Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Φεβ 2019

0 Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου (Κεφάλαιο 3)


Επιστρέφοντας στον τρίτο όροφο, περνώ αμέσως από το γραφείο της Βίκυς, μα δεν βρίσκεται εκεί. Λίγο πιο πέρα, η Σοφία μαζεύει τα πράγματά της. Ο Τζέιμς στέκεται στην είσοδο του γραφείου, απ’ όπου την επιβλέπει. Τα μάτια του στρέφονται προς το μέρος μου για μια στιγμή μόνο, προτού επιστρέψουν και πάλι σε εκείνη. Η Σοφία, από την άλλη, δεν είναι και τόσο διακριτική. Όταν βγαίνει από το περιφραγμένο δωμάτιο κουβαλώντας μια χάρτινη κούτα, το βλέμμα της καρφώνεται επάνω μου με μίσος, σαν να ευθύνομαι εγώ για την απόλυσή της.
Κατά την αποχώρηση των στελεχών, όλοι οι υπάλληλοι κρυφοκοιτάζουν από τα γραφεία τους. Σαν να περιμένουν πως κάτι θα συμβεί και θα τη γλιτώσουν. Μα τελικά όλα γίνονται όπως ακριβώς ζήτησε ο κύριος Φιλντ, ο οποίος βρίσκεται τώρα στο γραφείο του με τους μικρομετόχους και την Βίκυ.
«Λίνα έχεις λίγο χρόνο;» Με φωνάζει η Τζένη.
Θέλει την γνώμη μου για μερικά σύνολα. Είναι ευχάριστο να δουλεύεις με την Τζένη, εκτός και αν έχει καθυστερήσει να ολοκληρώσει την στήλη, οπότε τα βάζει με τους πάντες και θέλει να της πηγαίνω καφέ ανά δύο ώρες. Ευτυχώς αυτή είναι μια από τις καλές της μέρες, αν και την αγχώνει το ότι θα πρέπει να παρουσιάσει την δουλειά της προσωπικά στο νέο αφεντικό.
«Έχει αυτό το υφάκι του εγώ-είμαι-και-κανένας-άλλος. Ίδιος ο πατέρας του. Και εξωτερικά και εσωτερικά. Αυτό δεν είναι καλό».
«Νόμιζα πως το διασκέδαζες», παρατηρώ.
«Το ένα δεν αναιρεί απαραίτητα το άλλο».
«Ας ελπίσουμε τουλάχιστον να είναι καλύτερος διευθυντής και να νοιάζεται για το περιοδικό».
«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Ωω… ποιος είναι πάλι;» Σηκώνει το τηλέφωνο του γραφείου της ενοχλημένη που την διακόπτουν. «Παρακαλώ… Γεια σου Βίκυ. Ναι εδώ είναι… Δεν μπορεί να περιμέ… Ωχ. Κατάλαβα. Στη στέλνω αμέσως».
 «Τι συμβαίνει;» Ρωτάω ανήσυχη μόλις κατεβάζει το ακουστικό. Κάτι στην έκφρασή της δεν μου αρέσει καθόλου.
«Πάρε μια βαθιά ανάσα και τρέχα στο γραφείο του διευθυντή. Ο Δαμιανός… Ο Φιλντ θέλει να σε δει».
Το σοκ που παθαίνω δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. «Ε-εμένα; Είσαι σίγουρη;» Τραυλίζω.
Η Τζένη κουνά το κεφάλι γνωρίζοντας πως την έχω άσχημα. «Σε περιμένει. Μην αργείς».
Σε λιγότερο από ένα λεπτό βρίσκομαι μπροστά στο γραφείο της Σοφίας. Ή πιο σωστά στο πρώην γραφείο της Σοφίας και νυν γραφείο της Βίκυς.
«Τι συμβαίνει;»
«Θέλει να σου μιλήσει».
«Για ποιο λόγο;» Ρωτώ έντρομη.
«Φαίνεται πως η Σοφία φεύγοντας κάτι είπε στον Τζέιμς, γιατί κλείστηκαν για λίγο στο γραφείο και μετά ζήτησε να σε δει». Μιλάει πολύ γρήγορα. Αυτό δεν είναι συνηθισμένο για την Βίκυ. Είναι ανήσυχη και αναστατωμένη. «Μη θυμώσεις σε παρακαλώ, αλλά εγώ…»
«Δεσποινίς Ανδρεάδη». Ο Τζέιμς βγαίνει από το γραφείο του διευθυντή. «Ο κύριος Φιλντ σας περιμένει. Θα έρθετε;»
Ευχαρίστως. Αν μπορέσω να θυμηθώ πως κουνιούνται αυτά τα αναθεματισμένα πόδια.
Η Βίκυ με σκουντά απαλά στην πλάτη δίνοντας μου ώθηση και αρχίζω να βαδίζω αργά και αβέβαια. Ο Τζέιμς με παρατηρεί μέχρι που μπαίνω στο γραφείο και κλείνει την πόρτα πίσω μου.
Έχω βρεθεί αρκετές φορές στο γραφείο του διευθυντή. Είναι διπλάσιο σε μέγεθος από των υπόλοιπων μελών της διοίκησης. Υπάρχει ένας γκρι καναπές αριστερά από την είσοδο και δυο μικρές βιβλιοθήκες που καλύπτουν ένα μέρος των πλαϊνών τοίχων. Στο τραπεζάκι, μπροστά από τον καναπέ, δεσπόζει το συνηθισμένο βάζο με τα λουλούδια. Τα μαύρα στόρια στα γύρω τζάμια είναι κατεβασμένα, οπότε η Βίκυ δεν μπορεί να μας παρακολουθήσει.
«Δεσποινίς Ανδρεάδη. Καθίστε σας παρακαλώ».
Υποθέτω ότι μου υποδεικνύει μια από τις δυο καρέκλες μπροστά από το γραφείο. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιη, καθώς έχω στυλώσει το βλέμμα στο μαύρο πλακάκι. Παρόλα αυτά το ρισκάρω και κάθομαι σε αυτήν δεξιά μου. Αφού δεν αρχίζει να φωνάζει, συμπεραίνω πως η υπόθεσή μου είναι σωστή.
«Νιώθετε καλά δεσποινίς;» Κουνώ το κεφάλι καταφατικά. Λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα έπρεπε. Ω, Θεέ μου, σίγουρα δείχνω γελοία.
Σοβαρέψου Λίνα, με χαστουκίζει νοητικά το υποσυνείδητο μου.
«Σκοπεύετε να με κοιτάξετε καθόλου;»
Σήκωσε το κεφάλι τώρα! Ουρλιάζει η εσωτερική μου φωνή και υπακούω κινώντας δειλά το λαιμό μου. Ίσα για να τον κοιτάξω φοβισμένη κάτω από τις αφέλειες και τα γυαλιά μου.
Ω, Θεέ μου! Τι το ‘θελα!
Τα σκούρα πράσινα μάτια του είναι αυστηρά και καρφωμένα επάνω μου. Παλεύω με τον εαυτό μου για να μην ξανά χαμηλώσω το βλέμμα. Παρατηρώ μέχρι και πως τα μάτια του έχουν λίγο καστανό γύρω από την κόρη. Το στομάχι μου δένεται κόμπος. Αν συνεχίσει να με κοιτάζει έτσι θα πεθάνω σίγουρα από τρόμο.
Επιτέλους με απελευθερώνει από το βλέμμα του στρέφοντας την προσοχή του σε μια κόλλα Α4 που έχει μπροστά του. «Λοιπόν. Εσείς είστε η περίφημη Μελίνα Ανδρεάδη. Από το πρωί όλο το όνομά σας ακούω». Το κεφάλι μου τινάζεται και τα μάτια μου γουρλώνουν. «Σας εκπλήσσει αυτό;»
«Ο - Ομολογώ πως ναι» τραυλίζω.
«Γνωρίζετε για ποιο λόγο σας κάλεσα;» Με λοξοκοιτάει.
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα κύριε». Κι όμως έχω. Θα με απολύσει! Αυτό ήταν!
Κάνει μια μικρή παύση εξετάζοντας το έγγραφο.
«Σύμφωνα με το βιογραφικό σας είστε είκοσι ενός».
«Μάλιστα».
«Πόσο καιρό εργάζεστε στο περιοδικό;»
«Περίπου ενάμιση χρόνο» λέω με τρεμάμενη φωνή.
«Απ’ ό,τι βλέπω, όταν αρχίσατε να δουλεύετε για μας ήσασταν φοιτήτρια. Με βάση την ηλικία σας πρέπει να σπουδάζετε ακόμη».
«Μάλιστα».
«Τμήμα φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και ψυχολογίας. Ακούγεται ενδιαφέρον», σχολιάζει ανέκφραστα τον τομέα σπουδών μου. «Καταφέρνετε να συνδυάσετε δουλειά και πανεπιστήμιο;»
«Για να είμαι ειλικρινής οι σπουδές μου έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα, λόγω της δουλειάς, αλλά προσπαθώ να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο».
«Χαίρομαι που το ακούω». Αν αυτή είναι η χαρούμενη έκφραση του σίγουρα δε θέλω να τον δω ποτέ θυμωμένο. «Και ποια ακριβώς είναι η θέση σας εδώ;»
«Είμαι γενική βοηθός». Τουλάχιστον έτσι με αποκαλούν.
«Γενική βοηθός. Μάλιστα. Δεν ήξερα πως χρειαζόμασταν γενική βοηθό». Δεν είστε ο μόνος.
«Απ’ ό,τι με ενημέρωσε η νέα μου γραμματέας, προσληφθήκατε ως βοηθός της Τζένης Τσόχα, στη στήλη μόδας. Για να αντικαταστήσετε την Μαίρη Σταμάτη, η οποία είχε πάρει άδεια λόγω εγκυμοσύνης. Είναι σωστό αυτό;» Δεν με κοιτάζει καν.
«Μάλιστα». Βίκυ θα πεθάνεις! Μπορούσε να με ενημερώσει τουλάχιστον πως μίλησε στον διευθυντή για εμένα…
«Η κυρία Σταμάτη έχει σχεδόν ένα χρόνο που επέστρεψε στα καθήκοντά της. Παρότι η πρόσληψή σας ήταν προσωρινή, εσείς παραμείνατε και τώρα τριγυρνάτε στους διαδρόμους μοιράζοντας καφέδες».
Χαμηλώνω και πάλι το βλέμμα στο πάτωμα. Και πολύ άντεξα.
«Γιατί είστε ακόμη εδώ;» Ακούγεται σαν κατηγορία.
Αισθάνομαι τη θερμότητα να βάφει τα ντροπιασμένα μου μάγουλα. Αν δηλώσω την παραίτησή μου αυτή την στιγμή, ίσως καταφέρω να διαφυλάξω ένα μέρος από την αξιοπρέπειά μου.
«Δεσποινίς Ανδρεάδη, τι γνωρίζετε για εκείνα τα λουλούδια;» Δείχνει την ανθοδέσμη πάνω στο τραπεζάκι.
Δεν μπορώ να καταλάβω τι σχέση έχει η ερώτηση με το θέμα μου, αλλά απαντώ όσο πιο φυσικά γίνεται, φοβούμενη μήπως διεγείρω κάποιο συναίσθημα που θα αποβεί μοιραίο για την δουλεία μου.
«Είναι δώρο του κυρίου Δαμιανού προς τη δεσποινίδα Δρόσου».
«Βλέπετε συχνά τέτοιου είδους ανθοδέσμες;»
Στρέφομαι προς εκείνον προσπαθώντας να αντιληφθώ που το πάει. Μέγα λάθος. Δεν πρέπει να κοιτάζω αυτά τα μάτια. Καταπίνω με κόπο τον κόμπο που έχω στο λαιμό. Τι στο καλό! Αν εκείνος θέλει να μάθει, ποια είμαι εγώ που θα του το κρύψω; Εξάλλου όλοι το γνωρίζουν.
«Κάθε βδομάδα φθάνει και μια καινούρια. Η δεσποινίς Δρόσου μου είχε αναθέσει να τις παραλαμβάνω και να ανανεώνω το νερό». Ορίστε το είπα. Ελπίζω μόνο να μην πλήγωσα τα συναισθήματά του. Σίγουρα δεν είναι και το πιο ευχάριστο να πληροφορείται τις ερωτοδουλειές του πατέρα του από μία απλή υπάλληλο, που σύντομα θα πάρει πόδι.
«Είχατε λάβει και εσείς τέτοιες ανθοδέσμες;»
«Ορίστε;» Είναι θαύμα που καταφέρνω να παραμείνω ευγενική και συγκρατημένη αντί να πεταχτώ όρθια ουρλιάζοντας.
Ο Ντάνιελ Φιλντ ακουμπά στην πλάτη της καρέκλας για να με εξετάσει πιο άνετα.
«Δεσποινίς, αναρωτηθήκατε ποτέ τον λόγο για τον οποίο η δεσποινίς Δρόσου τρέφει τόσο έκδηλο μίσος για εσάς;»
«Ομολογώ πως ναι. Αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να βρω μια λογική αιτία».
«Επιτρέψτε μου να σας διαφωτίσω. Φαίνεται πως ο πατέρας μου σας είχε μια ιδιαίτερη… αδυναμία, την οποία δυστυχώς για εσάς είχε μοιραστεί με τους κυρίους Κυριακίδη και Παπαβασιλείου ζητώντας τους να παραμείνετε στο περιοδικό με οποιοδήποτε κόστος. Επιπλέον, σας είχε στείλει επανειλημμένα ανθοδέσμες σαν και αυτήν, οι οποίες όμως χάρις την πιστή του γραμματέα δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους».
Έχω μείνει κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό.
«Η δεσποινίς Καλογεροπούλου και ο κύριος Χατζάκης με διαβεβαίωσαν πως εσείς δεν λάβατε ποτέ κανενός είδους δώρο από τον κύριο Δαμιανό και πως ούτε υπέπεσε ποτέ στην αντίληψή σας κάποια προσπάθεια φλερτ από μέρος του, παρότι εκείνοι και κάποιοι άλλοι στο περιοδικό το είχαν αντιληφθεί. Έχετε να δηλώσετε κάτι;»
Μάλιστα κύριε δικαστά. Θα σκοτώσω την Βίκυ και τον Κωστή. Ώστε για αυτό ήταν τόσο περίεργοι όταν βγήκαν από το γραφείο του διευθυντή. Δεν έφταιγε μόνο η προαγωγή τους.
«Στα αλήθεια δεν είχα ιδέα. Η δεσποινίς Καλογεροπούλου και ο κύριος Χατζάκης, παρότι στενοί μου φίλοι, δεν είχαν μοιραστεί ποτέ αυτές τις πληροφορίες μαζί μου, μέχρι σήμερα, φοβούμενοι μήπως με προσβάλλουν ή με φέρουν σε δύσκολη θέση».
«Τι θα κάνατε δηλαδή εάν το μαθαίνατε νωρίτερα;»
«Ότι το αφεντικό μου με φλερτάρει;» Νεύει. «Υποθέτω πως θα προσπαθούσα να τον αποφύγω και με κάποιον τρόπο να του δείξω πως δεν ενδιαφέρομαι».
«Και αν επέμενε;»
«Πολύ φοβάμαι πως στο τέλος θα εξαναγκαζόμουν σε παραίτηση».
«Σε περίοδο κρίσης και ενώ έχετε ανάγκη τα χρήματα;»
«Σίγουρα θα προσπαθούσα να υπομείνω αυτή την δυσάρεστη και εξαιρετικά άβολη κατάσταση για κάποιο διάστημα, για τους λόγους που αναφέρατε, μα στο τέλος το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο».
«Πιστεύετε πως για αυτό οι φίλοι σας δεν σας υπέστησαν την προσοχή; Φοβούμενοι πως θα παραιτηθείτε;»
Και για αυτό, αλλά και γιατί νόμιζαν πως ο Αιμίλιος Δαμιανός με είχε στριμώξει σε καμία γωνιά παρά την θέλησή μου και δεν ήθελαν να με στεναχωρήσουν, να με θίξουν, να με κάνουν να ντραπώ ή ό,τι άλλο μπορεί να πέρασε από το κεφάλι τους. Προτιμώ να μην επεκταθώ σε όλα αυτά. «Είναι η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω».
«Πράγματι. Το ίδιο ισχυρίστηκαν και εκείνοι».
Μέσα μου πανηγυρίζω. Επιτέλους έκαναν και κάτι σωστό.
«Εκτός από το σερβίρισμα πως αξιοποιείτε τον χρόνο σας στο περιοδικό;» Επιστρέφει στα χαρτιά του.
«Προσπαθώ να φανώ χρήσιμη όπου και με όποιον τρόπο μπορώ».
«Έμαθα πως αντικαθιστάτε τους υπαλλήλους στις άδειες ή τα ρεπό τους όποτε σας ζητηθεί».
«Μάλιστα».
«Μπορείτε να μου κάνετε μια λίστα με τις θέσεις στις οποίες έχετε εργαστεί;» Με κοιτάζει ξανά.
«Ε; Νομίζω πως ναι».
«Μπορώ να την έχω πριν τη λήξη της βάρδιας;»
Σε δύο ώρες; «Φυσικά. Κανένα πρόβλημα».
«Υπέροχα. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το γραφείο της γραμματέας του υποδιευθυντή, αν το επιθυμείτε. Μια τελευταία ερώτηση πριν φύγετε. Τι κάνατε με τις παλιές ανθοδέσμες;»
Οι ερωτήσεις αυτού του ανθρώπου πραγματικά με βρίσκουν συνεχώς απροετοίμαστη. Μου είναι αδύνατον να παρακολουθήσω την σκέψη του.
«Τις πετάω στα σκουπίδια έξω από το κτίριο. Τις μαζεύει το απορριμματοφόρο». Γιατί το είπα αυτό για το απορριμματοφόρο; Δεν χρειαζόταν.
«Τότε, λοιπόν, θα μπορούσατε να μου κάνετε την χάρη να πετάξετε και αυτά εδώ». Δεν είναι ερώτηση. Είναι διαταγή με παραπλανητική κορδελίτσα.
«Μάλιστα. Αμέσως». Σηκώνομαι βιαστικά και παίρνω το βάζο.
«Μια στιγμή». Με προλαβαίνει στην πόρτα. «Μιας και βγάζετε τα σκουπίδια. Πάρτε και αυτό εδώ». Πιάνει κάτι που βρίσκεται κάτω από το γραφείο του και το τείνει αδιάφορα προς το μέρος μου, ενώ εξετάζει τα έγγραφά του.
Πλησιάζω και το παραλαμβάνω διστακτικά, αφού διακρίνω αμέσως περί τίνος πρόκειται. Το κρατώ σαστισμένη, με το βλέμμα καρφωμένο στον κενό τοίχο πάνω από το γραφείο. Η κορνίζα με την φωτογραφία του Αιμίλιου Δαμιανού που κάποτε κοσμούσε αυτό το σημείο βρίσκεται τώρα στα χέρια μου.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» Με ρωτά ο Ντάνιελ Φιλντ.
«Θε-θέλετε στα αλήθεια να την πετάξω;» Τραυλίζω.
«Νομίζω πως αυτό ζήτησα».
«Μα. Είναι η φωτογραφία του πατέρα σας», λέω αμήχανη.
«Ναι. Και;»
«Δε θα θέλατε να την κρατήσετε;»
«Όχι. Αλλά αν είναι τόσο σημαντική για εσάς μπορείτε να την κρατήσετε εσείς. Δε με νοιάζει. Αρκεί να μην την ξαναδώ».
«Όχι, δε… Θα… Θα την πετάξω». Τι θέλω και ανοίγω το στόμα μου;
«Ωραία. Σας περιμένω στις τέσσερις».
«Μάλιστα», τραυλίζω και ανοίγω την πόρτα με χέρια που τρέμουν.
Παραλίγο να μου πέσει το βάζο, μα για καλή μου τύχη ο Τζέιμς και τα γρήγορα αντανακλαστικά του περιμένουν απέξω. Η Βίκυ με βοηθά να τα μεταφέρω όλα στην κουζινούλα και σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα σκουπιδιών, ενώ της διηγούμαι λεπτομερώς την συζήτησή μου με τον νέο διευθυντή.
Ευτυχώς η Βίκυ έχει μνήμη ελέφαντα και θυμάται σχεδόν κάθε εργασία που έχω αναλάβει τον τελευταίο χρόνο. Επειδή, όμως, έχει και εκείνη πάρα πολλά να κάνει, καλεί και την Τζένη, η οποία φτάνει να βάλει ένα χεράκι με τις ημερομηνίες που συνεργάστηκα με εκείνην, ενώ περνάει και από κάποια γραφεία για να επιβεβαιώσει όσα έχω ήδη γράψει ή να βεβαιωθεί πως δεν παρέλειψα τίποτα. Παρά τη γκρίνια μου ότι μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου και ότι δεν υπάρχει λόγος να μπαίνουν άλλοι σε κόπο, οφείλω να παραδεχθώ πως η αναφορά μου είναι έτοιμη ακριβώς πάνω στην ώρα χάρις σε αυτές.
Αυτή την φορά έξω από την πόρτα στέκεται ο Χιούγκο. Κτυπάει εκείνος για εμένα. Ανοίγει την πόρτα δίχως να περιμένει απάντηση και μπαίνει μέσα. Ένα λεπτό αργότερα η πόρτα ανοίγει ξανά.
«Περάστε δεσποινίς Ανδρεάδη» ακούγεται η φωνή του διευθυντή.
«Εμένα με χρειάζεστε κάτι άλλο κύριε Φιλντ;» Η Βίκυ βρίσκεται ήδη εδώ.
«Όχι Βικτώρια. Μπορείς να πηγαίνεις».
Την αποκαλεί και με το μικρό της τώρα; Αυτό πάει να πει πρόοδος!
«Χιούγκο περίμενε έξω. Καθίστε δεσποινίς». Μου δείχνει την καρέκλα που κάθισα και προηγουμένως, ενώ ο Χιούγκο κλείνει την πόρτα αφήνοντάς με μόνη με τον διευθυντή.
«Ετοιμάσατε ότι σας ζήτησα;»
«Μάλιστα». Εξετάζει αμέσως την λίστα μου, ενώ τον παρατηρώ με αγωνία.
«Βλέπω κάνατε λεπτομερή δουλειά» σχολιάζει ανέκφραστα και αφήνει το χαρτί στην άκρη. «Δεσποινίς Ανδρεάδη μήπως τυχαίνει να φοράτε κάποιο κόσμημα με κόκκινη πέτρα;»
«Ε; Ναι». Αυθόρμητα κοιτάζω το δαχτυλίδι που φοράω στον δείκτη του δεξιού χεριού.
Είναι ολόχρυσο, λιτό σχέδιο, με ένα πολύ μικρό στρογγυλό ρουμπίνι. Μόνο που τώρα… το ρουμπίνι λείπει!
«Ωχ όχι!» Αναφωνώ.
«Ώστε δικό σας είναι αυτό;» Βγάζει ένα μικρό μπλε κουτάκι από το συρτάρι και το αφήνει στην άκρη του γραφείου για να το πάρω.
Μέσα βρίσκω την μικρή πέτρα, σχεδόν αόρατη στο τεράστιο για εκείνην χώρο.
«Το βρήκα πάνω στο τραπεζάκι», εξηγεί.
«Πρέπει να έπεσε όταν πήρα το βάζο. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Ειλικρινά δεν έχω λόγια να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Δεν είχα προσέξει καν ότι έλειπε», ψελλίζω συγκινημένη.
Επιτέλους διακρίνω ένα συναίσθημα στην έκφραση του προσώπου του. Δυσπιστία.
«Είναι τόσο σημαντικό για εσάς;»
«Είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω».
«Το φαντάζομαι. Είναι αληθινό ρουμπινί, σωστά;»
«Ναι. Μόνο που αναφέρομαι στη συναισθηματική του αξία, όχι στην υλική».
«Σίγουρα το αγόρι σας θα απογοητευόταν εάν το χάνατε».
«Δεν έχω αγόρι κύριε διευθυντά».
Το βλέμμα του γίνεται ακόμη πιο δύσπιστο και το αριστερό του φρύδι ανασηκώνεται σαν να με προκαλεί να του εξηγήσω.
«Αυτό το δαχτυλίδι ανήκε κάποτε στην μητέρα μου. Είναι το μόνο που μου έχει απομείνει από εκείνη. Το φοράω συνέχεια. Είναι ο μόνος τρόπος για να τη νιώθω κοντά μου». Λέω χαμηλώνοντας το πρόσωπο μου. Έτσι αποφεύγω το επικριτικό βλέμμα που σίγουρα μου χαρίζει απλόχερα και παράλληλα ελπίζω πως κρύβω το κοκκίνισμα στα μάγουλα μου.
Περιμένω να πει κάτι, μα εκείνος παραμένει σιωπηλός. Τι θέλω και ανοίγω το στόμα μου! Δεν μπορούσα απλά να πω ένα ευχαριστώ και να σηκωθώ να φύγω; Λες και αυτός ο τύπος καταλαβαίνει από συναισθηματικό δέσιμο. Πριν από δύο ώρες με έβαλε να πετάξω την φωτογραφία του πατέρα του. Τι ξέρει αυτός από λύπη, πόνο και νοσταλγία για τους ανθρώπους που έχασες πριν προλάβεις καν να τους γνωρίσεις; Την ανάγκη να νιώσεις κοντά σου τους ανθρώπους που σου χάρισαν τη ζωή και που σίγουρα σε αγαπάνε ακόμη και μετά τον θάνατό τους;
Αναρωτιέμαι αν θα μου μιλήσει ποτέ. Σηκώνω διστακτικά το κεφάλι και τον πιάνω να με κοιτάζει με μια βαθιά θλίψη. Αυτό και αν είναι έκπληξη! Μόλις τα βλέμματά μας διασταυρώνονται, βήχει διακριτικά καθαρίζοντας το λαιμό του και μεταμορφώνεται ξανά στον ψυχρό διευθυντή μου.
«Αύριο το πρωί, στις οχτώ και μισή περάστε ξανά από το γραφείο μου για να σας ενημερώσω για την απόφασή μου. Πηγαίνετε τώρα».
«Μάλιστα». Παίρνω το ρουμπίνι μου και αφήνω το μπλε κουτάκι στο γραφείο του.
«Κρατήστε το», λέει εκείνος. Ήδη ασχολείται και πάλι με τα χαρτιά του. «Έτσι και αλλιώς θα το πετάξω. Ήταν μέσα στα πράγματα του πατέρα μου».
«Δεν μου χρειάζεται. Μα όπως και να ‘χει σας ευχαριστώ. Καλό σας απόγευμα», λέω ευγενικά.
Αναίσθητε, ψυχρέ, παλιάνθρωπε!
«Δεσποινίς Ανδρεάδη». Για άλλη μια φορά με σταματάει στην πόρτα.
«Ναι κύριε;»
«Ξέρετε πως είστε η μόνη σε αυτό το κτίριο που δεν φοράτε μαύρα;»
Ωχ. Ρίχνω το βλέμμα στο πάτωμα εκλιπαρώντας το να ανοίξει. «Δεν… δεν έγινε εκ προθέσεως κύριε. Πληροφορήθηκα τον θάνατο του πατέρα σας αφότου έφυγα από το σπίτι σήμερα το πρωί».
«Όπως και να ‘χει, διατηρείστε αυτό το χρωματολόγιο».
Παραλίγο να πάθω συγκοπή.
Επιτυγχάνω να διατηρήσω ένα σταθερό βήμα, καθώς βγαίνω, αλλά και μέχρι το γραφείο της Βίκυς. Ευτυχώς, ο Χιούγκο μπαίνει μέσα αμέσως μόλις αποχωρώ εγώ, ενώ η Βίκυ λείπει αφήνοντάς με μόνη. Καταρρέω σε μια καρέκλα παίρνοντας βαθιές αναπνοές, προσπαθώντας να επαναφέρω το χτυποκάρδι μου σε ένα φυσιολογικό ρυθμό. Πως είναι δυνατόν αυτός ο Ντάνιελ Φιλντ να μου προκαλεί τέτοια ταραχή;


Μαρία Μουστοπούλου



Το βιβλίο "Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου" είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς "Διάδοχοι" της Μαρίας Μουστοπούλου, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Από τις ίδιες εκδόσεις διατίθεται και το δεύτερο βιβλίο "Διάδοχοι: Το Δάκρυ της Νεράιδας".

0 Διηγήματα Φαντασίας από τα όρια της ύπαρξης και της ζωής (Διήγημα 10ο) - "Θα μπορούσε"

Θα μπορούσε αυτή η μέρα του θανάτου μου να ήταν μια σύναξη αγάπης, συγκέντρωση συγκίνησης και αποχαιρετισμού ενός αγαπημένου προσώπου που φεύγει.

0 Η νύχτα που ο παράδεισος έπεσε (Κεφάλαιο 31) - "Enough is enough"

Kyles POV
Εκείνο το φιλί με στοίχειωνε. Στοίχειωνε τον ύπνο μου, καθώς μονοπωλούσε τα όνειρά μου. Στοίχιωνε τον ξύπνιο μου, γιατί κάθε φορά που το βλέμμα μου ξέφευγε μπορούσα να ορκιστώ ότι την έβλεπα να στέκεται εκεί, με τα μεγάλα μάτια της να κοιτάζουν την ψυχή μου. Οι τέσσερις Αρχάγγελοι αγνοούσαν όλες τις εκκλήσεις μου για ακρόαση. Είχαν αρχίσει να με θεωρούν κουραστικό, καθώς επαναλάμβανα μονάχα ένα πράγμα. Το όνομά της. Και το γεγονός ότι έπρεπε να την απελευθερώσουμε από την Κόλαση, την ίδια που ο Μάμμωνας την είχε σύρει. Είχαν κουραστεί να ακούνε το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Ο Λίο, ένα βράδυ που με επισκέφτηκε στην κάμαρά μου, μου εμπιστεύτηκε ότι αυτή μου η εμμονή είχε κινήσει υποψίες στον Ζοφιήλ, ο οποίος ζητούσε ακρόαση για εμένα ξανά και ξανά με τον Μιχαήλ να του αρνείται κατηγορηματικά αυτό το δικαίωμα με τηνδικαιολογία ότι ήθελα χρόνο για να προετοιμαστώ για τα νέα μου καθήκοντα ως Αρχάγγελος. Βλαστήμησα χαμηλόφωνα. Πράγμα που έκανα όλο και πιο συχνά τελευταία.

21 Φεβ 2019

0 Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου (Κεφάλαιο 2)


Ο Χιούγκο και ο Τζέιμς, όπως ονομάζονται οι δύο σωματοφύλακες, δεν μας αφήνουν άλλη επιλογή από το να αποκαλύψουμε όσα ξέρουμε και μόλις μαθαίνουν για την ανακάλυψη του Κωστή ζητούν να τον δουν αμέσως. Έτσι οι τέσσερις μας, σύντομα, βρισκόμαστε στο λογιστήριο, εκεί όπου ένας αμήχανος Κωστής μας εξηγεί πως οι υποψίες του τον οδήγησαν να παραβιάσει το χρηματοκιβώτιο του Ευλαμπίου. Του πήρε μέρες να βρει το μυστικό κωδικό, καθώς μπορούσε να δοκιμάζει μόνο τις ώρες που έλειπε ο προϊστάμενός του. Όταν τελικά τα κατάφερε, έβγαλε αντίγραφα όλων των εγγράφων για να τα μελετήσει με την ησυχία του, δίχως να υποψιαστεί κανείς την απουσία τους.

20 Φεβ 2019

0 Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου (Κεφάλαιο 1-Μέρος 2/2)


«Κύριε Δαμιανέ». Η φωνή της Βίκης, προσεγμένη και όσο δυνατή πρέπει, τραβάει όχι μόνο τη δική του προσοχή, αλλά και όλων όσων βρίσκονται στον χώρο υποδοχής. Τώρα πια δεν είμαι η μόνη καρφωμένη επάνω του.
Ο γιος του Δαμιανού έφθασε. Δεν είναι όμως μόνος του. Μαγεμένη από την παρουσία του δεν πρόσεξα τους δύο κουστουμάτους τύπους με το ύφος και το στιλ μυστικού πράκτορα, που στέκονται ακριβώς ένα βήμα πίσω από εκείνον. Ο τύπος έχει και σωματοφύλακες.
Η Βίκη τον προσεγγίζει με γρήγορα βήματα. Μοιάζει να έρχεται από τη ρεσεψιόν, όπου τώρα η ρεσεψιονίστ, μιλάει στο τηλέφωνο, ειδοποιώντας προφανώς τον υποδιευθυντή.

0 Summer Solstice (Κεφάλαιο 1) - "ΣΕΛΕΣΤ"



            Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, η οικογένειά μου και εγώ επισκεπτόμαστε το Ντράγκονσπαϊρ για την ανανέωση των όρκων ανάμεσα στα Κράτη και την υπογραφή της νέας Συνθήκης Ειρήνης, που έχει διώξει τον πόλεμο από τις ζωές μας. Οι Βασιλικές Οικογένειες συγκεντρώνονται στην κύρια αίθουσα του Ντράγκονσπαϊρ και ακούν τους λόγους υπόσχεσης των Αρχηγών των τριών μεγάλων Κρατών, ενώ οι βασιλικοί γόνοι που έχουν πατήσει την ηλικία των δεκαοχτώ, έχουν ακόμα ένα καθήκον: να συνεισφέρουν το όνομά τους σε έναν αρχαίο οβελίσκο στο κέντρο της αίθουσας. Είναι η χρονιά μου απόψε και, για να πω την αλήθεια, δεν νιώθω καθόλου έτοιμη να αντιμετωπίσω τόσο κόσμο.

0 Pisces (Κεφάλαιο 5) "Επιστροφή στην Αρχή - Μέρος Α: Ο Τέλειος Στόχος”

«Τώρα που είμαστε όλοι εδώ, είναι καλύτερα ν’ αρχίσουμε να βάζουμε όλα τα στοιχεία κάτω και από την αρχή!» συνέχισε ο Τζάκσον χωρίς να χάσει χρόνο.
«Κι εδώ; Με τον Τόμας δε θα μείνει κανείς;»
«Θα μείνω εγώ για την ώρα… Έτσι κι αλλιώς είναι σε κώμα κι οι γιατροί δεν είπαν τίποτα καινούριο…» απάντησε η Κιμ στη Ρετζίνα κι έριξε μια ενθαρρυντική ματιά στην Έρρικα
«Ίσως θα ήταν καλύτερα να μείνω εγώ… Αν ο πατέρας σου, Τζάκσον, εμφανιστεί ξανά, πρέπει κάποιος που γνωρίζει πώς να αντιμετωπίσει έναν τέτοιο άντρα να είναι εδώ!»
«Συμφωνώ με τη Ρετζίνα» αποκρίθηκα.
            Προτού το καταλάβω  βρεθήκαμε όλοι έξω από το σπίτι  μου… Καθίσαμε στο τραπέζι κι εκεί ξεκίνησε ένας αγώνας σκέψεων. Κανείς δεν μίλησε τουλάχιστον για τα επόμενα 20 λεπτά.  Η σιωπή όλων μας έκανε έναν εκκωφαντικό θόρυβο.

0 Φεστιβάλ Fantasmagoria 2019

6 & 7 Απριλίου λαμβάνει χώρα στη Θεσσαλονίκη για τρίτη χρονιά το φεστιβάλ Fantasmagoria



Τι είναι το Fantasmagoria;


Το φεστιβάλ έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 2017 και από τότε καθιερώθηκε στον χώρο του βιβλίου, δίνοντας το στίγμα του στη φιλοσοφία του φανταστικού. 
Οι εκδηλώσεις και δράσεις του Φεστιβάλ Φανταστικού προάγουν τη λογοτεχνία, τη φιλαναγνωσία και κάθε μορφή τέχνης που έχει πυρήνα της τη φαντασία του δημιουργού, ως μια προσπάθεια απόδρασης από τη δύσκολη καθημερινότητα ή ενίσχυσης του πνεύματος.

Οι εκδηλώσεις απευθύνονται τόσο σε μεγάλους όσο και σε παιδιά. Προσφέρουν την ευκαιρία στο κοινό να παρακολουθήσει το έργο αξιόλογων καλλιτεχνών τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού.


19 Φεβ 2019

0 Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου (Κεφάλαιο 1-Μέρος 1/2)


Μέρος Ι
Ανάγνωση

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της

κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.

Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,

πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι

δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,

κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,

εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.
-      Αγάπη, Κώστας Καρυωτάκης
---------------------------------------------------------------------
Κεφάλαιο 1ο 

Μελίνα Ανδρεάδη

Τρίτη 6 Οκτωβρίου, 2015
Αθήνα, Ελλάδα

Καταραμένο ξυπνητήρι, συλλογιέμαι, καθώς ο χαρακτηριστικός ήχος μού τρυπάει τα αυτιά. Να πάρει! Δεν μπορεί να ξημέρωσε κιόλας!
Απλώνω το χέρι προς το κομοδίνο, αναζητώντας στα τύφλα το εκνευριστικό κατασκεύασμα. Ώσπου ακούω κάτι να διαλύεται στο πάτωμα. Ευτυχώς εντοπίζω το πορτατίφ, δίχως να προκαλέσω άλλες απώλειες.
«Τέλεια» μονολογώ βλέποντας τα θρύψαλα στο χαλί. «Τώρα χρειάζομαι καινούριο ξυπνητήρι». Η μέρα δεν έχει καν ξεκινήσει και ήδη σπέρνω την καταστροφή γύρω μου.
Πηγαίνω στο μπάνιο δίχως όρεξη. Παιδεύομαι λίγο, αφού η συρόμενη πόρτα δε λέει να ανοίξει. Όπως πάντα έχει φρακάρει.
Μα γιατί δεν την αφήνω ανοιχτή να τελειώνουμε;
Επόμενη στάση είναι το ψυγείο. Βρίσκω υλικά για ένα απλό τοστ και λίγο γάλα. Τα τρώω λαίμαργα και επιστρέφω στο υπνοδωμάτιο, για να ετοιμαστώ. Εφόσον έχω διαλύσει το μοναδικό ρολόι που υπάρχει στο διαμέρισμά μου, συμβουλεύομαι το ρολόι χειρός που κρύβω στο συρτάρι μου –είναι πολύ καλό για να το φοράω καθημερινά.
«Ωχ! Θεέ μου, θα αργήσω!»
Ντύνομαι σε χρόνο ρεκόρ, ως συνήθως, αφού όσο και αν δε θέλω να το παραδεχτώ, πάντα καθυστερώ στη δουλειά. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη που κρέμεται πάνω από την ετοιμόρροπη, ξύλινη συρταριέρα, που χρησιμοποιώ ως τουαλέτα ομορφιάς. Οι δυο μαύροι κύκλοι που έχουν δημιουργηθεί κάτω από την περιοχή των ματιών μου φαίνονται έντονα. Δεν έχω χρόνο να βαφτώ –για την ακρίβεια σπάνια έχω τα πρωινά– οπότε βολεύομαι να τους καλύψω με λίγο κονσίλερ. Προσθέτω λίγη μάσκαρα και ενυδατικό κραγιόν με γεύση φράουλα.
Τα μαλλιά μου είναι, ως συνήθως, ένα σοκολατένιο χάος. Η Βίκη μπορεί να λέει πως αυτές οι ανάλαφρες φυσικές μπούκλες είναι υπέροχες, μα για να τη δω να προσπαθεί να τις κουμαντάρει κάθε πρωί. Δεν μπορώ να κάνω και πολλά αυτήν τη στιγμή, οπότε τα μαζεύω σε μια ψηλή αλογοουρά και παλεύω για να πείσω τη φράντζα μου πως οι νόμοι της βαρύτητας και της καλής αισθητικής προστάζουν να στρέφεται προς τα κάτω. Τα επιχειρήματά μου; Νερό, βούρτσα και πιστολάκι μαλλιών.
Μόλις κερδίζω αυτήν τη μικρή μάχη, ρίχνω άλλη μια ματιά στο ρολόι μου και παθαίνω συγκοπή. Το λεωφορείο θα περάσει από στιγμή σε στιγμή. Πηγαίνω τρέχοντας στην κουζίνα –για την ακρίβεια πρόκειται για έναν ενιαίο χώρο, όπου ο πάγκος αποτελεί τη μοναδική διάκριση ανάμεσα σε αυτήν και το μικρό σαλόνι. Όπως πάντα, η τσάντα μου βρίσκεται πάνω στο τραπεζάκι της κουζίνας.
Στο ντουλάπι με τα ποτήρια, κάτω από μια κούπα στο βάθος, βρίσκω το τελευταίο μου χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ. Την Πέμπτη είναι τα γενέθλια της Βίκης και οφείλω να της αγοράσω δώρο. Το βάζω στο πορτοφόλι μου, που κάποιες μέρες τώρα τρέφεται μόνο με ψιλά και ευχαριστώ τον Θεό που πληρωνόμαστε στο τέλος της εβδομάδας. Βρίσκω τα γυαλιά μυωπίας μου στο τραπεζάκι του σαλονιού και πετάω το κινητό μου μέσα στην τσάντα μου –είναι από εκείνα τα παλιά μοντέλα που αν σου πέσουν, οφείλεις να ανησυχήσεις για το πλακάκι και όχι για το ίδιο το κινητό. Αρπάζω τις μπότες μου από την παπουτσοθήκη δίπλα στην είσοδο και, ισορροπώντας στο ένα πόδι, ανεβάζω βιαστικά το φερμουάρ, ενώ παράλληλα κλειδώνω την πόρτα.
 Κατεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες από τον δεύτερο όροφο φορώντας το παλτό μου και ξεχύνομαι έξω δίχως να πάρω ανάσα. Διασχίζω τα τρία τετράγωνα απόσταση και βγαίνω στον δρόμο απ’ όπου περνάει το λεωφορείο. Μπορώ πλέον να διακρίνω τη στάση και παρότι απέχω ακόμη, το λεωφορείο δε φαίνεται πουθενά. Οπότε ξεφυσάω ελεύθερα και αντικαθιστώ το τρέξιμο με γρήγορο βηματισμό.
Απέχω δύο μόλις μέτρα από την στάση, όταν η κόρνα ενός αυτοκινήτου από την απέναντι πλευρά του δρόμου διαλύει την πρωινή σιωπή. Αρχικά αρνούμαι να γυρίσω το κεφάλι, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος άγνωστος μου κορνάρει. Δε ζω και στην καλύτερη περιοχή της Αττικής και όλο και κάποιος μεθυσμένος τυχαίνει να κυκλοφορεί τέτοιες ώρες στους δρόμους, μετά τη νυχτερινή του κραιπάλη, θεωρώντας καθήκον του να την πέσει σε κάθε θηλυκό που έχει την ατυχία να βρεθεί στο διάβα του. Όταν όμως το κορνάρισμα γίνεται πιο επίμονο, δεν μπορώ να μη στραβοκοιτάξω προς την πηγή του. Πρόκειται για ένα κόκκινο Toyota Yaris, ο οδηγός του οποίου, ένας τύπος με μαύρα ανακατεμένα μαλλιά και μαύρο πουκάμισο, μου κάνει νόημα να πλησιάσω.
Ξεφυσάω ενοχλημένη. Περνάω προσεκτικά τον δρόμο και στέκομαι δίπλα στο παράθυρο του οδηγού.
«Κωστή; Τι κάνεις εδώ;»
«Τι σου φαίνεται πως κάνω; Ήρθα να σε πάρω». Μου χαμογελάει. «Άντε. Μπες μέσα γιατί θα αργήσουμε».
«Ευχαριστώ, Κωστή, αλλά δε χρειαζόταν να μπεις σε τόσο κόπο. Μπορώ να πάρω το λεωφορείο» λέω ευγενικά.
«Λίνα, το λεωφορείο πέρασε πριν από μερικά λεπτά».
Να πάρει!
«Θα πάρω το επόμενο. Θα περάσει σε δέκα… δεκαπέντε λεπτά…»
«Και όπως πάντα θα αργήσεις» μου υπενθυμίζει εκείνος. Λες και δεν το ξέρω.
«Πέντε λεπτά δεν είναι μεγάλο ζήτημα». Στην πραγματικότητα, αφού έχασα αυτό το λεωφορείο, θα αργήσω τουλάχιστον κάνα μισάωρο, αλλά όσο ελκυστική και αν μου φαίνεται η προσφορά του Κωστή, αρνούμαι να τη δεχτώ. «Κανείς δε θα…»
«Άκου, Λίνα» με διακόπτει με σοβαρό ύφος. «Κατανοώ την ανάγκη σου να μη γίνεσαι βάρος σε κανέναν και την προσπάθειά σου να τα βγάζεις πέρα μόνη σου –και πραγματικά σε εκτιμώ πολύ για αυτό. Αλλά δεν είσαι μόνη σου σε αυτήν τη ζωή. Έχεις και φίλους».
«Μα…»
«Δεν τελείωσα! Όπως εσύ κάνεις ό,τι μπορείς πάντα για να μας βοηθάς, έτσι θέλουμε να σε βοηθάμε και εμείς. Τόσο καιρό σε αφήνω να έρχεσαι με το λεωφορείο, επειδή αυτό δείχνει να σε ευχαριστεί, και επειδή την τελευταία φορά που ήρθα να σε πάρω, έχωσες στα κρυφά χρήματα στο παλτό μου και μάλιστα παραπάνω από όσο κόστισε η βενζίνη που έκαψα –και πάψε να το αρνείσαι. Ξέρω ότι εσύ ήσουν. Αν ήρθα σήμερα εδώ, είναι επειδή πραγματικά αυτήν τη φορά δεν πρέπει να αργήσεις ούτε δευτερόλεπτο. Πράγμα που θα γίνει, εάν συνεχίσουμε αυτή την ανόητη συζήτηση. Για αυτό σε παρακαλώ… μπες στο αμάξι» φωνάζει τις τελευταίες λέξεις.
Έχω μείνει να τον κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα. Πρώτη φορά τον ακούω να βγάζει έναν τόσο μακροσκελή λόγο. Πόσο μάλλον να υψώνει σε τέτοιο τόνο την φωνή του και να διατυπώνει φράσεις τόσο… συγκινητικές. Έτσι, λοιπόν, κάνω τον κύκλο του οχήματος και κάθομαι στη θέση του συνοδηγού δίχως να βγάλω κουβέντα. Φοράω τη ζώνη ασφαλείας και το αυτοκίνητο ξεκινά.
«Συγγνώμη που σου φώναξα» λέει ο Κωστής, ύστερα από πέντε λεπτά απόλυτης σιωπής. «Δεν ξέρω γιατί σου μίλησα έτσι».
«Δε χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη».
«Εσύ πάντα ζητάς συγγνώμη».
«Άλλο εγώ».
Δεν απαντάει. Έχουμε κάνει χιλιάδες φορές αυτήν τη συζήτηση, αλλά ούτε εκείνος ούτε η Βίκη έχουν καταφέρει να με πείσουν να αποβάλω την τάση να υποβαθμίζω τον εαυτό μου. Περιορίζεται στο να μου ρίξει ένα αυστηρό βλέμμα επικρίνοντάς με για τη συμπεριφορά μου.
«Πάντως να ξέρεις πως αν ξαναβρώ έστω και ένα ευρώ παραπάνω στις τσέπες μου, θα είναι η τελευταία φορά που σου απευθύνω τον λόγο» προσθέτει ύστερα από λίγο.
«Μα δεν είναι σωστό να με πηγαινοφέρνεις στο σπίτι. Δεν είμαι καν στον δρόμο σου».
«Δεν είναι μεγάλος κόπος να αποκλίνω πέντε λεπτά από την πορεία μου για να εξυπηρετήσω μια φίλη. Ειδικά όταν ρισκάρεται η δουλειά της» μου αντιγυρίζει ήρεμα.
«Κάθε μέρα αργώ και κανείς δε δίνει σημασία. Εκτός και αν θέλουν επειγόντως καφέ και βαριούνται να πάνε να τον φτιάξουν μόνοι τους».
«Σήμερα όμως είναι ιδιαίτερη μέρα» επιμένει ο Κωστής.
«Γιατί, τι είναι σήμερα;»
Με κοιτάζει σαν μην πιστεύει αυτό που άκουσε.
«Μου κάνεις πλάκα;»
«Δε νομίζω ότι φημίζομαι για την ικανότητά μου στο χιούμορ».
«Λίνα που ζεις; Δεν άκουσες τι συνέβη εχθές;»
«Ε; Όχι» απαντάω αμήχανα.
«Μα ήταν σε όλα τα κανάλια».
Εντάξει. Τώρα πραγματικά αρχίζω να ανησυχώ.
«Δεν άνοιξα καθόλου την τηλεόραση χθες. Καθάριζα το σπίτι όλο το απόγευμα και το βράδυ διάβαζα το βιβλίο που μου δάνεισε η Βίκη. Τι συνέβη;»
«Ο Δαμιανός. Βρέθηκε νεκρός εχθές το πρωί».
«Ο Αιμίλιος Δαμιανός;» Η απάντηση είναι αυτονόητη, μα το σοκ είναι τόσο μεγάλο που απαιτείται επιβεβαίωση.
«Ναι. Ο γνωστός».
 Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Άνθρωποι σαν τον Δαμιανό δεν… από την μια μέρα στην άλλη…
 «Μα πώς… Από τι…» Δεν μπορώ καν να προφέρω οποιαδήποτε λέξη σχετίζεται με την έννοια θάνατος. Μου φαίνεται πάντα τόσο επώδυνη.
Ευτυχώς ο Κωστής καταλαβαίνει τι θέλω να πω:
«Καρδιά. Έτσι είπαν».
«Και τι θα γίνει τώρα; Τι θα γίνει με το περιοδικό;»
Ο Αιμίλιος Δαμιανός –απ’ όσο γνωρίζουμε τουλάχιστον– έχει τρία παιδιά. Δύο γιους και μια κόρη, που κατοικούν εδώ και πολλά χρόνια στο Λονδίνο. Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα θεωρούνταν βέβαιο ότι η περιουσία θα περάσει στην κατοχή τους. Ίσως και ένα μέρος να δωριστεί σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς. Όχι πως το εκλιπόν αφεντικό μου είχε έφεση στις φιλανθρωπίες, αλλά το συνηθίζουν οι πλούσιοι. Στην προκειμένη περίπτωση όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.
«Ακόμη και αν δεν έχει άλλους κληρονόμους ή κάποιο νόθο που θα εμφανιστεί από το πουθενά, είναι αμφίβολο το ότι άφησε περιουσία στα τρία παιδιά του» υποστηρίζει ο Κωστής. Και δεν έχει άδικο, αφού είναι γνωστό πως οι σχέσεις μεταξύ πατέρα και τέκνων μπορούν να χαρακτηριστούν στην καλύτερη περίπτωση κακές και στη χειρότερη ανύπαρκτες.
Όταν ο Δαμιανός αποφάσισε να ιδρύσει το δικό του περιοδικό, η επιχείρηση στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία και το «Stories», όπως ονομαζόταν, αποσύρθηκε από την αγορά μέσα στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του. Έναν χρόνο αργότερα, ο δευτερότοκος γιος του, Αχιλλέας Δαμιανός, μετά από την έντονη επιμονή του πατέρα του να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις, αποφάσισε να επαναλάβει το εγχείρημα, αυτήν τη φορά με διαφορετική ονομασία και σε διαφορετική χώρα, αποκλειστικά υπό τη δική του επίβλεψη. Η συμμετοχή του πατέρα του περιορίστηκε στην παροχή του αρχικού κεφαλαίου.
Το περιοδικό κυκλοφόρησε στην Αγγλία με τον τίτλο «In Passion» και ύστερα από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του επεκτάθηκε στην Ελλάδα, ενώ σειρά είχαν χώρες της Ευρώπης όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Νορβηγία, η Γερμανία και άλλες. Πρόσφατα, μάλιστα, άρχισαν να κυκλοφορούν ανάμεσα στα γραφεία φήμες για επέκταση του περιοδικού στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Φήμες είχαν ακουστεί και όταν πρωτοκυκλοφόρησε το In Passion, σύμφωνα με τις οποίες ο Δαμιανός στήριξε το εγχείρημα του γιου του προσδοκώντας την πλήρη αποτυχία του. Ήταν ένας τρόπος να του αποδείξει πως δεν είναι ανώτερος από τον ίδιο. Εξάλλου εκείνος έπαιζε καθημερινά με εκατομμύρια. Η απώλεια μερικών ακόμη δε θα ήταν μεγάλο πρόβλημα προκειμένου να κερδίσει τον πόλεμο με τα παιδιά του. Αν αυτή η φήμη αληθεύει, τότε τελικά ο νεαρός Αχιλλέας κατάφερε να νικήσει τον πατέρα του στο ίδιο του το παιχνίδι. Βέβαια ο Δαμιανός βγήκε ούτως ή άλλως κερδισμένος, αφού ως ο μεγαλομέτοχος του περιοδικού πρόσθεσε στο προσωπικό του θησαυροφυλάκιο τεράστια χρηματικά ποσά.
«Μπορείς να το σηκώσεις; Πρέπει να είναι η Βίκη» λέει ο φίλος μου, όταν το κινητό ανάμεσά μας δονείται. Αποτελεί νόμο για τον Κωστή: δε μιλάει ποτέ στο τηλέφωνο, ενώ οδηγεί.
Είναι πράγματι η Βίκη.
«Παρακαλώ».
«Λίνα; Δόξα τω Θεώ. Δεν απαντούσες και φοβήθηκα πως θα ερχόσουν με τη συγκοινωνία».
«Τι εννοείς δεν απαντούσα;» Στηρίζω τη συσκευή ανάμεσα στο αυτί και στον ώμο μου για να ψάξω στην τσάντα μου. «Δεν το πιστεύω. Ξέχασα να φορτίσω το κινητό μου».
«Δεν εκπλήσσομαι» σχολιάζει η φίλη μας. «Πού είστε;»
«Ο Κωστής μόλις πάρκαρε. Εσύ πού…»
«Ωραία. Βιαστείτε. Σας περιμένω στην υποδοχή» ανακοινώνει και κλείνει αμέσως.
«Μα καλά, τι έχετε πάθει όλοι σήμερα; Θα γίνει κάποια ομιλία στη μνήμη του εκλιπόντος και φοβάστε μην τη χάσουμε;» αναρωτιέμαι, καθώς διασχίζουμε με τα πόδια τον χώρο στάθμευσης.
«Βασικά θα γίνει. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Χθες βράδυ ο Παπαβασιλείου τηλεφώνησε στη Βίκη. Ήταν πολύ αγχωμένος, επειδή τα παιδιά του Δαμιανού, όχι μόνο γύρισαν στη χώρα, αλλά σήμερα θα έρθουν να μας επισκεφτούν».
«Άρχισαν κιόλας τις επιθεωρήσεις; Ο πατέρας τους πέθανε».
«Αν εσύ είχες πατέρα τον Αιμίλιο Δαμιανό, θα στεναχωριόσουν με τον θάνατό του;»
«Ένας πατέρας, όσο κακός κι αν είναι, δεν παύει να είναι πατέρας» απαντώ έξαλλη.
«Ω... Λίνα… Συγγνώμη» κομπιάζει φανερά μετανιωμένος. «Δεν ήθελα να…»
«Ξέχνα το» τον διακόπτω προσπαθώντας να χαλαρώσω. «Δεν υπήρχε λόγος να εκνευριστώ. Απλώς…»
«Πραγματικά δεν έπρεπε να το πω αυτό» επιμένει εκείνος. Καμιά φορά ξεχνάει πόσο ευέξαπτη γίνομαι με θέματα οικογένειας. «Αλήθεια λυπάμαι».
Παίρνω μια βαθιά ανάσα και φορώ το πιο ωραίο μου χαμόγελο. Δε φταίει εκείνος για τα ψυχολογικά μου.
«Κανένα πρόβλημα. Πάμε τώρα, προτού η Βίκη εκραγεί».
«Τώρα που το θυμήθηκα» λέει ο Κωστής, ενώ ανεβαίνουμε πια τα σκαλιά της εισόδου. «Δε νομίζεις πως τα τακούνια είναι λίγο άβολα για τρέξιμο;»
Στέκομαι απορημένη.
«Σε είδα το πρωί που έτρεχες να προλάβεις το λεωφορείο».
«Δεν είναι πολύ ψηλά». Πράγματι, είναι μόλις πέντε πόντοι και το τακούνι χοντρό. Δεν τα πάω καλά με τα τακούνια, αλλά μέχρι αυτό το ύψος και πάχος τα κουμαντάρω. «Βέβαια και πάλι δεν είναι κατάλληλα για τρέξιμο, αλλά δεν έχω και πολλές επιλογές. Τα αθλητικά δεν ταιριάζουν με την ενδυμασία του γραφείου, ούτε βολεύουν όταν βρέχει».
Κάτι που, όπως μαρτυρούν τα σύννεφα, δε θα αργήσει να συμβεί. Βρισκόμαστε πια στα μέσα του Οκτώβρη και συχνά, όταν τελειώνει η βάρδια μας, αναγκάζομαι να τσαλαβουτώ μέσα σε δρόμους που μετατρέπονται σε ποτάμια, καθώς το οδικό και αποχετευτικό δίκτυο της χώρας μας δεν έχει δημιουργηθεί για να ανταπεξέρχεται στο άνοιγμα των ουρανών.
«Άσε που μου αρέσουν περισσότερο από τα αθλητικά».
«Λοιπόν, τότε τι θα έλεγες να παρατήσεις την καριέρα στον στίβο και να μου επιτρέψεις να σε πηγαινοφέρνω στη δουλειά;»
«Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, Κωστή, και δεν…»
«Αμάν, βρε Λίνα. Σκέψου το τουλάχιστον, εντάξει; Για εμένα δεν είναι κόπος. Ειλικρινά» απελπίζεται.
Κουνάω καταφατικά το κεφάλι και ο Κωστής χαμογελά ικανοποιημένος. Για την ώρα. Κατά βάθος ξέρουμε και οι δύο πως η απάντηση θα είναι αρνητική.
«Επιτέλους» αναφωνεί η Βίκη, μόλις μας βλέπει στην είσοδο. «Ήρθες μια φορά στην ώρα σου».
«Άσ’ τα αυτά». Την κόβω έχοντας ήδη σκανάρει την μαύρη φούστα με το ασορτί σακάκι και τον καστανό της κότσο. «Για εξήγησέ μας τώρα τι ακριβώς γίνεται. Γιατί δεν είσαι στο γραφείο σου;»
Δεν μπορώ να μην προσέξω πως όλοι όσοι βρίσκονται γύρω μου είναι ντυμένοι στα μαύρα, ενώ εγώ φοράω φούστα με πιέτες σε απαλό γκρι και λευκό πουκάμισο. Να πάρει! Βρήκα τη χειρότερη μέρα για να κάνω τη χρωματική μου επανάσταση.
«Η βοηθός του νεαρού Δαμιανού τηλεφώνησε εχθές το απόγευμα από το Λονδίνο στον Παπαβασιλείου και τον ενημέρωσε ότι τα παιδιά του Δαμιανού θα επισκεφτούν σήμερα το περιοδικό» αρχίζει να εξηγεί η Βίκη, αφού πρώτα μας τραβάει σε μια γωνιά δεξιά της εισόδου, όπου δε μας ακούει κανείς. «Φαίνεται πως η κοπέλα άφησε να εννοηθεί πως δεν πρόκειται για μια τυπική επίσκεψη. Μην ξεχνάτε πως το ελληνικό In Passion είναι το μόνο στο οποίο κουμάντο έκανε ο Αιμίλιος Δαμιανός. Όλα τα άλλα βρίσκονται υπό τον έλεγχο του γιου του. Φαίνεται πως ήρθε η ώρα να βάλει το πόδι του και εδώ. Όχι ότι εμένα με χαλάει. Ο τύπος μπορεί να είναι μόλις είκοσι έξι, αλλά έχει αποδείξει πως ξέρει να διοικεί καλύτερα από τον πατέρα του. Ο Παπαβασιλείου και ο Κυριακίδης όμως τρέμουν για τις καρέκλες τους».
Ο Δαμιανός βάζει πάντα κάποιους έμπιστους ανθρώπους του να διοικούν τις επιχειρήσεις του. Το In Passion δεν αποτελεί εξαίρεση. Δυστυχώς, η δική μας εμπειρία δείχνει πως οι έμπιστοί του δε διαφέρουν και πολύ σε ιδιοσυγκρασία από τον ίδιο. Μόνο που πρόκειται απλώς για υποδεέστερα κακέκτυπά του.
«Είκοσι έξι; Αυτός είναι μικρότερος από μένα» μένει έκπληκτος ο Κωστής, που την περασμένη άνοιξη έκλεισε τα είκοσι οχτώ.
«Λοιπόν, για την ακρίβεια, σύμφωνα με το βιογραφικό του, θα τα κλείσει τον Νοέμβριο» απαντάει η φίλη μου.
Δύσκολο να πιστέψει κανείς πως ο Αχιλλέας Δαμιανός είναι τόσο νέος. Τα κατορθώματά του μου έδιναν πάντα την εντύπωση πως είναι μεγαλύτερος, αφού το In Passion τον φετινό Σεπτέμβριο γιόρτασε δύο χρόνια κυκλοφορίας στην Ελλάδα. Λαμβάνοντας υπόψη και τον ένα χρόνο που είχε κυκλοφορήσει αρχικά μόνο στο Λονδίνο, ο τύπος πρέπει να ήταν μόλις είκοσι τριών ετών όταν ανέλαβε τη διοίκηση του περιοδικού.
«Καλά από τι ώρα είσαι εδώ;» ρωτάω.
«Ο Παπαβασιλείου με ήθελε εδώ από νωρίς, για να τσεκάρουμε κάτι αναφορές σχετικά με τις πωλήσεις του περιοδικού και να προετοιμάσουμε τον λόγο του» αναστενάζει η Βίκη. Επίσης, απ’ ό,τι έμαθα, ο Αχιλλέας Δαμιανός είναι πάντα πολύ τυπικός. Για αυτό γρήγορα στις δουλειές σας. Μη σας βρει εδώ και σας περάσει για αργόσχολους».
«Και εσύ;» απορεί ο Κωστής.
«Πρέπει να μείνω εδώ να τον περιμένω. Ο Παπαβασιλείου θέλει να τον συνοδεύσω και να τον ξεναγήσω εγώ προσωπικά, ώσπου να κατέβει αυτός και ο Κυριακίδης».
«Και γιατί όχι η Σοφία;» αναρωτιέμαι και εκείνη μου απαντά με ένα βλέμμα όλο νόημα.
Αποτελεί κοινό μυστικό στην εταιρεία πως ο Αιμίλιος Δαμιανός διατηρεί… κάποιου είδους σχέση με τη γραμματέα και βοηθό του. Τη Σοφία. Όλοι γνωρίζουμε πως δεν πρόκειται για κάτι σοβαρό, αφού ο διευθυντής κυκλοφορεί κάθε εβδομάδα και με άλλη γυναίκα. Τη Σοφία την έχει για όποτε ξεμένει και κυρίως είναι πλέον η έμπιστή του. Φαίνεται λογικό λοιπόν τα παιδιά του Δαμιανού να μην τρέφουν και τα φιλικότερα αισθήματα για εκείνη.
Όχι ότι έχουν άδικο. Η Σοφία μαζί με τον Κυριακίδη και τον Παπαβασιλείου βρίσκονται στην κορυφή της λίστας με τα πιο αντιπαθητικά άτομα ολόκληρου του περιοδικού –μετά τον πατέρα Δαμιανό, εννοείται. Αυτοί οι τρεις όμως κάνουν ουσιαστικά κουμάντο, αφού ο Δαμιανός, παρότι κρατά στα χέρια του την καρέκλα του διευθυντή, δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ.
Γιατί συνεχίζεις να χρησιμοποιείς ενεστώτα; Ο τύπος πέθανε, μου θυμίζει το υποσυνείδητό μου στέλνοντας ρίγη σε όλο μου το κορμί. Τυλίγω τα χέρια μου προστατευτικά μπροστά στο στήθος μου.
«Καλύτερα να πηγαίνουμε» συμφωνεί ο Κωστής. «Ο Ευλαμπίου θα με ψάχνει».
«Θα σας δω αργότερα». Η Βίκη μας αποχαιρετά και παίρνει θέση δίπλα στην είσοδο, ενώ ο Κωστής και εγώ προχωράμε προς το ασανσέρ.
«Δε μου εξηγήσατε όμως, γιατί είχε τόση σημασία το να έρθω στην ώρα μου σήμερα;»
«Να… ξέρεις πως τα πράγματα στο περιοδικό δεν πάνε και πολύ καλά» απαντάει ο Κωστής. Και με τον όρο πράγματα εννοεί φυσικά τα οικονομικά.
Εκείνος εργάζεται ως βοηθός λογιστή –του Ευλαμπίου– και έτσι ξέρει αρκετά καλά την οικονομική πορεία της εταιρίας, καθώς και το μαγείρεμα που πέφτει στα νούμερα. Το μόνο σίγουρο, από όσα μας έχει αναφέρει κατά καιρούς, είναι πως το περιοδικό με αυτό τον ρυθμό σύντομα θα κλείσει.
«Είναι θαύμα το ότι ακόμη και σε περίοδο κρίσης το In Passion είναι μια πραγματικά κερδοφόρα επιχείρηση. Μόνο που μπάζει από παντού. Κακοδιαχείριση και σπατάλες οδηγούν το περιοδικό στην καταστροφή» λέει χαμηλόφωνα, για να μη μας ακούσουν.
«Αυτό μπορώ να το φανταστώ. Εξάλλου και η παρουσία μου εδώ οφείλεται στην κακοδιαχείριση» σχολιάζω αφελώς. Τότε μόνο συνειδητοποιώ το πρόβλημα.
Ο Κωστής καλεί τον ανελκυστήρα δίχως να πει τίποτα άλλο, επιβεβαιώνοντας έτσι τη σκέψη μου.
«Κωστή;»
«Ναι;» προφέρει διστακτικά.
«Όταν ο γιός του Δαμιανού μάθει την οικονομική κατάσταση του περιοδικού τι πιστεύεις ότι θα κάνει;»
«Πρώτα θα διώξει αυτούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Μετά ίσως να… προχωρήσει σε περαιτέρω απολύσεις».
«Και φυσικά βρίσκομαι πρώτη στη λίστα, αφού ουσιαστικά δεν έχω κάποια θέση στο περιοδικό».
Μα πως δεν το σκέφτηκα από την αρχή; Ακόμη και αν τα οικονομικά του περιοδικού δε βρίσκονταν σε αυτή την κατάσταση και πάλι η απόλυσή μου είναι βέβαιη. Όταν μετά την επιστροφή της Μαίρης βρέθηκα να περιφέρομαι άσκοπα στους διαδρόμους, νόμιζα πως θα με απέλυαν αμέσως. Πράγμα που όμως δε συνέβη, καθώς η διεύθυνση φάνηκε διατεθειμένη να μου βρει μια θέση. Έχει περάσει όμως σχεδόν ένας χρόνος από τότε και εγώ έχω μετατραπεί στο κορίτσι για όλες τις δουλειές, απλά και μόνο για να δικαιολογώ την παρουσία μου.
«Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Με τη Βίκη σκεφτήκαμε πως αν δείξεις υπευθυνότητα, ίσως να βρεθεί μια πραγματική θέση για εσένα. Μην ξεχνάς πως είσαι χίλιες φορές πιο ικανή από πολλές εδώ μέσα». Προσπαθεί να με ενθαρρύνει.
«Έλα τώρα! Ούτε έναν καφέ δεν μπορώ να μεταφέρω δίχως να τον χύσω». Είναι πραγματικά παράλογο και όμως έχω μετατραπεί στο κορίτσι-που-φέρνει-τους-καφέδες-αφού-πρώτα-περιχύσει-με-αυτούς-το-πάτωμα.
«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Εχθές ο δικός μου έφθασε ολόκληρος» με πειράζει ο φίλος μου τη στιγμή που η πόρτα του ανελκυστήρα ανοίγει.

Γυρνάω το κεφάλι από την άλλη, παριστάνοντας τη θιγμένη. Και τότε τον βλέπω. Μόλις έχει μπει. Βαδίζει αργά, με σιγουριά και υπερηφάνεια. Είναι ψηλός και πολύ γοητευτικός, ντυμένος κομψά και σε μαύρο αποκλειστικά χρώμα, ακριβώς όπως ο Δαμιανός. Το βλέμμα του σοβαρό και διερευνητικό, περιπλανιέται στον χώρο με φυσικότητα, σαν να έχει ξανάρθει πολλές φορές, ώσπου σύντομα διασταυρώνεται με το δικό μου. Η στιγμή είναι τόσο μικρή, μα αρκετή για να μου δημιουργήσει έναν μικρό κόμπο στο στομάχι. Αισθάνομαι νευρικότητα. Ειδικά όταν συνειδητοποιώ πως κατευθύνεται προς το μέρος μου. Ασυναίσθητα στρώνω τη φούστα μου. 

Μαρία Μουστοπούλου

Το βιβλίο "Διάδοχοι: Η Πληγή του Δράκου" είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς "Διάδοχοι" της Μαρίας Μουστοπούλου, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Από τις ίδιες εκδόσεις διατίθεται και το δεύτερο βιβλίο "Διάδοχοι: Το Δάκρυ της Νεράιδας".