Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

12 Σεπ 2016

2 Ο Ισορροπιστής 2: Η ένοχη γραμμή αίματος (Κεφάλαιο 1) - "Ένας τρελός κόσμος"

                                  Ένας τρελός κόσμος

     Κάποτε η κατάθλιψη δεν είχε σχέση με τη δουλειά, με τον έρωτα ή την οικονομική σου κατάσταση. Στους αρχαίους χρόνους κατάθλιψη σου προκαλούσε πρώτα το περιβάλλον. Το αφιλόξενο και εχθρικό πεδίο που έπρεπε να βηματίσεις. Τότε που η φύση είχε την κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο και σε εκδικούνταν αν την μάτωνες. Που είχε ακόμα στόμα και σου μιλούσε τις νύχτες που νόμιζες ότι ήσουν ήσυχος. Που φτιαχνόταν όπως έκρινε φυσιολογικό εκείνη κι όχι εσύ.
     Κατάθλιψη. Μόνο έτσι μπορείς να ονομάσεις αυτό το τοπίο. Καφετιά άμμος λεπτή σαν αλεύρι και χωρίς σταθερή θερμοκρασία. Δέντρα που κλαίνε και σχηματίζουν λιμνούλες, που με το χρόνο έγιναν βάλτοι. Βράχοι σε άκυρα σημεία που σχηματίζουν τεράστιους όγκους σαν να κρύβουν κάτι. Αέρας που σηκώνει την άμμο και τη μετατρέπει σε μαστίγιο. Και ζέστη. Πολλή, μα πάρα πολλή ζέστη από ένα κερατά ήλιο που σε καίει για τη πλάκα του. Τότε δεν είχε όνομα αυτό το εφιαλτικό τοπίο. Απέπνεε μόνο κατάθλιψη.
     Κι σ’αυτό το τοπίο, που ο μόνος ήχος ήταν ο άνεμος που ακουγόταν σα να έβγαινε από τα πνευμόνια κάποιου αόρατου γίγαντα, ξαφνικά, ακούγεται κάτι. Αντηχεί στον αέρα ένα σκάλισμα. Σκάλισμα σε βράχο που είναι γρήγορο και επίμονο. Και όντως, σε μια συστάδα βράχων, γεμάτων από άμμο, ανοίγει μια τρύπα που ρουφάει με δύναμη την άμμο και γρήγορα σπάει και ανοίγει. Μια αναπνοή ακούγεται από μέσα και χέρια ξεπροβάλλουν που στηρίζονται στο έδαφος και φέρνουν ένα κοκαλιασμένο σώμα στην επιφάνεια. Μόλις βγαίνει ο άντρας, βγάζει ένα ξεψυχισμένο ήχο από το στόμα του και καλύπτει τα μάτια του, μην μπορώντας να αντέξει το ράπισμα του ήλιου. Είναι μαυρομάλλης με επίμηκες πρόσωπο, μακριά ανακατωμένα μαλλιά που έχουν φτιάξει τούφες και μελιά μάτια. Όσον αφορά τον ρουχισμό του, ένα ξεφτισμένο πανί καλύπτει το επίμαχο σημείο.     
     Σηκώνεται και με θολή όραση κινείται προς ένα δέντρο. Πιάνει κάτι υγρό στο χέρι του και βάζει στη χούφτα του. Το φτύνει κατευθείαν καθώς του πίκρανε όλο το οισοφαγικό του σύστημα. Προχωράει, ενώ η όραση του αρχίζει να συνηθίζει το φως. Δε ξέρει που πάει όμως. Απλά προχωράει κουρασμένος τόσα χρόνια από το σκοτάδι που ήταν κρυμμένος. Οι αναπνοές βγαίνουν πολύ δύσκολα και τα πόδια δε σηκώνονται, σέρνονται. Κάποια στιγμή το μυαλό σκοτεινιάζει, το σώμα του τον προδίδει και πέφτει μπροστά. Προσγειώνεται πάνω στη άμμο και γλιστρά στον αμμώδη λόφο. Φθάνει στο έδαφος και νοιώθει ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε. Ξαπλωμένος και ακίνητος δίπλα από την αμμώδη ομίχλη. Κλείνει τα μάτια και αφήνει ένα δάκρυ να φύγει από το αριστερό του μάτι. Δεν το νοιάζει που πεθαίνει. Είναι ευτυχισμένος που πεθαίνει ελεύθερος, μακριά από το σκοτάδι.
     Ξάφνου, μια σκιά τον προσεγγίζει και γονατίζει δίπλα του. Φέρνει το χέρι πίσω από τον σβέρκο του, τον σηκώνει λίγο και χέει στο στόμα του απαλό, παραδεισένιο, ζωογόνο νερό. Σαν ταινία φαντασίας, ο ήρωας μας νιώθει ενέργεια να κυλάει στις φλέβες του και τη ψυχή του να θέλει να φωνάξει και να βρίσει τον ήλιο. Νιώθει ξανά ζωντανός. Ανοίγει διάπλατα τα μάτια του και ο ήλιος καλύπτεται από το οβάλ πρόσωπο της. Ω θεοί, είναι τόσο όμορφη. Το σκουρόχρωμο δέρμα της γεμάτο από άμμο τον ξυπνά ακόμα περισσότερο. Εκείνη βγάζει ένα πανωφόρι και καλύπτει το σώμα του λέγοντας:
«Σκεπάσου. Σε λίγο θα κρυώσει ο καιρός».
     Εκείνος ανασηκώνεται για λίγο και μετά βλέπει αυτό που κάλυπτε η ομίχλη. Ποτάμια ανθρώπων να κινούνται προς το νότο. Είναι χιλιάδες, μπορεί και εκατοντάδες. Κουλουριασμένοι με πράγματα απαραίτητα περπατάνε μέσα από τη καταθλιπτική γη προς άγνωστη κατεύθυνση. Η κοπέλα απλώνει το χέρι της και εκείνος το πιάνει και σηκώνεται. Του κάνει νόημα να κοιτάξει πίσω του και βλέπει ένα σάκο τοποθετημένο πάνω σε ξύλα, δεμένα μεταξύ τους με σκοινιά για να σέρνονται. Η γυναίκα τον ρωτάει:
«Θα με βοηθήσεις;»
     Δεν απαντάει. Απλά πιάνει τα σκοινιά και τραβάει με δύναμη τον μπόγο. Εκείνη χαμογελάει που επιτέλους κάποιος τη βοηθάει. Εκείνος το σέρνει και αυτή στέκεται δίπλα του καθώς προχωράνε μαζί με τους υπόλοιπους μετανάστες. Εκείνη λέει:
«Με λένε Νουάντα. Εσένα;»
     Χωρίς να τη κοιτάξει και με τον ιδρώτα ήδη να εμφανίζεται στο πρόσωπο του απαντάει μονολεκτικά:
«Άλδις».
     Στο παρόν, το σπίτι του Τρόι είναι ακατάστατο ακόμα από την επίθεση της Φρουράς. Εκείνος και η Ρουθ δε γύρισαν ποτέ εδώ. Την ησυχία του μέρους θα τη κόψει μια βομβίδα που σπάει ένα από τα τζάμια και πέφτει στο πάτωμα. Είναι κρότου-λάμψης και σκάει αμέσως αφήνοντας έναν υπόκωφο θόρυβο. Ταυτόχρονα η πόρτα σπάει από τον αστυνομικό σιδερένιο πολιορκητικό κριό και μια ομάδα SWAT ορμάει μέσα. Με τα MP5 όρθια και τα δάχτυλα στη σκανδάλη ερευνούν κάθε ίντσα του διαμερίσματος. Η διαδικασία δε παίρνει πολύ και αμέσως φωνάζουν τον επικεφαλής να εισέλθει. Με λευκό πουκάμισο, χωρίς αλεξίσφαιρο, μάτια που κεραυνοβολούν και ύφος ηγέτη μπαίνει ο Μόρτον στο διαμέρισμα. Αφού ρίξει μια γρήγορη ματιά τριγύρω λέει στον αρχηγό της διμοιρίας:
«Βγείτε έξω και φωνάξτε μου την ομάδα της σήμανσης. Θέλω να ελεγχτεί κάθε μόριο και κύτταρο αυτού του διαμερίσματος. Τώρα» λέει με αυταρχικό ύφος.
«Μάλιστα αστυνόμε» απαντάει ο αρχηγός και τον προσπερνάει μαζί με την υπόλοιπη ομάδα.
     Καθώς βγαίνουν μπαίνει μέσα ένας ξανθός αστυνομικός, πανύψηλος και μη-Αμερικανός ονόματι Κρίσπιν Σμέσταντ, ο νέος συνάδελφος του Μόρτον. Ταξίδεψε από την Νορβηγία μέχρι εδώ για να είναι στην έρευνα για τον Τρόι καθώς, όπως και ο Μόρτον, κι αυτός έψαχνε καιρό για τα ίδια στοιχεία πολύ πριν την αποκάλυψη της ταυτότητας του Τρόι. Μετά από το σκηνή στη Times Square πήρε το πρώτο αεροπλάνο, ήρθε Αμερική και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Μόρτον. Εκείνος φυσικά δέχτηκε ένα έξτρα χέρι υπό τις διαταγές του.
     Μόλις μπαίνει λοιπόν μέσα ρωτάει με περιπαικτικό ύφος:
«Πάντα τόσο καουμπόι είσαι με τους συναδέλφους σου;»
«Εδώ είναι Αμερική, Κρίσπιν. Η φωνάζεις και σε προσέχουν η σε γράφουν στ’αρχίδια τους. Δεν έχεις δει τον Τραμπ;»
     Ο Κρίσπιν χαμογελάει και μαζί βγαίνουν ενώ η ειδική ομάδα μελέτης χώρου μπαίνει στο διαμέρισμα. Μόλις βγαίνουν από τη πολυκατοικία έρχονται αντιμέτωποι με τον υπέρτατο πονοκέφαλο. Έχουν περάσει τρεις ημέρες από κείνο το απόγευμα στη Times Square. Η ανάφλεξη τους Ρουθ, η εν ψυχρώ δολοφονία και η αποϋλοποίηση του Τρόι σε ζωντανή μετάδοση τρέλανε το πλανήτη. Κυριολεκτικά. Το βίντεο της αποϋλοποίησης έγινε viral σε λιγότερο από δώδεκα ώρες, ξεπερνώντας σε views το Gagnam Style του Psy και το Blank Space της Taylor Swift μαζί! Τις αμέσως επόμενες δώδεκα ώρες το ίντερνετ γέμισε από άρθρα και ποσταρίσματα στα κοινωνικά δίκτυα σε σχέση με το θέμα. Από αναφορές στην Αποκάλυψη μέχρι ότι συνωμοσιολογικό σε οποιοδήποτε ανθρώπινο τομέα μπορεί να φανταστεί κανείς. Φυσικά μετά επήλθε ο πανικός και η τρέλα. Selfies στο σημείο που έγινε η σκηνή, online κηρύγματα, μαζικές αποχωρήσεις από τη Νέα Υόρκη υπό το φόβο επερχόμενης καταστροφής. Η λίστα της ανθρώπινης βλακείας τερμάτισε μέσα σε τρεις ημέρες.
     Συνεπακόλουθο όλων αυτών, η σκηνή που αντικρίζουν οι δύο αστυνόμοι με το που βγαίνουν από το κτίριο. Άνθρωποι στο δρόμο, στις ταράτσες, σε παράθυρα ακόμα και σε δέντρα κρεμασμένοι σα τσαμπιά για να δουν τι έγινε. Μαθεύτηκε ότι εδώ είναι το σπίτι του Τρόι και εμφανίστηκε κάθε καρυδιάς καρύδι να δει από κοντά. Ο όχλος με το που βλέπει τους δύο αστυνομικούς, σαν να αποκτάει μια ενιαία φωνή και αρχίζει να τους φωνάζει. Θέλουν εξηγήσεις. Θέλουν να μάθουν. Για την ακρίβεια στα μάτια αποτυπώνεται η δικτατορική απαίτηση. Ορθάνοιχτα και με τα δόντια σε πλήρη θέα για να δείχνουν ακόμα πιο τρελαμένοι.    
     Ο Κρίσπιν κοιτάζει τριγύρω και προσπαθεί να κατανοήσει τη τρέλα που βλέπουν τα μάτια του. Κουνάει το κεφάλι του απηυδισμένος, σχεδόν αηδιασμένος, από τη συμπεριφορά αυτού του κόσμου. Λέει στον Μόρτον:
«Στο τμήμα μου είμαι ο άνθρωπος που ξεσηκώνω το γέλιο και μου έχουν ρίξει καμπάνες γι’ αυτό. Έχω κάνει χοντρές πλάκες και έχω δει πολλάκις τέτοια πρόσωπα. Πότε όμως τόσα πολλά μαζί και έτσι».
     Ο Μόρτον δεν απαντάει κι απλά μένει να κοιτάζει αγριεμένος. Δε του αρέσει αυτή η αναρχία. Ποτέ δεν του άρεσε. Ο Κρίσπιν τον κοιτάζει και τον ρωτάει:
«Τώρα τι θα κάνουμε, καουμπόι;»
     Εκείνος παίρνει μια βαθιά ανάσα, πιάνει το σακάκι που είχε αφήσει στο κάγκελο πριν μπει στο κτίριο, το φοράει και απαντάει:
«Τη δουλειά μας».
     Γυρίζει και ακολουθούμενος από τον Κρίσπιν μπαίνει σ’ ένα περιπολικό και περνάει από τον όχλο που χτυπάει και γκαρίζει ακόμα για εξηγήσεις. Ο Μόρτον όμως δε νοιάζεται. Θέλει τον Τρόι. Τον άνθρωπο που λίγο καιρό πριν τον έσωσε με το πιο παραφυσικό τρόπο που έχει δει ποτέ. 
     Αρκετά χιλιόμετρα πιο πέρα από αυτή τη σκηνή, στο Νοσοκομείο των Μεθοδιστών της Νέας Υόρκης επικρατεί αναβρασμός. Μαύρος κωδικός έχει χτυπήσει σε όλα τα νοσοκομεία και τις κλινικές της μεγαλούπολης για έκτακτα περιστατικά. Η τρέλα των τελευταίων ημερών έκανε τους γιατρούς να τρέχουν και να μη φθάνουν. Το συγκεκριμένο νοσοκομείο είναι κατάμεστο με ανθρώπους ματωμένους και με γάζες που περιμένουν καρτερικά για εξέταση. Τα φορεία πατούν πόδια και τρακάρουν στις γωνίες των τοίχων. Η ασφάλεια συχνά μεταφέρει, δια της βίας, έξω ανθρώπους που κρίνονται επικίνδυνοι ή ανεπιθύμητοι. Μια ολική τρέλα.
     Κι ενώ διαδραματίζονται όλα αυτά, στο υπόγειο του νοσοκομείου όπου εδρεύει το νεκροτομείο ακούγονται περίεργοι ήχοι. Ένας νοσοκόμος πλησιάζει με αργά και φοβισμένα βήματα την σκοτεινή αίθουσα. Ακούει σα χτυπήματα. Μπαίνει στην αίθουσα και γυρνάει το κεφάλι δεξιά και ακούει τα χτυπήματα από τα τετράγωνα πορτάκια των ψυγείων . Καταλαβαίνει ότι έρχεται από το νούμερο επτά.  Το πλησιάζει με κομμένη την ανάσα. Πιάνει το χερούλι με το τρεμάμενο χέρι του. Και το τραβάει απότομα έξω. Είναι η κοπέλα που δολοφονήθηκε στη Times Square. Ο νοσοκόμος ηρεμεί και αφήνει το οξυγόνο να βγει ελεύθερα  από το στόμα του. Ήταν στη φαντασία του τελικά. Κάτω από τη γη και δίπλα σε πτώματα είναι λογικό να αρχίζεις σιγά-σιγά να έχεις παραισθήσεις. Τα έχει το επάγγελμα.
     Κάτι τον πιάνει από το λαιμό απότομα. Είναι το χέρι της Μέδουσας, που με κλειστά μάτια τον κρατά, και εν συνεχεία τον φέρνει κοντά στο πρόσωπο της. εκείνος τραντάζεται και παλεύει να ξεφύγει αλλά μάταια. Μόλις η Μέδουσα νιώθει την ανάσα του στο δέρμα της, ανοίγει τα μάτια της, τον κοιτάζει και ξεκινάει να απομυζά την ενέργεια του. Ο φουκαράς, μετά από λίγα λεπτά, παύει να παλεύει καθώς η πέτρα νικάει και καταλαμβάνει το δέρμα του. Η Μέδουσα μόλις τελειώνει συνθλίβει το λαιμό του θύματος και σηκώνεται όρθια. Είναι γυμνή καθώς τα ρούχα της τα έκοψαν με ψαλίδι. Νεκροτομή δεν έγινε λόγω έλλειψης χρόνου. Αυτό δε την πτοεί κι αρχίζει να περπατάει στους διαδρόμους. Είναι μόνη της και βρίσκει εύκολα το δωμάτιο ερμαρίων. Μετά από δοκιμές, λες και είναι σε κατάστημα ρούχων, βρίσκει να φορέσει ένα εφαρμοστό τζιν, κάτι μαύρα παπούτσια μάρκας all star, μια λεπτή πορτοκαλί μπλούζα, ένα λεπτό χακί σακάκι και τα αεροπορικά Oakley γυαλιά ηλίου που λάνσαρε πρώτος ο Κρουζ στο Top Gun.
     Ανεβαίνει επάνω και βρίσκεται μπροστά στην οχληρή κατάσταση. Αμέσως αντιλαμβάνεται γιατί έγινε αυτό και ξέρει ότι δεν είναι η πρώτη φορά που το βιώνει. Απλά σφίγγει λίγο τα χείλια της, δείχνοντας έτσι τη κατανόηση της και αρχίζει να προσπερνάει τον κόσμο.
     Λίγο πριν την έξοδο πάει να στρίψει από τη γωνία και συγκρούεται με μια άλλη κοπέλα. Κοιτάζονται για λίγο και χαμογελάνε. Η Λυσάνδρα πέφτει πάνω της και την αγκαλιάζει σφιχτά, ενώ εκείνη χαμογελάει που βλέπει ένα φιλικό πρόσωπο. Η Λυσάνδρα λέει:
«Είναι αλήθεια! Τίποτα δε μπορεί να σε σκοτώσει τελικά».
«Αααα είχες τις αμφιβολίες σου, δηλαδή;»
«Όχι, όχι, όχι εγώ….δεν…»
«Ήρεμα μικρή, σε πειράζω».
     Και γελάνε οι δύο τους με κάποια βλέμματα να τους κοιτάζουν φθονερά. Η Λυσάνδρα τη τραβάει από το χέρι και πάνε να φύγουνε, όταν η Μέδουσα της πιάνει το χέρι και τη σταματάει. Βλέπει κάτι στη τηλεόραση που της τσιμπάει το μυαλό. Η Λυσάνδρα ρωτάει:
«Τι έγινε;»
«Μεγάλος σεισμός στη Μογγολία και χιόνι στην Νότιο Αφρική. Παράξενο έτσι;»
     Η Λυσάνδρα σκύβει απότομα το κεφάλι και δε μιλάει. Αυτή η ησυχία της τραβάει το βλέμμα της Μέδουσας. Ζάρες εμφανίζονται στο πρόσωπο της και δείχνει θυμωμένη αλλά κοντρολαρισμένη. Απλά και χωρίς να σηκώσει τα ντεσιμπέλ της φωνής της, ρωτάει:
«Λυσάνδρα, τι κάνατε;»
«Αναγκαστήκαμε». λέει γρήγορα και συνεχίζει στο ίδιο τέμπο: «Δε φταίμε εμείς. Είπαμε να σε περιμένουμε. Είπαμε…»
«Ώπα» λέει η Μέδουσα και βάζει το δάκτυλο της στα χείλη της Λυσάνδρας. Εκείνη απλά σταματάει και η Μέδουσα λέει:
«Πάρε δυο βαθιές ανάσες, χαλάρωσε και πες μου, αργά και καθαρά, τι παίχτηκε».
     Παίρνει το δάχτυλο της και η Λυσάνδρα κλείνει τα μάτια της. μόλις τα ανοίγει λέει, με έκδηλη πικρία στο πρόσωπο της:
«Ο Ανούβις μας διέταξε να σκοτώσουμε όλους τους υποψήφιους Ισορροπιστές. Ζητήσαμε το λόγο. Του αντισταθήκαμε. Δεν του άρεσε αυτό και με μια κίνηση του χεριού έστριψε τους λαιμούς δύο Φρουρών και δύο Γοργονών. Αυτοανακηρύχθηκε αφέντης μας και τρεις μέρες τώρα μας τρέχει λες και είμαστε σκυλάκια».
«Μάλιστα». και κοιτάζει ξανά τη τηλεόραση. «Πόσοι σκοτώθηκαν από τους υποψήφιους;»
«Εγώ σκότωσα τον γέρο στη Μογγολία και ο Δίραξ τη γκόμενα στη Νότιο Αφρική. Στο Αφγανιστάν οι δύο Φρουροί είναι νεκροί και το κορίτσι άφαντο».
«Μένει μόνο ο μπάτσος, ο Κλαρκ Μόρτον».
«Ναι και αυτή τη στιγμή που μιλάμε κάποιος Φρουρός πάει να τον καθαρίσει. Χωρίς να το θέλει».
«Γαμώτ…»
     Αμέσως χώνει το χέρι της νευριασμένη στη δεξιά τσέπη του παντελονιού της Λυσάνδρας και πιάνει το κινητό της. Βρίσκει τον αριθμό που θέλει και καλεί.
«Ναι;» λέει η φωνή.
«Ιόνη, που είσαι; Η Μέδουσα είμαι».
«Μέδουσα; Είμαι στη Νέα Υόρκη. Ο Μόρτον μόλις έμαθε για τον Τρόι μας μετέφερε εδώ και…».
«Είναι ο Μόρτον εκεί;»
«Τώρα ανεβαίνει με το ασανσέρ».
«Άκουσε με πολύ προσεκτικά. Βλέπεις κάποιον Φρουρό εκεί κοντά;»
     Η Ιόνη αφήνει τον Τζέικ και βγαίνει στα γραφεία.  Σκανάρει το χώρο και προσπαθεί να εντοπίσει κάτι. Η Μέδουσα περιμένει με τη καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Δε βρίσκει τίποτα και απαντάει:
«Όχι δεν υπάρχει κανένας».
«Ιόνη αν εμφανιστεί κάποιος πρέπει να τον….».
«Περίμενε».
     Η Μέδουσα τρομοκρατείται από αυτή παύση και αρχίζει να κινείται σπασμωδικά μέσα στο διάδρομο. Η Ιόνη βλέπει έναν Φρουρό να έχει βγει από μια πόρτα και περπατά προς το ασανσέρ. Φαίνεται χαμένος και τρομοκρατημένος. Η Ιόνη όμως βλέπει κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό. Κάπου προς τη κοιλιά του ένα κόκκινο φώς είναι αναμμένο. Ξάφνου ακούει το ασανσέρ που έχει φθάσει και βλέπει τον Μόρτον να βγαίνει και να πλησιάζει προς τα γραφεία. Επανέρχεται όταν ακούει τη φωνή της Μέδουσας:
«Ιόνη;»
«Μέδουσα, υπάρχει ένας Φρουρός εδώ πέρα και πλησιάζει τον Κλαρκ».
«Στάσου μπροστά του. Δώσε του το κινητό. Θα του μιλήσω εγώ».
«Μέδουσα έχει κάτι στο στήθος που δείχνει κόκκινο».
«Όχι ρε πούστη!» και βάζει το χέρι της στο μέτωπο της. «Είναι βόμβα. Από αυτές του Ανούβις».
«Τότε ξέρω τι πρέπει να κάνω».
«Ιόνη;»
     Αλλά εκείνη δεν ακούει. Ξεκινάει το τρέξιμο και περνάει γραφεία σηκώνοντας χαρτιά στον αέρα. Οι αστυνομικοί τη παρατηρούν, ο Μόρτον φέρνει το χέρι του στο πιστόλι. Η Μέδουσα με την αγωνία στο κόκκινο λέει:
«Ιόνη;»
     Ο Φρουρός δε παίρνει πρέφα ακόμα καθώς έχει κεντράρει στον Μόρτον. Η Ιόνη όμως πέφτει με δύναμη πάνω του, τον πιάνει και οι δύο τους σπάνε ένα τζάμι και βρίσκονται στο κενό. Όλοι στα γραφεία τρέχουν προς τα παράθυρα. Στον αέρα η Ιόνη ακούει για τελευταία φορά τη Μέδουσα να καλεί στο όνομα της. Αμέσως μετά μια έκρηξη τους αφανίζει και τους δύο και ανοίγει μια τρύπα στο αστυνομικό τμήμα, μεταξύ πρώτου και δευτέρου ορόφου. Στα γραφεία τραντάζονται και πέφτουν κάτω. Η Μέδουσα τρέχει έξω από το νοσοκομείο, με το κινητό να βγάζει παράσιτα, και βλέπει το καπνό στο βάθος της πόλης. Το σπάει με όλη της τη δύναμη και φολίδες σχηματίζονται περιοδικά στο σώμα της. Οργή και μένος φουντώνουν μέσα της. Αμέσως ρωτάει τη Λυσάνδρα:
«Έχεις κάποιο μεταφορικό μέσο;»
«Ναι. Έχω ένα αμάξι».
«Φεύγουμε. Τον γαμόσπιτο δεν θα τον αφήσω να κάνει πάλι τα ίδια».
     Οι δυο τους μπαίνουν μέσα στο κόκκινο κάμπριο Opel Cascada και ξεκινούν. Η Μέδουσα κοιτάζει μπροστά και σφίγγει τις γροθιές της από τα νεύρα της. Η Λυσάνδρα από την άλλη αναρωτιέται τι σημαίνει η τελευταία της φράση. Και συγκεκριμένα η λέξη <πάλι> που χρησιμοποίησε.
     Η απάντηση είναι ότι η Μέδουσα έχει γνώση της ιστορίας, που κάποιοι τη μπερδεύουν με τον μύθο. 
     Πέντε χρόνια αφότου ο Άλδις απελευθερώθηκε από τη φυλακή του ζούσε παντρεμένος μαζί με τη Νουάντα σε μια πόλη χωρίς κανόνες. Περπατούσε στο δρόμο δειγματίζοντας τη πραμάτεια του σε μπαχαρικά και δεξιά και αριστερά η ακολασία βασίλευε. Παρτούζες στις ταράτσες με μπόλικα άτομα. Μια γυναίκα να τρέχει στο δρόμο γυμνόστηθη και να την κυνηγάνε τρείς γενειοφόροι. Συμμορίες σε στενάκια να μαχαιρώνονται. Και το χειρότερο απ’όλα: οι υπόλοιποι κάτοικοι να αδιαφορούν και να ψωνίζουν, να συζητάνε και να γελάνε σα να μη συμβαίνει τίποτα!
     Ο Άλδις δούλευε νυχθημερόν και είχε συνεννοηθεί με τη Νουάντα να μαζέψει κάποια λεφτά προκειμένου να φύγουν από αυτή την έκπτωτη πόλη. Για το καλό τους, του παιδιού τους αλλά και το καλό των κατοίκων.
     Καθώς περπατούσε με το ξύλινο καρότσι έφτασε στη κεντρική πλατεία όπου έδρευε το μεγάλο παζάρι. Άφησε για λίγο το καρότσι και σκούπισε τον ιδρώτα του, ψάχνοντας παράλληλα ένα καλό σημείο για να καθίσει και να πουλάει. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο όταν έπεσε σε μια σκηνή που τον έκανε να τρομάξει. Μερικά μέτρα μακριά κάθονταν κάτω από τον ήλιο και έπιναν κρασί ένας τύπος μαζί με τον μεγάλο του αδερφό και Μαχητή Ισορροπιστή, Τραϊανός. Τελευταία φορά που τον είχε δει, ο Άλδις, ήταν εννέα χρονών. Έχει χάσει το λογαριασμό του πόσα χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που ο Τραϊανός έσυρε τη πέτρα που τον βύθισε στο σκότος. Πόσες φορές τον παρακαλούσε, μέσα από τη σπηλιά, να τον αφήσει αλλά απόκριση δεν έπαιρνε. Ο Άλδις ένοιωσε την οργή να ξεχειλίζει μέσα του. Έσφιξε τις γροθιές και σε μεγάλη απόσταση από αυτόν ότι οπωρικό ή κρεατικό υπήρχε, σάπιζε. Μύγες γέμισαν το τόπο και ο Τραϊανός γύρισε απότομα να δει τι συμβαίνει. Ο Άλδις μόλις που πρόλαβε και κρύφτηκε  πίσω από ένα τοίχο. Έβγαλε για λίγο το κεφάλι και είδε ότι ο αδελφός του επανήλθε στη συζήτηση. Ήθελε όμως να μάθει τι συζητούσε.
     Πιάνει ένα πορτοκάλι από κάτω και το κρατάει στο χέρι του. Συγκεντρώνεται και ξαφνικά το πορτοκάλι ανοίγει. Ο φλοιός του γίνεται φτερά και το εσωτερικό μεταλλάσσεται σε εντόμου. Το αφήνει και αυτό πετάει μέχρι που φθάνει πολύ κοντά στους δύο άντρες. Ο Άλδις όμως μπορεί να ακούσει τη συζήτηση δια μέσου του εντόμου. Πρώτα ακούει τον αδερφό του:
«Σταμάτα να με πηγαίνεις γύρω γύρω και απάντα στηn καταραμένη μου την ερώτηση».
«Σου έχω απαντήσει εδώ και ώρα» λέει ο τύπος με τα ριχτά πολύχρωμα ρούχα και πίνει μια γουλιά. «Αν θέλουν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε μένα, ποιος είμαι εγώ που θα τους το αρνηθεί».
«Και όλη αυτή η ακολασία εδώ πέρα ξεκίνησε τελείως τυχαία, ε;»
«Έχεις στοιχεία Ισορροπιστή ότι εγώ τη ξεκίνησα; Γιατί ξέρεις κουράστηκα τόση ώρα με τις κατηγορίες».
«Νοιώθεις κατηγορούμενος;»
«Νοιώθω πιεσμένος και δε μ’αρέσει….»
     Ξαφνικά κόβει τη φράση του καθώς παρατηρεί το περίεργο έντομο. Παρατηρεί όμως κι μια γραμμή σύνδεσης με έναν άντρα παραπέρα. Μόλις τον εντοπίζει παλεύει μέσα του να κρατήσει αυτό που νοιώθει. Βλέπει τον γιό του που τον παρακολουθεί. Ο Τραϊανός παραξενεύεται και πάει να γυρίσει ξανά το κεφάλι του. Ο Ανούβις, σε μια έκλαμψη πατρότητας, ρωτάει:
«ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ;»
     Ο Τραϊανός το κοιτάζει έκπληκτος από τη φωνή.
«Έχω δουλειές ξέρεις, και….με καθυστερείς».
     Ο γεροδεμένος Τραϊανός πίνει όλο του το κρασί και σηκώνεται όρθιος. Με τον δείκτη του λέει απειλητικά στον Ανούβις:
«Μη καταλάβω τίποτα. Θα σε κάνω να βιώσεις τη χειρότερη και πιο αργή θνητοποίηση».
     Ο Ανούβις απλά χαμογελάει ειρωνικά και ο Τραϊανός αποχωρεί πίσω από μια γωνία και αποϋλοποιείται. Ο Άλδις σφίγγει το χέρι του και το έντομο ανατινάσσεται. Αποχωρεί με το καρότσι του αλλά ο Ανούβις συνεχίζει να τον παρακολουθεί. Τότε μια ιδέα γεννιέται στο μυαλό του. Μια ιδέα που του φέρνει ένα ύποπτο χαμόγελο στο πρόσωπο.
     Και γυρνώντας στο σήμερα, ένα ζευγάρι πόδια περπατάει γοργά ανάμεσα από αυτοκίνητα, ανθρώπους με μαντίλες και τη φωνή του Ιμάμη που αντηχεί στη πόλη της Καμπούλ. Ο Τρόι περπατάει με γυαλιά ηλίου και μαντίλα καθώς πλέον όλοι ξέρουν το πρόσωπο του. Και ο ίδιος βαριέται να δίνει περαιτέρω αφορμές. Πλέον το πρόβλημα του είναι πολύ μεγαλύτερο. Ένιωσε τους θανάτους σε Μογγολία και Νότιο Αφρική και ακόμα χειρότερα βίωσε στο σώμα του τη καταστροφή που επέφεραν αυτοί οι άνθρωποι. Ανείπωτοι πόνοι κατέκλυσαν το κορμί του και τον παρέλυσαν για λίγη ώρα. Όταν επανήλθε ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Έσφιξε τα δόντια, αποϋλοποιήθηκε και ήρθε στη πρωτεύουσα του Αφγανιστάν για ένα και μόνο σκοπό.
     Σταματάει και στρίβει το κεφάλι του προς μια πολύ ωραία μονοκατοικία. Αμέσως μπαίνει μέσα από την ορθάνοιχτη πόρτα και ανεβαίνει δυο-δύο τα σκαλιά. Μόλις φθάνει στη πόρτα τη βρίσκει κλειδωμένη. Αυτό δεν είναι πρόβλημα για έναν Ισορροπιστή. Τηλεμεταφέρεται στην άλλη πλευρά της πόρτας και έρχεται αντιμέτωπος μ’ένα περίεργο και κάπως ανακουφιστικό θέαμα. Οι δύο Φρουροί που πρόσεχαν την Ζαλάικα κείτονται νεκροί. Ο ένας με αναποδογυρισμένο κεφάλι κι ο άλλος με πολλαπλές ουλές, που ακόμα βγάζουν αίμα, στο ύψος της κοιλιάς. Αρχίζει να ψάχνει όλο το σπίτι αλλά μάταια, δεν εντοπίζει πουθενά τη μικρή. Βγαίνει στο μπαλκόνι και κοιτάζει την απέραντη πόλη που χτυπιέται αλύπητα από τον καυτό ήλιο. Προφανώς είναι ζωντανή σκέπτεται αλλά το γεγονός ότι δεν την έχει βρει, τον ανησυχεί βαθύτατα. Καθώς ακουμπάει τα χέρια του στα κάγκελα σκέπτεται αυτές τις τρεις ημέρες. Πόσο γρήγορα έγιναν όλα; Η Μέδουσα, η Ρουθ, η κατάρρευση της Ισορροπίας, ο κόσμος, όλα. Δεν θυμάται να έχει ξαναδιαβάσει στα αρχεία των προπατόρων του άλλη τέτοια περίπτωση ή γενικά, άλλος να έχει τόσες πολλές σκοτούρες όσο αυτός. Ξεφύσησε σαν κουρασμένος στρατιώτης που απλά περπατά στο πεδίο της μάχης και περιμένει κάποιος να τον πυροβολήσει.   
     Και ξάφνου κάτι τον παίρνει από τη πραγματικότητα και του πονάει το μυαλό. Βλέπει μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου. Αυτός ο κάποιος τρέχει πολύ γρήγορα μέσα σ’ένα δάσος αφηνιασμένος. Ξαφνικά ένα ελάφι πετάγεται μπροστά του. Βγάζει μια κραυγή, επιτίθεται στο ελάφι και με μια δυνατή κλωτσιά το εκσφενδονίζει εφτά μέτρα μακριά, σ’ένα δέντρο. Το ελάφι πεθαίνει ακαριαία ενώ το άτομο βγάζει μια κραυγή προς τον ουρανό και συνεχίζει να τρέχει. Ο Τρόι επανέρχεται στη πραγματικότητα και καταλαβαίνει ότι πρόκειται για την Ρουθ. Τη κάρφωσε και το δάσος αλλά και η χροιά της κραυγής. Επίσης συμπεραίνει ότι μόλις απέκτησε μια καινούργια ιδιότητα. Να κοιτάζει μέσα από τα μάτια άλλου Ισορροπιστή. Δεν έχει χρόνο να το επεξεργαστεί γιατί πρέπει να προλάβει τη Ρουθ.
     Τηλεμεταφέρεται στο δάσος και βλέπει μια γραμμή οργής που ξεκινάει από τη ξύλινη καμπίνα, που μένει, μέχρι τα ενδότερα του δάσους. Νεκρό κατάμαυρο χώμα, πεθαμένα λουλούδια, ξύλα σαπισμένα. Ο Τρόι τα κοιτάζει με μισάνοιχτο στόμα. Ακούει ένα τρομακτικό ήχο από πίσω του. Βλέπει ένα δέντρο στο βάθος να πέφτει. Αρχίζει να αποϋλοποιείται και διαδοχικά να φθάνει κοντά στη Ρουθ.
     Εκείνη δε θυμίζει σε τίποτα τη κοπέλα που ξεκίνησε πριν λίγους μήνες για να σκοτώσει τον Τρόι. Το καμένο δέρμα σχεδόν έχει υποχωρήσει αλλά υπάρχουν μύες που ακόμα ατμίζουν ή στη χειρότερη είναι φλεγόμενοι. Το κεφάλι της από τη μία πλευρά είναι ολόκληρο και από την άλλη είναι μισοκαμένο και χωρίς ίχνος τρίχας. Η ίδια είναι ακόμα σε φάση αλλαγής και είναι ασταθής. Έχει τη δύναμη του Χαλκ, την οργή όλου του ανθρώπινου είδους και δε τη σταματάει τίποτα.
     Μόλις βγαίνει σε κεντρικό δρόμο δίνει όλη της τη δύναμη και τη φόρα σ’ένα διερχόμενο αμάξι. Καταφέρνει να το ντελαπάρει και να το σηκώσει ώστε να χτυπήσει σ’έναν τεράστιο κορμό. Εκεί σταματάει και ανασαίνει  με τα δόντια και το στόμα της να βγάζουν φλόγες. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο Τρόι μπροστά της. Εκείνη, όμως, δε φαίνεται να ενδιαφέρεται. Δε νοιώθει ότι θέλει να σταματήσει. Ο Τρόι απλώνει τα χέρια του και λέει, με έκδηλη αγωνία στο πρόσωπο:
«Ρουθ…..ήρεμα. Ξέρω ότι μ’ακούς».
Όσο πάει την πλησιάζει περισσότερο. Εκείνη όμως σφίγγει πιο δυνατά τα δόντια της. «Ξέρω ότι είναι δύσκολο, ότι πονάς, ότι κάθε κύτταρο του σώματος σου καίγεται και θες να αντιδράσεις. Αλλά…»
     Δε θα ολοκληρώσει τη φράση του. Η Ρουθ επιχειρεί μια γροθιά με το δεξί αλλά αστοχεί. Ο Τρόι κάνει λίγο πίσω και αποφεύγει άλλες τρεις απόπειρες για χτύπημα στο πρόσωπο. Στη τέταρτη απόπειρα τη πιάνει από τη γροθιά, της γυρίζει το χέρι, δε της το σπάει και τη στριφογυρίζει 180ο ρίχνοντας την λίγο παραπέρα στο οδόστρωμα. Δε θέλει να τη χτυπήσει. Εκείνη σηκώνεται αμέσως και τρέχει καταπάνω του. Ο Τρόι προετοιμάζεται. Η Ρουθ πηδάει πάνω του, αλλά εκείνος τη πιάνει από τη μέση και τη ξαπλώνει κάτω. Εκείνη φέρνει τα πόδια της στο λαιμό του και παλεύει να τον πνίξει. Ο Τρόι νοιώθει τώρα τον αέρα να κόβεται και τα κόκαλα του να συμπιέζονται επικίνδυνα. Η Ρουθ σφίγγει πιο δυνατά και βγάζει μικρές κραυγές. Ο Τρόι βλέπει τη σωτηρία του. Με τα δύο δάχτυλα του αριστερού του χεριού μπαίνει σε μια καυτή πληγή, προκαλώντας ανείπωτο πόνο στη Ρουθ. Εκείνη κραυγάζει, σχεδόν κλαίγοντας και ο Τρόι σηκώνεται τη πιάνει από το λαιμό και πιέζει το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Εκείνη αρχικά παλεύει αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα αναισθητοποιείται. Ο Τρόι παίρνει μια βαθιά ανάσα και κρατώντας την γερά αποϋλοποιείται από τον δρόμο. Από το αμάξι βγαίνει μια γυναίκα, με αίματα στο κεφάλι, και κοιτάζει τριγύρω της για βοήθεια.
     Πίσω στη Νέα Υόρκη, αστυνομικοί και οι υπάλληλοι προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους. Το χτύπημα αυτό επέφερε τρεις νεκρούς, εννέα τραυματίες μια τρύπα μεταξύ πρώτου και δευτέρου ορόφου, κάτι υλικές ζημίες και κόσμο να διαδηλώνει από κάτω για την αχρηστία της Νεοϋορκέζικης αστυνομίας. Πλήθος κόσμου απαιτούσε εξηγήσεις γι’αυτό το χτύπημα και προσπαθούσαν να εισβάλλουν στο κτίριο. Θέλουν να ξέρουν ότι μπορούν να βασιστούν στην αστυνομία. Η αστυνομικοί από την άλλη περικύκλωσαν το χώρο και σε συνεργασία με πυροσβεστική και νοσοκομεία προσπαθούν να και να κρατήσουν τον κόσμο και να συμμαζέψουν λίγο το μέρος.
     Στο τρίτο όροφο ο Μόρτον κάθεται ανάμεσα στα γραφεία με τα χέρια σταυρωμένα να κοιτάζει τριγύρω. Χαρτιά παντού, τζάμια σπασμένα, μερικοί ματωμένοι συνάδελφοι και πολλά ερωτήματα. Ποιος τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο; Τι σκοπό είχε; Ποια ήταν η κοπέλα που θυσιάστηκε για την αστυνομία; Ο Μόρτον πασχίζει να δώσει απαντήσει στεκούμενος ωσάν κολώνα αλλά φευ, δεν υπάρχει περίπτωση. Απλά συνεχίζει να κοιτάζει το επακόλουθο της έκρηξης.
     Τον συλλογισμό του τον σπάει ο Κρίσπιν που έρχεται δίπλα του και του λέει με ανάλαφρο ύφος:
«Τώρα κατάλαβα πως ένιωσαν οι δύσμοιροι άνθρωποι στους Δίδυμους Πύργους».
«Δεν είναι αστείο».
«Όχι, είναι τρολιά. Και χρησιμοποιείται σε τέτοιες καταστάσεις…».
     Ο Μόρτον τον κοιτάζει με αυστηρό βλέμμα και κόβει τη πρόταση μαχαίρι. Ο Κρίσπιν απλά σταματάει και κουνάει το κεφάλι του απογοητευμένος που δε μπόρεσε να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Ο Μόρτον τότε κάνει μερικά βήματα και με δυνατή φωνή απευθύνεται σε όλους και τους ρωτάει:
«Αυτή η κοπέλα που έπεσε πάνω στο τύπο, την έχει ξαναδεί κανένας σας;»
     Επικρατεί ησυχία για λίγο. Δε σκέφτονται, απλά παρατηρούν τον ταύρο που συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του με τόση καταστροφή γύρω του. Κάποιοι θυμώνουν με τη στάση, άλλοι τη θαυμάζουν. Και μία κοπέλα από το βάθος ακούγεται να λέει:
«Την έχω ξαναδεί. Ο Τζέικ μας είπε ότι είναι βοηθός του».
     Κουνάει το κεφάλι του ως ένδειξή ότι την ευχαριστεί και πηγαίνει ντουγρού στο γραφείο του Τζέικ. Ανοίγει τη πόρτα αλλά δεν τον βρίσκει μέσα. Χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του λέει στον Κρίσπιν:
«Σε παρακαλώ βρες τον μου και πες του ότι τον θέλω. Επειγόντως».
«Ότι πεις καουμπόι».
     Ο Κρίσπιν φεύγει και ο Μόρτον πάει να κλείσει τη πόρτα όταν ακούει έναν ήχο από το λάπτοπ του Τζέικ. Πηγαίνει εκεί και βλέπει τη φωτό του Τρόι να έχει στείλει σε μια κωδική ονομασία που δε μπορεί να καταλάβει. Ο Μόρτον σκύβει πάνω από το λάπτοπ και αρχίζει να αλλάζει τις καρτέλες. Παρατηρεί ότι η φωτό αποστέλλεται ταυτόχρονα σε πολλά διαφορετικά μέρη. Εκείνος όμως δεν έδωσε ποτέ τέτοια εντολή. Και τώρα που το σκέπτεται, πίσω στην Ουάσινγκτον, είχε δει πολλάκις αυτή τη κοπέλα αλλά ποτέ δε τον ρώτησε ποια είναι. Υποψίες αρχίζουν να κατακλύζουν το μυαλό του αλλά και μια ελπίδα. Ελπίδα ότι ίσως υπάρχει άκρη σ’αυτό το νήμα. Και ξεκινάει από τον Τζέικ. 
     Εντωμεταξύ στο αρχοντικό, Γοργόνες και Φρουροί είναι με τις σκούπες. Τα θρυλικά πλάσματα της φαντασίας διατάχθηκαν να καθαρίσουν το αρχοντικό. Επί τρεις ημέρες με σκυμμένο το κεφάλι και με τα νεύρα θαμμένα βαθιά μες στη καρδιά τους, κάνουν αυτό που τους ορίζει το αφεντικό τους. Μάζεμα μπαζών, ξεσκόνισμα επιφανειών, ξυλουργία για να κλείσει το άνοιγμα που άφησε ο Γκονάς και αλλά τέτοια ωραία πράγματα. Ο Ανούβις κάθεται σε μία από τις καρέκλες στο κέντρο της σάλας και συνέχεια δίνει εντολές, φωνάζει, βρίζει και καταριέται τη κατάσταση του. Είναι ακόμα με το καρβουνί σώμα του, χωρίς καθαρό πρόσωπο και με λιγοστή θεϊκή δύναμη. 
     Πάει να δώσει μια εντολή σε μία Γοργόνα όταν οι πόρτες της σάλας σπάζουν με μένος. Ο Ανούβις βλέπει τη πρώην υπάλληλο του έντεκα χρόνια πριν. Και είναι θυμωμένη. Εκείνη τον κοιτάζει με μίσος και κατόπιν κοιτάζει και τριγύρω της. Μ’ένα της βλέμμα Γοργόνες και Φρουροί παρατούν τα πάντα και συγχρωτίζονται στη σάλα. Εκείνη αρχίζει να περπατάει μπροστά, με χείλια που κρύβουν οργή και μάτια έτοιμα να πετρώσουν. Ο Ανούβις, φυσικά, δεν έχει πάρει πρέφα τίποτα και λέει:
«Μπα! Θυμήθηκες ότι έχεις και δουλειά να κάνεις; Που ήσουν τρεις μέρες; Για μπάνια στο Μαϊάμι;»
      Η Μέδουσα φθάνει μπροστά του και σταματάει. Εκείνος τη κοιτάζει σα κατώτερη του. Εκείνη λέει απλά και κοφτά, χωρίς φωνές:
«Σήκω πάνω».
«Ορίστε;» ρωτάει εκείνος με έκδηλη απορία.
«Σήκω. Πάνω».     
     Ο Ανούβις την επεξεργάζεται και απορεί με το θράσος της. Σχηματίζει ένα χαμόγελο στα χείλια του που πηγαίνει για γέλιο. Εν συνεχεία την κοιτάζει σαν κουταβάκι και της λέει:
«Καλή η πλακίτσα, κούκλα. Ήσουν τόσο καιρό αφεντικό και διοργανώτρια όλης αυτής της επιχείρησης και ξέχασες τη πραγματική σου θέση. Είσαι ένα τέρας κι εγώ είμαι…….».
       Σηκώνει απότομα το δεξί της πόδι και το κατεβάζει στο μηρό του κόβοντας απότομα τη φράση του. Το κουνάει δεξιά-αριστερά και σπίθες πετάγονται από το σώμα του, αναγκάζοντας τον να φωνάζει δυνατά. Πάει να σηκώσει το χέρι του εναντίον της, αλλά εκείνη του το πιάνει με τα μαλλιά-φίδια και τον ακινητοποιεί. Κατόπιν η υπόλοιπη κόμη της σηκώνεται επιβλητικά, γίνεται πολλά φίδια και όλα μαζί επιτίθενται στο στήθος του. Τον κατακρεουργούν και οι σπίθες πετάγονται σαν σε χυτήριο. Εκείνος ουρλιάζει από τον ανείπωτο πόνο και η Μέδουσα συνεχίζει τη φράση του λέγοντας:
«Ένας μαλάκας και η θέση σου ΔΕΝ είναι σε κάποια από αυτές τις καρέκλες».
     Όλοι κάνουν ένα βήμα πίσω στη μαχητικότητα της Μέδουσας. Τελικά ήταν η καλύτερη επιλογή των Συγχρονιστών γι’αυτή τη δουλειά και πλέον, Γοργόνες και Φρουροί, το αναγνωρίζουν επίσημα. Εκείνη απότομα τραβιέται από τον Ανούβις και κάνει ένα βήμα πίσω. Ο Ανούβις σφαδάζει από το πόνο και πηγαίνει δεξιά-αριστερά στη καρέκλα. Η Μέδουσα πιο ανάλαφρη του λέει:
«Άλλη μία φορά· σήκω πάνω».
     Ο Ανούβις τρομοκρατημένος και πονεμένος σηκώνεται τρεκλίζοντας. Τα πόδια του όμως τον προδίδουν και σωριάζεται στο πάτωμα. Δεν θυμίζει σε τίποτα τον μεγαλοπρεπή θεό της μυθολογίας. Είναι σωριασμένος μπροστά από μια επιβλητική Μέδουσα που αρνείται να τον κοιτάξει και τον προσπερνάει περνώντας από πάνω του. Ο Ανούβις εκθρονίστηκε και η Μέδουσα παίρνει τη μεσαία αναπαυτική θέση. Κάθεται και παίρνει μια βαθιά ανάσα. Όλοι χαμογελούν. Εκείνη τότε λέει στον Ανούβις:
«Η θέση σου είναι καθαρά συμβουλευτική. Θα μας βοηθήσεις να βρούμε τη γενιά του Άλδις μέχρι τώρα. Αν επιτύχεις οι Συγχρονιστές θα σου δώσουν πίσω όλα αυτά που έχασες έντεκα χρόνια πριν. Αν ξαναδώσεις εντολή ή απειλήσεις κάποιον από τους δικούς μου, θα φροντίσω ρε πούστη να υποφέρεις εκατό φορές παραπάνω απ’ότι τώρα. Κατανοητά όλα αυτά;»
     Ο πεσμένος θεός απλά κουνάει το κεφάλι του. Η Μέδουσα λέει:
«Δε μου φτάνει αυτό. Εξήγησε μου, γιατί έβαλες κόσμο να σκοτώσει τους υποψηφίους;»
«Νόμιζα…..ότι ήταν μέσα στο σχέδιο. Να αφανίσουμε…..τους Ισορροπιστές».
     Η Μέδουσα κοιτάζει λίγο τσατισμένη έξω από το παράθυρο που σιγά-σιγά χάνεται. Όμορφο θέαμα και την χαλαρώνει. Τη κρατάει από το να εκραγεί επάνω του. Ξεφυσάει και χωρίς να τον κοιτάξει λέει με ήρεμη φωνή, που όμως κρύβει πολύ θυμό:
«Τσακίσου φύγε από δω. Βρες ένα δωμάτιο και μείνε εκεί. Θα μιλήσουμε άλλη ώρα. Δρόμο».
     Σηκώνεται και σέρνει το κουφάρι του μακριά από όλους. Μόλις φεύγει Λυσάνδρα και Δίραξ κάνουν μερικά βήματα κοντά στην ήσυχη Μέδουσα. Εκείνη φαίνεται σκεπτική και δε μιλάει. Ο Δίραξ λέει:
«Μέδουσα……τι εντολές έχουμε;»
     Τον κοιτάζει και μειδιά. Πόσο χαζή ερώτηση. Αυτή που δεν υπάκουσε ποτέ σε εντολές να πρέπει να δώσει τώρα εντολές. Το ίδιο ατόπημα κάνει και η Λυσάνδρα που ρωτάει:
«Από πού ξεκινάμε; Από τον Τρόι; Από το σχέδιο; Από το Γκονάς που δραπέτευσε; Από πού;»
«Από τη ξεκούραση μας». απαντά εκείνη και όλοι κοιτάζονται μεταξύ τους. Εκείνη το βλέπει και συνεχίζει λέγοντας:
«Έχουμε δουλειά μπροστά μας. Πολλή δουλειά αλλά χρειάζεται καθαρό μυαλό. Και το Γκονάς θα βρούμε, και τον Τρόι θα αντιμετωπίσουμε, και τη γενιά του Άλδις θα ενεργοποιήσουμε και όλα θα τα κάνουμε. Με καθαρό μυαλό όμως. Όποτε ξεκουραστείτε, πιείτε, φάτε, ρίχτε και κανέναν άμα σας κάνει κέφι. Και το πρωί ξεκινάμε. Ελεύθεροι».
     Μουδιασμένοι αποχωρούν όλοι και αδειάζουν τη σάλα. Λογικό. Όταν έχει μάθει τόσα χρόνια στο να παίρνεις εντολές, δυσκολεύεσαι μετά να πάρεις μόνος σου αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Τους βλέπεις περπατάνε χαμένοι. Σαν να άκουσαν κάτι εξωπραγματικό.
     Η Μέδουσα τους κοιτάζει μ’ένα πικρό χαμόγελο. Τους λυπάται κατά κάποιο τρόπο και αυτό φαίνεται στο βλέμμα της. Μόλις μένει μόνη της στη σάλα βολεύεται καλύτερα στη καρέκλα και κοιτάζει τριγύρω. Χάλια η κατάσταση αλλά αντιμετωπίσιμη. Προς το παρόν το μόνο που κάνει είναι να εδραιώνεται στη καρέκλα αλλά και στον εγκέφαλο της ως αρχηγός. Αιώνες κυνηγίου, δολοπλοκιών, μαχών, πολλαπλών θανάτων και υπομονής την έφεραν εδώ. Τώρα είναι η αρχηγός και πρωτοστατεί στην αποστολή που θα αλλάξει το μέλλον του ανθρώπινου είδους.
     Πίσω στο δάσος, η Ρουθ ξυπνάει και σφίγγει τις γροθιές της. Πάει να τρέξει αλλά κάτι τη κρατάει ακίνητη. Γυρίζει και βλέπει την αλυσίδα της Κάλντερ τυλιγμένη στη μέση και στο λαιμό της και με την άκρη της να αιωρείται αλλά να μένει σταθερή σ’ένα σημείο. Τη πιάνει δυνατά και τη τραβάει για να τη σπάσει. Βγάζει περίεργους, εφιαλτικούς ήχους παλεύοντας με την άθραυστη αλυσίδα της Βαλκυρίας. Δε σταματάει όμως. Είναι αφηνιασμένη, με πλάτη που αναπλάθει το σώμα της αλλά ακόμα φαίνονται τα κόκαλα. Με χέρια στιβαρά που μπορούν να θρυμματίσουν πέτρα και φλέβες σαν οροσειρές. Με πρόσωπο όμοιο δαιμονισμένου μες στη μάχη που δε χαμπαριάζει από τραύματα και σκοτώνει ότι βρει μπροστά του. Η πάλε ποτέ ήρεμη και ανθρώπινη Ρουθ δε φαίνεται πουθενά σε αυτό το πλάσμα.
     Τη προσπάθεια της την διακόπτει ο ήχος ενός σφυρίγματος. Γυρίζει απότομα και βλέπει τον Τρόι. Εκείνος χτυπάει τα δάχτυλα του και η αλυσίδα την σφίγγει. Γονατίζει από τον πόνο και σχεδόν αμέσως ο Τρόι χαλαρώνει την αλυσίδα. Εκείνη παίρνει μερικές ανάσες κι εκείνος τη πλησιάζει και τη ρωτάει:
«Πως το βλέπεις; Θα μπορέσουμε να μιλήσουμε;»
«Να μιλήσουμε; Ρε γαμημένε νοιώθω τα πάντα. Το καταλαβαίνεις; ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Βλέπω την αληθινή μορφή του ανέμου, ακούω τις συνομιλίες των ζώων, νιώθω……» σταματάει για να πάρει μια ανάσα και να περιγράψει ακριβώς τι νιώθει.
     Ο Τρόι περιμένει ανέκφραστος. Ξέρει. Η Ρουθ λέει:
«Νοιώθω….τον πραγματικό πόνο. Τον πόνο που κανένας άνθρωπος δεν έχει βιώσει πότε…..ξανά».
«Όλα αυτά είναι γιατί αλλάζεις. Ο εγκέφαλος σου αναπτύσσεται. Οι αισθήσεις σου τσιτώνουν. Το μυαλό σου γεμίζει με γνώση. Αυτοί είμαστε οι Ισορροπιστές· το επόμενο βήμα στην εξέλιξη του ανθρώπου».
«Δε με βοηθάνε όλα αυτά ρε μαλάκα! Πρέπει να μου σταματήσεις…..τον γαμημένο…….τον πόνο!»
«Μόνο εσύ θα τον σταματήσεις».
«ΠΩΣ; ΠΩΣ ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΩΛΟ ΣΟΥ; ΠΩΣ;»
«Αγνόησε το πόνο για αρχή και άσε το μυαλό σου να σου δείξει την πρώτη σκηνή που θα δεις. Μόλις ξεκαθαρίσει θα νιώσεις λίγο καλύτερα».
«Τη σκηνή;»
«Από το παρελθόν. Οι Ισορροπιστές ξέρουμε τη πραγματική ιστορία. Ώρα να την μάθεις κι εσύ».
     Η Ρουθ κλείνει απότομα τα μάτια και προσπαθώντας να μη βγάζει ήχους βυθίζει τον εαυτό της στο σκοτάδι. Ξάφνου κάτι πετάγεται στα μάτια της. Φωτιά. Ακούει και ήχους. Ήχους ανθρώπων που τρέχουν να ξεφύγουν. Ξάφνου δε νοιώθει το πόνο και αφουγκράζεται την ανάμνηση που ξυπνάει μέσα της.
     Αρχικά βλέπει μέσα από τα μάτια ενός άντρα που ανοίγει τη ξύλινη  πόρτα και βλέπει τη μελαμψή γυναίκα του με ξεσκισμένα ρούχα και τρία βέλη καρφωμένα στη πλάτη της. Πάει κοντά της, τη σηκώνει και λέει με δάκρυα στα μάτια:
«Νουάντα!»
     Εκείνη σβήνει, καθώς έχει χάσει πολύ αίμα. Τότε ακούει κάτι να σπάει από το σπίτι του. Αφήνει κάτω τη Νουάντα και τρέχει γρήγορα μέσα. Από τη παιδική κούνια λείπει ενός χρόνου μονάκριβος γιός του. Τρελαίνεται και βγάζει μια κραυγή.
      Η εικόνα αλλάζει και τώρα είναι σ’ένα κεντρικό δρόμο. Φωτιές πέφτουν από τον σε σχήμα μπάλας και καταστρέφουν τη πόλη. Οι άνθρωποι τρέχουν να ξεφύγουν από το ξαφνικό μένος που τους βρήκε. Παντού εκρήξεις, μυρωδιά καμένου σώματος και ο Άλδις να φωνάζει:
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;»
     Η Ρουθ χωρίς να το ξέρει αφηγείται όλο αυτό στον Τρόι που την ακούει πολύ προσεκτικά και σιγά-σιγά το στόμα του ανοίγει από την έκπληξη.
     Η Ρουθ τότε βλέπει έναν άλλο άντρα να εμφανίζεται μπροστά της στο όραμα. Είναι ο Τραϊανός που με τα χρυσά του χέρια έτοιμα λέει στον αδερφό του:
«Άλδις, αδερφέ, σταμάτα! Σκοτώνεις κόσμο».
«Δε με νοιάζει». και με το που το λέει τα δικά του χέρια γίνονται μαύρα.
     Αμέσως σηκώνει στον αέρα δύο ανθρώπους, τους αναφλέγει και τους πετάει εναντίον του αδερφού του. Ο Τρόι έχει καθίσει οκλαδόν και πλέον ξέρει για ποιο κομμάτι της ιστορίας μιλάει το όραμα. Η Ρουθ συνεχίζει να βλέπει:
«Θέλω πίσω το παιδί μου! Το παιδί μου!»
     Ο Τραϊανός επιτίθεται και τον πιάνει από τα μπράτσα. Ο Άλδις όμως δεν ελέγχεται. Αυτός δημιουργεί όλη τη καταστροφή. Ο Τραϊανός προσπαθεί να τον θνητοποιήσει αλλά βλέπει ότι δεν γίνεται. Τελευταία στιγμή σηκώνει το κεφάλι και βλέπει μια πύρινη μπάλα να προσγειώνεται επάνω τους. Σκοτάδι έπεσε στα μάτια της. Τα ανοίγει και βλέπει τον Τρόι να κοιτάζει χαμένος. Εκείνη μιλάει πρώτη:
«Είδα….είδα…;»
«Ναι Ρουθ. Τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Έτσι καταστράφηκαν».
«Ω ρε πούστη».
     Ο Τρόι πάει να μιλήσει αλλά ξαφνικά η Ρουθ ξαναβυθίζεται σε όραμα. Αυτή τη φορά βλέπει από μακριά τις δύο πόλεις να καίγονται και πλήθος κόσμου να τρέχει στην έρημο μέσα στη φλογισμένη νύχτα. Η εικόνα αλλάζει και καταλαβαίνει ότι είναι ένα μικρό παιδί. Από πάνω του εμφανίζεται ένας γενειοφόρος άνδρας που τον κοιτάζει και λέει προς μια άλλη κατεύθυνση:
«Λοιπόν, τι λέτε;»
«Εντυπωσιακό Ανούβις» ακούγεται μια γυναικεία φωνή από το βάθος. «αλλά τι να το κάνουμε αν δεν μπορούμε να ελέγχουμε αυτό το νέο είδος Ισορροπιστή;»
«Μη προτρέχεις. Ο γιός μου ο Άλδις είναι……ήταν στην αρχική του μορφή ακόμα. Μπορούμε να εξελίξουμε αυτή μορφή».
«Με τι σκοπό;» ρωτάει μια βαριά αντρική φωνή.
«Να δημιουργήσουμε ένα νέο είδος Ισορροπιστή. Ικανό και δυνατό να τα βάλει με τους κανονικούς Ισορροπιστές».
«Με τι σκοπό; Ξαναρωτάω».
«Το ανθρώπινο είδος. Αυτή τη φορά θα τους κερδίσουμε. Χωρίς πόλεμο».
     Ησυχία πέφτει. Ο Ανούβις κοιτάζει προς το μέρος τους. Ακούγεται μια πιο κοριτσίστικη παιδική φωνούλα να ρωτάει:
«Τι χρειάζεσαι;»
«Τους καλύτερους, σας αγαπητοί Συγχρονιστές. Για αρχή ο μικρός από δω πέρα θα ξεκινήσει τη καλλιέργεια».
«Καλλιέργεια;» ρωτάει η ίδια φωνούλα
«Ναι. Θα καλλιεργήσουμε ένα ολόκληρο λαό από αυτό εδώ το μωρό για να δούμε τι δυνάμεις θα βγουν».
«Ριψοκίνδυνο». λέει μια άλλη αντρική φωνή
«Και ανθρώπινο. Ρυθμιστές και Ισορροπιστής δε θα το πάρουν χαμπάρι κι αν το πάρουν δε θα μπορούν να κάνουν κάτι. Το γράφει άλλωστε η συμφωνία με τον Ράγκος. Δε μπορούν να πειράξουν ανθρώπους».
     Ο Ανούβις χαμογελάει και σηκώνει τον μικρό εγγονό του στο ύψος του προσώπου του. Τότε ακούει μια ερώτηση από τη παιδική φωνούλα:
«Ο λαός αυτός θα πάρει το όνομα του μικρού. Πως τον λένε;»
     Ο Ανούβις χαμογελώντας και κοιτάζοντας ευθεία στα μάτια τον μικρό λέει το όνομα του:
«Χετταίος».
     Η Ρουθ επανέρχεται στα φυσιολογικά της και ο Τρόι σηκώνεται και πιάνει το κεφάλι του από τα νευρά του. Εν συνεχεία λέει:
«Ο Ανούβις. Φυσικά, αυτός ο κόπανος ήταν πίσω απ’όλα».
«Σοβαρά τώρα, αυτό είναι το θέμα σου. Καλλιέργησαν έναν ολόκληρο λαό».
«Ναι, εντάξει και αυτό……»
«ΕΝΑΝ. ΛΑΟ Τρόι! Πόσο πιο δυνατά να το φωνάξω για να το καταλάβεις;»
     Κι εδώ ο Τρόι κατάλαβε το λάθος του και άρχισε να βλέπει το σχέδιο. Ο Ανούβις ενεργοποίησε τον Άλδις ως δοκιμή και εν συνεχεία χρησιμοποίησε τον Χετταίο για να ξεκινήσει μια καλλιέργεια λαού. Τι άθλιος.
     Οι δύο τους στέκονται ακίνητοι και σκεπτικοί μπροστά σε αυτή τη συγκλονιστική ιστορική αποκάλυψη. Ο Τρόι βλέπει ότι η Ρουθ είναι πιο ήρεμη. Τη ρωτάει:
«Πως νιώθεις;»
«Σωματικά καλύτερα. Πνευματικά είμαι στα Τάρταρα. Τι κάνουμε τώρα;»
«Τη δουλειά μας». λέει αποφασιστικά ο Τρόι και τα μάτια του σπινθηρίζουν. Η Ρουθ τον κοιτάζει με απορία και ρωτάει:
«Ποια δουλειά μας; Ο κόσμος ξέρει, η Μέδουσα, αν και νεκρή, μας…»
«Είναι ζωντανή».
     Αυτές οι δύο λέξεις την κάνουν να κοιτάξει τον ουρανό. Δε της φαίνεται περίεργο, απλά την βαραίνει.
«Δε θα ρωτήσω πως το ξέρεις, αλλά πως στο πούτσο είναι δυνατόν να είναι ζωντανή».
«Με απογοητεύεις. Πρώτον, τόσα αρχεία Ισορροπιστών διάβασες. Δε κατάλαβες ότι κάθε υπερφυσικό ον σκοτώνεται με διαφορετικό τρόπο; Και δεύτερον, δεν έχεις ιδέα για ποια μιλάμε».
«Δηλαδή;»
«Η Μέδουσα είναι ο εφιάλτης όλων των Ισορροπιστών. Πραγματική μισθοφόρος και πολύ αποτελεσματική. Οι ιστορίες που την ακολουθούν είναι……»
     Και κουνάει το κεφάλι του. Η Ρουθ ξεφυσάει σκεπτόμενη τη μαχαιριά που της έδωσε. Η Μέδουσα προκάλεσε αυτή τη μαχαιριά για να ενεργοποιήσει εκείνη και να καταστρέψει τον Τρόι. Δε δίστασε να θυσιαστεί για να πετύχει τον σκοπό της. Γι’αυτή τη Μέδουσα μιλάμε.
Τώρα που το κατάλαβε ρωτάει:
«Τι έχεις στο μυαλό σου;»
«Θα κάνουμε αυτό που μου είπε ο Ράγκος. Πρώτα πρέπει να βρούμε το Οπλοστάσιο των Ισορροπιστών και μετά ένα συγκεκριμένο αντικείμενο».
«Ωραία, που είναι αυτό το Οπλοστάσιο;»
«Δεν ξέρω».
     Η Ρουθ τον κοιτάζει και χαλιέται με την απάντηση, κατεβάζοντας όλη της την έκφραση στο έδαφος. Τον κοιτάζει και λέει ειρωνικά:
«Πάμε άλλη μία φορά γιατί δεν απογοητεύτηκα αρκετά με το πρώτο άκουσμα».
«Το Οπλοστάσιο ελεγχόταν από του Ρυθμιστές και μόνο. Ζητούσαμε τα όπλα, μας τα υλοποιούσαν στο χέρι. Τώρα που ψόφησαν….».
«Δεν έχει ιδέα που είναι».
«Ακριβώς».      
     Απογοήτευση, ησυχία και ήχοι του δάσους. Τα λόγια στέρεψαν και οι λύσεις αναζητούνται. Τη κατάσταση την σπάει ο ήχος κλήσης ενός κινητού. Ακούγεται από τη καμπίνα. Οι δυό τους πηγαίνουν μέσα και ο Τρόι σηκώνει το τηλέφωνο:
«Ναι;»
«Τρόι, εγώ είμαι».
     Η φωνή κάνει τα μάτια του Τρόι να βγάλουν φωτιά. Η ελπίδα αναζωπυρώνεται μέσα του. Γυρνάει απότομα και κοιτάζει τη Ρουθ που του ανταποδίδει μ’ένα βλέμμα απορίας γέρνοντας λίγο το κεφάλι της. Ο Τρόι για να σιγουρευτεί λέει το όνομα του καλούντος. Θέλει να βεβαιωθεί. Πρέπει να βεβαιωθεί.
«Γκονάς;»


Γιώργος Πουρλιάκας

2 σχόλια:

  1. Να κάνω μια ερώτηση, διαβάζεται και ανεξάρτητα ή είναι βασικό να έχει διαβάσει κάποιος πρώτα το Ισορροπιστής;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απλά για να καταλάβετε τι περίπου παίζει καλό θα ήταν να διαβάσετε και το πρώτο. Αυτό είναι η συνέχεια του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή