Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7 Ιουλ 2016

0 Σκιές (Κεφάλαιο 19) Επίσκεψη

Το φως μειώθηκε αισθητά μέσα σε χρόνο ενός βλεφαρίσματος και γύρισα το βλέμμα μου προς το παράθυρο. Έξω υπήρχε το απόλυτο σκοτάδι. Μια πράσινη ομίχλη απλώθηκε γύρω μου και φαινόταν σαν αυτή να φωτίζει το χώρο. Ανασηκώθηκα για να δω καλύτερα τι συμβαίνει γύρω μου και μισόκλεισα τα μάτια μου για να τα κάνω να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Ένιωθα έντονη την υγρασία στο δέρμα μου και η ατμόσφαιρα ήταν κάτι παραπάνω από αποπνικτική.

Την ομίχλη έσκισε μια στριγκή κραυγή και ύστερα από λίγο διέκρινα ένα ζευγάρι λευκές λάμψεις που όλο και πλησίαζαν. Κράτησα την ανάσα μου μέχρι που έφτασαν σε απόσταση αναπνοής απ' το πρόσωπό μου.
"Τι θέλεις; Πώς μπήκες εδώ;", είπα όσο πιο αποφασιστικά και καθαρά μπορούσα.
"Πάντα ήμουν εδώ, απλώς δε με έβλεπες", είπε και τα πάντα διαλύθηκαν.

Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε δεν είναι παρά όνειρο μέσα σε όνειρο.
~Edgar Allan Poe

Ξύπνησα ουρλιάζοντας και η Ειρήνη μου κράτησε το χέρι και η Μυρτώ με πήρε αγκαλιά προσπαθώντας να με ηρεμήσει. Την έσφιξα κι εγώ ενώ συλλογιζόμουν τα λόγια της Σκιάς.
"Τι ήθελε να πει;", γύρισα προς την μικρή.
"Ποιος...πότε;", ρώτησε
"Η Σκιά, είδα ότι ήμουν σ' ένα δάσος με πολλές απ' αυτές και μετά νόμιζα ότι ξύπνησα εδώ στο σπίτι που ήταν άδειο...", σταμάτησα να πάρω ανάσα και η Ειρήνη μου έδωσε το νερό. Αφού ήπια συνέχισα βιαστικά. "ήρθε κι εκεί μια Σκιά και μου είπε ότι ήταν πάντα εδώ απλά δεν την έβλεπα"
Η Μυρτώ φάνηκε να το σκέφτεται με όλη τη δύναμη του μυαλού της και ύστερα απάντησε.
"Ίσως να εννοεί ότι ήταν στο μυαλό σου"
"Κάτσε κάτσε να το πάρουμε απ' την αρχή", είπα εγώ. "Ήμασταν στα σκαλιά και μου είπες ότι μπορούσες πάντα να με βλέπεις, ακόμα κι αν δεν έμπαινες στο σπίτι σωστά;"
"Σωστά"
"Τότε εγώ κατάλαβα ότι μας παρακολουθούσαν και θα ερχόντουσαν αφού είδαν ότι βγήκαμε απ' το σπίτι, έτσι κι έγινε", συμπλήρωσα.
"Εγώ γιατί δεν είδα τίποτα;"
"Δεν ξέρω, ίσως να έχουν κάποιο σχέδιο"
"Σωστά, ίσως προσπαθούν να σε τρελάνουν, ίσως πάλι απλά να σπάνε πλάκα..."
Κοιταχτήκαμε και γελάσαμε, η Ειρήνη είχε μαρμαρώσει και μας κοίταγε προσπαθώντας να καταλάβει τι τρέχει με μας.
"Κάποια στιγμή πρέπει να σου εξηγήσω", της είπα ένοχα.
"Μα γιατί το λες αυτό;", με πείραξε και γελάσαμε πάλι.
"Ωραία ωραία, πίσω στο θέμα" είπε η Μυρτώ που φρόντισε να μας επαναφέρει.
"Άρα είναι συνέχεια μέσα στο μυαλό μου. Υπέροχα. Τι κάνουμε τώρα;"
"Κάποιο ξόρκι ίσως;", δεν χάνουμε κάτι με το να προσπαθήσουμε.
"Ένα τι;", επιτέλους η Ειρήνη κατάφερε να συμμετέχει στην τρέλα.
"Ξόρκι!", απάντησε γεμάτη ενθουσιασμό η Μυρτώ.
"Η οικογένειά μου για πολλά χρόνια ασχολείται με τη μαγεία", συμπλήρωσα εγώ.
"Ιησούς Χριστός...", έκανε τον σταυρό της η Ειρήνη τρομαγμένη, γέρνοντας λίγο πίσω.
"Καμία σχέση", είπε η μικρή και γέλασαν μέχρι και τ' αυτιά μας.
"Άρα τι κάνουμε; Περνάμε κατευθείαν στην αντεπίθεση;", ρώτησε η Μυρτώ.
"Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο", είπα εγώ και σηκώθηκα να φέρω το Βιβλίο. Κατευθύνθηκα προς το κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου μου αλλά ο ήχος του κουδουνιού με διέκοψε. Ωχ ποιος να ναι τώρα;

Πήγα τρέχοντας ως την πόρτα με σκοπό να ξεφορτωθώ στα γρήγορα τον ενοχλητικό επισκέπτη. Στο άνοιγμά της αντίκρισα ένα μπουκέτο λουλούδια κι από πίσω τους τον Στέφανο.
"Στέφανε;"
"Καλησπέρα, ελπίζω να μην ενοχλώ", είπε και έριξε μια κλεφτή ματιά μέσα.
"Εμ, όχι όχι πέρασε", του είπα και πήρα την ανθοδέσμη να τη βάλω σε ένα βάζο.
"Α, με συγχωρείς δε φαντάστηκα ότι θα έχεις παρέα", απολογήθηκε και προχώρησε στο σαλόνι χαιρετώντας την Ειρήνη, αφού πρώτα άφησε το σακάκι του στον καλόγερο.
Επέστρεψα κι εγώ μαζί τους και του σύστησα την Μυρτώ. Πήρε απαλά το χέρι της και το φίλησε, ήταν πάντα τυπικός και φιλικός.
"Χάρηκα ωραιοτάτη δεσποσύνη" είπε χαμογελώντας.
"Η χαρά ήταν όλη δική μου", απάντησε η μικρή κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση.
"Σε τι οφείλουμε την χαρά της επίσκεψής σου λοιπόν;", τον ρώτησα επιταχύνοντας τις διαδικασίες.
"Καθαρό ενδιαφέρον για το τι απέγινες. Έχω πολλές μέρες να σε δω και μου έλειψες", απάντησε και τα πράσινα μάτια του στραφτάλισαν στο φως των τελευταίων αχτίνων του ήλιου που έμπαιναν απ' το παράθυρο. Πάντα ήμουν ερωτευμένη με τα μάτια του.
"Ώστε έτσι ε;", είπα χωρίς να μπορώ να διακρίνω αν μιλούσε σοβαρά ή όχι. "Τι να σου προσφέρω;", τον ρώτησα με την ελπίδα να πει τίποτα και να φύγει κατευθείαν.
"Ένα καφεδάκι, ξέρεις πώς τον πίνω" απάντησε και στρογγυλοκάθισε στην πολυθρόνα.
"Έγινε", είπα βιαστικά και έκανα να πάω προς την κουζίνα αλλά ζαλίστηκα και παραπάτησα, ευτυχώς πρόλαβα να στηριχτώ στον τοίχο. Ο Στέφανος και η Ειρήνη έτρεξαν αμέσως να δουν τι έπαθα.
"Καλά είμαι, μια ζαλάδα ήταν μόνο, πέρασε", τους καθησύχασα.
"Τελικά τη χρειαζόσουν την άδεια", συμπέρανε ο Στέφανος.
Με έβαλαν να καθίσω και ακούστηκε το κινητό του Στέφανου να τον ειδοποιεί ότι έχει μήνυμα. Αφού βεβαιώθηκε ότι έκατσα και είμαι εντάξει, πήγε στο σακάκι του και το διάβασε. Κατευθείαν χλόμιασε και το πρόσωπό του τραβήχτηκε προς τα πίσω.
"Εμ..πρέπει να φύγω", ψέλλισε και άρπαξε το σακάκι του. "Ξεκουράσου και θα τα πούμε στο γραφείο", είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Εμείς απλά μείναμε να κοιτάμε η μία την άλλη με την ίδια απορία καρφωμένη στα μάτια μας.


Αργυρώ - Μέδουσα Βένιου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου