Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30 Δεκ 2017

0 RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 6 "Το Τραγούδι του Ρώσον"

Η Λούσυ κοίταξε για λίγο ακόμα το πτώμα και αναρωτήθηκε άμα το ό, τι είδε ήταν όντως αληθινό ή απλώς ένα παιχνίδι του μυαλού της. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί, οπότε αποφάσισε να κάνει το αμέσως καλύτερο πράγμα που ήρθε στο μυαλό της. Προσπάθησε να σταματήσει να το σκέφτεται. Μια πρόταση που φάνηκε πολύ καλή λύση, πάρα πολύ σύντομα. Ούτως ή άλλως δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε κάτι τέτοια περίεργα όνειρα ή οράματα. Στο Λονδίνο, πάρα πολύ συχνά και υπερβολικά πολλές φορές, όταν δεν κοιμόταν καλά, το μυαλό της βασανιζόταν από κάτι τέτοιες εικόνες, μερικές από αυτές μάλιστα ήταν πολύ πιο τρομακτικές και πολύ πιο ματωμένες. 
Ήπιε τον καφέ της και παρατήρησε τον συνεργάτη της. Καθόταν κοντά στο πτώμα, το κοίταζε και κάπνιζε. Έμοιαζε σαν να αναλογίζεται το έγκλημα, όμως όταν η Λούσυ πήγε κοντά του τον άκουγε να μονολογεί κάτι. Έτριψε τα μάτια της και προσπάθησε να καθαρίσει τα αυτιά της, επειδή ο Χιούγκο προσευχόταν! Προσευχόταν για την νεκρή! Προσευχόταν στα λατινικά, προσευχόταν στον Θεό να λυπηθεί την ψυχή της νεαρής γυναίκας και να την δεχτεί στην αγκαλιά του, στο επουράνιο βασίλειο του Παραδείσου… Αναρωτήθηκε πώς ένας άνθρωπος που έδειχνε τόση δυσαρέσκεια, απέχθεια και αποστροφή προς το πρόσωπο του Θεού, τώρα προσευχόταν σε εκείνον και ζητούσε λύτρωση για την ψυχή ενός ανθρώπου.
«Réquiem ætérnam dona eis, Dómine,
et lux perpétua lúceat eis.
Requiéscant in pace. Amen
«Αιώνια Ξεκούραση χάρισε σε αυτούς,  ω Κύριε,
Και άφησε υπέρλαμπρο φως να λάμψει πάνω τους.
Αναπαυτείτε  εν ειρήνη. Αμήν.»
 «Πιστεύεις λοιπόν» συμπέρανε η Λούσυ κοιτώντας τον. Ο Χιούγκο έστρεψε αλλού το βλέμμα του.
«Δεν πιστεύω. Απλά λέω τα απαραίτητα λόγια για να λυπηθεί ο Θεός τις ψυχές των αμαρτωλών, όπως τουλάχιστον πιστεύουν οι Χριστιανοί» είπε και κάπνισε ξανά.
«Και εγώ σου λέω ότι πιστεύεις. Πιστεύεις πως, όσο και αν νομίζεις πως προσεύχεσαι στην Σιωπή, υπάρχει κάτι ή κάποιος εκεί πάνω που σε κοιτάζει και θέλει να σε βοηθήσει. Πιστεύεις πως δεν γίνεται να πέθαναν άδικα τόσοι και τόσοι για αυτό που ονομάζουν θρησκεία. Και κάποιες φορές αυτοί που λένε πως δεν πιστεύουν, πιστεύουν περισσότερο από όλους. Γιατί χρησιμοποιούσες τον πληθυντικό;»
«Προσευχόμουν για τις ψυχές όλων όσων χάθηκαν από το χέρι του και όλων όσων θα χαθούν ακόμα, τουλάχιστον μέχρι να τον πιάσουμε»
Σταμάτησε να την κοιτάζει και να της μιλάει καθώς ένα βανάκι, το νοσοκομειακό βανάκι  των ιατροδικαστών, ήρθε και άνοιξε τις πόρτες για να μπορέσουν να παραλάβουν το σώμα της γυναίκας.
«Ο Θεός ας λυπηθεί την ψυχή της. Ο Θεός ας λυπηθεί την ψυχή του. Και ο Θεός ας λυπηθεί την ψυχή μου, για ό τι πρόκειται να κάνω» ψιθύρισε ο Χιούγκο τόσο σιγά, που η φωνή του ήταν απαλή σαν τον άνεμο που χορεύει το κριθάρι. Η Λούσυ προχώρησε προς το αμάξι της και λίγο προτού βάλει μπρος είπε στην Λήδα:
«Θα τους ακολουθήσουμε και θα μάθουμε ό, τι μπορούμε. Θέλω να είμαι κοντά όταν θα ελέγχουν το πτώμα»
Η Λήδα έκανε σήμα με το χέρι της στους γιατρούς να μην ανησυχούν που θα τους ακολουθούσε η Λούσυ με το αμάξι. Ο Χιούγκο ακολούθησε την βοηθό του και το μυαλό του ήταν βαρύ.
Βαρύ από αυτό που ήξερε πως έπρεπε να κάνει, βαρύ από την γνώση πως η σημερινή ημέρα ήταν η αρχή του τέλους. Γνώριζε πως θα έβρισκε τον Συλλέκτη αυτόν και μόλις τον έβρισκε, μόνο ο Διάβολος θα μπορούσε να τον σώσει από την οργή του Χιούγκο. Ο Χιούγκο Ρώσον δεν ήταν καλός άνθρωπος, αρνιόταν ότι ήταν καλός άνθρωπος. Κοίταξε παλιά στον κόσμο και είδε μέσα σε αυτόν διαφθορά, μίσος και έγκλημα. Ήξερε ότι κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι για αυτό, έπρεπε να το σταματήσει. Δεν υπήρχε κανείς άλλος που θα μπορούσε να το κάνει. Ο τρόπος με τον οποίο διάλεγε παρ’ όλα αυτά να το κάνει δεν ήταν και ο καλύτερος. Δεν ήταν άνθρωπος που πίστευε στις δεύτερες ευκαιρίες, δεν πίστευε ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αλλάξουν. Ο Χιούγκο ήταν υπαίτιος για μια ακόμα υπόθεση που είχε γίνει ο πονοκέφαλος των αστυνομικών,  την υπόθεση «Σαμαήλ». Ο Συλλέκτης θα του έλεγε ό, τι ήξερε και έπειτα θα γνώριζε την θεία δίκη. Ο Χιούγκο πάντοτε πίστευε πως ο Θεός θα απαρνιόταν την λύτρωση στους εγκληματίες, τους βιαστές, τους παιδεραστές, τους κακοποιούς. Ο Θεός τους συγχωρούσε, μα εκείνος όχι. Πόσες φορές είχε κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη λουσμένο με το αίμα των αντιπάλων του, με το βλέμμα του άγριο και ακλόνητο σαν του φονιά, βούληση άγρια και επιθετική, σίγουρη και φλογερή σαν το ένστικτο ενός άγριου ζώου; Περισσότερες από όσες μπορούσε να μετρήσει. Περισσότερες από όσες θα ήθελε να θυμάται.
«Αργά ή γρήγορα, ο Θεός θα σε κόψει» έλεγε ενώ κοιτούσε τον καθρέφτη μπροστά του και γδυνόταν προκειμένου να λουστεί και να καθαρίσει το πουκάμισο και το παντελόνι του. «Νομίζεις πως ό, τι κάνεις στο σκοτάδι θα παραμείνει στο σκοτάδι, όμως κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και το ξέρεις. Οτιδήποτε κάνεις στο Σκοτάδι κάποια στιγμή θα έρθει στο Φως, αυτή είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων»
Αυτό έλεγε την στιγμή που το αμάξι της Λούσυ έπαιρνε την στροφή προς το ειδικά διαμορφωμένο από το FBI ιατροδικαστήριο και νοσοκομείο.
«Πιστεύεις ότι θα βρουν κάτι περισσότερο;» τον έβγαλε από τις σκέψεις του εκείνη.
« Πολύ πιθανόν. Είναι ιατροδικαστές, αυτή είναι η δουλειά τους. Να βρίσκουν πράγματα, στοιχεία, λόγους για τους οποίους έγινε ένα έγκλημα που εγώ ως ντετέκτιβ ή εσύ ως ψυχολόγος μπορεί να μην βρούμε ποτέ. Θαυμάζω για αυτόν τον λόγο τους ιατροδικαστές»
«Άμα το σκεφτώ έτσι, δεν έχω τόσο άγχος για το τι θα βρουν. Πάμε;» του χαμογέλασε η Λούσυ. Ο Χιούγκο δεν θα την υποπτευόταν για τον φόνο της κοπέλας στο πάρκο, η Λούσυ δεν είχε αυτήν την βαρβαρότητα.
Μόλις μπήκαν στο νοσοκομείο και η κοπέλα πάρκαρε το αμάξι της, ο Χιούγκο την οδήγησε προς το μεγάλο, λευκό, κεντρικό κτίριο. Ο φύλακας ζήτησε να δει το σήμα του Χιούγκο κι, αφού ο Χιούγκο του το έδωσε, ο φύλακας κράτησε ανοιχτή την πόρτα για τον άντρα και την κοπέλα σαν να ήταν πορτιέρης ενός υπερπολυτελούς ξενοδοχείου. Προχώρησαν λίγο και η Λούσυ κοίταξε τριγύρω. Πτώματα καμένα και μη, όλα φωτογραφημένα με υπερβολική επικέντρωση στο αίμα και στον θάνατο, στα κρανία και στον σκελετό. Αυτό έκανε την Λούσυ να κατεβάσει για λίγο το βλέμμα και να κοιτάξει τον Χιούγκο. Ανακατευόταν το στομάχι της. Ένας νεκρός, χοντρός άντρας που είχε δολοφονηθεί ενώ έτρωγε την έκανε να ξεράσει μέσα στην γυναικεία  τουαλέτα, την στιγμή που ο Χιούγκο την κράταγε κοντά του και της κρατούσε τα μαλλιά μακριά από τον νιπτήρα για να μπορεί η Λούσυ να κάνει ό, τι θέλει ανενόχλητη. Ο χοντρός άντρας είχε χάσει τα μάτια του, τα εσωτερικά του όργανα, ήταν όλα κομμένα και είχαν αφεθεί μπροστά του σε ένα γυάλινο πιάτο, ενώ το κεφάλι του είχε μόλις λερωθεί από το αίμα που έσταζε ακόμα. Έκατσε και έπλυνε το πρόσωπό της βγάζοντας ακόμα μια φορά ό, τι είχε φάει από το πρωί. Έπειτα βγήκε έξω και με την βοήθεια του Χιούγκο προχώρησε τους διαδρόμους του νοσοκομείου.
«Μμμ, υπέροχες όλες οι φωτογραφίες. Πώς δεν έγιναν ακόμα εκθέματα στο Μουσείο Διαταραγμένων Μυαλών του  FBI;» ρώτησε με φανερή την ειρωνεία στην φωνή της.
«Θα ήθελες να μπουν σε αυτό το φριχτό μέρος;» αντιμίλησε ο Χιούγκο και τα μάτια της Λούσυ έλαμψαν καθώς τον κοίταξε.
«Τι;»
«Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το μέρος, έστειλα επιστολή μια ημέρα να το κλείσουν ή τουλάχιστον να του αλλάξουν όνομα. Έστειλα μέχρι και στον πρωθυπουργό, κανένας δεν απάντησε»
«Αλήθεια; Συμφωνούμε στο να αλλάξουν όνομα σε αυτό το μουσείο. Όταν δούλευα παλιά στο αστυνομικό τμήμα, στην Νέα Υόρκη, τσακώθηκα πολλές φορές με τον διευθυντή μου, τον Τζουλς , για το όνομα του μουσείου. Είχα πρόβλημα εξ’ αρχής για την ύπαρξη του μουσείου αυτού και ένα από τα προβλήματα μου ήταν και το όνομα του. Μουσείο Διαταραγμένων Μυαλών. Απλά και μόνο από την ονομασία, φαντάσου πόσοι θα προσπαθήσουν να περάσουν τις πύλες του μουσείου για να γίνουν διάσημοι» σχολίασε η κοπέλα και ο Χιούγκο συμφώνησε. Τα βήματα τους σύντομα τους οδήγησαν τον άντρα στο δωμάτιο του ιατροδικαστή Ντόναλντ Γκους, ο οποίος με ένα χαμόγελο εξέταζε την νεκρή κοπέλα. Ο Ντόναλντ Γκους ήταν ένας ενήλικος άντρας, με κοντό καστανό μαλλί, καφέ μάτια, σχετικά άσχημο ξυρισμένο πρόσωπο αλλά φιλικό και γεμάτο εμπιστοσύνη.
Ο Χιούγκο τον χαιρέτησε εγκάρδια και η Λούσυ τον κοίταξε. Αφού γνωρίστηκαν, περιεργάστηκε το ιατρείο του Ντόναλντ με τα μάτια της γεμάτα απορία λες και ήταν ένα μικρό κοριτσάκι. Την προσοχή της τράβηξε μια φωτογραφία σε έναν τοίχο, η φωτογραφία μιας γυναίκας που κάποιος της είχε καρφώσει ένα ψαλίδι στον λαιμό.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τον Ντόναλντ κι εκείνος χαμογέλασε.
«Ω, αυτήν ήταν η Λίζι, μια μαύρη χήρα κυριολεκτικά. Ξέρεις τι λένε για αυτό το είδος αραχνών, τις μαύρες χήρες , έτσι δεν είναι; Σκοτώνουν τους εραστές τους. Η Λίζι δεν αποτελεί εξαίρεση. Σκότωσε πέντε άντρες της και θα πήγαινε για τον έκτο, μα από ότι φαίνεται ο έκτος την κατάλαβε και την σκότωσε, προτού προλάβουμε να κάνουμε κάτι και να την συλλάβουμε. Ο Χιούγκο είχε αναλάβει την υπόθεση και όλοι πίστεψαν ότι ήταν ο ένοχος για την υπόθεση “Σαμαήλ”. Βέβαια, αποδείχτηκε πως κάναμε λάθος. Η Λίζι είχε γίνει πλούσια από τις δολοφονίες. Τελικά όμως την βρήκε η Θεία Δίκη» σχολίασε ειρωνικά διότι δεν πίστευε στην θεία τιμωρία.
«Ακούω εδώ και τόσον καιρό για την υπόθεση “Σαμαήλ” μα δεν θυμάμαι να την διάβασα στις εφημερίδες…»
«Την έχεις διαβάσει σίγουρα. Απλά δεν το θυμάσαι. Μερικοί ακόμα ηλίθιοι ρεπόρτερ των ταμπλόιντ την μετέφεραν σε ιστοσελίδες. Κάποιος πήγαινε σε εγκληματίες κι αφού τους σκότωνε άφηνε μια προσευχή ή έπαιρνε το αίμα τους κι άφηνε πίσω τα πτώματα τους. Κινούταν γρήγορα, πάλευε δυνατά και κανείς δεν τον έβλεπε, παρά μόνο όταν ήταν πολύ αργά. Επίσης οι σφαίρες τον πετύχαιναν σπάνια, οπότε όλοι πίστεψαν πως υπήρχε κάτι το παραφυσικό πάνω του. Τον ονόμασαν Σαμαήλ λόγω του ότι σκότωνε μόνο εγκληματίες, είχε γίνει ο Θάνατος για αυτούς» απάντησε ο Χιούγκο και έπειτα κοίταξε τον Ντόναλντ.
«Ντόναλντ, μας εξηγείς τώρα τι συμβαίνει; Γιατί τόσην ώρα είμαστε εδώ, δεν μάθαμε τίποτα περισσότερο από όσα ήδη ξέραμε»
«Αυτός ο άντρας σκότωσε την κοπέλα με βιαιότητα. Την μαχαίρωσε στην πλάτη εκτός από τα πλευρά με μια λεπίδα πέντε εκατοστών» του έδειξε εκείνος το μήκος της λεπίδας. «Όπως είπες και εσύ, Λούσυ, την έπνιξε με ένα κομμάτι σχοινί. Μάλλον ήταν βιολιστής ή ράφτης, επειδή το σχοινί που χρησιμοποίησε έκοβε δέρμα και ήταν σκληρό. Σχεδόν έκοψε τον λαιμό της γυναίκας» συνέχισε δείχνοντας στον Χιούγκο και την Λούσυ τα σημάδια από μαχαιριές στην πλάτη της γυναίκας αλλά και τα κόκκινα σημάδια από την τριβή στον λαιμό. Η κοπέλα παρατήρησε μαζί με τον ντετέκτιβ το πτώμα, μόνο που επικέντρωσε το βλέμμα της για μερικά δευτερόλεπτα περισσότερο από ότι έπρεπε στις πληγές της γυναίκας. Και ο εφιάλτης συνεχίστηκε.
Όλα τα φώτα έμοιαζαν να σβήνουν και η Λούσυ έμοιαζε σαν να βρίσκεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, ολοκληρωτικά βυθισμένο στο μαύρο. Μπροστά της δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο το κρεβάτι με την νεκρή κοπέλα πάνω. Και το πτώμα της κοπέλας είχε μια πλαστική κουβέρτα πάνω σαν να κοιμόταν, τον αιώνιο ύπνο. Ενώ κοίταζε το πτώμα, τα παπλώματα έφυγαν από πάνω της και έπεσαν πίσω. Και το πτώμα της κοπέλας  σηκώθηκε, και η Λούσυ έβλεπε το γυμνό της σώμα, την μαχαιρωμένη πλάτη της και το αίμα το οποίο ακόμα έτρεχε από τις πληγές του πτώματος ζεστό. Η Λούσυ κάλυψε το στόμα της με το χέρι της στην προσπάθειά της να μην ουρλιάξει και δάγκωσε τα χείλη της τόσο δυνατά, με αποτέλεσμα αυτά να ματώσουν, όταν η νεκρή κοπέλα γύρισε το κεφάλι της σε μια στροφή 180Ο ώστε το κεφάλι της να βρίσκεται γυρισμένο στην πλάτη της, αλλά τα στήθη και τα χέρια και τα πόδια της να κοιτάνε προς την αντίθετη μεριά. Η Λούσυ ένιωσε σαν να έβλεπε ξανά τον «Εξορκιστή» ή την σκηνή με το μωρό που περπατούσε στην οροφή από το «Trainspotting». Με φόβο και τρόμο έπεσε πίσω και ούρλιαξε μόνο όταν η κοπέλα έβγαζε από το ανοιχτό στόμα και τα μάτια της ζεστό αίμα το οποίο έρεε και έβαφε κατακόκκινο το μαύρο πάτωμα. Η Λούσυ έπεσε στο πάτωμα και προσπάθησε να διώξει μακριά της το πνεύμα μα η παρουσία ερχόταν όλο και πιο κοντά. Το πτώμα άνοιξε το στόμα του. «Βοήθεια!» ήταν η απεγνωσμένη κραυγή του που μόνο η Λούσυ μπόρεσε να ακούσει.
Και το όραμα σταμάτησε εκεί ξανά. Η κοπέλα ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια της για να βεβαιωθεί πως ήταν όλα απλά ένα όνειρο. Το ένστικτο της δεν την πλήγωσε ούτε αυτήν την φορά, ήταν απλά ένα όραμα. Ο Χιούγκο όμως την ατένιζε παραξενεμένος. Πήγε κοντά της και άγγιξε το πρόσωπο της . Η Λούσυ έμεινε ακίνητη και ένιωσε το άγγιγμα του. Το απολάμβανε με κάποιον μυστήριο, παράξενο τρόπο που δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει.
«Είσαι εντάξει Λούσυ; Και εννοώ, είσαι σίγουρα εντάξει; Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα και ούρλιαξες κιόλας. Μίλα μου, θέλω να ξέρω τι συμβαίνει»
Η Λούσυ τον κοίταξε. Μέσα στο μυαλό της βασανιζόταν από σκέψεις. Σκέψεις του τί της συνέβαινε, του άμα θα έπρεπε να του πει τι είδε ή άμα θα έπρεπε να παραμείνει σιωπηλή. Η Λούσυ σκέφτηκε να του φωνάξει κλαίγοντας με όσα δάκρυα δεν μπορούσε να συγκρατήσει:
«Όχι, δεν είμαι καλά! Το ακούς; Δεν είμαι καλά! Φοβάμαι και νομίζω πως τρελαίνομαι! Άλλη μια φορά να με ρωτήσεις αν είμαι καλά, το ορκίζομαι, θα σου δώσω γροθιά στην μύτη! Βλέπω οράματα από τρομακτικούς εφιάλτες και αυτά τα πτώματα και δεν ξέρω άμα είναι αληθινό ή απλά ένας εφιάλτης!»  
Ήξερε όμως πως το πιο πιθανό αποτέλεσμα που θα είχε αυτό θα ήταν να την κλειδώσει ο Χιούγκο μέσα σε ένα άσυλο για ψυχικά διαταραγμένους και να πετάξει μακριά το κλειδί. Ίσως αυτό χρειαζόταν.  
«Ναι. Είμαι εντάξει, λίγο το κεφάλι μου πονάει αλλά είμαι εντάξει, μην ανησυχείς για εμένα Χιούγκο. Λίγος ύπνος μου χρειάζεται και θα είμαι εντάξει» του απάντησε διώχνοντας την πρότερη σκέψη της απ’ το μυαλό της και ο άντρας χαμογέλασε. Αφού πήραν τον φάκελο της υπόθεσης και ένα αντίγραφο της αναφοράς του Ντόναλντ Γκους επέστρεψαν στο αμάξι της Λούσυ, το οποίο τους περίμενε έξω από το ιατρείο.
Οι δυο συνεργάτες ευχαρίστησαν τον Θεό που οι χούλιγκανς οι οποίοι παραμόνευαν στους δρόμους δεν είχαν σημαδεύσει το αμάξι με σπρέι βάφοντας στο τζάμι και στις πόρτες:
«Μπάτσοι, Γουρούνια, Δολοφόνοι!» ή «Μπάτσοι, Σκουλήκια Πίσω Στις Τρύπες Σας!» ή «Άντε Γαμηθείτε!». Έλεγξαν τα τζάμια και βεβαιώθηκαν πως ήταν τυχεροί, κανένας δεν είχε σπάσει το γυαλί στα παράθυρα του αμαξιού. Έπειτα ο Χιούγκο γονάτισε και έλεγξε για τυχόν ύπαρξη βόμβας κάτω από το αμάξι. Παρά την αυξημένη, σε σύγκριση με άλλες περιοχές, αστυνομική δύναμη στην περιοχή αυτή, οι εγκληματίες ζούσαν και βασίλευαν και δεν έλεγαν να αφήσουν τους απλούς καθημερινούς πολίτες σε ησυχία, ειδικά άμα είχαν μιλήσει, κοιτάξει ή δώσει ακόμα εφημερίδα σε μπάτσους.
«Δεν υπάρχει τίποτα. Πάμε!» δήλωσε ο Χιούγκο και η Λούσυ έβαλε μπρος το αμάξι. Οδήγησε για αρκετή ώρα, μέχρι που έφτασαν σε ένα υπερβολικά αργό φανάρι. Η Λούσυ χτυπούσε με τα χέρια της αγχωμένα το τιμόνι του αμαξιού ενώ θυμόταν τους ήχους ενός παλιού κομματιού, συγκεκριμένα του “Cant Fight This Feeling” (« Δεν Μπορώ να Αντιμετωπίσω Αυτό το Αίσθημα») από τους REO Speedwagon.
“ And even as I wander,
I’m keeping you in sight!
You’re a candle in the window
On a cold dark, winter’s night!
And I’m getting closer
Than I ever thought I might!”
(« Και ενώ περιπλανιέμαι,
Σε κρατάω στο βλέμμα μου.
Είσαι ένα κερί στο παράθυρο,
Μια κρύα, σκοτεινή νύχτα του χειμώνα!
Και έρχομαι πιο κοντά
Περισσότερο από όσο είχα φανταστεί ότι θα το έκανα!») τραγούδησε τελικά χωρίς να το καταλάβει η κοπέλα με αποτέλεσμα ο Χιούγκο να την κοιτάξει και να της πει:
 «Λούσυ. REO Speedwagon; Σοβαρά τώρα;»  
«Είναι ένα από τα αγαπημένα τραγούδια του πατέρα μου, όταν έλεγε σε εμένα και στην αδελφή μου το πώς γνώρισε την μαμά μας το έβαζε πάντα να παίζει. Θα συμπαθούσες τον μπαμπά μου άμα τον γνώριζες ποτέ. Είναι έξυπνος, έχει καλό γούστο στην μουσική, δούλευε παλιά ως αστυνομικός στο FBI. Μου το κόλλησε από όταν ήμουν μικρή με αυτόν τον τρόπο και έτσι κάθε φορά που θέλω να χαλαρώσω, θυμάμαι αυτό το κομμάτι» ανταπέδωσε η κοπέλα.
«Μμμ. Δεν μου αρέσει και πολύ ο Κέβιν Κρόνιν σαν τραγουδιστής»
«Εγώ τον λατρεύω, μερικά κομμάτια του, όπως αυτό για παράδειγμα, το τραγουδάει από την καρδιά» είπε η Λούσυ και παίρνοντας για λίγο το ένα της χέρι από το τιμόνι άγγιξε το σημείο της καρδιάς της για να το δείξει στον Χιούγκο. Το φανάρι άναψε και επικέντρωσε ξανά στο βλέμμα της τον δρόμο, μέχρι που ο Χιούγκο άναψε τσιγάρο και κοίταξε έξω.
«Αλήθεια ε; Εγώ πάντα πίστευα ότι τραγουδούσε από τα μαλλιά. Αχ, εκεί να δεις διαφορά!» συνέχισε το λόγο του και κάνοντας μια καλή τζούρα έβγαλε λίγο καπνό από το τσιγάρο του.  Η Λούσυ, επειδή κάτι χρειαζόταν και εκείνη, έπιασε με το χέρι της το πακέτο με τις τσίχλες, και ξετυλίγοντας μία την έβαλε στο στόμα της κι άρχισε να την μασάει.
«Δεν καπνίζεις, ε;»
«Μπα.  Τα τσιγάρα σκοτώνουν και άμα είναι να έρθει να με πάρει ο γέρο-Θάνατος θα προτιμούσα να είμαι στο κρεβάτι μου ήσυχη και κοιμισμένη»
«Ο Θάνατος διαλέγει πότε θα έρθει να συλλέξει, Λούσυ. Δεν μπορείς να διαλέξεις πότε ή πως θα έρθει» της είπε κοιτώντας έξω, ενώ τραβούσε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του. Η Λούσυ ξεφύσηξε. Ειρωνεύτηκε πριν λίγο την μουσική της, μα τώρα της έλεγε κάτι πολύ ρεαλιστικό γύρω από τον Θάνατο.
«Έχω να σου κάνω μια ερώτηση. Αληθινά, θέλω να μάθω. Πριν, όταν κοιτούσαμε και ερευνούσαμε το πτώμα στο πάρκο και λίγο πιο μετά στον ιατροδικαστή. Τι είδες; Τι έβλεπες; Φαινόσουν πολύ χλομή»
Η Λούσυ γύρισε αλλού το βλέμμα δαγκώνοντας τα χείλη της.
 «Τον εαυτό μου. Αυτό είδα μόνο, Χιούγκο. Τον εαυτό μου. Σαν να μην υπήρχε πτώμα, σαν να υπήρχε ένας καθρέφτης ανάμεσα σε εμένα και το πτώμα, σαν να μπορούσα να δω τον εαυτό μου στην θέση του νεκρού» αποκρίθηκε ύστερα ευχόμενη από μέσα της ο Χιούγκο να μην την περνούσε για τρελή. Εκείνου τα μάτια έλαμψαν.
«Μην κοιτάς για πολύ καιρό μέσα στην άβυσσο, Λούσυ. Όπως είπε και ο Νίτσε, “Η άβυσσος φαντάζει θαυμάσια από ψηλά. Μα αν κοιτάξεις μέσα στην άβυσσο, η άβυσσος θα κοιτάξει πίσω σε εσένα. Και πολύ πιθανόν να μην σου αρέσει το ότι θα δεις”»
Είχαν μόλις φτάσει στο σπίτι τους. Η κοπέλα πάρκαρε το αμάξι κι αφού βγήκε στην αυλή κλείδωσε. Έπειτα κοίταξε τον Χιούγκο και είπε:
«Δεν ξέρω άμα έλεγξες τον φάκελο μου πριν με προσλάβεις από το αστυνομικό τμήμα, άμα τον μελέτησες ή έστω αν του έριξες μια πεταχτή ματιά, αλλά όλοι οι αστυνομικοί ψυχολόγοι που με έλεγξαν είχαν ένα κοινό σχόλιο να κάνουν για την κατάσταση μου. Το μυαλό μου είναι ένα σκοτεινό μέρος»  
«Μάλιστα. Διάβασα τον φάκελο σου, Λούσυ. Και ξέρεις ποιο λένε ότι είναι το αίσθημα που σε κινητοποιεί περισσότερα από όλα να κάνεις ό, τι κάνεις;»
Έλυσε την γραβάτα του και την κρέμασε σε μια ειδική κρεμάστρα. Κατόπιν πήγε να βάλει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
« Ο φόβος μου» έκανε η Λούσυ.
«Πολύ σωστά» την επιδοκίμασε βγάζοντας τα παπούτσια του. Την παρατήρησε ενώ έβγαζε κι αυτή τα μποτάκια της και ακουμπούσε τα κουρασμένα πόδια της.
«Θυμάμαι ξεκάθαρα την αναφορά μιας από τις ψυχολόγους του αστυνομικού τμήματος στο οποίο δούλευες. Η Λούσυ Στέρλινγκ αντιμετωπίζει κάθε μέρα τεράστιες ποσότητες φόβου. Έρχεται χεράκι-χεράκι δεμένο με την φαντασία της» πρόσθεσε καθώς γέμιζε το ποτήρι του. «Να σου βάλω και εσένα ή κάτι πιο δυνατό;»
«Κάτι πιο δυνατό» απάντησε απευθείας εκείνη. «Μην μου το αρνηθείς Χιούγκο, χρειάζομαι ένα ποτό. Και αυτοί οι βλάκες κάθε φορά ξεχνούσαν να το σημειώσουν ή ειλικρινά δεν τους ένοιαζε. Δεν είναι κάτι που έρχεται σαν δώρο μαζί με την φαντασία μου. Ο φόβος μου είναι το αποτέλεσμα της φαντασίας μου»
«Νομίζω ότι είναι τρομακτικό. Τρομακτικό το να ξέρεις ότι μέσα σου έχεις ένα κτήνος, το οποίο ποτέ δεν γνωρίζεις άμα θα στραφεί εναντίον σου προκειμένου να τραφεί ή άμα θα ορμήξει εναντίον άλλων. Παρά όλα αυτά όμως πρέπει να το πούμε. Σε κάνει να νιώθεις δυνατός»
«Με κάνει να φοβάμαι. Να φοβάμαι τον εαυτό μου. Δεν νιώθω δύναμη γύρω από αυτό, Χιούγκο»
Σύντομα οι δύο συνεργάτες έκατσαν να φάνε. Ο Χιούγκο είχε ετοιμάσει μπριζόλα, είχε βάλει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και η Λούσυ έπινε κονιάκ. Κάποια στιγμή τον ρώτησε φανερά περίεργη:
«Ξέρεις κάτι; Είχα την απορία, ειλικρινά. Από τότε που έμαθα για εσένα και το παρελθόν σου. Για το παρελθόν σου εναντίον του Μπάμπαντουκ. Όλο αυτό το περιστατικό, η δολοφονία των γονιών σου, οι υποθέσεις. Όλα αυτά θα σου άφησαν τα δικά τους σημάδια, θα έχεις τους δικούς σου δαίμονες να αντιμετωπίσεις. Πώς το κάνεις; Πώς τους αντιμετωπίζεις;»
«Σταμάτησα να παλεύω με τους εσωτερικούς μου δαίμονες. Βρίσκομαι στην ίδια πλευρά μαζί τους πλέον. Και τα πάμε καλά»
«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι για την Μαρία; Πόσο την αγαπούσες; Τι ένιωθες για εκείνη;»
«Ήταν μια μικρή λάμψη από φως μέσα σε έναν ωκεανό από σκοτάδι. Αυτό είναι το θέμα δυστυχώς με την αγάπη, Λούσυ. Μπορεί να έρθει σαν απρόσμενη λάμψη ένα σκοτεινό βράδυ και να σε αφήσει να παίξει μαζί της σαν πυγολαμπίδα, ή να την πιεις σαν να είναι το πιο γλυκό κρασί. Όμως, μπορεί παράλληλα να φύγει και από τα χέρια σου και να βυθιστείς ξανά μέσα στο σκοτάδι» αναστοχάστηκε με θέρμη και ήπιε το κρασί του.
«Εγώ, από μικρή που θυμάμαι τον εαυτό μου, παλεύω ολομόναχη τους δαίμονες μου. Αλλά δεν είναι αληθινά πάλη όταν χάνεις, έτσι δεν είναι;»
Ο Χιούγκο άναψε τσιγάρο και την κοίταξε.
«Είναι αυτό το αίσθημα, έτσι; Το αίσθημα ότι όσο μεγαλώνεις, αρχίζεις να καταλαβαίνεις περισσότερο τον λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι πίνουν την νύχτα μακριά, καπνίζουν τα πνευμόνια τους ώσπου να γίνουν μαύρα από τον παλιόφιλο καρκίνο ή πετάνε τους εαυτούς τους από πανύψηλα κτίρια. Είναι το αίσθημα του φόβου. Το αίσθημα του φόβου ότι ποτέ δεν θα είσαι αρκετά καλή, αρκετά έξυπνη, αρκετά όμορφη. Έχω ακούσει το ρητό ότι άμα διώξεις τους δαίμονες σου θα διώξεις μαζί και τους αγγέλους σου, όμως μέσα σε κάθε Άγγελο κρύβεται ένας Δαίμονας και σε κάθε Δαίμονα παραμονεύει ένας Άγγελος.  Πάντα να το θυμάσαι, Λούσυ. Θα σου πω για τους Δαίμονές μου όταν μου πεις για τους δικούς σου. Ίσως τότε να τα πάνε τόσο καλά μεταξύ τους που θα ερωτευτούν και θα μας αφήσουν ήσυχους» γέλασε λέγοντας την τελευταία φράση του και η Λούσυ του χάρισε ένα χαμόγελο.
«Πρέπει να πάω για ύπνο. Συγχώρεσέ με Χιούγκο, αλλά είμαι πολύ κουρασμένη»
«Ησύχασε, δεν πειράζει. Πήγαινε να κοιμηθείς. Εγώ θα είμαι εδώ άμα με χρειαστείς, δεν νυστάζω ακόμα» της έδωσε την άδεια με παρόμοιο ύφος.
«Σε ευχαριστώ για το ποτό» του ψιθύρισε και εκείνος την άγγιξε απαλά στο χέρι.
« Μην με ευχαριστείς. Το χρειαζόσουν»
Η κοπέλα πήγε προς το δωμάτιό της. Μόλις μπήκε, έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε το νυχτικό της. Έπειτα ξάπλωσε στο κρεβάτι της ξυπόλυτη κι αφού σκεπάστηκε καλά με το πάπλωμα της αποκοιμήθηκε.
Ο Χιούγκο την παρακολουθούσε στη διαδρομή της αυτή από το σαλόνι στο δωμάτιό της. Μετά άνοιξε το ραδιόφωνο. Έπαιζε το “Wicked Game” από τον Chris Isaak.
“ The world was on fire
And no one could save me but you…
It’s strange what desire
Will make foolish people do…
I never dreamed I’d meet somebody like you..
And I never dreamed that  I’ d lose somebody like you..
No, I don’t want to fall in love…
With you…”
Έκατσε για λίγο στο σαλόνι του και εφόσον κάπνισε σηκώθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ήταν μια όμορφη, μαύρη νύχτα, η σελήνη έμοιαζε γεμάτη και κατάλευκη, ο ουρανός είχε ένα μαύρο χρώμα και τα αστέρια έμοιαζαν στον ουρανό σαν τα αμέτρητα μάτια των Παλαιών Θεών που περιέγραφε ο Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ στα βιβλία του. Τα φώτα των φαναριών έμοιαζαν με αμέτρητους μικρούς πυρσούς και η νύχτα προετοιμαζόταν να αγκαλιάσει τους νεκρούς της. Ο άντρας σηκώθηκε, προχώρησε ως το δωμάτιο του και όταν βεβαιώθηκε πως η Λούσυ κοιμόταν, πήγε στο δωμάτιό του και  κάθισε στο γραφείο του, το οποίο βρισκόταν κοντά σε ένα τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο. Ο Χιούγκο έπαιζε σε αυτό μια μελωδία κάθε φορά που χρειαζόταν να χαλαρώσει ή απλά να περάσει την ώρα του. Με μια κίνηση τράβηξε ένα συρτάρι κοντά του για να το ανοίξει και έβγαλε από μέσα τον φάκελο ενός άντρα που έψαχνε εδώ και αρκετό καιρό: έναν εγκληματία, μέγα έμπορο σάρκας στον υπόκοσμο και γνωστό κάθαρμα, που είχε την τάση να καπνίζει ναρκωτικά και να κάνει κακό σε όσες γυναίκες δεν υπάκουαν στα διεστραμμένα σεξουαλικά βίτσια του. Τις έκαιγε με τσιγάρα, τις σημάδευε με το γράμμα Τ στα γόνατα, στην πλάτη και στην κοιλιά, όπως έκαναν παλιά τα ζώα, και με το γράμμα Π για να καταλαβαίνουν όπως έλεγε «πόσο μεγάλες πόρνες ήταν». Σε μερικές έκοβε τις ρώγες και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Χιούγκο είχε διαβάσει στις εφημερίδες για αποκεφαλισμένα πτώματα γυναικών, γυμνά και χωρίς θηλές που είχαν βρεθεί σε ρυάκια ή κάτω από γέφυρες. Ο Χιούγκο ήξερε το όνομα του μπάσταρδου. Τζακ Κραμπ. Ο ξανθός γαλανομάτης άντρας αποφάσισε πως ο μπάσταρδος ο Τζακ είχε καταστρέψει υπερβολικά πολλές ζωές οπότε έπρεπε να σταματήσει η μικροβιακή ύπαρξη του σε αυτόν τον κόσμο. Και ήταν έτοιμος. Έτοιμος να τον βρει και να τον καταστρέψει. Όμως πάντα υπήρχε η ώρα για λίγη μουσική. Συνήθιζε πάντα να ακούει μουσική πριν κάνει ό, τι ήταν καθήκον του να κάνει.
Έκατσε μπροστά στο εκκλησιαστικό όργανο και αφού βεβαιώθηκε πως τα πλήκτρα ήταν όλα έτοιμα, σαν να ήταν έτοιμος να παίξει το πιάνο σε συναυλία με την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, ξεκίνησε να τα πατά και να δημιουργεί μελωδίες. Μελωδίες γεμάτες αγάπη που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, μίσος, θυμό και οργή, σαν μια αθώα ψυχή να αγκάλιαζε τον Θάνατο, αλλά παράλληλα να έκαιγε μέσα σε μια αιώνια φλόγα ζωής. Μελωδίες βασανιστικές και λυτρωτικές, σαν ο Χιούγκο να είχε πεθάνει και να βρισκόταν ήδη στο Καθαρτήριο, κοντά στον μέγα ποιητή Βιργίλιο, που σύμφωνα με τον Δάντη κατοικούσε εκεί. Ο Χιούγκο μέσα σε λίγα λεπτά, μετά από λίγες μόνο μελωδίες, άρχισε να θυμάται. Τρία χρόνια πριν.
«Άσχημος και σκληρός  σαν της θάλασσας τους ανέμους
Θα επιστρέψεις ποτέ σε μένα;
Άκου την φωνή μου, τραγούδα με την παλίρροια
Η αγάπη μου  δεν θα πεθάνει ποτέ .
Πάνω από τα κύματα και βαθιά μέσα στο μπλε
Θα παραδώσω την καρδιά μου για εσένα
Τρία μακρινά χρόνια  θα περιμένω να περάσουν
Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ.
Έλα, αγάπη μου, γίνε ένα με την θάλασσα
Βασίλευσε μαζί μου για την αιωνιότητα!
Βύθισε όλα τους τα όνειρα τόσο δίχως έλεος
Και άσε τις ψυχές τους σε εμένα!
Παίξε το τραγούδι που έπαιξες πριν καιρό
Και οπουδήποτε η καταιγίδα θα φυσά
Θα βρεις το κλειδί για την δική μου την καρδιά
Δεν θα χωριστούμε ποτέ!

Άγριος και δυνατός, δεν μπορώ να κρατηθώ
Ποτέ δέσμιος και ούτε ποτέ αλυσοδεμένος
Οι πληγές που προξένησα δεν θα κλείσουν ποτέ
Και εγώ δεν θα τελειώσω ποτέ!

Άσχημος και σκληρός σαν της θάλασσας τους ανέμους
Θα επιστρέψω ποτέ σε εσένα;
Ακούω την φωνή σου, τραγουδώ με την παλίρροια,
Η Αγάπη μας δεν θα πέθαινε ποτέ!»
Τελείωσε το τραγούδι. Το τραγούδι τους. Ο Χιούγκο έκλαψε γοερά κρύβοντας το κεφάλι του στα χέρια του ενώ οι ώμοι του ακουμπούσαν πάνω στα πλήκτρα του εκκλησιαστικού οργάνου. Ήταν νεκρή και το γνώριζε. Γιατί λοιπόν τον στοίχειωνε ακόμα;
Αμέσως σηκώθηκε, κοίταξε κάτω από το κρεβάτι του και τράβηξε ένα κουτί. Ένα μικρό ξύλινο κουτί, το οποίο πάνω στο άνοιγμα είχε έναν μικρό ξύλινο δράκο που κοιμόταν. Με μια κίνηση το άνοιξε και κοίταξε το περιεχόμενό του. Έπειτα, με ένα πονεμένο χαμόγελο έκλεισε πάλι το κουτί, έσκυψε κάτω από το κρεβάτι του, το έκρυψε καλά και μετακινήθηκε προς την ντουλάπα του.
Έβαλε την μαύρη καπαρντίνα του, την κόκκινη γραβάτα του, πήρε μαζί του το αγαπημένο του στιλέτο, ένα πακέτο τσιγάρα, τα κλειδιά του αμαξιού του και ένα ζευγάρι μαύρα ελαστικά γάντια. Έπειτα, βγήκε από το σπίτι του με τόση κομψότητα, ευγένεια αλλά και ηρεμία, ώστε έμοιαζε με γάτα που κινούταν μέσα από μια γερμένη πόρτα. Κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός του, πέρασε ξυστά από το διαμέρισμα της σπιτονοικοκυράς του και βγήκε στον δρόμο. Ήταν τυχερός που εκείνη κοιμόταν σαν βουβάλι. Βγαίνοντας από το διαμέρισμα άναψε τσιγάρο, και ενώ ο καπνός σχημάτιζε τολύπες στον αέρα, ο Χιούγκο πρόφερε μόνο μια λέξη:
«Τιμωρία».


Matt Dragoneed












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου