Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Δεκ 2017

0 Διαμάντω, η κλέφτισσα (Κεφάλαιο 4-part 2)

Η Κυριακή ξημέρωσε έως καυτή για το ορεινό κλίμα των Κοντοβουνιών. Ένας ήλιος απαστράπτων, θερμός, θρονιάστηκε από νωρίς στον ουρανό, δίχως κανένα νέφαλο να τον σκεπάζει, πυρώνοντας τα πάντα γύρω του. Μια ασθενής πνοή του ανέμου καταδεχόταν ωστόσο να φυσήξει σποραδικά μέσα απ’ τις βουνοκορφές, θροΐζοντας τις φυλλωσιές των δέντρων. 
«Ουφ» έκανε με δυσφορία η Διαμάντω. «Ωραία μέρα ήβρατε να με κουκουλώσετε! Θα ψηθώ… Το βράδυ αντί για σφαχτό θα φάμε τη νύφη!»
«Έλα κοκόνα μ’, άσε τσι γκρίνιες κι άμε να πλυθείς. Θα καρτερούν τα κορίτσα να σε φκιάσουν»
«Ναίσκε, να γένει πιο νόστιμο το θρεφτάρι!» αυτοσαρκάστηκε ξανά η κοπέλα πριν μπει στο λουτρό. Ήθελε να το κάνει ολομόναχη αυτό το στερνό παρθενικό της μπάνιο. Βυθίστηκε απολαυστικά στο χλιαρό νερό καλύπτοντας με σαπουνάδα όλο το σώμα και τα μαλλιά της και τα μάλαξε δυνατά, σαν να καθάριζε μαζί τους τον εαυτό της από κάθε ίχνος παιδικότητας. Μόλις ολοκλήρωσε τη μικρή τελετουργία της, τυλίχτηκε με μια πετσέτα και προχώρησε στην κάμαρή της, όπου οι παράνυμφοί της περίμεναν να τη δουν κατά το έθιμο γυμνή πριν τη μυρώσουν.
«Έλα Διαμαντώ, μπες μέσα! Μη ντρέπεσαι!» άκουσε τη φωνή της Θοδώρας να την παροτρύνει πίσω απ’ την πόρτα. Την άνοιξε σιγά-σιγά παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, στάθηκε μπροστά τους κι αφού την ξανάκλεισε έλυσε την πετσέτα από το στήθος της, η οποία σωριάστηκε στο πάτωμα αποκαλύπτοντας όλο το κάλλος του τρυφερού κορμιού της.
«Ορέ; Τι νεράιδα είναι αυτούνη;» αναβόησε έκθαμβη η Θοδώρα. «Τήρα κόσμε κορμί που δίνουμε του γαμπρού μας!»
«Διαμάντω είσαι υπέροχη!» πρόσθεσε κι η Ροδούλα γουρλώνοντας τα πρασινωπά ματάκια της.
«Να ’στε καλά κορίτσια μου» ψέλλισε ντροπαλά η εγκωμιαζόμενη καθώς περιεργάζονταν με θαυμασμό τη γυμνή ομορφιά της. Ήταν στα αλήθεια σαν αρχαία θεά έτσι όπως στεκόταν ευθυτενής, με τους τορνευτούς λεπτούς βραχίονες διπλωμένους πάνω στους σφριγηλούς μαστούς της, τους οποίους κάλυπταν οι χαλαρές βρεγμένες μπούκλες της, και μετατόπιζε το βάρος της αμήχανα με μια κρυφή φιλαρέσκεια πότε στον ένα γοφό και πότε στον άλλο. Άξιο ταίρι πράγματι, ψυχή τε και σώματι, του αγγελόμορφου νέου που της έλαχε… Ο οποίος την ίδια ώρα καλλωπιζόταν στο πατρικό του για να έρθει σε λίγες ώρες αετός περήφανος να τηνε πάρει στις φτερούγες του, περιστέρα αγνή και πάλλευκη, και να χτίσει μαζί της τη φωλιά του.
«Άιντε γαμπρέ, σένιο σε κάναμε! Φτου σου!» του είπε ο Γιώργης μόλις ολοκλήρωσε το έργο του, μπατσίζοντάς τον φιλικά στα λεία φρεσκοξυρισμένα του μάγουλα.
«Να ’σαι καλά αδερφέ μ’» χαμογέλασε ευχαριστημένος ο Αναγνώστης. Ύστερα έβαλε την καθαρή φουστανέλα που του είχε ράψει η Βασίλω ακριβώς για το γάμο του, έριξε πάνω απ’ το πουκάμισο το γελέκι και την πλουμισμένη φέρμελη με τα ασημοκέντητα κουμπιά, φόρεσε τα σαββατλίδικα τσαπράζια[1] του-το κουτσέκι[2] και το χαϊμαλί[3] με τον Άγιο Δημήτριο στη μια πλευρά-, άλειψε τη στιλπνή, σγουρή μαύρη κόμη του μεδουλάρι[4] για να γυαλίζει πιότερο κι έτσι πανώριος εμφανίστηκε στο συγγενολόι, την ώρα που οι άνδρες είχαν καταπιαστεί για τα καλά με την παρασκευή των εδεσμάτων.
«Χριστέ μου, τι ασίκης!» σταυροκοπήθηκε η νύφη του βλέποντάς τον. «Θα κολαστούν ούλες οι κόρες της Τριπύλας μετά σένα, Δημητρό μας!»
«Έννοια σου Λενιώ, κι εγώ δεν έχω μάτια παρά μόνο για την αρραβωνιαστικιά μου. Καμιά δεν της παραβγαίνει στα χαρίσματα»
«Καθάριο διαμάντι παίρνεις αδερφέ μ’, αλήθεια!» πρόσθεσε η Ελένη και έστρεψε την προσοχή στα παιδιά της για να κρύψει τη συγκίνησή της.
Έφτασε πια το απόγευμα. Η Διαμάντω, φορώντας το μακρύ νυφιάτικο φουστάνι, ανάλαφρο, μεταξωτό, λευκό προς μπεζ στο χρώμα, κεντημένο με χρυσή κλωστή στο μπούστο και στα μανίκια, “καμάρωνε” ακίνητη στο μέσο του δωματίου της. Της είχαν μυρώσει πρώτα το δέρμα και τα μαλλιά οι άλλες κοπέλες με λάδια και αρώματα, της τόνισαν έπειτα με καπνιά τα γαϊτανόφρυδα, της κίνιασαν τα νύχια της, απλώνοντας τελευταίο λίγο κοκκινάδι στα ήδη ροδαλά ζυγωματικά της και στα κοραλλένια χείλη της. Καυχιόνταν τώρα λοιπόν που έβλεπαν το αποτέλεσμα της δουλειάς τους ότι κάνανε την ομορφότερη νύφη που είδε ποτέ το χωριό τους κι ο Μοριάς ολόκληρος, μα ο νους της κοπέλας δεν ήταν ούτε στα παινέματα, ούτε στα λούσα, παρά μόνο σ’ αυτόν που για χάρη του τη στόλισαν.
«Έρχεται… Τώρα, αυτούνη τη στιμή… Πορπατεί στο δρόμο κι έρχεται, για μένανε… Αχ Θεέ μου! Έλα γλήγορα Αναγνώστη, μη με τυραννάς… Έλα απού σε καρτερώ, μη σπάσει η καρδιά μου/ και θρυψαλάκια γένουνε τα μέλη τα δικά μου!»
Κι όντως η γαμήλια πομπή την ίδια ώρα, με τον καπετάν-Νικήτα και τα βιολιά μπροστάρηδες, πίσω τα άλογα που θα κουβαλούσαν τα προικιά και παραπίσω τον αγαπημένο της συνοδεία του λοιπού συμπεθεριού, διάβαινε τη στράτα προς την Τριπύλα μέλποντας.
«Ας παν να ιδούν τα μάτια μου
πως τα περνάει η αγάπη μου
Μην ηύρε αλλού κι αγάπησε
κι εμένα μ’ απαράτησε
Ποιος το είπε βρε μελαχρινό
ποιός το είπε πως δε σ’ αγαπώ
Κι αν το είπε ο ήλιος να μη βγει
τ’ άστρι να μην ξημερωθεί»
«Διαμάντω μ’… Πρέπει να σ’ αποχαιρετήσουμε» είπε βραχνή η Θοδώρα βγάζοντάς την απ’ το ονειροπόλημα κι η διάθεσή της άλλαξε τελείως.
«Ήρθεν η ώρα…» ψιθύρισε με παράπονο. Η φίλη της πήγε προς το μέρος της. Την πλησίασε επίσης, δίχως κανένα λόγο, μόνο ανταλλάσσοντας έντονες ματιές. Κι ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια, έπεσαν η μία στην αγκαλιά της άλλης, ενώ βουβά δάκρυα κύλησαν στις παρειές τους. Η Θοδώρα μονολογούσε σαν να μοιρολογούσε, πνίγοντας τις μισές λέξεις στο λαιμό της κολλητής της.
«Διαμάντω μου… Γλυκιά μου, πόσο θα μου λείψεις! Δεν ήσουν μόνο φιλενάδα μ’, αδερφή μου ήσουνα… Πως θα ξεχωριστούμε τζόγια μου; Πως θα σ’ αφήσω, πε μου;»
«Σώπασε Θοδωρούλα μου» την παρηγόρησε θωπεύοντας την πλάτη της. «Θα χωριστούμε τώρα μάτια μου, μα θα σε κουβανώ πάντα στην καρδιά μου… Έτσι δεν είπαμε; Μη μου στεναχωριέσαι! Καμιά σας να μην κλαίγει, τ’ ακούετε;» αποτάθηκε πιο δυνατά σε όλα τα κορίτσια. «Θέλω να χαίρεστε! Να χαίρεστε ούλες σας! Γιατί ο Αναγνώστης μου είναι καλός, πολύ καλός… Μακάρι να δώκει ο Θιός να πάρετε κι εσείς έναν άντρα σαν κι εφτούνον!»
«Δεν ξέρεις πόσο ανυπομονώ να τονε δω» υπέλαβε η Θοδώρα μαζεύοντας ένα δάκρυ απ’ τις βλεφαρίδες της κι επιτέλους φάνηκε ένα μειδίαμα στην όψη της.
«Όχι, δε θα σ’ αφήκω να τον δεις! Θα ζουλέψεις και θα μου τονε κλέψεις, τόσο όμορφος απού ’ναι!»
«Πάψε μαρή, θα σ’ τονε κλέψουν οι άλλες σίγουρα μ’ αυτά που λες, αν όχι εγώ!» την επέπληξε τάχα η φίλη της γελώντας πλέον και γέλασε μαζί της η μικρή νυφούλα. Μα ξάφνου τα γέλια κόπηκαν μαχαίρι, καθώς μπροστά τους, ταπεινή, αθόρυβη, στεκότανε η Δέσπω.
«Είσαι καλά κορούλα μου;» ρώτησε τη Διαμάντω χαμηλόφωνα, σαν να κατέβαλε άπειρο κόπο να προφέρει τέσσερις λέξεις. Ξεροκατάπιε η κοπελίτσα.
«Μανούλα…» άρθρωσε, νιώθοντας ένοχη σχεδόν για την πρότερη ευθυμία της. Εκείνη προχώρησε αργά προς το μέρος της και την περιεργάστηκε αμίλητη. Η κοριτσίστικη συντροφιά, απολιθωμένη θαρρείς, παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα την τόσο φορτισμένη αυτή σκηνή μεταξύ των δύο γυναικών.
«Εψές προψές σε βύζαινα μες στα χρυσά πανιά σου/ και σήμερα σε ντύνουνε, κόρη μ’, τα νυφικά σου…» πήρε να ψελλίζει η Δέσπω ένα αυτοσχέδιο τραγούδι θωρώντας κατάματα το σπλάχνο της.
«Δεκάξι χρόνους πότιζα μηλίτζα στην αυλή μου/ την είχα, την κανάκευα, ήταν φουμιά[5] δική μου…»
«Μάνα θα κλάψω. Σε παρακαλώ, σταμάτα» είπε η Διαμάντω. Με κόπο συγκρατούσε πια τις βρύσες των ματιών της.
«…Δεκάξι χρόνους έκρυβα στο σπίτι μου διαμάντι/ήλιος ποτέ να μη το δει, κανένας μην το πάρει/ Κι ένας αητός το ζήλεψε το διαμαντικό μου/κι απόψε τ’ αποχαιρετώ και το κατευοδώνω»
Έσπαγε σε λυγμούς η φωνή της, δεν μπορούσε να συνεχίσει. Ακούμπησε το κεφάλι της στον κόρφο της θυγατέρας της κι αυτή, ψηλή πανύψηλη όπως ήταν, έσφιξε τη μικροκαμωμένη γυναίκα που τη γέννησε επάνω της, νοτίζοντας με δάκρυα τη μπόλια που είχε δεμένη στο κεφάλι της, ενώ τα μάτια της στάλαζαν στον καμαρωτό λαιμό της.
«Μάνα μου γλυκιά, βασίλισσά μου… Μην κλαις! Δες πόσο χαίρουμαι εγώ! Να, δες με!»
«Κοριτσάκι μου, καρδούλα μου… Λιογέννητή μου...»
«Σώπα μητέρα, σώπα… Εγώ πρέπει να κλαίγω, που αφήνω τη φωλίτσα μου κι αλάργα σου μισεύγω… Μα παίρνω παλικάρι, που ’ναι σγουρός βασιλικός όλο δροσιά και χάρη… Θα ’μαι καλά στο πλάι του, θα δεις!»
«Δίκαιο έχεις κόρη μου» συμφώνησε τελικά η Δέσπω βγάζοντας το μαντήλι για να σκουπίσει τα μάγουλά της. «Δίκιο έχεις» αναστέναξε κατόπιν. «Γιατί να κλαίγω άραγε; Αφού θα κάμω τον καλύτερο γαμπρό!»
«Έτσι μπράβο, μανούλα, χαμογέλα! Κι άλλο, φαρδιά πλατιά… Όλοι να χαμογελάτε!» αντέδρασε θριαμβευτικά η Διαμάντω καθώς είδε την έκφρασή της να αλλάζει. «Δεν έχουμε ξόδι, Θεός φυλάξοι… Χαρά έχουμε κι ας φεύγω από σιμά σας!»
Λαλιές πολλές και μουσικές ήχησαν σε λίγο. «Ήρθε ο γαμπρός μας με το συμπεθεριό! Έλα Διαμάντω μ’ να σου βάνουμε το πέπλο, να έβγεις να τον ανταμώσεις!» έκανε η Δέσπω. Στο κάλεσμά της ανταποκρίθηκαν αμέσως τα κορίτσια. Πήραν στα χέρια τους το μακρύ λεπτό τούλι και σκέπασαν μ’ αυτό ευλαβικά τη μελλόνυμφη, το κεφάλι και το πρόσωπο μέχρι το στήθος της. Μέσα απ’ την κρυψώνα του προσώπου της ατένισε τη μάνα της περιμένοντας να πει κάτι, οτιδήποτε.
«Άιντε πουλί μου, σύρε» την παρότρυνε σιγαλά εκείνη. «Δεν ανήκεις πλιο σε μένα, στον άντρα σου ανήκεις. Πάγαινε, σε καρτερεί απ’ όξω»
Τίποτα άλλο δεν έχρηζε να ακούσει η Διαμάντω. Τα βήματά της σταθερά, αποφασισμένα, την οδήγησαν αυτόματα εκεί που όφειλε να πάει. Κείνη την ώρα έμπαινε στο σπίτι τους ο Αναγνώστης φεγγοβολώντας ολόκληρος κι η καρδιά της πετάρισε μόλις τον είδε, σαν το πουλάκι που προσπαθεί να πετάξει. Οι άλλες κοπέλες έβγαλαν σύσσωμες επιφωνήματα θαυμασμού στη θέα του, μια δυο αναστέναξαν κιόλας κρυφά. Αχ, και ποια δε θα ’θελε να την έχει τέτοιος άντρας; Όμως η κόρη ήξερε ότι αυτός ο άγγελος μόνο δικός της ήταν, κι ούτε που ένιωθε τη ζήλεια τους. Προχωρώντας λίγο ακόμα στάθηκε μπροστά του. Το παλικάρι την πλησίασε καρδιοχτυπώντας. Του χαμογέλασε γλυκά σηκώνοντας τις άκρες του βέλου της το οποίο έριξε μεμιάς πίσω στα μαλλιά της. Κι έγινε τότε το κονάκι τους ναός που ολούθε λαμπυρίζει, τόσο φαιδρή ήταν η μορφή της.
«Είσαι πεντάμορφη, κυρά μου» ψέλλισε θαμπωμένος δίνοντάς της τη λιτή ανθοδέσμη. Τη φίλησε στο μέτωπο κι έπειτα σταμάτησε ο χρόνος μόλις τα μάτια του βυθίστηκαν στα μάτια της. Να χαλιόταν το σύμπαν ετούτη τη στιγμή, καθόλου δεν τους ένοιαζε. Ας σβήνανε όλα γύρω τους, ας χάνονταν οι πάντες, μονάχα αυτοί να έμεναν, παραδομένοι αιώνια στο τρυφερό τους κοίταγμα…
«Διαμάντω, φίλα τη χέρα του πεθερού σου, δυχατέρα» τη συνέφερε η φωνή του Θοδωρή κοντά της. Αφήνοντας το βλέμμα του Αναγνώστη, έσκυψε μπρος στον πατέρα του και ασπάστηκε σεβαστικά την ανάστροφη της δεξιάς παλάμης του.
«Να ζήσετε κόρη μου. Την ευκή του Θεού και την εδική μου να ’χετε» είπε μετά ο καπετάν-Νικήτας κοιτώντας στοργικά τους μελλόνυμφους.
Λίγα λεπτά αργότερα, η Διαμάντω μπροστά πλαισιωμένη απ’ όλες τις γυναίκες κι ο Αναγνώστης παραπίσω μαζί με το συμπεθεριό ξεκινούσαν για την εκκλησιά, ενώ οι υπόλοιποι συγγενείς της κοπέλας την αποχαιρετούσαν με τραγούδια. Κουμπάρος τους θα γινόταν ο μπάρμπα-Λιας ο προξενητής, που ήταν ο κύριος υπεύθυνος αυτού του εξαιρετικού ταιριάσματος ύστερα από τους γονείς των δύο νέων. Γελούσε τώρα το παχύ μουστάκι του ακούγοντας γύρω του τα παινέματα των υπολοίπων προς το ζευγάρι κι όσο θωρούσε τον λεβέντη γαμπρό να μην ξεκολλά τα μάτια του απ’ την όμορφη νύφη σταυροκοπιόταν κρυφά με ειλικρινή συγκίνηση και περισσό καμάρι. Τι πιο μεγάλη ανταμοιβή για τον κόπο του να δει τους νέους ανθρώπους που έσμιγαν με τη διαμεσολάβησή του ευτυχισμένους;
Ο παπάς περίμενε στη θύρα του μικρού ναού. Μόλις έφτασαν, τους πήρε απ’ το χέρι και τους οδήγησε μπρος στο Άγιο Βήμα, εκεί όπου βρισκόταν το τραπέζι με το δίσκο των στεφάνων, πλεγμένα όμορφα με άνθη και λεμονανθούς. Πάνω του απίθωσε ο μπάρμπα-Λιας το φόρεμα που δώριζε στη νύφη, φέρνοντας μαζί πέντε κεριά κι ένα αστραφτερό μονόπετρο δαχτυλίδι, διαμαντένιο όπως πράγματι της έπρεπε. Αφού έβαλαν κι οι άλλοι καλεσμένοι τις δωρεές τους σε ρούχα πάνω από το φουστάνι του κουμπάρου, έδωσαν να κρατούν τις λαμπάδες ο μικρός Νικήτας με μία ξαδελφούλα της Διαμάντως, κι άρχισε το μυστήριο.
Η Διαμάντω πετούσε στα σύννεφα. Μπορεί το κορμί της να ίδρωνε εξαιτίας της ζέστης, όμως μέσα της φυσούσε ένα αεράκι αλλιώτικο που τη δρόσιζε ως τα τρίσβαθα της ψυχής της. Αυτός ο νιος ο πάγκαλος, που τη συγκλόνισε με την πρώτη ματιά, που της προκάλεσε τις πιο γλυκές ξαγρύπνιες κι αγωνίες, γινόταν άντρας της, δικός της, κατάδικός της…
«Τέτοιος λεβέντης! Φτου του να μην τον αμποδέσουνε!» μουρμούριζαν οι γυναίκες στη θέα του Αναγνώστη κι έφτυναν τον κόρφο τους. «Τυχερή η Μπουχανοπούλα, το κελεπούρι πήρε!»
«Θε μου, μπας κι ονειρεύομαι;» αναρωτιόταν συχνά με λαχτάρα εκείνη για την ανείπωτη ευτυχία που βίωνε πλάι στον καλό της. Μα όχι, δεν ονειρευόταν. Τη βεβαίωνε η επαφή των δεξιών χεριών τους, το χαμόγελό του, το οποίο της χάριζε διαρκώς απλόχερα όσην ώρα εκφωνούσε ο ιερέας τις ευχές. Κι έφτανε τώρα η στιγμή της στέψης…
«Στέφεται ο δούλος του Θεού Δημήτριος την δούλην του Θεού Αδαμαντίαν […] η δούλη του Θεού Αδαμαντία τον δούλον του Θεού Δημήτριον, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν»
Δεν ήξερε αν τότε οι γύρω τους χαμογελούσαν ή δάκρυζαν, όμως εκείνη σίγουρα τα έκανε αμφότερα. Ο Αναγνώστης της έσφιγγε πιο πολύ το χέρι με λαχτάρα όσο ο κουμπάρος άλλαζε τα στέφανα και το πρόσωπό του έμοιαζε ήλιος λαμπρός που σε τύφλωνε. Μόνο τα ερωτευμένα μάτια της Διαμάντως άντεχαν να αντικρίζουν σταθερά το φως του, να το ρουφούν ολόκληρο και να λάμπουν σαν φεγγάρι αυγουστιάτικο με δαύτο.
«Είσαι δική μου, γυναίκα μου» της ψιθύρισε με πάθος. «Σάρκα από τη σάρκα μου, οστό απ’ τα οστά μου, αίμα από το αίμα μου… Ζωή μου όλη, ταίρι μου ακριβό, διαμάντι μου!»
Του απάντησε μόνο μ’ ένα νεύμα, γιατί ο λαιμός της είχε φραγεί απ’ τη συγκίνηση, μα ήταν αρκετό. Δε χρειάζονταν καν λόγια μεταξύ τους, η σιωπή ήταν λαλίστατη. Ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω…
Τώρα διάβαζαν τον Απόστολο. Και όχι, στο «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» ούτε που σήκωσε το χαμηλό κόκκινο γοβάκι της, προς απογοήτευση των άλλων γυναικών. Κάποιος συγγενής γραμματισμένος της είχε πει κάποτε πως δε σήμαινε το παράγγελμα αυτό του Παύλου να υπάρχει φόβος, αλλά σεβασμός ανάμεσα στο ανδρόγυνο. Εξάλλου μόνο σεβασμό και αγάπη μπορούσε να τρέφει κανείς για το ευγενικό παλικάρι της, πόσο μάλλον η ίδια, που δέθηκε πλέον μαζί του σε ιερό ακατάλυτο δεσμό, τον οποίο σφράγισαν έπειτα πίνοντας τρεις φορές κρασί στο κοινό ποτήριο. Ήπιε κι ο κουμπάρος τους δίνοντας στους ανύπαντρους παρισταμένους να μοιραστούν το υπόλοιπο, καθώς πίστευαν οι Τριφύλιοι ότι θα τους βοηθούσε αυτό να παντρευτούν.
«Να ζήσουτε! Να ριζώσουτε!» έκραζαν όλοι ραίνοντάς τους ρύζι, λουλούδια και κουφέτα στο χορό του Ησαΐα και σκοτώνονταν οι ελεύθερες ποια θα πρωτοπάρει το ποθητό λιλιπούτειο γλύκισμα μέσα από το πέπλο της νύφης, για να το βάλει στο προσκεφάλι της και να ονειρευτεί τον μέλλοντα σύζυγό της.
«Σιγά καλέ με τα κουφέτα, θα μου κατσιάσουτε το παιδί!» φώναξε η Δέσπω, εις μάτην βέβαια.
«Συμπέθερε να μας ζήσουν!» είπε του Θοδωρή ο καπετάν-Νικήτας. «Θα τον θυμόμαστε καιρό αυτόν εδώ το γάμο, είμαι βέβαιος»
«Καλά τα λες συμπέθερε… Τέτοιο ταίριασμα χρόνια είχε να γένει στο χωριό μας! Χαλάλι του αετού σου η περιστέρα μας, και θαρρώ πως δεν της κακόπεσε καθόλου που θα μας φύγει» μειδίασε με νόημα εκείνος βλέποντας προς τα παιδιά τους.
Ευχές και δώρα αμέτρητα, χαλκωματένια σκεύη κυρίως που θα τα πήγαιναν όλα κατόπιν στο πατρικό του γαμπρού μέσα σε κοφίνια, καρτερούσαν τους νεόνυμφους μετά την τέλεση του γάμου τους, αφού φίλησαν και τα στέφανα. Όσες γυναίκες τύχαινε να ήταν χήρες, έβαλαν άσπρη μπόλια στο κεφάλι τους για να χαιρετήσουν τη νύφη. Πρώτη απ’ όλες τους αγκάλιασε η Δέσπω με πολλή θέρμη κι ένιωσαν τα μάγουλά της υγρά όταν τους ασπάστηκε.
«Μην κλαις μητέρα. Αρχόντισσα θα την έχω τη Διαμάντω σου!» υποσχέθηκε ο Αναγνώστης πιάνοντας το χέρι της.
«Το ξέρω γιόκα μου, το ξέρω. Συμπάθα με… Να ζήσετε, να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά παιδιά μου. Να κάμετε πολλά και καλά παιδιά κι αγγόνια, να τα χαίρεστε και τίποτις ποτέ μη σας πικράνει!»
«Πάτερ μου, πρέπει να σου δώκω γερό μπαξίσι για τούτο το στεφάνωμα» αποτάθηκε στον ιερέα ο καπετάνιος κι έριξε πάνω στο δίσκο κάμποσα άσπρα[6] απ’ το πουγκί που βαστούσε στο σελάχι του. Πήγε να φέρει αντίρρηση ο απλοϊκός κληρικός, όμως τον έκοψε υψώνοντας την παλάμη του.
«Τόσα κι άλλα ακόμα πρέπουνε. Και δε δέχουμαι κουβέντα. Παρ’ τα να ζήσει η φαμελιά σου»
«Πάρε κι από μένα παπά μου» μέτρησε κι ο Θοδωρής κάποια νομίσματα στη χούφτα του. «Ντροπή να δώκεις μόνο συ, συμπέθερε» πρόλαβε τυχόν αντίλογο του Νικήτα σφίγγοντας φιλικά το μπράτσο του.
«Να ’στε καλά τέκνα μου. Ο Θεός μαζί σας και με το μέρος των παιδιών σας!» τους ευχαρίστησε ο ιερέας περιεργαζόμενος τα χρήματα λες και του δώριζαν ατόφιο χρυσάφι.
«Και με σένα παπά μου. Άιντες γυναίκα, πάμε στο κονάκι μας να ειπούμε ολωνών τι χαρά γένηκε!»
Με το που γύρισαν στο Μπουχαναίικο, η Δέσπω φίλησε ξανά τον Αναγνώστη και καρφίτσωσε μια μεσσήνα στο πέτο του μπάρμπα-Λια, πριν βγάλει πλούσια τα τράτα της για τους καλεσμένους: δίπλες απ’ αυτές που φτιάξανε προχθές, κουραμπιέδες βουτυράτους με αμύγδαλο, ποτά. Κι αφού τους τράταρε, ήρθε η ώρα να φορτώσουν τα προικιά στα άλογα. Δυο τρεις προσκεκλημένοι του Γκοτσέικου ανέβηκαν στο μπαλκόνι του σπιτιού κι άρχισαν να τα πετούν ένα-ένα σ’ όσους είχαν αναλάβει το φόρτωμα. Μέσο επίδειξης για τη μάνα βλέπεις, που τη συνέφερε πολύ να φανεί η θυγατέρα της πολύφερνη, νοικοκυρά κι όχι ξεβράκωτη κι ακαμάτρα.
«Προσέχτε τούτο το βλαντί το χρυσοκεντημένο! Μια βδομάδα ξημεροβραδιάστηκε στον αργαλειό για να το φκιάσει η Διαμάντω μ’, αλίμονό σας α ’γγίξει η άκρη του το χώμα… Και εφτούνο το κιλίμι, και τα ταβλομάντηλα με τη νταντελίτσα τους-γιαβάς γιαβάς πετάχτε τα... Τηράτε καλέ, τηράτε τι έμορφα που τα κέντησε! Τον ουρανό με τα άστρα έβανε πάνω τους! Αχ δυχατέρα μου καλή, χώμα να πιάσεις χρυσάφι γένεται, ως κι ο μποξάς[7] σ’ βασιλοπούλας μοιάζει!»
Τέτοια και άλλα παρόμοια έλεγε περήφανη η Δέσπω την ώρα που τα τμήματα της υλικής προίκας της κόρης της συνέχιζαν να κρημνίζονται θεαματικά για να τα δούνε όλοι κι όσοι τα έπιαναν διαλαλούσανε το είδος τους, ενώ οι φίλες της συμπλήρωναν το νταβαντούρι με τραγούδια. Το απολάμβανε πολύ η Διαμάντω τούτο το θέαμα.
«Για σένα τα ’φτιαξα όλα τους» είπε του Αναγνώστη. «Σ’ ανήκουνε»
«Μην το ξαναπείς αυτό. Εσύ τα έφτιαξες, δικά σου είναι» αντέσκοψε εκείνος και σκέπασε με τα χέρια του τους ώμους της. «Γω μονάχα εσένα θέλω, τίποτ’ άλλο»
«Γαμπρέ, φορτώσαμε!» ανήγγειλε κάποιος ύστερα σκουπίζοντας τον ιδρώτα του. «Τίγκα τα άτια! Θα πρέπει να ’ναι πολύ δυνατά για να τα φέρουν ούλα αυτά στον Αητό! Μπράβο σου νύφη, άξια!»
«Μη σε μέλει ορέ καρντάση, κι έχομε πάρει τα καλύτερα! Άιντε να κινάμε μη μας επάρει η νύχτα!»
«Καρτέρα γιε μου να τους βάνουμε τσι μεσσήνες» τον συγκράτησε η πεθερά του και παίρνοντας κάμποσες ανά χείρας βγήκε μπροστά απ’ το σπίτι τους, όπου μαύροι και γρίβες[8] στη σειρά, ζαλωμένοι τα βαριά ξύλινα μπαούλα στις ράχες τους, χτυπούσαν τις οπλές στο χώμα ανυπομονώντας να ξεκινήσουν επιτέλους για το χωριό του γαμπρού, να ανακουφιστούν μια ώρα αρχύτερα. Τα καημένα τα ζωντανά, τι τραβάνε για τη φιλοδοξία των ανθρώπων…
«Να και το δικό σου άλογο καλή μου» την έβγαλε από τις σκέψεις ο Αναγνώστης φέρνοντας κοντά της μια λευκή φοράδα που είχε πλεγμένη τη χαίτη της λουλούδια. Τη διάλεξε ο ίδιος την προηγούμενη μέρα μόνος του, να είναι ήμερη, αζευγάρωτη και στο σαμάρι της παρήγγειλε να απλώσουν το πιο αφράτο μαξιλάρι, την πιο μαλακιά κουβέρτα, για να καθίσει άνετα η ποθητή του, όμοια με τις σουλτάνες του Τοπ Καπί.
«Σ’ αρέσει; Για σε τη διάλεξα, μονάχος μου… Φοραδίτσα δίχρονη, ποτέ της δεν εγέννησε ως τώρα»
«Είναι τόσο… τόσο όμορφη! Μπορώ να τη χαϊδέψω;»
«Φυσικά και μπορείς. Να σε γνωρίσει κιόλας»
Έτεινε διστακτικά το χέρι της και άγγιξε το μακρύ λαιμό του όμορφου ζώου. Εκείνο χλιμίντρισε ελαφρά.
«Της άρεσε το χάδι σου» χαμογέλασε ο Αναγνώστης.
«Έτσι λες;»
«Ε δεν τηράς που γουργουρίζει; Το χαίρεται…»
«Κορίτσι μου εσύ… Τι είναι βρε; Τι είναι;» συνέχισε να την κανακεύει με περισσότερο θάρρος η κοπέλα ύστερα απ’ τα λόγια του, ανακατώνοντας την πλούσια χαίτη της. «Μη φοβάσαι, δε θα σε κουράσω. Αλίμονο στ’ αδέρφια σου που τους λάχανε τα φορτσέρια!»
«Παιδιά, να ξεκινούμε. Έχουμε δρόμο εμπροστά μας» ακούστηκε επιτακτική μια φωνή. Η Διαμάντω απότομα σοβάρεψε. Άφησε τη φοράδα ήσυχη και στράφηκε πίσω της, όπου είχαν βγει οι γονείς της να την ξεπροβοδίσουν. Αυτό ήταν πια. Έφτασε η ώρα να τους εγκαταλείψει όντως.
«Πατέρα…» απευθύνθηκε πρώτα στο Θοδωρή. Με τους πέντε πόντους που της προσέθετε το τακούνι στα γοβάκια της, τον ξεπερνούσε κιόλας μια σταλιά στο μπόι. Εκείνος την αγκάλιασε σιωπηλός.
«Να πας στο καλό κορούλα μου. Σ’ αφήνω σε καλά χέρια. Έλα τώρα να σου δώκω το ψαλίδι, να κόβεις τις κακές τις γλώσσες»
Παιδεύτηκε ώσπου να το στερεώσει στη μέση της με το κορδόνι, τα μάτια του θόλωναν συνέχεια. Έκλεισε η Διαμάντω το κεφάλι του στις χούφτες της κι ακούμπησε το μέτωπό της σιωπηλή στο δικό του, κι ο πατέρας της τη μιμήθηκε αφήνοντας λεύτερα τα δάκρυά του.
«Να πας παιδί μου στο καλό, να ’ναι καλό δικό σου/ κι εμείς τον περιμέναμε τον αποχωρισμό σου» πρόσθεσε σιγαλά η Δέσπω στον αποχαιρετισμό του άντρα της. Τους έβαλε τώρα και τους δυο γονείς της στην αγκαλιά της με έναν υπόκωφο λυγμό, κι εκείνοι την έσφιξαν πάνω τους γερά καταφιλώντας την.
«Μάνα, πατέρα, φτάνει. Σώνουνε πλιο τα κλαήματα» επενέβη ο Κώστας. «Στον άντρα της την πάμε, όχι για κρεμάλα… Έλα αδερφούλα μου, έλα να σε ξεβγάνω» πρόσθεσε πιάνοντας τρυφερά το χέρι της.
Πενήντα βήματα μονάχα, όσο έπρεπε να τη συνοδέψουν οι δικοί της. Μετά η πρωτινή κοριτσίστικη ζωή της θα άνηκε οριστικά στο παρελθόν…
«Τέλεψε πια Διαμάντω μου. Από δω και πέρα χωριζόμαστε» της ανήγγειλε ο Κώστας ύστερα, μόλις περπάτησαν ετούτη την απόσταση. Αργά, σταθερά, δίχως να χύσει δάκρυ, τη φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα και την παρέδωσε στο γαμπρό του.
«Να ζήσετε αδερφέ μου. Πρόσεχέ την και να τη φυλάς σαν τα μάτια σου. Σ’ εμπιστεύομαι»
«Έννοια σου Κωστή, η αδερφή σου δε θα πάθει κακό όσο ζούμε εσύ κι εγώ. Κορόνα στο κεφάλι μου θα την έχω, κυρά κι αφέντρα μες στο σπιτικό μας… Κι αν την πικράνει ποτέ κανείς, θα λογαριαστεί μαζί μας, το ορκίζομαι!» Κι οι δυο κουνιάδοι έδωσαν τα χέρια πιστώνοντας τον όρκο τους.
Ο Αναγνώστης τη βοήθησε να καβαλήσει τη φοράδα της, σηκώνοντας τρυφερά το σώμα της από τις μασχάλες στα χέρια του. Του χαμογέλασε αχνά η κοπέλα και βολεύτηκε πλάγια στη ράχη του αλόγου, πάνω στα μαλακά στρωσίδια. Η πομπή ξεκίνησε να προχωράει αργά κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, θέλοντας να αποτυπώσει στη μνήμη της κάθε χιλιοστό του γενέθλιου τόπου της. Σιγά-σιγά ξεμάκρυνε το σόι τους, έγιναν μακρόστενες κουκίδες στον ορίζοντα. Διέσχισαν όλη τη δημοσιά, μέχρι που άφησαν πίσω τους και τα τελευταία σπίτια του χωριού. Μόνο οι βουνοκορφές απλώνονταν τώρα στο οπτικό της πεδίο.
«Έχετε γεια» μονολόγησε πλανώντας το βλέμμα της τριγύρω. «Έχετε γεια, ψηλά βουνά και όρη χαμηλά μου/με παίρνει σήμερο από σας ο κύρης της καρδιάς μου…»

Φτάσανε πλέον στον Αετό με το λιόγερμα. Σε όλη τη διαδρομή, προπορευόταν ένας καβαλάρης με το άσπρο φλάμπουρο δεμένο σε μακρύ καλάμι ανά χείρας και συνεχώς βίτσιζε το άτι του να τρέξει μπροστά για να ρίξει μπαταριές, ύστερα πάλι έσμιγε με την υπόλοιπη πομπή. Κάθιδρος ήταν από τούτο το πηγαινέλα, όμως έδειχνε να το απολαμβάνει ιδιαίτερα, και κάθε σμπάρος του ηχούσε πιο δυνατός.
«Κυρά Γκότσαινα, συχαρίκια!» έκραξε κάποιος του μπουλουκιού μόλις σταμάτησαν μπροστά στο Γκοτσέικο. Στην εξώθυρα πρόβαλε μετά από δυο λεπτά η Βασίλω, στιβαρή, αγέρωχη όπως πάντα, κρατώντας τα χέρια διπλωμένα στο πάνω μέρος της κοιλιάς κάτω απ’ το στήθος της. Μηχανικά έδωσε στο νιο που της έφερε τα συχαρίκια μερικά νομίσματα, ενώ οι γύρω της την προσκαλούσαν τραγουδιστά να υποδεχτεί τους νεόνυμφους.
«Έβγα κυρά και πεθερά
να καρτερέσεις τα παιδιά
Φέρε μέλι, φέρε γάλα
να μελώσουμε τη νύφη
να τη βάλουμε στο σπίτι»
«Μόρα και κασίδα να σας φάει, που θέτε και να τη μελώσω!» μούγκρισε μέσα της βλέποντας την κόρη, σφύζουσα από νιάτα κι ομορφιά, να κάθεται πανώρια και χαμογελαστή στη σέλα του άσπρου νυφικού αλόγου. Αυτή η αύρα της την ενοχλούσε αφόρητα. Σαν αερικό την ένιωθε, σαν πνεύμα απόκοσμο, από το οποίο έπρεπε καλά να προφυλαχτεί και να προφυλάξει μαζί το γιο της για να μην πάθουνε ζημιά. Όντως κάτι τέτοιο τη χαρακτήριζες τώρα τη Διαμάντω, μα όχι φυσικά ύπουλο ξωτικό όπως την έβλεπε η πεθερά της, αλλά ως μια καλή πεντάμορφη νεράιδα, που έδωσε εθελούσια το πέπλο της στο γενναίο παλικάρι και τον ακολούθησε πρόθυμη στον κόσμο των ανθρώπων.
«Νύφη, πέτα το ρόδι!» την παρακίνησαν οι συγγενείς του Αναγνώστη δίνοντάς της ένα. «Ψηλά, πολύ ψηλά, όσο μπορείς! Να φέρει χαρά κι ευτυχιά στο σπιτικό σου!»
Πήρε φόρα τείνοντας προς τα πίσω το μπράτσο της κι ετοιμάστηκε για τη ρίψη. «Έλα γυναίκα, δωσ’ του να πάει στα ουράνια» την ενθάρρυνε εκείνος όταν για μια στιγμή τον κοίταξε. Το ρόδι εκσφενδονίστηκε και διαγράφοντας μια θεαματική τροχιά στον αέρα έσκασε με πάταγο στα ψηλότερα κεραμίδια της σκεπής.
«Μπράβο κόρη, μπράβο! Χίλια καλά να έχετε, όσα και τα σπυριά του!» την επευφήμησαν όλοι χειροκροτώντας παρατεταμένα. Γύρισε στον άντρα της και του χάρισε ένα πλατύ νικητήριο χαμόγελο.
«Τα κατάφερα Αναγνώστη μ’, είδες; Είμαι πολύ δυνατή εγώ!»
«Είσαι μάτια μου, είσαι. Και δυνατή και έξυπνη και όμορφη, απ’ όλα» της απάντησε με λατρεία σφίγγοντας το χέρι της. Ξεχείλιζε η καρδιά και η ψυχή του αισθήματα τρανά για κείνην, όχι μόνο ερωτικά.
Η Ελένη ύστερα ανέβασε στο άλογο τον κανακάρη της. «Έλα Νικήτα μ’, έλα αγόρι μου ν’ αγκαλιάσεις τη θειά σου τη Διαμάντω, να κάμει καλά παιδάκια σαν κι εσένα» τον καλόπιασε γλυκά μια που τον έβλεπε να ντρέπεται. Ο μικρός την ατένιζε με το κεφάλι μισοχαμηλωμένο.
«Μπορώ να σε λέγω σκέτα Διαμάντω; Δεν είσαι τόσο μεγάλη όσο η μάνα…» ρώτησε τελικά δειλά.
«Φυσικά και μπορείς Νικήτα μου! Πες πως είμαι η μεγάλη σ’ αδερφή, εντάξει; Δεν είναι ανάγκη να με φωνάζεις σώνει και καλά θεία, ναι καλό μου;»
«Ντάξει» κατένευσε το αγοράκι κι άνοιξε τα χεράκια του να αγκαλιάσει τη μέση της. Τον κράτησε τρυφερά φιλώντας του κλεφτά τα σγουρά μαλλάκια και το μητρικό ένστικτο σκίρτησε ξάφνου μέσα της. Τέτοιο γιο να έκανε με τον Αναγνώστη…
Ο καπετάνιος ήρθε τώρα να τη βοηθήσει να ξεκαβαλικέψει. Σαν εύθραυστο γυαλί την έπιασε στοργικά και την απίθωσε στο έδαφος θωρώντας την με καμάρι. Στο πρόσωπό της είδε εξαρχής τη θυγατέρα που του έλειπε κι ήτανε πράγματι για αυτόν η καλύτερη που μπορούσε να βρει.
«Βασίλω, έβγα να μπάσεις τους νιόπαντρους στο σπίτι μας!» πρόσταξε τη γυναίκα του. Εκείνη έφερε ένα μεγάλο βυσσινί υφαντό μαντίλι και το άπλωσε στα κεφάλια του Αναγνώστη και της Διαμάντως περνώντας τους μαζί μέσα. Αχ πόσο θα ’θελε να κουκουλώσει με δαύτο την ξωθιά που της πασάρανε για νύφη της, να τη φυλακίσει…
Δεν ήταν χαζή όμως η κοπέλα, διάβαζε εύκολα το νου των άλλων. Και έτσι το βλέμμα της σκοτείνιασε με τον τρόπο που συνέλαβε τη Βασίλω να την κοιτάει, ψυχρά, απαξιωτικά, ωσάν να τη φοβόταν κιόλας.
«Μα τι της φταίω; Κι ακόμη δεν παντρεύτηκα… Παναγιά μου, μακάρι να βγω ψεύτρα, μα αυτή εδώ θα βαλθεί να μου κάμει τη ζωή δύσκολη, το νιώθω! Άραγες έτσι φέρεται και στη συννυφάδα μου την Ελένη;»
Το ίδιο παγερός κι απρόθυμος ήταν ο κατοπινός ασπασμός της πεθεράς της, και τα δικά της χείλη μόλις που εφάρμοσαν στο δέρμα του χεριού της όταν έσκυψε να της το φιλήσει, για να τηρήσει τα προσχήματα έστω. Χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις φίλα το, που λένε. Δεν ορεγόταν καθόλου να ανοίξει πόλεμο με τη “μητέρα” της, νιόπαντρη ήταν κι είχε δικαίωμα να χαρεί.
Στο μεταξύ, έξω ευτρέπιζαν την αυλή για το χορό. Άναψαν δαυλούς διότι νύχτωνε πια και τοποθέτησαν μερικούς στο εσωτερικό του σπιτιού ώστε να έχουν φως για το γεύμα. Μετά τα κεράσματα βγήκαν οι καλεσμένοι στην αυλή και περίμεναν τη νύφη να έρθει να χορέψει, πρώτα με τον κουμπάρο, κατόπιν με το γαμπρό. Πρόβαλε τέλος η Διαμάντω στην εξώθυρα απαστράπτουσα, εισπράττοντας το χειροκρότημα όλων των συνδαιτυμόνων τους, κι ο μπάρμπα-Λιας της έδωσε το μαντήλι με πατρικό καμάρι να σύρουν το χορό. Χόρεψαν λοιπόν, τους χειροκρότησαν πάλι και μετά, α, μετά… Ο Αναγνώστης την πλησίασε και πήρε το χέρι της στο δικό του δυναμώνοντας το καρδιοχτύπι της προσμονής της.
«Τώρα είναι η ώρα μας γλυκιά μου» είπε. Το βλέμμα του στο βλέμμα της, η ανάσα του πνοή της, καθώς άρχιζαν τα πόδια τους να τους οδηγούν στο πρώτο τους συρτό ως παντρεμένοι…
«Καινούριος γάμος γένεται, με ’γεια του με ’γεια του, να ζήσει η συντροφιά του» τραγουδούσαν κεφάτοι οι συγγενείς. Σιγά-σιγά ξεσηκώνονταν και δυο-δυο τρεις-τρεις έμπαιναν στον κύκλο κατόπιν τους. Μεγάλωσε ετούτος, έπιασε όλη τη μικρή αυλή, μα το νιόπαντρο ζευγάρι έμοιαζε θαρρείς αποκομμένο, σαν να στροβιλίζονταν μέσα σε μια αδιαπέρατη δίνη που την όριζαν μόνο τα κορμιά τους.
«Νύφη μου καλώς όρισες μες στου γαμπρού το σπίτι
σαν κυπαρίσσι να σταθείς, σαν δέντρο να ριζώσεις
και σαν μηλιά γλυκομηλιά τους κλώνους σου να απλώσεις»
παίνευαν τώρα τη Διαμάντω. Και συνέχιζαν:
«Να κάμεις τρεις καλούς υγιούς και τρεις καλούς λεβέντες
Ένας να γένει στρατηγός κι ο άλλος καπετάνιος
κι ο τρίτος ο μικρότερος καδής να πάει να γένει
να κρένει τους ανύπαντρους, τους αρραβωνιασμένους»
«Όχι τρεις, δεκατρείς υγιούς θα κάμω» σκεφτόταν ταυτόχρονα το κορίτσι. «Λεβέντες σαν τον άντρα μου, και θα τους καμαρώνει ούλος ο ντουνιάς!»
«Γαμπρέ μου σε παρακαλώ, μια χάρη να μας κάμεις
το άνθος που σου δώκαμε να μη μας το μαράνεις
Γαρίφαλο να το κρατάς και μήλο να το παίζεις»
«Να με κάψει ο Θεός αν την μαράνω ποτέ τέτοια νεράιδα!» συλλογίστηκε ο Αναγνώστης. «Πιο πάνω απ’ τη ζήση μου την έχω…»
Τελευταίο παίνεψαν τον μπάρμπα-Λια που δε σταματούσε να χαμογελάει πλατιά με ευφροσύνη. Παιδιά του τα ένιωθε σχεδόν τα νιόνυφα, και τι παιδιά αλήθεια!
«Κουμπάρε που στεφάνωσες τα δυο τα κυπαρίσσια
να σ’ αξιώσει ο Θεός να ’σαι και στα βαφτίσια
Κουμπάρε που τους έβαλες ολόχρυσο στεφάνι
να σ’ αξιώσει ο Θεός να βάλεις και το λάδι»
«Στην υγειά σου κουμπάρε!» ύψωναν τα ποτήρια τους μερικοί άνδρες του σογιού. «Στην υγειά σας Δημητρό! Να ζήσετε!» Απ’ έξω άλλοι χωριανοί έκαναν χάζι.
«Κοπιάστε μέσα, πατριώτες» τους έλεγαν. «Κοπιάστε να ιδείτε το αντρόγυνο που κάμαμε!» Και δωσ’ του μεζέδες, δωσ’ του κρασί. Ατέλειωτα φαίνονταν πια τα τραταρίσματα, λες και τα παρήγε το κέρας της Αμάλθειας.
Η Διαμάντω αποσύρθηκε κατόπιν να αλλάξει το φόρεμά της ενώ οι καλεσμένοι πήγαν να δουν και να ασημώσουν τα προικιά της. Χορτασμένοι από θέαμα κάθισαν τελικά λίγο αργότερα στη γαμήλια τάβλα να κορέσουν και την πείνα τους, με το ζευγάρι στην κορυφή της. Κουβέντιαζαν εύθυμα κι εύχονταν συχνά στο γαμπρό και τη νύφη τσουγκρίζοντας ηχηρά τα κρασοπότηρα, οι οποίοι βέβαια όπως και στον αρραβώνα τους, όπου δέχθηκαν τις πρώτες σαϊτιές του έρωτα, μόνο για το φαΐ και τη βαβούρα δε νοιάζονταν. Μία ήταν η κρυφή προσμονή και των δυο τους, που μπορεί να μην την εξέφραζαν, τη φώναζαν όμως τα φλογερά τους βλέμματα: πότε θα ’φτανε η ώρα να μείνουν επιτέλους μόνοι τους... Κι οι ώρες κύλησαν γοργά, θέλοντας να τους κάνουν το χατίρι, μέχρι που σήμαναν μεσάνυχτα. Τότε συνεννοημένοι δυο τρεις συγγενείς έγνεψαν στον Αναγνώστη και τη Διαμάντω να τους ακολουθήσουν έξω απ’ το χώρο του γλεντιού. Θα πήγαιναν σε ένα παραδιπλανό σπίτι, όπου πρωτοστέφανες γυναίκες και ανύπαντρες κοπέλες είχαν στρώσει το νυφικό κρεβάτι κυλώντας πάνω του ένα αγοράκι και το τραγούδησαν ραίνοντάς το με ρύζι, κουφέτα και λουλούδια. Τους άφησαν εκεί και γύρισαν να συνεχίσουν το γλέντι. Σ’ όλη τη μικρή αυτή διαδρομή, ο Αναγνώστης της βαστούσε χαλαρά την παλάμη της που ίδρωνε από μια παράξενη αγωνία και μυρμήγκιαζε πιότερο το σώμα της στην προσδοκία αυτού του ιερού μυστηρίου, διότι ως μυστήριο την έπλαθε ο άπειρος νους της την πρώτη νύχτα του γάμου της.
Η θηλυκή συντροφιά τους υποδέχτηκε με πονηρά χαμόγελα σκαρώνοντας επιτόπου ένα μεταφορικό αλλά άκρως δηλωτικό δίστιχο για τη “δουλειά” που επρόκειτο να γίνει, με αποδέκτη το παλικάρι που θα “πρωτοστατούσε”:
«Αμύριστο γαρούφαλλο και στο γυαλί κλεισμένο
μόσχο μέσα στο μαστραπά και κάστρο διαμαντένιο
γαμπρέ μας σου εδώκαμε, κι άμε να το πατήσεις
να κόψεις το γαρίφαλο, το μόσχο να μυρίσεις»
Χαχάνιζαν λιγωμένες οι πιο νέες τηρώντας δήθεν κλεφτά τον Αναγνώστη κι η Διαμάντω εκλιπαρούσε μέσα της να ξεκουμπιστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Λίγο ακόμα και θα πλάγιαζαν μαζί του αυτές οι λυσσάρες αντί για κείνη… Ασ’ τες να βουρλίζονται, σκέφτηκε έπειτα ειρωνικά, δικός της ήταν ο ασίκης κι ένιωθε περήφανη για αυτό, σχεδόν παντοδύναμη.
Πετώντας συνεχώς υπονοούμενα τους πέρασαν στην κάμαρη κι αφού άναψαν ένα λυχνάρι σφάλισαν την πόρτα πίσω τους. Ανάσανε βαθιά η κοπέλα. Στο μισοσκόταδο στέριωσε το βλέμμα της στα μάτια του, που φέγγιζαν αχνά, όμοια με τα αστέρια που κρέμονταν έξω στον ουρανό. Οι ανάσες τους ρυθμικές, θερμές, ζητούσαν επιτακτικά να σμίξουν. Υπακούοντας στην επιθυμία παραδόθηκαν μαζί σε μια αγκαλιά μεθυστική κι ένα φιλί διψασμένο, που αναστάτωνε σφοδρά τις πέντε τους αισθήσεις.
«Ψυχή μου…» μονολόγησε ο Αναγνώστης πάνω στο λαιμό της. Της έβγαλε αργά το φουστάνι της, αφού απαλλάχτηκε κι αυτός από τα περιττά βάρη της φορεσιάς του, και σηκώνοντάς την προσεκτικά στα χέρια του την έφερε μέχρι τη λευκοστρωμένη κλίνη. Μια ξαφνική αβεβαιότητα κατέλαβε τη Διαμάντω βλέποντας τον εαυτό της μόνο με τα εσώρουχα. Δεν την είχε ξαναδεί κανείς άνδρας γυμνή εκτός ίσως απ’ τον πατέρα της όταν ήταν μωρό, και για αυτό ακόμη δεν ήταν βέβαιη.
«Τι είναι μάτια μου;» τη ρώτησε ο νέος διαισθανόμενος τη συστολή της.
«Τίποτες. Απλά να… Δε μου ’χει πει κιανείς τίποτα για αυτούνο δω το πράμα…»
«Μη σκιάζεσαι Διαμάντω μου. Σάμπως εγώ θαρρείς πως ξέρω; Δεν έχω αγγίξει άλλη γυναίκα πριν από σένα μάιτε θέλω να το κάμω ποτές μου…»
Η ομολογία του την ξάφνιασε ευχάριστα. Πόσοι άντρες θα το παραδέχονταν αυτό, ότι μπορεί όντως να μην είχαν σχέσεις πριν το γάμο τους; Μάλλον κανένας. Όλοι ήθελαν να καμώνονται τους έμπειρους, ειδικά οι πιο νέοι.
«Αγροίκησέ με» της είπε γονατίζοντας μπροστά της και βάσταξε τα χέρια της. «Ο τι γένει απόψε, θα γένει μονάχα γιατί το θέλουμε εμείς οι δυο. Δε με νοιάζει μουδέ το έθιμο μουδέ οι άλλοι που καρτερούν απόξω. Μόνο αν εσύ το θες θα σε γνωρίσω… Το θέλεις ή όχι;»
Σιωπή απλώθηκε για μισό λεπτό ανάμεσά τους. «Το θέλω» αποκρίθηκε έπειτα τρεμουλιαστά η Διαμάντω. «Θέλω να σε γνωρίσω, καλέ μου…»
Δε χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα. Ένωσαν ξανά τα χείλη τους και ξάπλωσαν πίσω στο στρώμα. Με τα φιλιά και τα χάδια του τα μέλη της Διαμάντως, που ήτανε στην αρχή σφιγμένα, χαλάρωσαν και τα σκέλια της διστακτικά χώρισαν, έτοιμα να υποδεχθούν ανάμεσά τους σαν ύπερος θηλυκού άνθους τους ζεστούς χυμούς του αρσενικού. Κι ο Αναγνώστης, μόλις ένιωσε να ξεχειλίζει από δαύτους χαμηλά του, έσμιξε μαζί της όσο πιο μαλακά μπορούσε, στεριώνοντας το βλέμμα του στη μορφή της. Πόνος γλυκός υπόκωφος λίγωνε τα σωθικά της κι αναστέναζε βουβά, καθώς ο αγαπημένος άνδρας την έκανε δικιά του. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια κι αφέθηκε να ζήσει την πρωτόγνωρη ηδονή ως το τέλος. Ένα πυροτέχνημα έσκασε θαρρείς μπροστά της κι εκείνη ξεστόμισε κάτι που έμοιαζε συνάμα με επιφώνημα και βογκητό. Κι ύστερα όλα ησύχασαν. Άνοιξε τα βλέφαρα κι είδε τον Αναγνώστη να της θωπεύει τρυφερά το μάγουλο. Έτρεμε λιγάκι το γυμνό σφριγηλό κορμί του, σαν να φυσούσε βοριάς μες στην κάμαρη. Δυο αδέσποτα δάκρυα, δεν ήξερε γιατί, κατρακύλησαν έξαφνα από τις κόγχες των οφθαλμών της.
«Σε πόνεσα κορίτσι μου, και δε μου λέγεις τίποτις» είπε το παλικάρι σκουπίζοντάς τα κι η φωνή του ακουγόταν ένοχη. «Δεν το ήθελα, συγχώρα με… Σ’ είπα, πρώτη βολά αγγίζω κάποια»
«Δε.. δε με πόνεσες καλέ μου» τραύλισε δειλά. «Στ’ ορκίζομαι, ίσα που το ’νιωσα…»
«Και τότε γιατί κλαίγεις; Δάκρυσες Διαμάντω μου, το είδα ξάστερα…»
«Όχι Αναγνώστη μου, δεν κλαίγω... Πως θα μπόραγα; Κι αν δάκρυσα, μάλλον θα ’ναι από χαρά που μ’ έκαμες πλιο γυναίκα σου…»
Έστρεψε αυθόρμητα το βλέμμα προς την ήβη της. Κάτι είχε αλλάξει οριστικά εκεί κάτω, το ήξερε. Αίμα δικό της λέρωνε το κατωσέντονο, όπως όταν τρυπιόταν καμιά φορά με τη βελόνα του κεντήματος…
«Πρέπει να ρίξω τη μπιστόλα τώρα, να τους πω ότι έγινε τούτο που περίμεναν» μίλησε ο Αναγνώστης αφού ντύθηκε πρόχειρα το πουκάμισο και τη φουστανέλα του. «Μη φοβηθείς, έτσι;»
«Τι να φοβηθώ; Έριξα και σμπαριές στον αρραβώνα μας, θυμάσαι;» μειδίασε συγκαταβατικά η Διαμάντω φορώντας κι αυτή τη νυχτικιά που της είχαν αφήσει στο στρώμα. Εκείνος ανταπέδωσε και παίρνοντας το όπλο απ’ το πάτωμα, όπου είχε ξεμείνει με τα υπόλοιπα ρούχα του, σημάδεψε τρις στον αέρα έξω από το παράθυρο. Ο κρότος έσκισε τη σιγαλιά της νύχτας. Μπαμ, μπουμ, μπαμ…
Με το σινιάλο τούτο όρμησαν περιχαρείς στο δωμάτιο οι γυναίκες για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι το ξεπαρθένεμα της νύφης. Τράβηξαν βιαστικά το σεντόνι και το πήραν στα χέρια τους αναφωνώντας εκστατικές σαν να αντίκριζαν ιερό κειμήλιο. Ναι, η κόρη ήταν αγνή, κι ο γαμπρός έκανε το χρέος του - το αποδείκνυε περίτρανα η κόκκινη κηλίδα πάνω στο λευκό ύφασμα.
«Αποβραδίς πολέμαγα διαμαντένιο κάστρο/ και σήμερον επήρα το με της αυγής το άστρο…» έψαλλε με νόημα μία τους, απαντώντας θαρρείς στο αυτοσχέδιο άσμα που ειπώθηκε με την άφιξη των νιόπαντρων στο σπίτι. Η ηρωίδα μας κοκκίνισε, χωρίς να ξέρει όμως αν ντρεπόταν ή αν τρόπον τινά κολακεύτηκε. Γιατί εκείνη ήταν πράγματι το διαμαντένιο κάστρο το οποίο πόρθησε ο Αναγνώστης…
«Μη ντρέπεσαι νυφούλα μας, είσαι γυναίκα πια!» της πέταξε η ερασιτέχνης αοιδός. Κι αφού πέρασαν καθαρό στρωσίδι στο νυφικό κρεβάτι, με γέλια και τραγούδια κίνησε ένα άθροισμα των συγγενισσών αυτών για το Γκοτσέικο, να παραδώσει στην πεθερά τα πειστήρια.
«Κυρά Βασίλω, συχαρίκια και πάλι! Λελούδι ανέγγιχτο πήρε ο γιος σου! Να τη χαίρεσαι!»
«Τουλάχιστον είναι παρθένα» έκανε η Βασίλω μέσα της. «Με τέτοιο αερικό, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να έτρεχε…» Βλέποντας εντούτοις μπροστά της την απόδειξη φχαριστήθηκε πάρα πολύ και βάλθηκε να την επιδεικνύει παντού με έπαρση.
«Συχαρίκια κερά! Να σου ζήσουν!» φώναζαν οι γλεντιστές ήδη πιωμένοι σπάζοντας πιάτα και ποτήρια. Μες στον ορυμαγδό σήκωναν τα κουπάρια τους κι έπιναν ποταμούς οίνου στην υγειά των νεόνυμφων, των ξενιτεμένων κι όλης της συντροφιάς, επευφημώντας τον κουμπάρο που τους κερνούσε αδιάκοπα, ως αρχηγός της χαράς που όφειλε να είναι. Και θα συνέχιζε να τους κερνά μέχρι το πρωί. Απόψε κανείς δεν θα κοιμόταν.
Πίσω στην ήσυχη πια νυφική παστάδα, κόπωση γλυκιά του έρωτα νάρκωνε τα βλέφαρα των δύο νέων, που σφιχταγκαλιασμένοι αντάλλασσαν τρυφερά βλέμματα και χάδια. Ήταν πλημμυρισμένοι από ευτυχία, ευδαιμονία παραδείσια, κι ας αγνοούσαν το μεγαλείο της ένωσης των κορμιών και των ψυχών τους.
«Σ’ αγαπώ…» σάλεψαν αργά τα χείλη της Διαμάντως σχηματίζοντας την ακριβή τούτη λέξη.
«Τι είπες; Πες το ξανά καρδιά μου, να τ’ ακούσω καλά…»
«Σ’ αγαπώ  Αναγνώστη, σ’ αγαπώ πολύ! Απ’ την πρώτη στιγμή που σε είδα, ήξερα πως είσαι η μοίρα μου…»
«Κι εγώ σ’ αγαπώ πολύ Διαμάντω μου» αποκρίθηκε συγκινημένο το παλικάρι. «Σε λατρεύω… Χίλια χρόνια να κράταγε ετούτη η βραδιά, να ταξιδεύω μοναχός απάνω στο κορμί σου!»
Την έσφιξε γερά φιλώντας της με πάθος το κούτελο, τα μάγουλα, το στόμα, το λαιμό, τα στήθη.
«Αγάπη μου γλυκιά, διαμάντι μου… Σε θέλω, σε θέλω για πάντα! Κανείς και τίποτε να μη σε πάρει από μένα!»
«Δε θα με πάρει, Αναγνώστη μου, σ’ το ορκίζομαι» τον καθησύχασε κοιτώντας τον ολόβαθα στα μάτια. «Το κάστρο μου το πάτησες άξια, αγγελόμορφε, και της καρδιάς και του κορμιού μου. Είμαι δικιά σου τώρα πια, για πάντα…» 






[1] Στολίδια ζωγραφισμένα με σαββάτι (μαύρο σμάλτο) που συμπλήρωναν τη φορεσιά των ανδρών
[2] Κόσμημα ασημωμένο που στις τέσσερις πλευρές του κρέμονταν σειρά από ψιλές αλυσίδες και κάλυπτε ολόκληρο το στήθος. Στηρίζονταν με θηλιές στις τέσσερις άκρες του στήθους, με τρίγωνα θηλυκωτήρια που είχαν ζωγραφισμένο πάνω τους συνήθως το δικέφαλο αητό και στη μέση σε μεγάλη πλάκα είχε τους πολεμικούς αγίους (Γεώργιο και Δημήτριο).
[3] Κρεμόταν στον αριστερό ώμο και είχε δύο όψεις, ενώ μέσα του έκλεινε φυλαχτά. Είχε σκαλισμένα τον προστάτη άγιο του κατόχου του και τον Ευαγγελισμό ή την Ανάσταση
[4] Αλοιφή καμωμένη από μεδούλι (μυελό οστών ζώων) και μυρωδικά
[5] Στολίδι, ομορφιά
[6] Αργυρό νόμισμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας
[7] Μποξάς: μάλλινο σάλι πλεκτό ή υφαντό
[8] Το γκρίζο άλογο

Λίνα Δώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου