Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26 Ιουν 2017

0 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 20)

Την επόμενη μέρα η Αγάπη άργησε πολύ να ξυπνήσει. Κόντευε απόγευμα όταν, γυρνώντας πλευρό, ανακάλυψε ότι ο Ηλίας δεν ήταν πλέον δίπλα της κι ένα σημείωμα την περίμενε επάνω στο κομοδίνο. «Κοιμόσουν γαλήνια. Δεν άντεχα να σε ξυπνήσω. Θα μιλήσουμε το βραδάκι. Σ’ αγαπώ...»


Η Αγάπη έσφιξε το ραβασάκι στην αγκαλιά της. Η ευτυχία που την πλημμύριζε δύσκολα θα μπορούσε να περιγραφεί με λόγια. Ήταν η πρώτη φορά στη μέχρι τώρα ζωή της που ένιωθε τόσο ήρεμη, τόσο σίγουρη, τόσο ευτυχισμένη... Ναι! Ήταν ευτυχισμένη! Αυτό το περίεργο συναίσθημα που σε οδηγεί να χαμογελάς δίχως λόγο, να θες να τραγουδήσεις και που, κοιτάζοντας από το παράθυρο, ακόμα και το γκρίζο της μεγαλούπολης σου φαντάζει όμορφο, αυτό είναι σίγουρα που αποκαλείται ευτυχία.
Βγήκε από το δωμάτιο και περιπλανήθηκε εξεταστικά στο σπίτι. Δεν ήξερε αν ήταν μόνη ή αν ήταν και η Μίνα εκεί. Είχε μέρες να περάσει λίγο χρόνο με την φίλη της και της είχε λείψει. Με μια μικρή απογοήτευση, συνειδητοποίησε ότι στο σπίτι ήταν μόνο εκείνη. Αποφάσισε, για να ξυπνήσει καλύτερα μετά το λήθαργο τόσων ωρών, να κάνει ένα μπάνιο. Άνοιξε τη βρύση και ξεκίνησε να γεμίζει τη μπανιέρα, ρίχνοντας μέσα μια μεγάλη ποσότητα από το αγαπημένο της αφρόλουτρο με άρωμα πικραμύγδαλο. Πήρε και το ημερολόγιο από την ντουλάπα της και ετοιμάστηκε να βυθιστεί στο νερό και στις αναμνήσεις της μητέρας της.


16 Αυγούστου 1985

Αγαπημένη μου Ελένη, γεια σου!
Πρόσφατα μίλησα με τη μάνα σου κι έμαθα τα νέα σου. Είπε ότι περνάς καλά με τον άντρα σου και πολύ χάρηκα. Βέβαια, και τη δική μου μάνα να ρωτήσεις, το ίδιο θα σου πει. Δεν θέλει να δει την αλήθεια. Αρνείται να δεχτεί ότι ίσως, εκείνη κι ο πατέρας μου, έκανα λάθος όταν διάλεγαν τον Χαράλαμπο. Για όλους μας τους φίλους και τους συγγενείς στη Χαλκίδα, έκανα την τύχη μου! Είμαι ευτυχισμένη και κάνω μεγάλη ζωή δίπλα στον άντρα μου. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν θέλω να γελάσω ή να κλάψω με την εθελοτυφλία τους. Ας είναι καλά... Τι να πω. Εύχομαι μόνο εσύ να είσαι πραγματικά καλά κι ευτυχισμένη, κι όχι για τα μάτια του κόσμου...
Εχθές που λες, Ελένη μου, είχα τη γιορτή μου. Ο Χαράλαμπος θεώρησε σωστό να τραπεζώσει το μισό στρατόπεδο, οπότε δύο μέρες μαγείρευα για τον κόσμο που θα μαζευόταν εδώ εχθές. Κάθε βαθμίδας αξιωματικός, οι περισσότεροι συνοδευόμενοι από τις νυν ή τις μέλλουσες γυναίκες τους, καθώς και επίτιμα πρόσωπα της περιοχής παρέλασαν από το φτωχικό μας. Ο Χαράλαμπος, ντυμένος την καλή του στολή και το πιο ωραίο του χαμόγελο, γελούσε και καλοπερνούσε με όλον εκείνο τον κόσμο που είχε έρθει να με γιορτάσει. Κι εγώ, σαν σωστή εορταζόμενη, έκανα την υπηρέτρια από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Δεν έχω παράπονο, στο πρώτο ποτήρι κάθε νέας κανάτας κρασί που ετοιμάζονταν να εξαφανίσουνε οι μπεκρούλιακες, θυμόντουσαν και μου φώναζαν ένα στην υγειά σου. Έτσι, για τους τύπους.
Μέσα σε όλους εκείνους τους καλεσμένους του άντρα μου, που καρφί δεν τους καιγόταν για εμένα που γιόρταζα, και που με φόρτωναν συνεχώς με παραγγελίες λες και με είδαν να φορώ στολή υπηρεσίας, μόνο ένας ξεχώρισε. Υπήρξε ένας άνθρωπος μέσα σε όλο εκείνο το πλήθος, που έδειξε στοιχειώδη ευγένεια. Κάποια στιγμή μάλιστα, με ακολούθησε στην κουζίνα και με βοήθησε να μεταφέρω όσα πρόσταζε ο Χαράλαμπος.
Εγώ ντράπηκα από τη μία, τον ευγνωμονούσα όμως την ίδια στιγμή, καθώς όλα έπρεπε να μεταφερθούν ταυτόχρονα στο τραπέζι και δεν θα μπορούσα να το κάνω μόνη μου. Διαφορετικά, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να παρασυρθεί από το ποτό ο Χαράλαμπος και να φερθεί με τρόπο άπρεπο μπροστά στους καλεσμένους. Και τότε θα ένιωθα μεγαλύτερη ντροπή από την στιγμή που τον είδα δίπλα μου να παίρνει την μεγάλη πιατέλα με το κρέας. Μεγαλύτερη ακόμα κι από τη στιγμή που, βλέποντας μας ο Χαράλαμπος να φτάνουμε φορτωμένοι, γύρισε όλο χάρη και του είπε «Κάτσε κάτω, ρε Νικήτα. Μην σκας. Δεν έχει ανάγκη η Δέσποινα. Γι’ αυτό την έχουμε.»
Δεν τόλμησα να τον κοιτάξω, ούτε να του πω ευχαριστώ. Δεν άντεχα να δω τον οίκτο στα μάτια του. Σε αυτά τα υπέροχα μάτια, τα γεμάτα καλοσύνη. Ξέρω ότι κι εκείνος, ο Νικήτας λοιπόν, ένιωσε ντροπή για τον τρόπο του Χαράλαμπου. Αλλά δεν άντεχα να δώσω περισσότερη συνέχεια στο θέμα. Προσπερνώντας το σοκ, φόρεσα ξανά το χαμόγελο της ιδανικής οικοδέσποινας και συνέχισα να το παίζω δούλα και κυρά – λέμε τώρα – μέχρι το βράδυ που έφυγαν και οι τελευταίοι.
Το μόνο που έχω να θυμάμαι με ανακούφιση από τη χθεσινή μέρα, είναι το γεγονός ότι ο Χαράλαμπος έπεσε σαν το βόδι για ύπνο μετά από τόσο κρασί. Το μόνο που μου έλειπε ήταν να θυμηθεί ότι έχει γυναίκα και να θέλει κι άλλα.
Ίσως και κάτι ακόμα. Θυμάμαι με ακόμα μεγαλύτερη ανακούφιση και με μια γλυκιά ευγνωμοσύνη τις λίγες εκείνες στιγμές που, μόνη με τον Νικήτα στην κουζίνα, ένιωσα ότι κάποιος έδειξε το στοιχειώδες και ανθρώπινο ενδιαφέρον απέναντι μου που τόσο είχα ανάγκη. Ναι! Η ευγενική χειρονομία εκείνου του άνδρα ήταν το ωραιότερο δώρο από όλα όσα δέχτηκα χθες.
Με έκανε να θυμηθώ ότι είμαι άνθρωπος. Άνθρωπος με αξία, κι όχι η τελευταία παραδουλεύτρα. Ένας άνθρωπος, που αξίζει τον σεβασμό. Μεγάλες κουβέντες, ε Ελένη μου; Ας νιώσω άνθρωπος για λίγο ακόμα. Μόλις γυρίσει ο Χαράλαμπος, θα τα ξεχάσω ξανά όλα. Θα ξεχάσω τι θέλω και θα ακολουθήσω ξανά τα πρέπει του. Αλλά, αλήθεια σου μιλάω γλυκιά μου φίλη, εκείνες τις λίγες στιγμές στην κουζίνα θα τις θυμάμαι όσο ζω. Κι εύχομαι να μπορέσω κάποια στιγμή να του πω εκείνο το ευχαριστώ που βαθιά μέσα μου νιώθω ότι του οφείλω.
Σε φιλώ, Ελένη μου. Ο Θεός να σε έχει καλά.


Κάθε νέα ανάγνωση, κάθε σελίδα από εκείνο το μικρό ημερολόγιο, της τόνωνε όλο και περισσότερο τις ήδη παγιωμένες αντιλήψεις της σχετικά με τους χαρακτήρες των άμεσα ενδιαφερόμενων. Για τον άνθρωπο που αποκαλούσε πατέρα, η γνώμη της γινόταν συνεχώς χειρότερη. Ήξερε το πόσο απαιτητικός ήταν. Το πόσο καθωσπρεπιστής, πόσο σοβινιστής, πόσο εγωπαθής. Δεν δυσκολευόταν σταλιά να πειστεί πως, όλες αυτές οι ανεκδιήγητες συμπεριφορές, ανήκαν όλες στο ίδιο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που δεν είχε αλλάξει καθόλου με τα χρόνια.
Για την μητέρα της, όσο κι αν ακουγόταν βαρύ, αισθανόταν οίκτο. Οίκτο ανθρώπινο. Από έναν άνθρωπο με ελεύθερη ψυχή προς έναν άνθρωπο ολοκληρωτικά υποδουλωμένο. Της φαινόταν τραγικό να σκέφτεται ότι αυτός ο άνθρωπος, ο υποδουλωμένος, ήταν η ίδια της η μητέρα. Μια μητέρα που δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί έτσι. Αυτή η γυναίκα, πίσω στο μακρινό 1985, δεν θύμιζε σε τίποτα την μητέρα της, την κυρία Δέσποινα που όλοι ήξεραν. Ναι, η οικογένεια τους ήταν καθαρά ανδροκρατούμενη, με αρχηγό και αφέντη τον πατέρα της. Η μητέρα της όμως, αν και πάντα στα πλαίσια του πρέπει, δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν υποδουλωμένη. Όχι πια τουλάχιστον. Ήταν λες και, κάποιο άγνωστο γεγονός, κάποιο μικρό θαύμα, είχε επιφέρει τεράστια αλλαγή στην κυρία Δέσποινα. Αυτό το μικρό θαύμα, θα έβλεπε μπροστά της η Αγάπη στο αμέσως επόμενο γράμμα...


26 Δεκεμβρίου 1986
Πολυαγαπημένη μου Ελένη,
Πριν λίγες μέρες είχα την απεριόριστη χαρά να σε δω ξανά έπειτα από τόσα χρόνια. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθες στην Ελλάδα μετά το γάμο σου και την μετακόμιση σου στην Αμερική, κι ήσουν υπέρλαμπρη. Πείστηκα επιτέλους ότι είσαι καλά κι ευτυχισμένη με τον άντρα σου και, είμαι σίγουρη, ο Θεός θα σας χαρίσει γρήγορα κι ένα παιδάκι. Το είπε ο Νικόλας μου όταν τον πήρες αγκαλιά κι αυτό είναι μεγάλο γούρι!
Κι εσύ ήσουν μεγάλο γούρι για μένα, Ελένη μου. Δεν ξέρω αν φταίει απλά το ότι σε είδα και πήρα χαρά, μετά την επίσκεψη σου όμως πριν από μία εβδομάδα, λες κι ένα πέπλο ευτυχίας με έχει σκεπάσει. Με αποκορύφωμα τη χθεσινή γιορτή...
Όπως πάντα σχεδόν στις μεγάλες γιορτές τα τελευταία χρόνια, το τραπέζωμα των επίτιμων του στρατοπέδου και της πόλης ήταν και φέτος τα Χριστούγεννα δική μας υπόθεση. Η οικία Χαράλαμπου Κυριακίδη άνοιξε ξανά τις πόρτες της για να υποδεχτεί το ανφάν γκατέ της συμπρωτεύουσας. Οι ετοιμασίες είχαν ξεκινήσει από μέρες, με την κορύφωση τους τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα και την ετοιμασία των εδεσμάτων. Με πολύ κόπο και ανύπαρκτη βοήθεια, για ακόμα μία φορά τα κατάφερα. Στις οκτώ ακριβώς, όπως έλεγε η πρόσκληση που είχαμε αποστείλει, ήμουν έτοιμη να υποδεχθώ τον κόσμο που θα μας τιμούσε για ακόμα μία φορά με την παρουσία του.
Παλιοί και νέοι γνώριμοι του ανδρός μου, μετά των κυριών τους εννοείται, παρέλασαν από το σαλόνι και την τραπεζαρία μου και γεύθηκαν όσα με περισσή φροντίδα είχα ετοιμάσει. Ήθελα άλλωστε να φανώ αντάξια των περιστάσεων και της φήμης που με ακολουθεί πια και να εντυπωσιάσω για ακόμα μία φορά. Φάνηκε ότι τα κατάφερα και, πανέμορφη όπως ένιωθα στο κατακόκκινο φόρεμα που μου χάρισες, απολάμβανα των συγχαρητηρίων που δεχόμουν από όλους, άνδρες και γυναίκες.
Ανάμεσα στους τόσους καλεσμένους που πέρασαν από το σπίτι μας εχθές, ήταν κι εκείνος ο Νικήτας. Ο συνάδελφος του άντρα μου, ο ευγενικός άντρας που τόσο με είχε σκλαβώσει με την ευγένεια του τις προηγούμενες φορές. Ήταν μάλιστα από τους πρώτους που ήρθαν. Όταν είχε πια περάσει η γιορτή κι είχαν φύγει όλοι οι υπόλοιποι, είχαν μείνει οι δυο τους με το Χαράλαμπο στο σαλόνι και συζητούσαν πίνοντας το ποτό τους. Μόλις επέστρεψα στη συντροφιά τους, έχοντας πια βάλει για ύπνο τον Νικόλα, ο Χαράλαμπος αγενώς τον παράτησε και πήγε για ύπνο, λέγοντας του ότι εκείνος αν ήθελε μπορούσε να μείνει.
Μόλις μείναμε οι δυο μας, προσπάθησα να απολογηθώ για την συμπεριφορά του άντρα μου. Του είπα ότι ο Χαράλαμπος τον αισθάνεται τον πιο κοντινό του φίλο, γι’ αυτό και δεν ντράπηκε να τον αφήσει για να πάει να κοιμηθεί. Βρήκα τότε την ευκαιρία να τον ευχαριστήσω γιατί, τόσο εκείνη τη φορά όσο και κάθε άλλη φορά που βρισκόταν εδώ, κοιτούσε με τον πιο διακριτικό τρόπο να με βοηθήσει. Όση ώρα του μιλούσα, εκείνος με κοιτούσε στα μάτια με ένα βλέμμα τόσο ζεστό κι ένα χαμόγελο που με έκανε να χάνω τα λόγια μου. Μόλις σταμάτησα να μιλάω και να προσπαθώ, με απολογίες κι ευχαριστίες, να γεμίσω την αμηχανία μου και την ντροπή μου, τότε συνέβη αυτό που δεν φανταζόμουν ποτέ. Αυτό που, ακόμα και τώρα, διστάζω να ομολογήσω.
Ο Νικήτας σηκώθηκε από την πολυθρόνα που καθόταν και, ερχόμενος μπροστά μου, γονάτισε και πήρε τα χέρια μου στα δικά του. Ξεκίνησε να μου μιλάει και τα λόγια του, τα γεμάτα συναισθήματα, ήταν χείμαρος ορμητικός που με παρέσυρε στα νερά του. Μου εξομολογήθηκε τον έρωτα του και τα λόγια του, όχι μόνο δεν με προσέβαλαν, αλλά ζέσταναν την παγωμένη από χρόνια καρδιά μου. Ένιωθα την αγάπη να ξεχειλίζει από τα μάτια του, καθώς δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλα του χωρίς να το καταλαβαίνει. Μόλις ολοκλήρωσε τον λόγο του, έχοντας ξεγυμνώσει πια μπροστά μου την αλήθεια της ψυχής του, με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Με κοιτούσε και τον κοιτούσα, κι η απόσταση εξανεμιζόταν σε αυτά τα αιώνια δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν, μέχρι τη στιγμή που ένιωσα τα χείλη του να ακουμπούν τρυφερά τα δικά μου.
Αυτό ήταν... Ένα φιλί! Ένα φιλί μιας στιγμής, που όμως είχε πολύ περισσότερα να πει και στους δυο μας από λόγια και συζητήσεις ωρών. Μετά από εκείνο το φιλί, μου έκλεισε απαλά στην παλάμη  ένα διπλωμένο χαρτάκι και, με μια μικρή ιπποτική υπόκλιση, αποχώρησε μόνος του.
Εγώ, έμεινα για ώρα στην ίδια ακριβώς θέση, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε συμβεί. Όσα είχαν διαδραματιστεί λίγη ώρα πριν, δεν έφτανα ούτε τα πιο τρελά μου όνειρα. Ένας άνδρας νέος, όμορφος, ευγενής, είχε ταπεινωθεί μπροστά μου κατ’ αυτόν τον τρόπο και μου είχε εκφράσει την απεριόριστη αγάπη του. Μια αγάπη που, όπως είπε, τον κρατάει χρόνια δέσμιο. Μια αγάπη που, ήθελε απλά να εκφράσει δίχως να περιμένει τίποτα παραπάνω από εμένα. Κι όλη αυτή η ευγένεια, η φροντίδα που μου είχε δείξει τόσες φορές, ήταν πέρα για πέρα ειλικρινείς και άδολες. Και για εκείνον ήταν ακόμα πιο δύσκολο να βλέπει την συμπεριφορά του Χαράλαμπου απέναντί μου, δίχως να μπορεί να αντιδράσει. Δίχως να μπορεί να με υπερασπιστεί και να με βοηθήσει.
Κι απόψε; Δεν το είχε σχεδιάσει. Η αγενής όμως συμπεριφορά του Χαράλαμπου, του είχε έρθει κουτί. Είχε αφήσει το πεδίο ελεύθερο για να με πλησιάσει. Και το έκανε! Είχε το θάρρος να το κάνει. Κι εγώ; Εγώ είμαι απλά ευτυχισμένη! Ξέρω ότι δεν θα έπρεπε. Θα έπρεπε να νιώθω προσβεβλημένη, να ενημερώσω ίσως τον Χαράλαμπο σχετικά και να κληθεί εκείνος να υπερασπιστεί την τιμή της γυναίκας του. Δεν θα το κάνω όμως...
Δεν ξέρω τι πρέπει ή τι θα κάνω τώρα. Ξέρω μόνο ότι ακόμα αισθάνομαι τα απαλά του χείλη στα δικά μου, βλέπω τα μάτια του τα λαμπερά μπροστά μου, και νιώθω απέραντη αγαλλίαση και ευτυχία. Και κρατώ στα χέρια μου σαν φυλαχτό το ραβασάκι που μου άφησε. Λέει μόνο έναν αριθμό τηλεφώνου , αλλά για μένα αυτή τη στιγμή είναι ότι πιο πολύτιμο έχω. Ο γραφικός του χαρακτήρας και η ανάμνηση του φιλιού του!
Σε φιλώ Ελένη μου. Δεν ξέρω τι και πώς θα γίνει από εδώ και μπρος, να είσαι όμως σίγουρη ότι θα τα μάθεις όλα!


Η Αγάπη έκλεισε το ασημί σημειωματάριο και το άφησε να πέσει στο πάτωμα του μπάνιου. Είχε μείνει αποσβολωμένη, να κοιτάζει το πλακάκι απέναντι της μη μπορώντας να αντιδράσει. Μέχρι τώρα όσα είχε διαβάσει, λίγο πολύ μπορούσε να τα αποδεχτεί, μπορούσε να τα περιμένει. Ήταν πράγματα που της θύμιζαν τον πατέρα της και την καθημερινότητα της στο σπίτι. Αυτό όμως το γράμμα, με τα όσα είχε διαβάσει σε αυτό, είχαν ανατρέψει τα πάντα στα μέχρι τότε δεδομένα. Κι αυτό που αδυνατούσε να πιστέψει, ήταν το γεγονός πως η μητέρα της άφηνε να εννοηθεί η πιθανότητα συνέχειας του συμβάντος. Δεν έδειχνε απλά κολακευμένη. Δεν σκέφτηκε να μην το πει στον Χαράλαμπο για να αποφύγει τους καβγάδες, το πιθανό μακελειό που θα επακολουθούσε. Όχι! Τίποτα από όλα αυτά δεν έδειχνε να την απασχολεί. Αντίθετα, εκείνη έδειχνε διατεθειμένη να δώσει συνέχεια σε εκείνο το τρυφερό τετ-α-τετ...
Βγήκε από την μπανιέρα. Τύλιξε τα μαλλιά της σφιχτά σε μία πετσέτα, φόρεσε και το μπουρνούζι της και, σηκώνοντας το ημερολόγιο από το πάτωμα, κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της. Αν την έβλεπε κανείς, μάλλον θα τρόμαζε. Το βλέμμα της απλανές, το χρώμα του δέρματος της χλωμό κι εκείνη σαν να μην βρίσκεται εκεί, προχωρούσε στο σπίτι μηχανικά. Μπήκε στο δωμάτιο της, ξάπλωσε όπως ήταν στο κρεβάτι, κι απέμεινε για ώρα να κοιτάζει το ταβάνι. Το μυαλό της, δούλευε θαρρείς με χιλιάδες στροφές το λεπτό. Από μπροστά της περνούσαν σε εικόνες όσα είχε διαβάσει. Η γιορτή, η μητέρα της φορώντας το κόκκινο φόρεμα, ο στρατιωτικός, η φωτογραφία, εκείνο το πρόσωπο του άγνωστου άνδρα που στοίχειωνε τα όνειρα της.
Σαν να την είχε χτυπήσει ρεύμα, πετάχτηκε στη στιγμή από το κρεβάτι. Άνοιξε τη ντουλάπα, πήρε ένα παντελόνι και μια μπλούζα που βρήκε μπροστά της και, πετώντας τις πετσέτες στο πάτωμα, άρχισε βιαστικά να ντύνεται. Πήγε ξανά στο μπάνιο. Έβαλε λίγο αφρό στα μαλλιά, τα στέγνωσε όπως όπως και, αρπάζοντας την τσάντα της, το κινητό και τα κλειδιά, έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Βγήκε στον δρόμο αλαφιασμένη. Περπατούσε γρήγορα, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Δεν κοιτούσε ούτε τους ανθρώπους γύρω της, ούτε την κίνηση στο δρόμο, ούτε τα μαγαζιά. Μια δυο φορές πετάχτηκε από την κόρνα κάποιου αυτοκινήτου που θα μπορούσε να την έχει χτυπήσει. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Απλά περπατούσε. Εικόνες, λόγια, συμπεριφορές, γεγονότα και υποθέσεις είχαν μπλεχτεί στο μυαλό της κι έψαχναν μια λύση. Όλα είχαν μετατραπεί σ’ ένα μεγάλο αίνιγμα, έναν δύσκολο γρίφο που έπρεπε εκείνη να λύσει.
Μετά από αρκετή ώρα, ούτε κι εκείνη ήξερε πόση, συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει με τα πόδια στην Νέα Ιωνία. Της το μαρτυρούσε το τοπίο που έβλεπε ξαφνικά γύρω της, βεβαιώθηκε όμως ρωτώντας έναν περαστικό. Εκείνος ίσως και να την πέρασε για τρελή, αλλά λίγο την ένοιαζε πια. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ξετυλίξει το κουβάρι του μυαλού της και να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που είχαν κατακλύσει ξαφνικά το κεφάλι της.
Άνοιξε την τσάντα της αποφασιστικά κι έβγαλε το τηλέφωνο της που, ευτυχώς, είχε θυμηθεί να το πάρει μαζί της. Πληκτρολόγησε γρήγορα έναν αριθμό που, τελικά, ήξερε απ’ έξω και περίμενε... Ένας χτύπος, κι άλλος ένας, και στη συνέχεια ακούστηκε η γνώριμη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
 Αγάπη; Τι κάνεις; Μέρες έχουμε να τα πούμε!
– Γιώργο, πρέπει να μιλήσουμε...
–Τι συμβαίνει, Αγάπη; Πού είσαι;
 Στη Νέα Ιωνία. Θα σε περιμένω στην καφετέρια έξω από το σταθμό. Έλα μόνος σου, σε παρακαλώ...
 Έφτασα! Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί...


Η Αγάπη προχώρησε στην καφετέρια και κάθισε σε ένα τραπεζάκι, στην πιο ήσυχη γωνία του μαγαζιού. Είχε λίγη ώρα μπροστά της να οργανώσει τη σκέψη της. Οι απαντήσεις που θα της έδινε σε λίγη ώρα ο Γιώργος, θα ήταν το κλειδί. Οι απαντήσεις του και το ημερολόγιο!
Πόσο χαζή; Μέσα στην ταραχή της το είχε αφήσει σπίτι. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι, δεν ήθελε ακόμα να το αποκαλύψει. Ήθελε, και έπρεπε να μάθει. Κάτι βαθιά μέσα της, της έλεγε ότι με όσα είχε διαβάσει μόλις είχε ανοίξει το κουτί της Πανδώρας. Και οι εξελίξεις που επρόκειτο να ακολουθήσουν έμελλε να είναι συγκλονιστικές...


Αλεξία Λαμπροπούλου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου