Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5 Ιουλ 2016

0 Μετάλλαξη (Κεφάλαιο 18) Το σπίτι του Τρόμου

   Το μεγάλο λούνα παρκ της Ωκεανίας βρισκόταν νότια από το κέντρο της  πόλης και ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σημεία διασκέδασης για τους πολίτες. Είχε μία μεγάλη ποικιλία ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που μπορούσαν να απασχολήσουν τους ενδιαφερόμενους για μέρες.
Τρενάκια υψηλής ταχύτητας, μεγάλες ρόδες που πρόσφεραν θέα σε όλη την Ωκεανία, θεματικές εκδηλώσεις για παιδιά και ενηλίκους και ένα σωρό διαφορετικούς τρόπους διασκέδασης που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες του πιο απαιτητικού επισκέπτη.
   Το θεματικό πάρκο χωριζόταν σε δύο μέρη. Στο ενεργό διασκεδαστικό κομμάτι που έπαυε τη λειτουργία του μετά τις δώδεκα, αλλά και σ’ ένα δεύτερο, ένα ξεχασμένο του τμήμα που δε λειτουργούσε εδώ και  πολλά χρόνια. Ακόμα και υπό το φως της ημέρας σπάνια υπήρχαν ίχνη ζωής. Ένα μέρος που η πολιτεία δεν είχε κάνει τον κόπο να αξιοποιήσει με τον οποιοδήποτε τρόπο καθώς η ανακατασκευή του χρειαζόταν όχι μόνο χρόνο, αλλά και ένα γενναιόδωρο ποσό κρατικών πόντων.
   Το δεύτερο αυτό μέρος του θεματικού πάρκου μαζί με τη γειτονιά των φαντασμάτων, θεωρούνταν δύο από τα πιο τρομακτικά μέρη της Ωκεανίας.
   Ένα καστανό αγόρι βρήκε ενδιαφέρον σε αυτό το ξεχασμένο μέρος τολμώντας αυτό που ελάχιστοι πολίτες τολμούσαν να κάνουν. Περασμένες δώδεκα τα μεσάνυχτα στεκόταν σε αυτόν τον θαμπό και ξεχασμένο χώρο... Για να εξυπηρετήσει το δικό του συμφέρον.
   Μαζί του ήταν φέρει μία μελαχρινή κοπέλα. Είχε μεγάλα καστανά μάτια, πλούσια μακριά κυματιστά μαλλιά αλλά και ένα σταρένιο αψεγάδιαστο δέρμα. Μικροκαμωμένη, εντυπωσιακά όμορφη, γλυκιά και μακράν ανώτερη από οποιαδήποτε κοπέλα που θα ήλπιζε ποτέ  να γίνει σύντροφός του.
   Τα μεγάλα μάτια της τον κοίταξαν τρομαγμένα. «Στέλιο που πάμε;», ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
   Και όμως, αυτή η κοπέλα που δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί πως θα μπορούσε να γίνει σύντροφός του, αυτή τη στιγμή στεκόταν δίπλα του. Όταν την είχε ρωτήσει διστακτικά, είχε δεχτεί να βγει μαζί του δίχως ενδοιασμό και σήμερα ήταν η πρώτη τους έξοδος.
   Κοίταξε γύρω του τη θεόρατη σκουριασμένη ρόδα που είχε να τεθεί σε λειτουργία για πάνω από εξήντα χρόνια. Οι μυρωδιές του σκουριασμένου μέταλλου και του παλαιωμένου πλαστικού υπήρχαν παντού ενώ δίπλα σε αυτή τη ρόδα μπορούσε να διακρίνει ένα παλιό παιδικό εστιατόριο που στην είσοδο του δέσποζε ένας μεγάλος μεταλλικός κλόουν ρομπότ. Η ξεθωριασμένη μπογιά του είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει και μαζί με τη συσσωρευμένη βρωμιά που δεν είχε καθαριστεί εδώ και χρόνια τον μετέτρεπαν σε φιγούρα δράσης ταινίας τρόμου.
   Κοίταξε την κοπέλα και της πρόσφερε ένα ζεστό αλλά συνάμα αμήχανο χαμόγελο.
   Παρόλο που αυτή ήταν τόσο όμορφη και εκείνος εμφανισιακά κάτω του μετρίου ήταν αισιόδοξος για την κατάληξη του ραντεβού τους.
   Εκμεταλλευόμενος  αυτό το μέρος ήταν πιθανό να αποκτούσε μια  ευκαιρία που ειδάλλως δεν πίστευε πως θα μπορούσε να έχει.
   Ήθελε να εκμεταλλευτεί το φαινόμενο της κρεμαστής γέφυρας. Το φαινόμενο κατά το οποίο αν δύο άτομα του διαφορετικού φύλου βρεθούν σε μία κρεμαστή γέφυρα και κοιταχθούν, συγχέουν το συναίσθημα του φόβου το οποίο τους προκαλεί ταχυκαρδία με την ερωτική έλξη και οδηγούνται στο να ερωτευτούν στη πραγματικότητα. Βέβαια αντίστοιχα  αν δύο ομοφυλόφιλοι του ίδιου φύλου βρίσκονταν στη γέφυρα θα συνέβαινε το ίδιο ακριβώς!
   Αν μπορούσε να αξιοποιήσει στο μέγιστο αυτό το φαινόμενο, του οποίου την ύπαρξη είχε πληροφορηθεί από το  ίντερνετ,  ήταν πιθανό η όμορφη Χλόη να τον ερωτευόταν παράφορα. Ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος που είχε επιλέξει το συγκεκριμένο μέρος για το πρώτο τους ραντεβού.
   «Βρισκόμαστε σε ένα από τα πιο τρομακτικά μέρη της Ωκεανίας. Έχουν γραφτεί μυθιστορήματα τρόμου για το μέρος και για αυτό κανένας δεν πλησιάζει. Δε θες να το εξερευνήσεις;», είπε με μεγάλη προσπάθεια να μην φανεί η αμηχανία του και ο δικός του φόβος. Ήθελε να φανεί μπροστά της ατρόμητος, ακόμα και αν όλες οι τρίχες στο σώμα του είχαν ανασηκωθεί.
   «Δε νομίζω ότι είναι καλή ιδέα...», είπε φοβισμένα η κοπέλα.
   Πιθανότατα αυτό ίσχυε. Αλλά ήταν ένα ρίσκο που ήταν διατεθειμένος να πάρει. Οι προσωπικές του ανασφάλειες θόλωναν την κρίση του. Πίστευε πως μόνο με αυτόν τον παράδοξο τρόπο θα του δινόταν η ευκαιρία να κερδίσει την καρδιά αυτή της καλλονής.
   Στάθηκε μπροστά από τον ανατριχιαστικό κλόουν και έβγαλε μία φωτογραφία με τους φακούς του. Για μια στιγμή ένιωσε πως η τρομακτική φιγούρα τον κοιτούσε με τα ψεύτικα θαμπά μάτια της και παραπάτησε προς τα πίσω. Αλλά βρίσκοντας με ταχύτητα την ισορροπία του στάθηκε κορδωμένος μπροστά στην κοπέλα.
   «Φοβάσαι;», ρώτησε πειρακτικά στη προσπάθεια να καλύψει την αμήχανη κίνηση που μόλις είχε κάνει.
   Η κοπέλα κοκκίνισε. Ένιωθε όντως φόβο και ο τρόπος του αγοριού απέναντι της την ενόχλησε. «Όχι δε φοβάμαι!», είπε με επιτηδευμένο τόνο.
   «Μη φοβάσαι!», αναφώνησε το αγόρι που προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την κάθε ευκαιρία. «Είμαι εγώ εδώ, δεν πρόκειται να σε αφήσω να πάθεις τίποτα»
   Της πρόσφερε ένα από αυτά τα αμήχανα χαμόγελα που ήλπιζε πως δεν πρόδιδαν το φόβο του.
   Η κοπέλα, νιώθοντας ένα τσίμπημα στη καρδιά της με τα λόγια του αγοριού τον πλησίασε. Στο πρόσωπό της είχε σχηματιστεί μία παραπονεμένη αλλά πεισματάρικη έκφραση. Δεν ήθελε να του δείξει πως όντως φοβόταν τις σκουριασμένες ρόδες και το ψεύτικο κλόουν ακόμα και αν όλα έμοιαζαν στοιχεία από κλισέ ταινίες τρόμου. Ήθελε να φανεί ατρόμητη, ενώ για κάποιο περίεργο λόγο ένιωθε μία περίεργη έξαψη.
   Ποιος ξέρει; Ίσως αυτό το περίεργο φαινόμενο της κρεμαστής γέφυρας όντως να δούλευε. Ή ίσως απλά να έβρισκε ενδιαφέρον στο πρόσωπο που είχε μπροστά της και όχι στο μέρος.
   «Δε φοβάμαι. Θα στο αποδείξω.» Ίσιωσε την πλάτη της ενώ έστρεψε τον δείκτη του δεξιού της χεριού σε ένα κτήριο στο βάθος αριστερά τους. Ένα μεγάλο παλαιωμένο διώροφο κτίσμα με εξίσου φθαρμένα και ανατριχιαστικά ρομπότ απ’ έξω που έμοιαζαν με πραγματικούς ανθρώπινους σκελετούς. Υπήρχαν αρκετά ψεύτικα αγκαθωτά δέντρα απ’ έξω. Ενώ πίσω από το σκοτάδι, ανάμεσα στους ξεθωριασμένους μαύρους τοίχους υπήρχαν σειρές με θρυμματισμένα παράθυρα. «Πάμε να εξερευνήσουμε αυτό»
   «Το σπίτι του τρόμου;» αναφώνησε έκπληκτο το αγόρι.
   Αυτό το παρατημένο θεματικό κέντρο σίγουρα ήταν το πιο ενδιαφέρον απ’ όσα είχε να προσφέρει το παλιό λούνα παρκ. Ενώ οι σκοτεινές φήμες που υπήρχαν γύρω από αυτό το μετέτρεπαν στο πιο ανατριχιαστικό μέρος απ’ όλα.
   Τα σπίτια του τρόμου ήταν ένα μέσο διασκέδασης που χρησιμοποιούνταν για αιώνες και είχαν μία κλασσική γοητεία για τους λάτρεις του είδους. Με τις σύγχρονες τεχνολογίες οποιοσδήποτε επισκέπτης μεταφερόταν αυτόματα σε ταινία θρίλερ. Αν και οι τεχνολογίες σε αυτό το σπίτι δεν ήταν πια σε λειτουργία, σίγουρα η αποπνικτική ησυχία θα έδινε μία διαφορετική νότα στην εμπειρία.
   Ήταν εξαιρετικά τολμηρή πρόταση από την όμορφη Χλόη που λίγα λεπτά νωρίτερα έτρεμε να πατήσει το πόδι της στα έρημα μέρη του λούνα παρκ.
   «Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι απ’ όσα βλέπω. Ποιος δε θα ήθελε να δει πως είναι ένα παρατημένο σπίτι τρόμου το βράδυ. Εκτός αν δε θες...»
   Το αγόρι ανατρίχιασε, αλλά μετά απ’ όλη την προσπάθεια που είχε καταβάλλει για να τη φέρει ως εκεί δεν είχε και πολλές επιλογές. Συγχρόνως βέβαια ένιωσε ένα ψήγμα θριάμβου μέσα του διότι πίστευε πως μετά από κάτι τέτοιο το σχέδιο του θα δούλευε όπως ένα ρολόι υψηλής ακρίβειας.
  Το μόνο που  ήλπιζε να κατάφερνε ήταν να διατηρήσει την ατρόμητη εμφάνιση που είχε έως τώρα.
   «Οκ πάμε» είπε χωρίς να δείξει την αμηχανία του.
   Πλησίασαν το ατμοσφαιρικό κτίσμα και χάθηκαν ανάμεσα στα δέντρα. Η έντονη μυρωδιά της σκουριάς έφτασε για ακόμη μία φορά στις μύτες τους ενώ το ελαφρύ αεράκι έδινε έναν ανεπαίσθητο ήχο ανάμεσα στα ψεύτικα δέντρα σαν θρόισμα φύλλων. Οι ρεαλιστικοί σκελετοί έδιναν την εντύπωση πως τους κοιτούσαν ακόμα και αν υπήρχαν μόνο τρύπες στις θέσεις των ματιών.
   Η αίσθηση ήταν τρομακτική και ανατριχιαστική αλλά συγχρόνως και αναζωογονητική.
   Η κοπέλα  στάθηκε στην είσοδο και έπειτα έκανε νόημα στο παραπάνω από πρόθυμο αγόρι να πλησιάσει.  
   Πριν προλάβει να κάνει το πρώτο του βήμα ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε. Ήταν ξεκάθαρο πως η πηγή του ήταν μέσα από το κτίσμα. Είχε την αίσθηση πως ακριβώς μετά από αυτό ακούστηκαν μερικές ανεπαίσθητες φωνές που όμως καλύπτονταν από τον ήχο του αέρα.
   Το αγόρι κοκάλωσε στη θέση του. Ίσως όντως να μην ήτα καλή ιδέα να εξερευνήσουν το πάρκο και ειδικά αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι του.
   «Τι ήταν αυτό;», ρώτησε δειλά ενώ δεν μπορούσε να φύγει η ιδέα από το μυαλό του πως μόλις είχε ακούσει φωνές. Ή μήπως ήταν κραυγές; Ήταν αδύνατο να καταλάβει ενώ με την ζωηρή φαντασία του έκανε ένα σωρό παράλογες υποθέσεις.
   Η κοπέλα είχε μείνει και εκείνη ακίνητη στη θέση της. Σε αντίθεση με το αγόρι δεν άφησε να φανεί στο πρόσωπο της ο φόβος της. Απέκτησε μία υπεροπτική έκφραση η οποία συνδυαζόταν με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης.
   «Τι συμβαίνει, φοβάσαι;»
   Πάγωσε ακούγοντας την. Το δυναμικό βλέμμα της κάλυπτε τα πραγματικά της συναισθήματα. Τα χέρια της βέβαια έτρεμαν αλλά όπως ήταν σταυρωμένα πίσω από την πλάτη της, αυτό δεν ήταν φανερό στο αγόρι. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε ξεκινήσει ένα ενδιαφέρον ψυχολογικό παιχνίδι κατά το οποίο κανένας από τους δύο τους δεν έπρεπε να φανερώσει το φόβο του.
   Έτσι το αγόρι με  ένα τολμηρό πλέον χαμόγελο είπε «Όχι βέβαια! Αντιθέτως είμαι ακόμα πιο περίεργος από πριν να δω τι υπάρχει εκεί μέσα»
   Η κοπέλα ανταπέδωσε το χαμόγελο και με μία ελαφρά κίνηση έσπρωξε την πόρτα η οποία άνοιξε με ένα δυνατό τρίξιμο. Ο αέρας που στο μεταξύ δυνάμωσε βούιζε κατά  τη διάρκεια της εισόδου τους ενώ το ρεύμα τους έσπρωξε προς τα μέσα. Έκλεισαν με δυσκολία την πόρτα και στάθηκαν σε ένα παλαιωμένο καθιστικό γεμάτο σκόνη που μύριζε  μούχλα. Διάφορες φιγούρες ήταν τοποθετημένες στα καθίσματα ενώ δίπλα από ένα ραγισμένο παράθυρο μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα μεγάλο πιάνο με μία ρεαλιστική κούκλα που έμοιαζε με νεαρό κορίτσι. Ένα νεαρό κορίτσι με κατάλευκο δέρμα και μερικές ψεύτικες ματωμένες χαρακιές πάνω της, μαύρα μακριά μαλλιά ενώ από τα μάτια της έμοιαζε να τρέχει αίμα. Ακριβώς πίσω της υπήρχε μία δεύτερη κούκλα, ενός άντρα αυτή τη φορά όπου κρατούσε ένα μεγάλο μαχαίρι που το κατεύθυνε προς το λαιμό της και στο πρόσωπό του είχε μία έκφραση τρέλας.

   Κανένας από τους δύο δεν έδωσε σημασία  στο χώρο. Το μόνο που έκαναν ήταν να σταθούν παγωμένοι στη θέση τους καθώς κάθε τρίχα του σώματος τους ανασηκωνόταν με γοργούς ρυθμούς.
   Ακούγονταν φωνές. Αλλά τι φωνές ήταν αυτές; Ήταν άραγε ανθρώπινες; Ή μήπως κάποιου άλλου είδους πλάσμα ήταν κλεισμένο σε αυτό το μέρος που δεν υπήρχαν δείγματα ζωής;
   Δεν έβγαζαν κανένα απολύτως νόημα από τις φωνές. Ήταν πολλές, ήταν διαφορετικές και μόνο μία λέξη μπορούσαν να διακρίνουν πίσω από το χάος.
Κλειδί...
   Η κοπέλα κοίταξε το αγόρι. Αυτή τη φορά μόνο το σκοτάδι κατάφερνε να κρύψει τον φόβο της. «Τι κάνουμε τώρα;», ρώτησε ταραγμένα.
   Το αγόρι κοίταξε δεξιά τους. Δίπλα στο τοίχο υπήρχε μία σκάλα φτιαγμένη από φθαρμένο σίδερο βαμμένο σε χρώμα που έδινε την αίσθηση του ξύλου και  η οποία οδηγούσε στο πάνω όροφο. Ο τοίχος είχε ένα μεγάλο άνοιγμα που κατέληγε σε μία μεγάλη τραπεζαρία στην οποία μπορούσαν να δουν  και άλλα απενεργοποιημένα ρομπότ ενώ υπέθεταν πως προς τα εκεί θα βρισκόταν και η κουζίνα.
   Αν της έλεγε να πάνε προς τα εκεί μάλλον θα φαινόταν σαν δειλή πρόταση στα μάτια της όμορφης Χλόης.
   Έτσι πλησίασε με αργά βήματα προς την πλευρά των σκαλιών. Οι φωνές έμοιαζαν να ακούγονται από το πάνω μέρος του κτηρίου άρα ήταν η πιο τολμηρή επιλογή.  «Πάμε πάνω;»
   Ένιωσε να χάνει το αίμα από τα μάγουλα του καθώς ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις.
   Η κοπέλα τον πλησίασε και στάθηκε δίπλα του. Για λίγα δευτερόλεπτα κοίταξε τις σκάλες. Έπειτα έπιασε το αγόρι αγκαζέ από το αριστερό του χέρι και το έσφιξε με δύναμη.
   Το αγόρι ένιωσε αυτή τη φορά το αίμα να επιστρέφει στα μάγουλά του με ταχύτητα καθώς το ζεστό χέρι της Χλόης αγκάλιαζε το δικό του. Η κοπέλα έκανε ένα θετικό νεύμα μέσα στο σκοτάδι το οποίο ίσα που μπόρεσε να εντοπίσει με τη θολωμένη όρασή του.
   Το σχέδιο έμοιαζε να δουλεύει. Έπρεπε να ανέβει τις σκάλες και να αντικρίσει ό,τι βρισκόταν εκεί πάνω ακόμα και αν αυτό ήταν φαντάσματα ή ψυχοπαθείς δολοφόνοι. Σίγουρα πάντως με βάση τις φωνές το πλήθος  ξεπερνούσε κατά πολύ τον αριθμό ένα.
   Με αργά και αθόρυβα βήματα ξεκίνησαν να ανεβαίνουν τις σκάλες. Δεν ήθελαν να κινήσουν τη προσοχή των όντων που βρίσκονταν εκεί πάνω.
   Βρέθηκαν στο δεύτερο όροφο του κτίσματος. Οι ταραγμένες φωνές δυνάμωσαν.
   Τώρα πια ήταν ξεκάθαρο πού  ήταν η πηγή τους.
   Μέσα στο σκοτάδι ίσα που μπορούσαν να διακρίνουν τις πολυάριθμες πόρτες που δέσποζαν ακίνητες γύρω τους. Αρκετές είχαν διάφορους παρατημένους σκελετούς δίπλα τους μαζί με ιστούς αράχνης. Κανένας δεν μπορούσε να διαχωρίσει κατά πόσο αυτοί ήταν αληθινοί ή ψεύτικοι.                    Οι πόρτες δεν  έδειχναν να έχουν τίποτα το αξιοπερίεργο εκτός από μία και  μοναδική που διέφερε.
   Μία μεγάλη πόρτα στο βάθος δεξιά τους δεν ήταν ερμητικά κλειστή όπως οι υπόλοιπες. Η δίφυλλη πόρτα που μάλλον οδηγούσε στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα του θεματικού σπιτιού του τρόμου είχε ένα μικρό άνοιγμα από το οποίο μπορούσε κάποιος να διακρίνει ένα ανεπαίσθητο φως.
   Από εκεί ακούγονταν οι φωνές.
   Το αγόρι κοίταξε την κοπέλα μέσα στο μισοσκόταδο κι εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα του. Δε χρειάστηκε να πουν τίποτα. Με ανάλαφρα βήματα ώστε να μην ακουστούν πλησίασαν την πόρτα.
   Οι φωνές άρχισαν να ξεκαθαρίζουν κι άκουγαν τώρα ξεκάθαρα τις λέξεις. Λέξεις που  σιγά σιγά σχημάτιζαν έναν σωρό φράσεις και έμοιαζαν με διάλογο.
   «Δηλαδή δεν μπορούμε να το σπάσουμε;» ακούστηκε μία κοριτσίστικη ήρεμη φωνή.
   Έπειτα ακολούθησε μία αγορίστικη. «Όχι. Αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο. Αν είχαμε και άλλες πληροφορίες ίσως να μπορούσαμε. Αλλά χωρίς αυτές είναι σίγουρα πιο εύκολο να σπάσουμε τα πολλαπλά τείχη»
   Ο φόβος είχε αρχίσει να καταλαγιάζει και για τους δύο καθώς άκουγαν τις φωνές. Πλέον γνώριζαν πως εκεί μέσα δεν υπήρχε κανενός είδους φάντασμα ενώ  το σενάριο των ψυχοπαθών δολοφόνων έδειχνε να είναι εξίσου απίθανο.
   Αν και ο φόβος είχε καταλαγιάσει, το αγόρι ένιωθε μία έντονη ανασφάλεια.
   Η συζήτηση έμοιαζε περίεργη. Τι ήθελαν να «σπάσουν» αυτοί οι άνθρωποι; Για τι είδους τείχη μιλούσαν; Και πάνω απ’ όλα τι έκαναν τέτοια ώρα χωμένοι στο σπίτι του τρόμου με ένα σωρό ανατριχιαστικά απενεργοποιημένα ρομπότ, μακριά από κάθε ίχνος ζωής;
   Η περιέργεια και των δύο φούντωσε. Προχωρούσαν απτόητοι προς την πόρτα καθώς οι φωνές συνέχιζαν το διάλογο τους.
   Η αγορίστικη φωνή ξανακούστηκε. «Άλλωστε στο σημείο που έχουμε φτάσει δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε με αυτό. Το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να χάσουμε τον πολύτιμο χρόνο μας»
   Σιγά σιγά, μαζί με τις φωνές άρχισαν να ακούγονται διάφοροι ψίθυροι, πράμα που μαρτυρούσε πως ο αριθμός των ατόμων εκεί μέσα ήταν σχετικά μεγάλος, ακριβώς όπως είχε υποθέσει ο ίδιος.
   Μία διαφορετική κοριτσίστικη φωνή ήχησε για πρώτη φορά. «Δεν είναι κάτι που δεν έχουμε μελετήσει απλά έχουμε βρει χιλιάδες φορές αδιέξοδο σε αυτό το κομμάτι.  Έπρεπε αναγκαστικά να βρούμε έναν άλλο τρόπο»
   Για λίγα δευτερόλεπτα υπήρξε μία παύση της συζήτησης, αν και συνέχιζαν να ακούγονται οι ψίθυροι που δεν ήταν ξεκάθαροι. Έπειτα το πρώτο κορίτσι ξαναμίλησε. «Πάντως είναι εντυπωσιακή δουλειά. Το Ξωτικό, ακόμα και ατελείωτο, έχει απίστευτο κώδικα από πίσω»
   Διάφορες απορίες είχαν αρχίσει να γεννιούνται ενόσω άκουγαν τη συζήτηση.
   Ξωτικό; Κώδικα; Μα για τι πράγμα μιλούσαν τα άτομα που βρίσκονταν εκεί μέσα. Έμοιαζαν με ένα σωρό ασύνδετες ασυναρτησίες. Ίσως το μόνο που να υπήρχε εκεί μέσα να ήταν μία ομάδα τρελών που δεν ήξεραν τι τους συνέβαινε. Ίσως πάλι στη συνέχεια να ανακάλυπταν για ποιο πράγμα ακριβώς μιλούσαν.
   Φτάνοντας μπροστά από την μισάνοιχτη πόρτα αντίκρισαν ένα περίεργο θέαμα. Μερικά άτομα γύρω από ένα μικρό χαμηλό κυκλικό τραπέζι, το οποίο ξεκάθαρα δεν άνηκε στην κρεβατοκάμαρα του θεματικού σπιτιού κοιτούσαν κάτι σε  υπολογιστές. Ένα σφαιρικό φως στο κέντρο του τραπεζιού φώτιζε το δωμάτιο και τα πρόσωπα τους, τα οποία έμοιαζε να είναι μαθητών και ασκούμενων. Απορροφημένα στις ασχολίες τους ψιθύριζαν μεταξύ τους και έδιναν ελάχιστη έως καθόλου σημασία σε όσα λέγονταν.
   Η φωνή του αγοριού ξανακούστηκε. «Όταν θέλεις να δημιουργήσεις έναν ιό που μπορεί να προσβάλλει τα καλύτερα συστήματα ασφαλείας στην Ενότητα Ειρήνης πρέπει να γράψεις το ακατόρθωτο»
   Πάγωσαν. Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους καθώς προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς είχαν ακούσει.
   Η ομάδα αυτών που βρίσκονταν εκεί μέσα έφτιαχνε κάποιου είδους ιό. Έναν ιό που μπορούσε να επηρεάσει τα συστήματα ασφαλείας της Ενότητας Ειρήνης. Ακουγόταν σαν θεότρελη παραδοχή. Μήπως μιλούσαν για κάποιου είδους ψηφιακό ιό; Αλλά τέτοιοι ιοί είχαν πάψει να υπάρχουν εδώ και αιώνες και αναφορές τους μπορούσαν να βρεθούν μόνο σε ιστορικά στοιχεία στο ίντερνετ.
   Μάλλον πράγματι ήταν ένα σωρό παλαβοί! Δε θα μπορούσαν να εξηγηθούν αλλιώς οι ισχυρισμοί τους ή τουλάχιστον αυτό  πίστεψαν μέχρι να ακούσουν τη συνέχεια.
   «Δουλεύει!» είπε ένα από τα αγόρια που κάθονταν στο κυκλικό τραπέζι.
   «Αλήθεια;» ακούστηκε το κορίτσι δίπλα του με μία γερή δόση ενθουσιασμού.
   «Ναι. Την βλέπω μπροστά μου. Πόση ώρα έκανε η μεταφορά δεδομένων;»
   Το κορίτσι κοίταξε για λίγο τον υπολογιστή μπροστά της. «Κάτι παραπάνω από ένα νανοδευτερόλεπτο»
   Και κάπως έτσι οι φωνές  των παιδιών ξεκίνησαν να ακούγονται όλες μαζί ρωτώντας διαφορετικά πράγματα. Η ολοφάνερη ταραχή όλων μέσα στη θεματική κρεβατοκάμαρα μαζί με έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό κάλυπταν κάθε άλλο ήχο μαζί και αυτόν του αέρα.
   «Τι λένε;» ρώτησε η όμορφη Χλόη ταραγμένη.
Το αγόρι ξεροκατάπιε. Δεν ήξερε τι συνέβαινε εκεί μέσα αλλά έμοιαζε να είναι κάτι μεγάλο και σημαντικό. Αν υπήρχε κάποιου είδους ψηφιακός ιός που ήταν ικανός να προσβάλλει τα συστήματα ασφαλείας της Ενότητας Ειρήνης και μπροστά του βρίσκονταν οι δημιουργοί του, τότε γινόταν μάρτυρας σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της Ενότητας.
   Έπρεπε να μάθει τι ακριβώς ιός ήταν αυτός.
   Κοίταξε την κοπέλα. «Δεν ξέρω...»
   «Ναι!» τον διέκοψε μία άλλη φωνή. «Αυτό σημαίνει πως μπορεί να το έχουμε ολοκληρώσει πριν τις 3 Μαΐου»
3 Μαΐου... Το Φεστιβάλ Τεχνολογίας! σκέφτηκε το αγόρι. Η κοπέλα δίπλα του έδειχνε να είχε την ίδια ακριβώς σκέψη με εκείνον.
   «Πάρε αυτό!» ακούστηκε η φωνή ενός αγοριού που δεν καθόταν στο τραπέζι.
   Και τότε ένα μικρό κομμάτι μετάλλου βρέθηκε στο οπτικό τους πεδίο. Αλλά προτού πάρουν είδηση τι ακριβώς ήταν αυτό που πέταξε το αγόρι ένιωσαν και δύο τις τρίχες τους τα ανασηκώνονται.
   Η όμορφη κοπέλα ήταν έτοιμη να τσιρίξει αλλά ο έντονος φόβος της την συγκράτησε, καθώς το μικρό κομμάτι μετάλλου έμενε παγωμένο στον αέρα και δεν έδειχνε να το αγγίζει η δύναμη των βαρυτικών κυμάτων. Τα υπόλοιπα παιδιά δίπλα της δεν έδειχναν να δίνουν καμία απολύτως σημασία στο παγωμένο κομμάτι μετάλλου που αιωρείτο στο δωμάτιο.
   «Αυτό έχει μέσα τα υπόλοιπα στοιχεία για τις μεταλλάξεις!» ξανακούστηκε η φωνή του αγοριού.
   Το κομμάτι μετάλλου προσγειώθηκε στο χέρι του κοριτσιού που έμοιαζε να το έχει υπό τον έλεγχο της.
   «Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Τώρα!» ψιθύρισε το αγόρι τρομοκρατημένο.
   Άρπαξε το χέρι της όμορφης κοπέλας και με ήσυχα αλλά ταχύτατα βήματα κατευθύνθηκε προς τις σκάλες
   Τι ήταν όλα αυτά τα παιδιά; Θα μπορούσαν να είναι...; Μόνο στη σκέψη ανατρίχιαζε και ήθελε να κάνει εμετό. Δε θα μπορούσε όλα αυτά τα παιδιά να ήταν μεταλλάξεις, ήταν αδύνατο. Ήταν υπερβολικά πολλά για να ζουν στην Ωκεανία. Αλλά το κορίτσι με το μικρό κομμάτι μετάλλου, η αδιαφορία των υπολοίπων που δίπλα τους υπήρχε μία μετάλλαξη...
   Και τα στοιχεία για τις μεταλλάξεις...;
   Όχι, ήταν παράλογο να ήταν όλοι τους μεταλλάξεις. Ίσως να ήταν σύμμαχοι μεταλλάξεων. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε δει εκείνη τη στιγμή. Απλά ήθελε να φύγει από εκεί μέσα το συντομότερο δυνατόν. Μακάρι να είχαν βρει φαντάσματα, τουλάχιστον θα ήταν πιο ακίνδυνα..
   Αυτό σκεφτόταν καθώς κατέβαινε δύο δύο τις σκάλες μέσα στο σκοτάδι.
   Μέχρι που παραπάτησε.

*  *  *

   Τα κουρασμένα μάτια τις Αιμιλίας κοιτούσαν τις αναρίθμητες γραμμές κώδικα του Ξωτικού. Καθόταν σε μία άβολη πλαστική καρέκλα δίπλα στον εξίσου κουρασμένο Ορφέα ο οποίος όμως έδειχνε απολύτως προσηλωμένος στον δικό της υπολογιστή, έτοιμος να λύσει όλες της τις απορίες.
   Είχαν φτάσει μέσα Φεβρουαρίου. Ένας μήνας από τότε που είχε ξεκινήσει να μαθαίνει τον κώδικα του Ξωτικού. Και αυτός ήταν ο πιο δύσκολος μήνας που είχε περάσει από τότε που είχε μπει στην ομάδα του Δράκου, καθώς συνοδευόταν από μία πάρα πολύ σκληρή εκπαίδευση από τον Ορφέα και την Εύη.  Η εκπαίδευση  ξεκινούσε με το πως δουλεύουν τα ψηφιακά συστήματα ασφαλείας της Ωκεανίας και συνέχιζε με το πως θα μπορούσε κάποιος να τα παραβιάσει και να τα ελέγξει.
   Τον τελευταίο μήνα είχε συνειδητοποιήσει πως στη πραγματικότητα δεν είχε ιδέα από προγραμματισμό. Το επίπεδο όσων μάθαινε στο σχολείο δεν άγγιζε στο ελάχιστο όσα είχε μάθει το τελευταίο καιρό.
   Έτσι, για να καλύψει αυτό το κενό γνώσεων και εμπειρίας, ήταν αναγκασμένη να αναλώνει πάνω από επτά ώρες σε καθημερινή βάση μπροστά από μία οθόνη έχοντας παρέα τον Ορφέα. Ο οποίος έδειχνε μία πρωτόγνωρη, για εκείνον, υπομονή για τις ανόητες –όπως  πίστευε η Αιμιλία - ερωτήσεις της.
   Όσο για την υπόλοιπη κοινωνική ζωή της, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με μία λέξη….
….ανύπαρκτη!
   Από τότε που είχε αποχωρήσει από το σπίτι της Σοφίας μετά τους ισχυρισμούς της Αρετής δεν είχε κάνει το κόπο να ξαναμιλήσει μαζί τους. Ήταν ακόμα εξοργισμένη με όσα είχε ακούσει για τις μεταλλάξεις και την Ελίζα Δημοκράτους ενώ είχε φτάσει πια στο σημείο να μην ανέχεται τέτοιου είδους  συμπεριφορές. Ίσως να ήταν η επιρροή του Ορφέα, αλλά πια, κάθε φορά που άκουγε κάτι για τις «επικίνδυνες»  μεταλλάξεις ένιωθε την οργή να φουντώνει.
   Δεν προλάβαινε να νιώσει καθόλου μοναξιά στα διαλείμματα του σχολείου, που συνήθως τα περνούσε μόνη της. Τα λιγοστά λεπτά ανάμεσα στα μαθήματα την έβρισκαν με το κεφάλι ακουμπισμένο στα απλωμένα στο θρανίο χέρια της και με τα μάτια της κλειστά. Με το ρόλο της στο Φεστιβάλ Ενότητας και όσα συνέβησαν εκεί να έχουν ξεχαστεί ελάχιστοι έδιναν σημασία στη παρουσία της στην τάξη και αυτό της έδινε την ευκαιρία να είναι αόρατη και να κοιμάται στα διαλείμματα χωρίς να την ενοχλεί κανείς. Αυτό ήταν κάτι που κατά καιρούς  έκανε και  ο Ορφέας ο οποίος μοιραζόταν την εξάντληση της.
   Για την ζωή του Ορφέα πάλι, είχαν υπάρξει ελάχιστες διαφορές. Πέρα από την εκπαίδευση της Αιμιλίας η οποία συνοδευόταν με αμέτρητες ώρες προγραμματισμού δεν είχε υπήρχε  κάτι καινούριο στη ρουτίνα του εκτός από αυτό το  απροσδιόριστο συναίσθημα που ένιωθε μετά  από το σκηνικό με την Ελίζα.
   Τουλάχιστον με την κατάσταση στις ομάδες να έχει βελτιωθεί μπορούσε να συγκεντρωθεί πιο εύκολα στη δουλειά του και στην Αιμιλία η οποία για καλή του τύχη ήταν καλή μαθήτρια. Ήταν υπάκουη και προσηλωμένη σε όσα της  έλεγε και δεν παραπονιόταν παρόλο που ξαφνικά ανάλωνε ατελείωτες ώρες για τον  προγραμματισμό και την εκπαίδευση της.
   Οι ρυθμοί στην συμμαχία είχαν βελτιωθεί αισθητά αλλά παρ’ όλα αυτά έμοιαζε αδύνατον  να μπορέσουν να έχουν ολοκληρώσει το Ξωτικό στην ώρα του. Έτσι, μετά από πρόταση της Νάσιας, παιδιά απ’ όλες τις ομάδες είχαν μαζευτεί στο στέκι του Φοίνικα με στόχο να βοηθηθούν μερικά από τα καινούρια μέλη που συμμετείχαν στην υλοποίηση του ιού αλλά και να συζητηθούν τα  πολλά  προβλήματα με την ελπίδα πως θα μπορούσαν να επιλυθούν σύντομα.
   Το στέκι του Φοίνικα ήταν το πιο ιδιαίτερο απ’ όλα της συμμαχίας. Ήταν το πιο ατμοσφαιρικό για τον πολύ απλό λόγο ότι  ήταν χωμένο στο σπίτι του τρόμου στο  ξεχασμένο κομμάτι του λούνα παρκ της Ωκεανίας. Ειδικά το δωμάτιο που βρίσκονταν εκείνη την στιγμή και που στο παρελθόν αποτελούσε την κεντρική θεματική κρεβατοκάμαρα.
   Το δωμάτιο είχε δύο μεγάλα παράθυρα, τα οποία ήταν ερμητικά κλειστά με τις βαριές φθαρμένες κουρτίνες να τα καλύπτουν και να μην αφήνουν οποιαδήποτε ίχνος φωτός να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρα. Ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι με το ανατριχιαστικό ρομπότ μίας μισοπεθαμένης ηλικιωμένης γυναίκας και το ρομπότ ενός φαντάσματος που δέσποζε στο ταβάνι στόλιζαν τη δεξιά μεριά του ενώ οι ψηφιακοί απενεργοποιημένοι πίνακες πλέον χρησίμευαν σαν δείκτες ασφαλείας του σπιτιού. Οι ντουλάπες στον τοίχο απέναντι από την είσοδο είχαν αδειάσει και μέσα τους είχαν τοποθετηθεί ένα σωρό ράφια τα οποία είχαν διακοσμητικά  που ταίριαζαν με το ύφος του χώρου.
   Όσο για το κέντρο, ακριβώς μπροστά από το κρεβάτι υπήρχε ένα μεγάλο στρογγυλό χαμηλό τραπέζι και γύρω από αυτό είχαν  τοποθετηθεί μαξιλάρια ώστε τα παιδιά της ομάδας του Φοίνικα να έχουν ένα μέρος να κάθονται με άνεση.
   Εκείνη τη στιγμή τα παιδιά της συμμαχίας είχαν απλωθεί σε όλο το τραπέζι και χωρισμένα σε ομάδες των δύο έκαναν κάτι διαφορετικό η κάθε δυάδα. Ενώ ο Κοσμάς και η Βέρα, τα δύο μοναδικά παιδιά τα οποία δε βοηθούσαν με τον ιό προσπαθούσαν να στερεώσουν το φάντασμα ρομπότ στο ταβάνι με την βοήθεια μερικών συρμάτων αλλα΄και των ικανοτήτων τους ως μεταλλάξεις.
   Ο Ορφέας και η Αιμιλία είχαν αποκοπεί από τα υπόλοιπά παιδιά και κάθονταν σ΄ ένα γραφείο που ήταν στημένο δίπλα στην είσοδο με τους δικούς τους υπολογιστές. Η Αιμιλία του είχε πει, καθώς έφταναν στο Φοίνικα, πως ήθελε να τον ρωτήσει κάτι το οποίο είχε σχέση με τον κώδικα των συστημάτων ασφαλείας και της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση όσο μελετούσε.
   «Τι ήθελες να ρωτήσεις;»
   Η Αιμιλία, που από την κούραση  πάσχιζε για  να βάλει σε σειρά τις ανακατωμένες σκέψεις της κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα το κώδικα κάποιων από τα συστήματα ασφαλείας της Ωκεανίας προσπαθώντας να βρει αυτό που έψαχνε.
   Δεν πρόλαβε όμως να εκφράσει την ερώτηση της. Ένας δυνατός γδούπος τρύπησε τα αυτιά της καθώς άνοιγε το στόμα της. Έπειτα ακούστηκαν μερικές τρομαγμένες τσιρίδες από το σοκ. Τα παιδιά τα οποία ήταν προσηλωμένα στις ασχολίες τους  τρόμαξαν από το δυνατό θόρυβο και την τρομαχτική φιγούρα του φαντάσματος που βρέθηκε ξαφνικά στο έδαφος του δωματίου. Μία από τις φωνές ακούστηκε  πιο δυνατή από τις υπόλοιπες
   «Συγγνώμη!» είπε με δυνατή φωνή ο Κοσμάς όπου στεκόταν σε μία σκάλα η οποία ήταν στερεωμένη στο τοίχο δίπλα από το κρεβάτι.
   «Ρε βλάκα!» ακούστηκε η φωνής της Βέρας η οποία βρισκόταν από κάτω, δίπλα ακριβώς από το πεσμένο ρομπότ. «Θες να με σκοτώσεις;»
   «Τελειώνετε με αυτό!» ακούστηκε η Νάσια αυτή τη φορά με τον χαρακτηριστικό απότομο τόνο της. «Αν δεν μπορείτε να το κάνετε χωρίς φασαρία καλύτερα να γίνει αύριο που θα είναι και οι υπόλοιποι εδώ»
   Ο Ορφέας αναστέναξε φανερώνοντας την ενόχληση του. «Μην τους δίνεις σημασία. Για πες μου, τι ήθελες να ρωτήσεις;»
   Η Αιμιλία έκανε ένα θετικό νεύμα και έπειτα έδειξε ένα κομμάτι του κώδικα που της έκανε εντύπωση. «Αυτό»
   Ο Ορφέας κοίταξε τις γραμμές έχοντας ήδη καταλάβει ποια ήταν η απορία της Αιμιλίας δίχως εκείνη να την εκφράσει. Άλλωστε αυτό που του έδειχνε εκείνη τη στιγμή ήταν ένα θέμα που είχε κινήσει την προσοχή της συμμαχίας πριν καν αρχίσει ο ίδιος να βοηθάει με τον ιό.
   «Αυτό το σημείο  προσφέρει πρόσβαση στο βασικό κώδικα των συστημάτων ασφαλείας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να περνάμε από τα πολλαπλά τείχη ασφαλείας. Για ποιο λόγο σπάμε το κάθε τείχος ξεχωριστά και δεν βρίσκουμε τρόπο εισβάλουμε στο βασικό κώδικα από εκεί;»
   «Πολύ καλή ερώτηση, αλλά δεν είναι τόσο απλό όσο νομίζεις. Διότι για να μας δώσει πρόσβαση θα πρέπει να βρούμε με κάποιο τρόπο τον κωδικό ασφαλείας εισόδου στο σύστημα» είπε ο Ορφέας.
   Η Αιμιλία δε δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο Ορφέας. Ο κωδικός ζητούσε κάποια συγκεκριμένη σειρά αριθμών ώστε να επιτρέψει την πρόσβαση στο σύστημα. Αλλά ένα ταχύτατο πρόγραμμα που θα μπορούσε να βρει αυτόν τον κωδικό μπορούσε να το φτιάξει και η ίδια δίχως ιδιαίτερη δυσκολία με τις γνώσεις που κατείχε ήδη.
   «Ο κωδικός 64 ψηφίων δε μου φαίνεται πολύ μεγάλος. Με ένα απλό πρόγραμμα θα μπορούσαμε να έχουμε πρόσβαση άμεσα»
   «Ισχύει. Αν ο κωδικός ήταν σταθερός δε θα υπήρχε πρόβλημα να τον χακάρουμε αλλά αυτό δεν ισχύει στη προκειμένη περίπτωση. Κοίτα λίγο εδώ»
   Ο Ορφέας έδειξε με τον δείκτη του δεξιού του χεριού ένα μικρό κυβάκι λευκού χρώματος που υπήρχε δίπλα από την γραμμή που ζητούσε τον κωδικό.
   Η Αιμιλία ήξερε πάρα πολύ καλά τι ακριβώς ήταν αυτό το κυβάκι.  Ήταν ένας δείκτης, ένα σύμβολο που άλλαζε χρώμα κάθε φορά που το σύστημα ζητούσε καινούργιο κωδικό. Όμως το χρώμα του κύβου κάθε φορά που τον κοιτούσε έμοιαζε να είναι πάντα άσπρο και να μην αλλάζει ποτέ.
   «Αυτό δε σημαίνει πως ο κωδικός είναι σταθερός; Αφού δεν αλλάζει χρώμα», είπε με περιέργεια.
   Ο Ορφέας με μία απρόσμενη για την Αιμιλία ζωντάνια απάντησε στη ερώτηση της. «Αν  ο κωδικός δεν άλλαζε το κυβάκι δεν θα υπήρχε καν εκεί»
   Δεν της είχε περάσει από το μυαλό αυτό αν και θυμόταν να το είχε ακούσει κάποια στιγμή στο μάθημα του προγραμματισμού στη τάξη αλλά δεδομένου ότι ήταν πάντα λευκό υπέθεσε πως απλά δεν άλλαζε ποτέ.
   «Ναι, αλλά ακόμα και να αλλάζει πρέπει να γίνεται σε μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όσες φορές το έχω κοιτάξει πάντα είναι λευκό», είπε με σχετική σιγουριά.
   Ο Ορφέας χαμογέλασε με ένα υπεροπτικό χαμόγελο. «Και όμως, όση ώρα τον κοιτάς ο κωδικός έχει αλλάξει αμέτρητες φορές»
   Η Αιμιλία έδειχνε προβληματισμένη. «Πως είναι δυνατόν, αφού είναι πάντα...»
   Δεν ολοκλήρωσε την φράση της γιατί ακριβώς  εκείνη τη στιγμή κατάλαβε για ποιο λόγο κάθε φορά που κοιτούσε τον κύβο έμοιαζε λευκός. Όχι, δεν ήταν επειδή ο κωδικός άλλαζε σπάνια, αλλά επειδή ο κωδικός άλλαζε με τεράστια ταχύτητα, πιθανότατα πολλές φορές το δευτερόλεπτο. Το μάτι της βέβαια δεν μπορούσε να αντιληφθεί τέτοιες ταχύτητες και αντιλαμβανόταν τα πολλά διαφορετικά χρώματα του κύβου σαν ένα χρώμα, το οποίο βέβαια έμοιαζε να παραμένει λευκό. Άλλωστε το λευκό χρώμα που φτάνει στα μάτια είναι αντανάκλαση όλων των αχτίνων  φωτός και είναι συνδυασμός όλων των χρωμάτων του  ουράνιου τόξου. Για αυτό άλλωστε το φως του ηλίου μοιάζει λευκό στα μάτια, ενώ δεν είναι στη πραγματικότητα.
   Για να επαληθεύσει τη σκέψη της πήρε ένα από τα παρατημένα ακουστικά που κυκλοφορούσαν σε όλες τις ομάδες τον τελευταίο καιρό και έβγαλε με ταχύτητα μία φωτογραφία. Και όπως ακριβώς το φαντάστηκε το χρώμα του κύβου στη φωτογραφία ήταν διαφορετικό. Ήταν ένα πολύ έντονο πράσινο.
   Το χαμόγελο του Ορφέα πλάτυνε. Ένιωθε θρίαμβο όχι μόνο επειδή η Αιμιλία συνειδητοποιούσε πως είχε δίκιο, αλλά και επειδή η μαθήτρια του έδειχνε να εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς ως προγραμματίστρια.
   «Ουάου!» αναφώνησε η Αιμιλία έκπληκτη. «Δε θα μου περνούσε ποτέ από το μυαλό. Πόσες φορές το δευτερόλεπτο αλλάζει;»
   «Δέκα» απάντησε ο Ορφέας.
   «Αν αλλάζει δέκα φορές το δευτερόλεπτο πως μπορεί κάποιος να μπει στο σύστημα με ένα τέτοιο κωδικό;»
   Ο Ορφέας έριξε μια ματιά στα υπόλοιπα παιδιά που έδειχναν απορροφημένα στα δικά τους κομμάτια. «Λογικά με κάποιου είδους υπολογιστή που παράγει σε σειρά τους συγκεκριμένους κωδικούς. Το σίγουρο είναι ότι  δεν μπορούμε να τους βρούμε αν δεν ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί»
   Ίσιωσε την πλάτη του και κοίταξε για ακόμη μία φορά το λευκό κύβο. «Το περίεργο με αυτό το κομμάτι κώδικα είναι ότι υπάρχει σε όλα τα συστήματα της Ενότητας Ειρήνης και έχει την ίδια ακριβώς μορφή. Δεν έχει σημασία κατά πόσο αυτά είναι ιδιωτικά, δημόσια, ασφαλείας ή μη. Όσες συσκευές υπάρχουν στο σπίτι σου  και χρησιμοποιείς καθημερινά έχουν αυτή τη μικρή κλειδαρότρυπα που αν κάποιος έχει το κατάλληλο κλειδί του επιτρέπεται η πρόσβαση. Αλλά το περίεργο είναι ότι υπάρχει ακόμα και στα πιο απόρρητα συστήματα ασφαλείας της Ενότητας Ειρήνης»
   Η Αιμιλία ανατρίχιασε. Δηλαδή αν κάποιος είχε το «κλειδί» όπως έλεγε ο Ορφέας, μπορούσε να εισβάλλει ανενόχλητος στη προσωπική της ζωή χωρίς πρόβλημα. Με δεδομένο βέβαια  πως ούτε η συμμαχία δεν είχε κατορθώσει να σπάσει τον κωδικό την έκανε να νιώθει κάποια ανακούφιση.
   «Οι μοναδικές εξαιρέσεις είναι οι συσκευές οι οποίες δε συνδέονται με το σύστημα των πόλεων. Και αυτό ισχύει μόνο όσο αυτές είναι αποσυνδεμένες. Άμα γίνει επανασύνδεση τότε ο κωδικός ανακτάται. Και ακριβώς για αυτούς τους λόγους το συγκεκριμένο κομμάτι κώδικα το ονομάζουμε κλειδαρότρυπα»
   «Που όμως μπορεί να ανοίξει μόνο με το κατάλληλο κλειδί» είπε ζαλισμένη η Αιμιλία.
   «Ακριβώς»
   «Δηλαδή δεν μπορούμε να το σπάσουμε;» ρώτησε κάπως απογοητευμένα. Κοίταξε πίσω της για να δει την Νάσια η οποία είχε σηκωθεί και παρακολουθούσε την συζήτηση τους με ενδιαφέρον.
   «Όχι. Αυτή τη στιγμή είναι αδύνατον .Αν είχαμε και άλλες πληροφορίες ίσως να μπορούσαμε. Χωρίς αυτές όμως είναι σίγουρα πιο εύκολο να σπάσουμε τα πολλαπλά τείχη»
   Η Αιμιλία εντυπωσιασμένη είχε καρφώσει τα μάτια της στο κύβο που έμοιαζε πάλευκος. Αν μπορούσαν να βρουν αυτό το «κλειδί» θα μπορούσαν να έχουν όλη την Ενότητα Ειρήνης στα χέρια τους και να φανερώσουν όλα τα στοιχεία για τις μεταλλάξεις με ευκολία.
   «Άλλωστε στο σημείο που έχουμε φτάσει δεν αξίζει το κόπο να ασχοληθούμε με αυτό» συνέχισε ο Ορφέας. «Το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να χάσουμε τον πολύτιμο χρόνο μας»
   «Δεν είναι κάτι που δεν έχουμε μελετήσει» είπε η Νάσια που στεκόταν πίσω τους. Η Νάσια όπως και ο Ορφέας ήταν στη αρχική ομάδα που έφτιαχνε το Ξωτικό. «Απλά έχουμε βρει χιλιάδες φορές αδιέξοδο σε αυτό το κομμάτι. Έπρεπε αναγκαστικά να βρούμε άλλον τρόπο»
   Η Αιμιλία κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα τον υπολογιστή του Ορφέα που βρισκόταν δίπλα από τον δικό της. Οι γραμμές του Ξωτικού έμοιαζαν όπως πάντα περίπλοκες και ακατανόητες, αν και με κάποιο μαγικό τρόπο δούλευαν.
   «Πάντως είναι εντυπωσιακή δουλειά. Το Ξωτικό, ακόμα και ατελείωτο, έχει απίστευτο κώδικα από πίσω»
   Η Νάσια φανέρωσε ένα σκληρό αλλά ειλικρινές χαμόγελο.
   Ενώ ο Ορφέας άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. «Όταν θέλεις να δημιουργήσεις έναν ιό που να μπορεί να προσβάλλει τα καλύτερα συστήματα ασφαλείας στην Ενότητα Ειρήνης πρέπει να γράψεις το ακατόρθωτο»
   Τα μάτια του Ορφέα έπεσαν πάνω στο Νίκο. Το μέλος του Φοίνικα είχε σχηματίσει ομάδα με την Εύη και προσπαθούσαν να κάνουν αυτό που προσπαθούσε ο ίδιος και η Εύη να καταφέρουν τον τελευταίο μήνα. Να μεταφέρουν με ταχύτητα δεδομένα σε ένα ζευγάρι φακών, το οποίο έπειτα θα εμφάνιζε μία επιφάνεια εργασίας με στοιχεία για τις μεταλλάξεις. Ήταν σαν ένα μικρό τμήμα του Ξωτικού που περιείχε  λίγα επιστημονικά δεδομένα.
   Το αγόρι έδειχνε να κοιτάζει αριστερά και δεξιά ακανόνιστα σαν να έβλεπε κάτι στους φακούς του.
Μη μου πεις...
   Η φωνή του αγοριού διέκοψε τις σκέψεις του. «Δουλεύει!»
   «Αλήθεια;» ρώτησε με ενθουσιασμό η Εύη.
   «Ναι. Την βλέπω αυτή τη στιγμή μπροστά μου. Πόση ώρα έκανε η μεταφορά δεδομένων;»
   Η Εύη κοίταξε για λίγο χαμένη το πρόγραμμα που είχε στον υπολογιστή της προσπαθώντας να βρει το χρονικό διάστημα. Και έπειτα γούρλωσε τα μάτια της. «Κάτι παραπάνω από ένα νανοδευτερόλεπτο!»
   Και κάπως έτσι όλα τα παιδιά ξεκίνησαν να μιλάνε μαζί ρωτώντας ένα σωρό πράματα. Όπως το πως, τι ακριβώς μεταφέρθηκε άλλα και άλλα πολλά!
   Ο Ορφέας είχε ένα τεράστιο ενθουσιώδες χαμόγελο στο πρόσωπο του. Επιτέλους, μετά από έναν ολόκληρο μήνα είχαν καταφέρει να ολοκληρώσουν ένα πολύ σημαντικό στάδιο για την υλοποίηση του ιού, αν και είχαν ακόμη πολύ δρόμο μπροστά τους μέχρι να μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν.
   Από την άλλη, η Αιμιλία κοιτούσε χαμένη, δίχως να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί καθώς πριν από λίγο το μόνο που την ένοιαζε ήταν το λευκό κυβάκι στο δικό της υπολογιστή.
   «Ναι!» είπε με ενθουσιασμό ο Θεμιστοκλής, το μέλος του Κράκεν που βοηθούσε την αρχική ομάδα του Ξωτικού. «Αυτό σημαίνει πως μπορεί να το έχουμε ολοκληρώσει πριν της 3 Μαΐου!»
   Ο Ορφέας άρπαξε ένα τσιπάκι που είχε δίπλα από τον υπολογιστή του. «Πάρε αυτό!» φώναξε και το πέταξε προς την Εύη.
   Εκείνη το έπιασε με το ηλεκτρομαγνητικό της πεδίο αφήνοντάς το παγωμένο στον αέρα.
   «Αυτό έχει μέσα τα υπόλοιπα στοιχεία για τις μεταλλάξεις!»
   Το τσιπάκι προσγειώθηκε στο χέρι της Εύης η οποία με ταχύτητα το άνοιξε μεταφέροντας τα υπόλοιπα στοιχεία στον υπολογιστή της. Για λίγα δευτερόλεπτα κοιτούσε την οθόνη με ανυπομονησία. «Με αυτές τις ταχύτητες δεν νομίζω πως θα έχουμε πρόβλημα!» είπε ενθουσιασμένα.
   Και εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός γδούπος. Ο δυνατός ήχος έμοιαζε να βγαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν ακριβώς δίπλα τους και  την είχαν ανοίξει για να μπει λίγος κρύος αέρας.
   «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Αιμιλία τρομαγμένη. Αυτή τη φορά κατάλαβε ότι δεν ήταν από κάποιο ρομπότ.
   Τα μάτια του Ορφέα έπεσαν στο πίνακα δίπλα στο κρεβάτι. Ένα δυνατό κόκκινο φωτάκι αναβόσβηνε με ταχύτητα, αλλά κανένας δεν είχε συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όλοι απορροφημένοι στις ασχολίες τους δεν είχαν δει αυτή την ολοφάνερη προειδοποίηση. Αυτό το φωτάκι αναβόσβηνε μόνο όταν οι αισθητήρες που είχαν τοποθετηθεί αντιλαμβανόταν κίνηση στους υπόλοιπους χώρους του θεματικού σπιτιού.

   Κάποιος άλλος πέρα από τις μεταλλάξεις βρισκόταν μέσα στο κτήριο…


Ναταλία Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου