που δεν μπορούσα να τη δω, να κλάψω στον μαραμένο κόρφο της.
»Εκείνο το βράδυ ο διπλανός μου σιγοψιθύριζε σε κάποιον, μες στο σκοτάδι, πως την προηγούμενη  ήρθε μια μάνα να παρακαλέσει για τα τέσσερα παιδιά της. Γονατιστή ικέτευε τους Γερμανούς και της είπαν, λένε, να διαλέξει ένα απ’ αυτά.  “Η καρδιά της σχίστηκε στα δυο σαν άκουσε την παραγγελιά τους…” συνέχισε μια άλλη φωνή, την ιστορία του διπλανού. Έσκουξε, σαν αλλοπαρμένη και πήρε κατευθείαν τα βουνά η χαροκαμένη. Της σάλεψε το μυαλό απ’ τον πόνο.
»Είχαμε λουφάξει όλοι απ’ τον φόβο. Το απόγευμα φέρανε και καινούριους από τα γύρω χωριά. Κάποιος πετάχτηκε ξαφνικά, με φωνή τρεμάμενη και είπε… ‘’Θα μας σκοτώσουνε πατριώτες, κανένας δε θα μείνει. Είδα τα πτώματα των άλλων, όπως μας φέρνανε. Αύριο κανονίζουν την εκτέλεση, ετοιμάζουν τα πολυβόλα κάτω στη δημοσιά. Αλήθεια σας λέω, μωρέ, δε μ’ ακούτε; Απόψε είναι η τελευταία μας νύχτα…’’
»Παγώσαμε όλοι. Κουρνιάσαμε στη γωνιά μας, ανήμποροι κι απελπισμένοι. Κανένας δε σάλευε. Ζωγραφίζεται άραγε ο φόβος; Ζωγραφίζεται… ακόμα και στα μάτια. Κανένας δεν έκλεισε μάτι εκείνην τη νύχτα. Έβλεπα τις κόρες των ματιών τους, να λαμπυρίζουν μες στο σκοτάδι.
»Είναι τραγικό να γνωρίζεις την τελευταία σου νύχτα. Αβάσταχτο να τη διαβάζεις στα μάτια δεκάδων ανθρώπων που τους προσμένει ο θάνατος. Όλοι, εκείνο το βράδυ, μετρούσαμε αντίστροφα τον χρόνο. Πεταμένοι σ’ εκείνην τη φυλακή, που βρωμούσε χειρότερα κι από αποχωρητήριο. Βρωμούσαν ως και τα χνώτα μας από την πείνα…  Ήμουνα απ’ τους μικρότερους εκεί μέσα. Υπήρχαν κι άλλα παιδιά. Αδέρφια κιόλας.
 »Ένας άλλος μας είπε πως σ’ έναν γιατρό του χαρίζανε τη ζωή κι αυτός αρνιόταν! Κείνη την ώρα μού φάνηκε τόσο παράλογο αυτό! Το περίσσιο θάρρος του! Ευχήθηκα από μέσα μου να ‘μουνα εγώ στη θέση του. Μετά, σαν πέρασαν τα χρόνια, κατάλαβα πως το ίδιο θα ‘κανα κι εγώ.
»Εκατόν τριάντα ζευγάρια μάτια αγρυπνούσαν, γνωρίζοντας πως εκείνη ήτανε η τελευταία τους νύχτα. Υπήρχαν γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί, που δεν ξεχώριζαν ανάμεσά μας. Στην ίδια μοίρα όλοι. Άπλυτοι, βρώμικοι, ψειριάρηδες, πεινασμένοι, διψασμένοι, φοβισμένοι.
»Άλλος έκλαιγε βουβά μες στο σκοτάδι, άλλος ζητούσε λίγο νερό, άλλος μιλούσε στη γυναίκα του σαν να την είχε δίπλα του κι άλλος σιγομουρμούριζε τραγούδια για τη λευτεριά. Ένας άντρακλας, δυο μέτρα, μοιρολογούσε κιόλας τα παιδιά του, που θα ‘μεναν ορφανά, κι ένας παππούλης έψελνε και προσευχόταν. Κι εμένα έτρεμε το φυλλοκάρδι μου απ’ τον τρόμο. Φτερούγιζε η δεκαεφτάχρονη καρδιά μου σαν πουλί φυλακισμένο στο κλουβί, που παλεύει να τεντώσει τα φτερά του, για να πετάξει μακριά. Να ξεγελάσει τον θάνατο, να του ξεφύγει, να βγει έξω στη ζωή. Να γλιτώσει.
 »Ο νους μου δεν μπορούσε να χωρέσει αυτό το μακάβριο νέο πουθενά. Αρνούνταν να δεχτεί την αλήθεια. Γιατί μας το είπε; Αναρωτιόμουν και μια οργή έβραζε μέσα μου γι’ αυτόν τον άγνωστο που μας έφερε τα κακά μαντάτα. Τι όφελος είχε να γνωρίζουμε την τελευταία μας νύχτα; Τις τελευταίες μας ώρες; Καλύτερα να μην το ξέραμε. Καλύτερα.   
»Τι σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό του ανθρώπου, σαν γνωρίζει πως μετράει τις τελευταίες του στιγμές; Θα σου πω. Ξαφνικά πιθύμησα το φως της μέρας, το γλυκό χάραμα που τη συνοδεύει, όπως ανεβαίνει ο ήλιος… Πιθύμησα να ξαναδώ τη θάλασσα και να μεθύσω απ’ το άρωμα της στολισμένης μ’ άνθη πορτοκαλιάς, στην άκρη του σπιτιού μας. Μ’ έπιασε το παράπονο που δεν μπορούσα να δω τη μάνα μου και τον αδερφό μου για τελευταία φορά, ν’ αγγίξω τα πρόσωπά τους, να μου χαρίσουν ένα στερνό χάδι.  
 »Έξω η ζωή συνέχιζε να κυλά σαν ποτάμι. Ένα απαλό αεράκι σιγοψιθύριζε με τα δέντρα. Το φεγγάρι στόλιζε τον ουρανό κι οι άλλοι άνθρωποι κοιμούνταν στα ζεστά κρεβάτια τους. Μονάχα οι καρδιές των μανάδων μας θα ‘μεναν ξάγρυπνες μαζί μας. Και θα χτυπούσαν, σίγουρα, σε πένθιμο σκοπό σαν τις δικές μας. Συλλογιόμουν το αύριο, που δε θα μ’ έβρισκε στη ζεστή γωνιά του σπιτιού μας. Τον ήλιο που θ’ ανάτελλε ξανά, γι’ άλλη μια μέρα, δίχως να τον νοιάζει μια στάλα που εμείς θα λείπαμε. Τι νόημα έχει ο πόλεμος, αναρωτιόμουν, όπως πάσχιζα να δώσω μια απάντηση στον ίδιο μου τον εαυτό. Τι νόημα; Ποιον θα ωφελούσε, αν αύριο έλειπαν μια χούφτα άνθρωποι; Σε τι θ’ άλλαζε ο κόσμος, αν αύριο  λείπαμε εμείς, οι πεινασμένοι;  
»Τα χαράματα οι φρουροί ανοίξανε διάπλατα τις πόρτες. Ένα σούσουρο απελπισίας σηκώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη. Βγαίναμε ένας ένας με τη σειρά του. Ο γιατρός, που λέγανε πως του χαρίζανε τη ζωή, ξεχώρισε απ’ τη σειρά και βγήκε μπροστά για να μιλήσει. Ζήτησε ν’ αφήσουνε λεύτερα όλα τα παιδιά που ‘σαν ανάμεσά μας. Εκείνοι αρνήθηκαν. Ο γιατρός τους ξανάβαλε οργισμένος τις φωνές, κάνοντας μια δεύτερη απόπειρα μήπως τα καταφέρει. Ζήτησε ξανά ν’ αφήσουνε, τουλάχιστον, ένα απ’ τα τέσσερα αδέρφια. Πού το ‘βρισκε το θάρρος να τους φωνάζει, σκεφτόμουν, σαν τον έβλεπα να παλεύει να σώσει έστω και μια ζωή. Κι ύστερα κατάλαβα πως δεν είχε τίποτα να χάσει. Η δική του ζωή ήταν κιόλας χαμένη. Οι Γερμανοί αρνηθήκανε πάλι και τον σπρώξανε πίσω στη θέση του.
»Μας τσουβαλιάσανε όλους σε τρία τέσσερα φορτηγά, μας βρίζανε λυσσασμένα και μας κοπανούσαν με τα όπλα, σα να ήμασταν ζώα. Μας κατεβάσανε κάνα χιλιόμετρο πιο κάτω. Στη δημοσιά. Όπως το ‘χε πει εκείνη η φωνή. Σαν κατεβήκαμε, είδαμε τα πολυβόλα στημένα στη σειρά, αντίκρυ μας, να μας κοιτάνε σαν μάτια τεράστια και να μας σημαδεύουνε από μακριά. Κοιταχτήκαμε έντρομοι. Μερικοί λυγίσανε κι αρχίσανε ν’ αγκαλιάζονται και να κλαίνε αντάμα. Αγκάλιασα κι εγώ τον διπλανό μου κι ας μη τον γνώριζα. Κείνος, μ’ έκλεισε μες στον κόρφο του σαν πατέρας κι είπε ο καψερός: ‘’Κι εσύ, παιδί μου, τι φταις; Εσύ ‘σαι μικρός…’’ Ούτε κι αυτός με γνώριζε.
»Τέτοιες στιγμές οι άνθρωποι γίνονται ένα. Μια γροθιά, μια καρδιά που χτυπάει απελπισμένα και γυρεύει να πετάξει απ’ το στήθος…  Μας φέρανε και μαντίλι, στο τέλος, να κλείσουμε τα μάτια μας. Κανένας δεν το δέχτηκε. Μετά, ξεκίνησε ένας σιγανά να τραγουδά το ‘’έχε γεια καημένε κόσμε… έχε γεια γλυκιά ζωή…’’  Τον ακολουθήσαμε κι οι υπόλοιποι, με τα μάτια να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι.
»Ένας αξιωματικός με γαλόνια, που καθότανε παράμερα, έδωσε το σύνθημα κι αρχίσανε όλοι οι στρατιώτες μαζί να μας σημαδεύουνε έναν έναν. Εμένα με πήρε μια σφαίρα ξυστά στον ώμο κι έπεσα κάτω μες στον πανικό μαζί με τους άλλους. Ο διπλανός μου, έπεσε από πάνω μου και με σκέπασε με το ταλαίπωρο κορμί του γεμάτο αίματα. Αυτός μ’ έσωσε. Ο τελευταίος ήχος που χάιδεψε τ’ αυτιά μου, προτού λιποθυμήσω, ήταν το τρομαγμένο πέταγμα των πουλιών, που ‘χανε φωλιάσει στα δέντρα. Τρομάξανε κι αυτά από τα πολυβόλα, που μας γάζωναν ανελέητα, και πετάξανε μακριά απ’ τον θάνατο, να μην τον βλέπουν».
Ο παππούς σώπασε απότομα. Η ιστορία τέλειωσε. Συλλογιόταν, πώς θα του φαίνονταν, άραγε, του παιδιού όλα όσα άκουσε. Ψέματα θα του φανήκανε, υπέθεσε με το μυαλό του. Ιστορίες, παραμύθια… ψέλλισε μέσα απ’ τα δόντια του, όπως χάιδευε τρυφερά με τη ματιά του το δροσερό του πρόσωπο.
«Και μόνο εσύ ήσουνα τυχερός, παππού, και σώθηκες; Τους σκοτώσανε όλους;» τον ρώτησε ο εγγονός του με φωνή ραγισμένη απ’ τη συγκίνηση.
«Μονάχα εγώ… είδα τον ήλιο ν’ ανατέλλει ξανά και τα μπουμπούκια στις πορτοκαλιές ν’ ανθίζουνε… Για όλους τους άλλους, ήταν η τελευταία νύχτα» του είπε με κόπο και τον πήραν τα κλάματα, όπως τους έφερε ξανά έναν έναν στον νου του.
Το παιδί γύρισε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, λες και γύρευε να τα διαβάσει. Κι ύστερα, αναλύθηκε σε λυγμούς και κούρνιασε στη γνώριμη, γέρικη αγκαλιά του. Τα χέρια του παππού τυλίχτηκαν, τρέμοντας, γύρω απ’ το εφηβικό κορμί και βάλθηκαν να του χαρίσουν ένα ακόμα στοργικό χάδι.  
«Θα με περιμένεις, παππού, να γυρίσω; Έτσι δεν είναι; Μου το υπόσχεσαι;» τραύλισε ο μικρός μες στον κόρφο του, ζητώντας μια επιβεβαίωση, για ν’ απαλύνει τον πόνο του.
Μονάχα ο Θεός, γιε μου, είναι σε θέση να γνωρίζει αν θ’ ανταμώσουμε ξανά… Αν η αποψινή  είναι η τελευταία  δικιά μας νύχτα… συλλογίστηκε εκείνος, μα δεν τόλμησε να το  ξεστομίσει στον εγγονό του. Δεν άντεχε ούτε αυτός αυτήν τη μαύρη σκέψη και την απόδιωξε αμέσως.
«Θα σε περιμένω, παιδί μου» τον σιγούρεψε κι έκλεισε τα μάτια του, να μην μπορέσει ο εγγονός του να τα διαβάσει.  

Νικολίτσα Μπλούτη Καράτζαλη

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Άγιο Γεώργιο, Λιβαδειάς. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ζω μόνιμα με την οικογένειά μου στη Λιβαδειά και ασχολούμαι με τη συγγραφή. Έχω εκδώσει δυο μυθιστορήματα. Το πρώτο με τίτλο «Όταν η σιωπή… μιλάει στα όνειρα», από τις πρότυπες εκδόσεις Πηγή και το ‘’Κάποτε… στον Παράδεισο’’, από τις εκδόσεις Όστρια. Διηγήματά μου δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες -Λόγω Γραφής, culturagenda, Θεματοφύλακες βιβλίων- καθώς επίσης και στην τοπική εφημερίδα Βοιωτική ώρα. Το διήγημά μου με τίτλο «Το κίτρινο δάνειο» απέσπασε το Ά Βραβείο στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της ΕΤΕΠΚ το 2016 και το διήγημα με τίτλο «Τα φιλαράκια» διακρίθηκε με έπαινο στον ίδιο διαγωνισμό το 2017.




0 Δημοσίευση Νικητήριων Διηγημάτων Διαγωνισμού



Στις 29 Ιουνίου ανακοινώσαμε τα ονόματα των νικητών του Διαγωνισμού Διηγήματος, που είχαμε οργανώσει. Οι ιστορίες των πρώτων δέκα νικητών θα δημοσιευθούν στο περιοδικό τού Moonlight Tales, το οποίο θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό, ενώ τα άλλα πέντε θα αναρτηθούν στο blog. Οι πρώτες Τετάρτες της σεζόν είναι αφιερωμένες στα συγκεκριμένα διηγήματα. Οι συγγραφείς κατέθεσαν ένα κομμάτι της ψυχής του γράφοντας για την "Τελευταία Νύχτα" και θα χαρούν αν διαβάσετε την ιστορία τους. Το ίδιο και εμείς. 

3 Οκτ 2017

0 Συνέντευξη με τη Χρυσούλα Μελισσά-Χαλικιοπούλου





Μέσα από μια σύγχρονη ιστορία παρουσιάζονται οι διαφορετικοί χαρακτήρες δύο παιδιών. Η Αννέτα είναι ένα μαύρο κορίτσι, υιοθετημένο από λευκούς γονείς. Με αυτούς αλλά και την υπόλοιπη οικογένειά της –παππού, γιαγιάδες και νονά– συζητά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Αν και δεν βρίσκει πάντα λύσεις στις συμβουλές ή τις διδακτικές ιστορίες τους, αναγνωρίζει την αγάπη και την κατανόηση που της δείχνουν. Ο Βασίλης είναι ο συμμαθητής που την κακομεταχειριζόταν κρυφά και φανερά, αλλά γίνεται τελικά –χάρη στον έξυπνο και καλοσυνάτο τρόπο της– ένας πιστός φίλος. Έχει όμως κι αυτός τα δικά του προβλήματα, με το διαζύγιο των γονιών του.

2 Οκτ 2017

0 Κυνηγώντας το Στέμμα (Κεφάλαιο 64) - "Νέα Ηγεσία"

Κίεβο, Νοέμβριος 1021

Ο χρόνος έχει πάψει να κυλά για μένα. Όλα έχουν παγώσει. Έχει παγώσει ο φόβος, η χαρά, η λύπη, οποιοδήποτε συναίσθημα.
Έχω χάσει. Είναι το μόνο που έχει σημασία.
Ο Μιστισλάβ πήρε το Κίεβο και βάλθηκε να εδραιώσει την κυριαρχία του. και νομίζω πως τα καταφέρνει περίφημα. Ο λαός τον δέχτηκε ως λυτρωτή, όπως και οι βογιάροι, άλλοι ως κατακτητή, άλλοι ως νόμιμο κυβερνήτη. Κανείς δεν αντιτάχθηκε στην στέψη του, στην κατάληψη του θρόνου του Καταραμένου.