Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Μαΐ 2017

9 Απρόσμενο Ξύπνημα (Κεφάλαιο 8)

Μου άφησε χρόνο να συνέλθω, πριν με πλησιάσει και ακουμπήσει το χέρι της στο μπράτσο μου.
«Νερίσσα, είσαι εντάξει;» προσπαθούσε να διαπιστώσει αν όλα ήταν καλά μόνο από το βλέμμα μου.
Αποπειράθηκα ν’ ανοίξω το στόμα μου και να εκφράσω έστω και ένα συναίσθημα απ’ όσα ένιωθα εκείνη τη στιγμή, όμως μου ήταν αδύνατον και ευτυχώς φάνηκε να το αντιλαμβάνεται εφόσον πήρε τον λόγο.
«Κοίταξέ με. Θέλω να καταλάβεις ότι είναι στη φύση σου να σκέφτεσαι τον θάνατο και τον φόνο» σήκωσα αμέσως το βλέμμα σοκαρισμένη. Μίλησε για κάτι που δεν είχα εκφράσει καν πως σκέφτηκα.
«Ξέρω, ξέρω. Μην ανησυχείς, είναι φυσιολογικό και όχι, δεν το ξέρει κανείς άλλος» μου είπε με νόημα, υπονοώντας φυσικά τον αδερφό της.
«Νομίζω ότι πρέπει να μου εξηγήσεις μερικά πράγματα» το ύφος μου ήταν αυστηρό και απόμακρο, όμως δεν έδειχνε να την πτοεί.
«Θα σου εξηγήσω όσα μπορώ προς το παρόν, όπως και εσύ θα μου μιλήσεις για ό,τι συνέβη χθες βράδυ. Υπάρχουν πράγματα που δε γνωρίζω και πρέπει να μάθω, αν θέλεις να σε βοηθήσω» με κοίταξε έντονα σαν να προσπαθούσε πάλι να με διαβάσει. Ένιωσα άβολα με τη συμπεριφορά της αυτή, μ’ αποτέλεσμα να στρέψω το βλέμμα μου στο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο.
«Θα ήθελα να δοκιμάσεις λίγο» μου έτεινε το ποτήρι που πρώτα είχε γεμίσει με αίμα.
Αμέσως το στομάχι μου δέθηκε κόμπος και παρά την υπέροχη μυρωδιά του πάλι με κατέκλυσε ένα αίσθημα αναγούλας. Το κοίταζα για αρκετή ώρα, χωρίς να αντιδράω καθόλου. Έπειτα άπλωσα το χέρι μου προς αυτό και την κοίταξα στα μάτια. Χαμογέλασε και ξαφνικά εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό μου, εικόνες που δεν ήταν δικές μου.
Ένας αντρικός λαιμός, τα δόντια μου να εισχωρούν με δύναμη  στην κεντρική φλέβα του με τόσο άγαρμπο τρόπο που σχεδόν τον κομμάτιασα. Έπειτα η εικόνα της Οφέλια στον καθρέφτη απέναντί μου με το λευκό νυχτικό και το αίμα απλωμένο στο πρόσωπό της. Το μόνο ξένο πάνω της ήταν τα μάτια, τα οποία ήταν κατάμαυρα, λες και η κόρη είχε εξαπλωθεί και καλύψει τα πάντα, και έμοιαζε τόσο απόκοσμη.
Τόση ώρα στεκόμουν απλώς παγωμένη, όταν πλέον συνήλθα ανοιγόκλεισα τα μάτια μου αρκετές φορές πριν τη δω να σοβαρεύει. Άφησα αμέσως το ποτήρι στον πάγκο και απομακρύνθηκα.
«Γιατί θέλεις τόσο να δοκιμάσω; Τι συνέβη μόλις;» οι παλμοί μου ανέβηκαν και το άγχος με κατέκλυσε σε τέτοιο επίπεδο που ένιωθα ότι θα πάθαινα κρίση πανικού.
«Νερίσσα, βαθιές ανάσες. Πάρε βαθιές ανάσες και ηρέμησε» σηκώθηκε από τη θέση της και με πλησίασε τρομαγμένη από την κατάστασή μου. «Άκουσέ με, αν δεν ηρεμήσεις, κινδυνεύεις. Σου μετέφερα χωρίς να το θέλω μία ανάμνησή μου» επικεντρώθηκα στον τρόπο που οι λέξεις έπαιρναν μορφή από τα χείλη της. Και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να ηρεμήσω.
«Τι εννοείς μου μετέφερες;» η περιέργεια νίκησε το άγχος προς στιγμή και επικεντρώθηκα στο να κατανοήσω πώς λειτουργούσαν όλα αυτά, ενώ ταυτόχρονα πάσχιζα ν’ ανασαίνω πιο ήρεμα.
«Θυμάσαι που πριν ήξερα ότι σκέφτηκες τον φόνο; Έκανες ακριβώς αυτό. Χωρίς να το θέλεις, μου μετέφερες την εικόνα που σκεφτόσουν».
Την κοίταξα μισοκλείνοντας τα μάτια μου για λίγο. Εικόνες, μπορούμε να μεταφέρουμε ο ένας στον άλλον εικόνες. Ήταν τόσο εντυπωσιακό, όσο και τρομακτικό.
«Και… δεν μπορούμε να ελέγξουμε τι θα δει ο άλλος;»
«Φυσικά και μπορούμε» χαμογέλασε σαν να είχα πει κάτι χαζό.
«Τότε γιατί μου μετέφερες αυτήν τη σκηνή εσύ; Είναι κάτι που έχει γίνει ή απλά μία σκέψη;» τόσες διαφορετικές απορίες που δεν ήξερα ποια να εκφράσω πρώτη.
«Είναι η ανάμνηση από τη δική μου πρώτη φορά που γεύτηκα αίμα. Έτσι ολοκλήρωσα την αλλαγή μου. Δεν ήθελα να σου τη μεταφέρω, ήμουν συναισθηματικά φορτισμένη και το έκανα χωρίς να το επιθυμώ πραγματικά» σκυθρώπιασε και απέστρεψε το βλέμμα της.
«Ολοκλήρωσες την αλλαγή; Εννοείς ότι δεν είμαι ακόμα σαν εσάς;»
«Κοίτα, Νερίσσα, είσαι σχεδόν σαν εμάς και όχι δεν υπάρχει η επιλογή του να γίνεις ξανά αυτό που ήσουν. Ή θα ολοκληρώσεις την αλλαγή ή…» το βλέμμα της εστίασε στο παράθυρο και η φωνή της έσβησε.
«Ή τι;» ήδη γνώριζα την απάντηση, όμως έπρεπε να σιγουρευτώ.
«Ή θα πεθάνεις. Δε σου το είπα πριν, επειδή δεν ήθελα να διαλέξεις κάτι τέτοιο. Νερίσσα, είσαι ένα θαύμα για το είδος μας. Όπως σου έχω πει, δεν μπορούμε να μετατρέψουμε ανθρώπους εδώ και αιώνες» με κοίταξε και κατάλαβα από το βλέμμα της πως εννοούσε αυτό που έλεγε.
Με έναν περίεργο τρόπο αυτή η κοπέλα μ’ έκανε να μην ανησυχώ για όσα μου έλεγε, αλλά και για τις προθέσεις της. Παρ’ όλα αυτά είχε κάνει λάθος, έπρεπε να ξέρω ότι έχω επιλογή.
«Αυτό που έκανες δεν το δέχομαι. Έχω επιλογή και είναι μία απόφαση που θα πάρω μόνη μου. Πιστεύεις ότι θα δεχτώ ν’ αλλάξω, για να παντρευτώ τον αδερφό σου και έπειτα να ζήσουμε μαζί; Δε θα το κάνω αυτό» ο θυμός ήταν φανερός στην αντίδρασή μου και ας μην επιθυμούσα κάτι τέτοιο.
«Πιστεύεις ότι θα επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο; Νερίσσα, μπορεί να είναι αδερφός μου, όμως σου είπα ότι δε θα του επιτρέψω να σε πειράξει και εννοείται ότι δε θα γίνει αυτός ο γάμος. Άσε που ούτε ο ίδιος το επιθυμεί αυτό» με κοίταξε στιγμιαία και έπειτα συνέχισε. «Ο Γκόντρικ ήταν υποχρεωμένος να παντρευτεί. Ο πατέρας μας είναι βασιλιάς και η διαταγή του βασιλιά είναι κάτι που κανένας δεν μπορεί να παραβεί. Δε γνωρίζω τον πραγματικό λόγο που ξαφνικά αποφάσισε να τον παντρέψει, όμως αυτό που είπε σ’ όλους ήταν ότι, επειδή ο Λούκας δε θα μπορέσει να πάρει τον θρόνο, ο αμέσως επόμενος κατάλληλος είναι ο Γκόντρικ» φάνηκε κάπως πικραμένη, μα δε μου άφησε περιθώρια να την καταλάβω περισσότερο.
«Έτσι λοιπόν θεώρησε ότι πρέπει να παντρευτεί τώρα, διότι βρίσκεται σε κατάλληλη ηλικία. Ο νόμος μας είναι πως πρώτα παντρευόμαστε και έπειτα παίρνουμε τον θρόνο ή απλώς αργούμε να παντρευτούμε. Όπως έκανε ο πατέρας μας. Θεώρησε όμως ότι αυτό θα είναι λάθος και ο Γκόντρικ έπρεπε να παντρευτεί πριν την εξουσία. Έτσι θα παρέμενε ο ίδιος στην θέση που βρίσκεται τώρα μέχρι να είναι έτοιμος ο Γκόντρικ. Αν με ρωτάς, δεν ξέρω τι να πιστέψω πραγματικά και τι σκοπούς είχε. Ο Γκόντρικ όμως έπρεπε να βρει τρόπο να γλιτώσει απ’ ότι φαίνεται… και εκεί έρχεσαι εσύ. Γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να μετατρέψουμε ανθρώπους, αποφάσισε να υποδυθεί ότι διάλεξε εσένα, και εσύ εκείνον επίσης, ώστε να προσπαθήσει να σε μετατρέψει και, όταν αυτό θα αποτύγχανε, να είναι ελεύθερος να πάρει την εξουσία και ό,τι άλλο επιθυμεί».
Τόση ώρα άκουγα, χωρίς πραγματικά να μπορώ να κατανοήσω τις πράξεις του. Δεν ξέρω αν ήταν ανώριμος ή αν ήξερε πολύ καλά τι έκανε.
«Και γιατί ο πατέρας σας δεν τον βάζει να ξανά παντρευτεί;» γέλασα λίγο ειρωνικά εφόσον όλο αυτό μου φάνηκε τρελό.
«Αυτό είναι κάτι που θα μάθεις με τον καιρό διαβάζοντας τους νόμους μας, αλλά με λίγα λόγια, αν το ταίρι σου πεθάνει, πρέπει να μείνεις για έναν αιώνα ανύπαντρος πενθώντας. Ως βρικόλακες έχουμε όσο χρόνο θέλουμε μπροστά μας να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. Έτσι τους φάνηκε σωστό να πενθούμε και αρκετό διάστημα. Πεθαίνοντας εσύ λοιπόν κέρδιζε τόσο χρόνο ελεύθερος, βάσει νόμου» με κοίταξε με δυσαρέσκεια μ’ αυτό που μόλις συνειδητοποίησε.
«Μάλιστα» προσπαθούσα να αφομοιώσω όσα περισσότερα γινόταν.
«Ξέρω ότι σου έπεσαν πολλά, όμως δεν μπορούμε να κάνουμε αυτήν τη στιγμή τίποτα, μέχρι να ολοκληρωθεί η αλλαγή σου και να επιστρέψει ο πατέρας μου» την κοίταξα και σίγουρα κατάλαβε ότι ο θυμός μέσα μου είχε αυξηθεί, αφού σοβάρεψε ακόμα περισσότερο. «Νερίσσα, είσαι ανίσχυρη μπροστά του χωρίς την αλλαγή. Είσαι εύκολος στόχος και ας έχεις πολλές από τις δυνάμεις μας. Ολοκλήρωσέ την» μου έτεινε ξανά το ποτήρι και την κοίταξα.
«Μπορούν όλοι να δουν τις σκέψεις μου;» ξαφνιάστηκε από τον απόμακρο τρόπο μου και την ερώτησή μου. Φάνηκε από το τρέμουλο στο χέρι της.
«Όχι. Μάλλον νιώθεις άνετα να τις μεταφέρεις σε μένα. Αλλά δεν ξέρει κανείς άλλος και θα ήταν καλό να μη μάθει κανείς. Ελπίζω να καταλαβαίνεις» με κοίταξε ενθαρρυντικά και ένευσα καταφατικά.
«Τι εκπαίδευση θα λάβω;» προσπαθούσα φανερά πλέον ν’ αποφύγω το αίμα που υπήρχε μπροστά μου και έδειξε να το αντιλαμβάνεται.
«Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν για μας και μας κυνηγούν. Μας θεωρούν διαβολικά πλάσματα και δολοφόνους».
Γέλασα λίγο και σταμάτησε την εξιστόρησή της.
«Και δεν είστε;» η ειρωνεία φάνηκε στην ομιλία μου, μα έδειχνε να το διασκεδάζει.
«Θέλεις να πεις είμαστε. Νιώθεις διαβολική;»
«Σίγουρα κάτι νιώθω, αλλά δεν νομίζω ότι είναι ακριβώς αυτό. Δεν ήμουν ποτέ σαν άνθρωπος τόσο οξύθυμη και νευρική. Ξέρω ότι φταίνε τα αυξημένα επίπεδα συναισθημάτων που μου ανέφερες. Αυτό θα κοπάσει με τον καιρό;» ήλπιζα ότι η απάντησή της θα ήταν θετική, ήθελα να είναι θετική. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα συνέχιζα να είμαι έτσι.
«Ο λόγος που θα κάνεις προπονήσεις με τον Λούκας είναι ακριβώς αυτός. Κάνοντας προπόνηση και προσπαθώντας σκληρά θα καταφέρεις, όπως όλοι μας, να κατευνάσεις αυτά τα ένστικτα» μου χαμογέλασε καθησυχαστικά σαν να γνώριζε ήδη την απάντηση που ήθελα να μου δώσει.
«Και ο αδερφός σου γιατί είναι έτσι;» αυτό φάνηκε να της προκαλεί έντονο γέλιο.
«Ο αδερφός μου δεν προσπαθεί να τα κατευνάσει, προσπαθεί να τ’ αυξήσει όπως και η υπόλοιπη ομάδα του» είχε ηρεμήσει πλέον μα φαινόταν να σκέφτεται κάτι.
Την κοίταξα εξεταστικά. Για ποιον λόγο να θέλεις να αυξήσεις τα ένστικτα που σε κάνουν ανεξέλεγκτο.
«Ομάδα;» όταν το συνειδητοποίησα βγήκε από τα χείλη μου, χωρίς να το καταλάβω.
«Πριν ξεκίνησα να σου λέω ότι μας κυνηγάνε. Έτσι ο Λούκας και η ομάδα του, η οποία αποτελείται από άλλους εφτά άντρες, προσπαθούν να μας κρατήσουν ασφαλείς. Βλέπεις, οι υπόλοιποι επέλεξαν να συνεχίσουν τις ζωές τους, χωρίς να τις διακινδυνέψουν για τους υπόλοιπους και... σε κάποιους δεν τους επέτρεψαν να το κάνουν» το βλέμμα της πάλι έγινε λυπημένο και σκεπτικό.
«Ήθελες να είσαι μαζί τους;» η διαπίστωση έκανε και εμένα την ίδια να σοκαριστώ. Δεν μπορούσα να τη φανταστώ να κάνει κάτι τέτοιο.
«Ναι, ήθελα ν’ ανήκω στην ομάδα. Να προσφέρω στο είδος μας μ’ όποιον τρόπο μπορώ. Όμως ο πατέρας μού το απαγόρευσε και, όπως σου είπα, δεν επιτρέπεται να παραβούμε τις εντολές του» κοίταξε αλλού σκυθρωπή.
«Και η μητέρα σου; Τι λέει γι’ αυτό; Συγχώρησέ με, ήταν ανόητη η παρατήρηση μου αυτή. Δε γεννιέστε, αλλάζετε στην πορεία».
«Κι όμως η μητέρα μου ανήκε στο είδος αυτό. Δε ζει ποια» ξαφνικά ένιωσα τον ίδιο πόνο που ένιωθα εγώ για τον θάνατο της Ίρμα. Όμως ο πόνος αυτός δεν ήταν δικός μου, προερχόταν από εκείνην.
«Ο Γκόντρικ είναι ο δημιουργός σου. Εγώ γεννήθηκα βρικόλακας και όχι, δε συνηθίζεται κάτι τέτοιο. Είμαστε τα πρώτα παιδιά που έχουν γεννηθεί. Όμως αυτά είναι νωρίς ακόμα, για να τα μάθεις. Καλύτερα να ολοκληρώσουμε πρώτα την αλλαγή» έσπρωξε και πάλι το ποτήρι προς το μέρος μου.
Σηκώθηκα από τη θέση μου και την κοίταξα. Εκείνη με μιμήθηκε και φάνηκε ν’ αντιλαμβάνεται ότι δε θα το έκανα.
«Νερίσσα, δεν ξέρουμε πόσες μέρες σού απομένουν. Μην το διακινδυνεύεις, σε παρακαλώ» τόνισε την τελευταία λέξη, για να με μεταπείσει.
«Ζητάω μόνο λίγο χρόνο, ώστε να συνειδητοποιήσω τι έχει συμβεί και να κατανοήσω το τι θέλω εγώ η ίδια. Μόνο αυτό ζητάω, Οφέλια» ένιωθα ότι δεν μπορούσα να το πιω έτσι απλά και να δεχτώ μία ζωή σαν αυτή, χωρίς να ήμουν σίγουρη αν η επιλογή μου ήταν σωστή. Και αν δεν τα κατάφερνα στην αλλαγή; Μπορεί να ξύπνησα, όμως αυτό δε σήμαινε πως θα πετύχαινε. Και αν γινόταν ο γάμος και δεν καταφέρναμε να τον αποφύγουμε; Δε δεχόμουν να ζω έτσι ή μάλλον να υπάρχω γιατί θα τεχνικά είχα ήδη πεθάνει.
«Θέλω να κάνω μία βόλτα. Μπορώ;» τη ρώτησα, αφού δε μου έδωσε κάποια απάντηση σε όσα είπα.
«Μπορείς να πας όπου θέλεις μέσα στο σπίτι και στην αυλή. Μην προσπαθήσεις να φύγεις. Μπορεί να μην ανήκεις ακόμα ολοκληρωτικά σ’ εμάς, όμως το αίμα των ανθρώπων είναι κάτι που δε θα μπορέσεις να τ’ αποφύγεις και πίστεψέ με ξέρω πόσο θα μετανιώσεις [A3] κάτι τέτοιο» το θλιμμένο βλέμμα της μαζί με τη σκηνή που είχα δει μου αρκούσαν για να νεύσω καταφατικά.
Γύρισα την πλάτη μου σ’ εκείνην και στο γεύμα που μου είχε προσφέρει, επιθυμώντας να βγω έξω διότι το σπίτι μ’ έπνιγε. Ήδη ήξερα πού ήθελα να βρίσκομαι εκείνην τη στιγμή.
Όταν άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στο φως της ημέρας, αμέσως έκλεισα τα μάτια νιώθοντας πόνο και ενόχληση. Έκανα την προσπάθεια να τ’ ανοίξω ξανά και σιγά σιγά άρχισα να συνηθίζω αυτή την έντονη ενόχληση που μου προκαλούσε το φως του ήλιου. Τουλάχιστον δεν καίγομαι, σκέφτηκα ασυναίσθητα και συνέχισα ακολουθώντας το πέτρινο μονοπάτι που οδηγούσε στην πίσω πλευρά. Όταν πλέον ένιωθα μόνη, θέλησα να ξεφύγω απ’ αυτόν τον χώρο, όμως οι προειδοποιήσεις τους μου προκαλούσαν ένα έντονο αίσθημα φόβου.
Ξεκίνησα να περπατάω μέσα στην πυκνή βλάστηση των δέντρων και, όταν κατάλαβα ότι βρίσκομαι κοντά στο σημείο όπου είχαν συμβεί τα χθεσινά γεγονότα, ο θυμός, ο πόνος και η απογοήτευση άρχισαν να με πλημμυρίζουν σε τέτοιο επίπεδο που ήθελα να χτυπήσω κάτι γύρω μου.
Αντίκρυσα το κιόσκι και έψαξα αμέσως με το βλέμμα μου τον χώρο, ώστε να εντοπίσω αυτό που μ’ ενδιέφερε. Δίπλα από ένα δέντρο υπήρχε μία πέτρινη πλάκα στην οποία αναγραφόταν το όνομα της φίλης μου. Χωρίς να το σκεφτώ καν, ήμουν ήδη σκυμμένη μπροστά από το μνήμα της και άγγιζα με το δεξί μου χέρι το έδαφος, στο σημείο όπου την είχαν θάψει. Τα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου, όμως στην προσπάθειά μου να τα συγκρατήσω, τα έκλεισα και φαντάστηκα εκείνην και τη ζωντάνια της:
Βρισκόμασταν στο σπίτι μας και γελούσε, ενώ χόρευε και σιγοτραγουδούσε κάποιους στίχους από ένα κομμάτι που της άρεσε. Αμυδρά ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη μου, το οποίο έσβησε αμέσως στην ανάμνηση των νεκρών και άψυχων ματιών της.
Ένιωσα την ανάγκη να της μιλήσω.
«Θα μου το πληρώσει, Ίρ. Σου υπόσχομαι, ότι θα μου το πληρώσει. Θα του καταστρέψω ό,τι έχει φτιάξει μέχρι σήμερα και έπειτα θα τον δω να σβήνει, όπως μ’ ανάγκασε να δω εσένα» σηκώθηκα και κοιτώντας το μνήμα της έσφιξα τις γροθιές μου θυμωμένη και αποφασισμένη. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω και αυτό δε μου άφηνε πολλές επιλογές. Ο γάμος έπρεπε να γίνει.

Γεωργία Αντωνιάδου

9 σχόλια:

  1. Ωχ ματωμενος γαμος προβλεπεται αλλα για να πω κ την αληθεια κλ να του κανει!!Δεν ηταν και λιγα που της εκανε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χεχε 😊😊😊 δεν μιλώ δεν αποκαλύπτω τίποτα!!! 😍😍😍 😘😘😘😘

      Διαγραφή
    2. Χαχαχα οοο αγάπες μου 😍😍😍 Μην τους πείτε τίποτα να είναι έκπληξη 😃😃😃

      Διαγραφή
  2. teleiooo!!!gia akomh mia fora!!! :P <3 <3 8elei 3ulo o gkontrik..... :P <3 <3

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οοο σε ευχαριστώ πολύ πολύ 😊😊 χαίρομαι πραγματικά που σου άρεσε!!!

      Διαγραφή
    2. Παρακαλώ!!!❤ το επόμενο κεφάλαιο ποτε θα ανεβει??

      Διαγραφή
  3. μυριζομαι δολοπλοκιες, ιντριγκες,σατανικα σχέδια κ αθώα θυματα... χμ χμ χμ χμ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή