Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8 Ιαν 2018

0 RAWSON: Archangel of Death - Κεφάλαιο 7/Μέρος Α "Λίλιθ"

Εφόσον ο Χιούγκο Ρώσον οδήγησε με το αμάξι του για αρκετή ώρα, σταμάτησε σε ένα σοκάκι, έσφιξε κοντά του την καφετιά καπαρντίνα του και βγήκε από το αμάξι κλείνοντας προσεκτικά την πόρτα. Το κλείδωσε και προχώρησε για λίγη ώρα. Σκέφτηκε να ανάψει τσιγάρο μα βλαστήμησε, γνωρίζοντας ότι τα τσιγάρα του είχαν τελειώσει και δεν είχε πάει σε κάποιο περίπτερο για να αγοράσει και άλλα.
Σύντομα, τα βήματα του τον έφεραν σε ένα παλιό, κακόφημο μπαρ το οποίο φωτιζόταν μόνο από μερικά άσχημα κοκκινωπά νέον φώτα και μερικές χαλασμένες λάμπες του δρόμου. Ο Χιούγκο γνώριζε τον ιδιοκτήτη του, τον γνώριζε πάρα πολύ καλά. Παλιά είχαν μια σχεδόν αδελφική σχέση, ο Χιούγκο παρά τα γεγονότα δεν τον είδε ποτέ σαν αδελφό του. Ο άνδρας που έψαχνε ονομαζόταν Έις Λόκερ και ήταν ένας έμπορος πρέζας. Γνώριζε πολύ καλά ότι ο Έις είχε ταλέντο στο τραγούδι και του είχε συστήσει πολλές φορές να γίνει τραγουδιστής, μα εκείνος αρνιότανε. Του άρεσε, όπως έλεγε, ο κίνδυνος του εμπορίου. Ο Βρετανός ξανθός άντρας κοίταξε αιφνιδιασμένος την είσοδο του μπαρ όπου μια γυμνή, καστανομάλλα πόρνη με κόκκινα τακούνια έτρεχε στην έξοδο ενώ την ακολουθούσε ένας σκληρός μηχανόβιος με μαχαίρι. 
Ο Χιούγκο κατάλαβε ότι ο άντρας δεν ήταν ένας πελάτης. Προχώρησε λοιπόν με σφιγμένες γροθιές προς το μέρος του. Πολλοί μηχανόβιοι σαν και αυτόν που τώρα κυνηγούσε την κοπέλα χρειάζονταν μερικές γροθιές και κλωτσιές για να λειτουργήσουν τα μυαλά τους και να φύγουν μακριά, μερικοί άλλοι έπρεπε να πάνε στο νοσοκομείο και μερικοί άλλοι, σαν και αυτόν τώρα, χρειαζόταν απλά να δουν τον Χιούγκο προτού τρέξουν μακριά, σε μια γλυκιά, απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσουν την αξιολύπητη ζωή τους. Ο ντετέκτιβ θρηνούσε για την ανούσια ύπαρξη τους και οίκτιρε τον ανθρώπινο κόσμο που έπρεπε να δέχεται μερικούς τέτοιους ηλιθίους. Η κοπέλα κοίταξε τον ντετέκτιβ και τον ευχαρίστησε προσπαθώντας να καλύψει την γύμνια της. 
«Έχεις τσιγάρο;» την ρώτησε και εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι. 
«Πού;» 
«Στο δωμάτιό μου» 
«Θα πάμε και θα μου δώσεις μερικά. Έπειτα, θέλω να πω μια-δυο κουβεντούλες με το αφεντικό σου» της χαμογέλασε και η κοπέλα προσπάθησε να προχωρήσει προς την είσοδο καλύπτοντας την γύμνια της. Ο Χιούγκο έβγαλε την καπαρντίνα του και την σκέπασε. 
Η κοπέλα τον ευχαρίστησε και τον οδήγησε μέσα στο μπαρ. Πόρνες, μηχανόβιοι, ναρκομανείς, έμποροι όπλων, όλοι μαζί βρίσκονταν μέσα και κοιτούσαν με αγριεμένα βλέμματα τον Χιούγκο και την πόρνη. Δεν αναρωτήθηκε τον λόγο που τον κοίταζαν έτσι, πολλών τα αδέλφια ή οι φίλοι σάπιζαν στην φυλακή ή κάτω από το χώμα εξαιτίας του. Εκείνος απλά προσπάθησε να μην δίνει σημασία διότι ήξερε πως θα κατέληγε αυτό. Ένα τεράστιο λουτρό αίματος, εφόσον πρώτα ολόκληρο το μπαρ είχε μετατραπεί σε αρένα. Χωρίς να το καταλάβει έφτασαν κοντά σε κάποιες σκάλες, όπου μια κοκκινομάλλα με κοντό μαλλί και ένας νεαρός άντρας με σκουλαρίκι και ξυρισμένο κεφάλι έκαναν ηρωίνη. Ο νεαρός θα ήταν κάπου στα είκοσι έξι του, η κοπέλα θα ήταν γύρω στα δεκαεννιά. 
«Διάλεξε την ζωή, σου λένε μετά» σκέφτηκε ο Χιούγκο καθώς ανέβαιναν τις σκάλες και περνούσαν δίπλα από το νεαρό ζευγάρι. Μόλις έφτασαν στο δωμάτιο της κοπέλας, εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα πρώτη. Σπέρμα στους τοίχους, στο πάτωμα, ένας δονητής με σάλια και υγρά πεταμένος λίγο πιο δίπλα, ένα μαστίγιο με κάτι χειροπέδες στο κρεβάτι και ολόκληρο το δωμάτιο βαμμένο κόκκινο. 
Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί προς την άσπρη ντουλάπα της καθώς έβγαζε την καπαρντίνα του και του την έδινε πίσω. Έπειτα πήρε ένα μαύρο μεταξωτό στρινγκάκι, το φόρεσε και κάλυψε τα στήθη της με ένα μαύρο επίσης δαντελωτό σουτιέν. Είχε παραξενευτεί πώς ο Χιούγκο δεν της είχε ορμήσει ή πως δεν της είχε ζητήσει να την πηδήξει ακόμη, οι περισσότεροι άντρες δεν αντιστέκονταν στο κορμί της. 
«Έχεις όνομα;» τον ρώτησε ενώ άνοιγε ένα συρτάρι κοντά στο κομοδίνο του μονόκλινου κρεβατιού της και έβγαζε ένα πακέτο με τσιγάρα. Του έδωσε μερικά και έπειτα πήρε κι η ίδια ένα. 
«Ναι» της απάντησε και η γυναίκα χαμογέλασε. 
«Εμένα με λένε Ρεβέκκα. Ήθελα να ξέρω το όνομα του τύπου που με έσωσε. Αλλά έχεις δίκιο, μάλλον δεν έχει σημασία να το μάθω. Δεν θα συναντηθούμε ξανά» 
Προσπάθησε να ανάψει το τσιγάρο της με τον αναπτήρα της αλλά δεν δούλευε. Τον πέταξε θυμωμένη και ο Χιούγκο αφού πρώτα της χάρισε τη φωτιά του, άναψε ύστερα και το δικό του τσιγάρο.
«Ευχαριστώ, το χρειαζόμουν» σχολίασε εκείνη και ο Χιούγκο απλώς έγνεψε. Έπειτα την ευχαρίστησε για τα τσιγάρα και ρώτησε πού μπορούσε να βρει το αφεντικό της. Η κοπέλα του έδωσε ακριβείς οδηγίες και την άφησε να καπνίσει. Ενώ προχωρούσε προς το γραφείο του Έις Λόκερ ο Χιούγκο έφερε στο μυαλό του αυτόν τον άντρα. Η οικογένεια του Έις Λόκερ τον είχε υιοθετήσει και τον είχε περιθάλψει λίγα χρόνια αφότου ο Χιούγκο έφυγε από το σπίτι της θείας και του θείου του. Ο Έις λοιπόν για κάποιο διάστημα ήταν αδελφός του. Αλλά οι δυο τους δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί. Βέβαια ναι, υπήρχαν και οι χαρούμενες στιγμές, αλλά και οι λυπητερές. Ο Έις είχε παίξει τόσο ενεργό ρόλο στην ζωή του Χιούγκο όσο σχεδόν κανένας άλλος. Ο Έις είχε σμιλεύσει έτσι τις ιδέες του Χιούγκο ώστε να γίνει στα νεαρά του χρόνια αναρχικός, ο Έις τον είχε σπρώξει να κάνει την πρώτη του παρανομία και το πρώτο του τσιγάρο, ο Έις τον είχε κάνει φανατικό θαυμαστή της Liverpool FC , εκείνος του είχε δώσει την πρώτη του δόση ηρωίνης και είχε μαζέψει αρκετούς φίλους του κάτω από την φτερούγα του και φυσικά την πρώτη φορά που ο Χιούγκο είχε μπει φυλακή για έξι μήνες είχε μπει εξαιτίας του Έις. 
Έφτασε μπροστά από το δωμάτιό του και χτύπησε την πόρτα. «Ανοιχτά είναι φίλε» ακούστηκε βραχνός ο Έις. Ο Χιούγκο άνοιξε την πόρτα και τον βρήκε με ένα ανοιχτό πουκάμισο, τα μακριά του καστανόξανθα μαλλιά πιασμένα σε έναν κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, τα γένια του γεμάτα με ουίσκι και τα πράσινα μάτια του μισόκλειστα ενώ στο ένα του χέρι κρατούσε ένα αναμμένο τσιγάρο. 
«Χιούγκο;» 
«Έις» ανταπέδωσε ο Χιούγκο και τον κοίταξε. Ο Έις σηκώθηκε και προχώρησε κοντά του. Κοντά του βρισκόταν ένα μικρό μπαρ γεμάτο με γυάλινα ποτήρια, ένα μπιλιάρδο και μερικά γυάλινα παράθυρα. 
«Λοιπόν, τι νέα; Με τι ασχολείσαι; Αυτά τα τελευταία είκοσι τρία χρόνια!» έκανε ο Έις και προχώρησε προς το μπιλιάρδο. Πήρε μια στέκα στα χέρια του αφήνοντας το ποτήρι με το ουίσκι και έστησε τις μπάλες, πριν τις χτυπήσει και τις σκορπίσει πάλι σε ολόκληρο το μπιλιάρδο. 
«Μπήκα στην αστυνομία. Για λίγα χρόνια ήμουν αστυνομικός μέχρι που μου έγινε πρόταση να δουλέψω για το FBI. Αρνήθηκα και έτσι πλέον δουλεύω ως ιδιωτικός ντετέκτιβ. Έχω και μια νεαρή συνεργάτιδα πλέον. Εσύ; Παντρεύτηκες άκουσα» απάντησε ο Χιούγκο και έκατσε με την πλάτη κοντά στον πάγκο του μπαρ ενώ άφησε το τσιγάρο του σε ένα τασάκι. 

«Ναι, παντρεύτηκα. Μια κοπέλα, Ολλανδέζα. Κάναμε και παιδιά. Δύο, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα βαφτίσαμε κιόλας . Τζακ και Τζιλ, για να θυμίζουν το ποιηματάκι που λέγαμε μικρά, θυμάμαι ότι το ήξερες» άρχισε ο Έις και εφόσον ήπιε λίγο ακόμα από το ουίσκι του σημάδευσε λίγο καλύτερα με την στέκα του. Ο Χιούγκο κάπνισε και ήξερε ότι ο Έις ήθελε να πει κάτι παραπάνω. 
«Βέβαια, χωρίσαμε με την Γκρέτα. Οπότε πήρε τα παιδιά και πήγε στο Λονδίνο, η παλιοπουτάνα. Σπάνια βλέπω τα παιδιά. Μια φορά περίπου κάθε 10 χρόνια» πρόσθεσε όντως εκείνος και ο Χιούγκο παρατήρησε ότι σκέφτηκε καλά πριν πει τον αριθμό των χρόνων. Κρατώντας ακόμα την στέκα παράτησε το παιχνίδι και προχώρησε προς το μέρος του Χιούγκο, χωρίς όμως να απομακρυνθεί από το τραπέζι του μπιλιάρδου. 
«Από τότε που σε θυμάμαι πάντως, κάθαρμα, ήθελες να γίνεις αστυνομικός. Κοίτα να δεις που το κατάφερες τελικά. Μπράβο, Χιούγκο, χαίρομαι για εσένα» 
«Και εσύ από ό, τι βλέπω κληρονόμησες το μπαρ της μάνας σου της Νάταλι, ε; Στις τουαλέτες αυτού του μπαρ δεν έχασες την παρθενιά σου;» 
«Ναι. Δεν παραπονιέμαι βέβαια. Το έφτιαξα κατάλληλα, το εμπόριο πάει καλά. Και ευτυχώς τα κορίτσια μου μαζεύουν πολλούς πελάτες» 
Με μια κίνηση που ο Χιούγκο δεν περίμενε, ο Έις τον χτύπησε με την στέκα του μπιλιάρδου μια φορά στο πίσω μέρος του κεφαλιού και μια στην πλάτη. Όσο ο Χιούγκο προσπαθούσε να προφυλαχθεί ο Έις τον χτυπούσε ξανά και ξανά με οργή, τον χτύπησε ακόμα μια φορά στην πλάτη και τέλος στην κοιλιά.
Ο Χιούγκο έπεσε πιάνοντας την κοιλιά του στο πάτωμα και προσπάθησε να συρθεί, ψάχνοντας για κάποιο όπλο. Τότε ο Έις βρήκε την ευκαιρία και τον χτύπησε με την στέκα πάλι δύο φορές στην πλάτη. Ο Χιούγκο σηκώθηκε γρήγορα και έπιασε ένα σκαμπό κοντά στο μπαρ. Το σήκωσε για να προφυλαχθεί ενώ ο Έις έσπαγε την στέκα πάνω στο σκαμπό. Ήταν οργισμένος. Είχε να δει αυτόν τον τύπο είκοσι τρία γαμημένα χρόνια, και ο Χιούγκο που γνώριζε είχε δώσει την θέση του σε αυτό το γαμημένο κουστουμαρισμένο γουρούνι, σε αυτόν τον μπάσταρδο πρώην μπάτσο! Ήταν αδελφός του και αυτά τα είκοσι τρία χρόνια δεν τον είχε αναζητήσει καν! 
«Μπάσταρδε!» τον έβρισε σπρώχνοντας το σκαμπό με δύναμη προς το μέρος του. Φαινόταν μεθυσμένος, αλλά ακόμα είχε την δύναμη του. 
«Εγώ μπάσταρδος; Τα σχέδια σου με έβαλαν φυλακή!» φώναξε ο Χιούγκο και με μια κίνηση έσπρωξε μακριά τον Έις κρατώντας ακόμα δυνατά το σκαμπό σαν ασπίδα. «Με έβαλαν φυλακή και με έκαναν να σκοτώσω έναν αθώο άνθρωπο. Ένα εικοσιενάχρονο ξανθό αγόρι σε μια φυλακή της Γλασκώβης, ξέρεις πόσο δύσκολο ήταν αυτό;» βόγκηξε και με οργή τον έσπρωξε άλλη μια φορά δυνατά. Με μια κίνηση του Έις οι δυο άντρες έριξαν την ίδια στιγμή μακριά το σκαμπό και υψώνοντας τις γροθιές τους χτύπησαν ο ένας τον άλλο με δύναμη στο πρόσωπο. Έπεσαν ταυτόχρονα προς τα πίσω, μα σηκώθηκαν ξανά απότομα και ο ένας έτρεξε πάνω στον άλλον. 
Άρχισαν να παλεύουν σώμα με σώμα σε ολόκληρο το δωμάτιο ώσπου έπεσαν πάνω στο μπιλιάρδο. Ο Χιούγκο έριξε τον Έις πάνω στην τσόχα του μπιλιάρδου και άρχισε να τον χτυπάει στο πρόσωπο.
«Πες μου, τι σε θυμώνει περισσότερο; Το ότι έχω τόσο καιρό να μιλήσω μαζί σου και να ενδιαφερθώ για εσένα ή ότι πολλά από τα λεφτά που βγάζεις έχουν μειωθεί εξαιτίας των συλλήψεων μου; Ε;» 
Ο Έις προσπαθούσε να τον διώξει από πάνω του, μέχρι που ο Χιούγκο τον σήκωσε ξανά και τον χτύπησε πάνω στο μπαρ με την πλάτη. Προσπαθούσε να ανακτήσει την ανάσα του πριν αρχίσει πάλι να τον σφυροκοπάει με τις γροθιές του. Κατάφερε όμως και βρήκε κάτι που τον έσωσε, μια μικρή αντλία με μπύρα την οποία χρησιμοποιούσε όταν τα μηχανήματα είχαν πρόβλημα. Την έπιασε με δύναμη και άρχισε να ρίχνει όση περισσότερη μπύρα μπορούσε με ορμή πάνω στο πρόσωπο του Χιούγκο.
Εκείνος πετάχτηκε πίσω με δύναμη και ο Έις σηκώθηκε. Στον πάγκο του μπαρ είχε συνήθως ένα μεταλλικό κουδούνι σε μορφή μικρής καμπάνας, το οποίο χρησιμοποιούσε κυρίως όταν είχε πόρνες στο δωμάτιο του και τις έβαζε να του φέρονται σαν καμαριέρες. Το άρπαξε το κουδούνι και με ορμή επιτέθηκε στον Χιούγκο. Τον χτύπησε αρκετά στον ώμο και στην πλάτη κι έπειτα το κουδούνι έσπασε, αφού κατά λάθος το χτύπησε και πάνω σε έναν τοίχο. Έπιασε ένα μπουκάλι με βότκα και σπάζοντάς το προσπάθησε να επιτεθεί στον Χιούγκο. Όμως δεν πρόσεχε πώς το έσπαγε και ένα κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο χέρι του. Βλαστήμησε και ο Χιούγκο βρήκε την ευκαιρία να του πετάξει ένα γυάλινο ποτήρι. Τον πέτυχε στο στήθος και ο Έις πετάχτηκε πίσω βρίζοντας. Τα μαλλιά του είχαν λυθεί από τον κότσο και οργισμένος κυνήγησε τον Χιούγκο. Οι δύο άντρες έψαχναν με την αγωνία χαραγμένη στα πρόσωπα τους όπλα για να συνεχίσουν την μάχη τους. Ο Έις έτρεξε με δύναμη προς το μέρος του Χιούγκο, με αποτέλεσμα η γροθιά του δεύτερου να βρεθεί στο στήθος του πρώτου, και αντίστροφα ο Έις να ρίξει μια γροθιά με δύναμη στο πλευρό του αδελφού του.
Με δύναμη οι δυο άντρες έπεσαν πάνω στον καναπέ του Έις και πάλευαν. Οι μύτες και των δυο είχαν ανοίξει. Ο Έις έδωσε μια γροθιά στον Χιούγκο και του μαύρισε το μάτι, ώσπου ο Βρετανός έπιασε με δύναμη τον Αμερικάνο από τον λαιμό και κάνοντάς του ένα σιδερένιο κεφαλοκλείδωμα έτρεξε προς ένα παράθυρο έχοντας το κεφάλι του Έις σαν πολιορκητικό κλοιό. Τον χτύπησε με δύναμη εκεί και γυαλιά έπεσαν τριγύρω τους. Τα μάτια του Έις κλείσανε και έπεσε αναίσθητος. Ο Χιούγκο νίκησε και το ήξερε, όμως τα χτυπήματα που είχε δεχθεί και αυτός ήταν σκληρά. Οπότε χωρίς να το καταλάβει έπεσε αναίσθητος κοντά στο μπιλιάρδο που πριν από λίγο πλάκωνε στα μπουνίδια τον αδελφό του. Αναμνήσεις ήρθαν στο μυαλό και τα όνειρά τους, αναμνήσεις πριν από την ευκαιρία, πριν από την πρέζα, πριν από το σχέδιο, τον φόνο και την φυλακή. 
Ήταν νεαροί ακόμα, φίλοι και αδελφοί, φανατικοί οπαδοί της Liverpool FC. Είχαν έρθει σε αυτό το μπαρ, το μπαρ της τότε μητέρας του Χιούγκο κι είχαν καθίσει με όλους τους υπόλοιπους οπαδούς της Liverpool περιμένοντας να δουν πως η αγαπημένη τους ομάδα θα «ξέσκιζαν τα μουνιά, τους ξεπουλημένους μπάσταρδους» της Manchester United. Δεν είχαν καταφέρει να βρουν εισιτήρια, και όμως η ατμόσφαιρα που επικρατούσε μέσα στο μπαρ ήταν σαν ενός γηπέδου. Ο Χιούγκο, ο Έις και οι υπόλοιποι είχαν βαφτεί με τα χρώματα της αγαπημένης τους ομάδας, ενώ εκεί βρίσκονταν κι οι κολλητοί του Έις. Έπιναν μπύρες, ζητωκραύγαζαν, πανηγύριζαν, έβριζαν, έλεγαν συνθήματα και το αίμα τους έβραζε από το παιχνίδι. Κοντά τους βρίσκονταν, βέβαια σε διπλανά τραπέζια, οπαδοί της Manchester United. 
Ο Χιούγκο θυμήθηκε πόσο ζωντανός ένιωσε όταν ο αγώνας κρίθηκε στα πέναλτι. Η Liverpool νίκησε την Manchester και εκείνος για να περηφανευτεί πήγε κοντά στους οπαδούς της Manchester μαζί με τον αδελφό του και τραγούδησαν παρέα τον ύμνο της Liverpool:

"When you walk through a storm
hold your head up high
And don’t be afraid of the dark.
At the end of a storm is a golden sky
And the sweet silver song of a lark"

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μερικοί από τους οπαδούς της Manchester να θυμώσουν και να ορμήσουν εναντίον τους κι εναντίον των κολλητών τους. Εκείνη την εποχή ο Χιούγκο έμπλεκε συχνά σε μπελάδες και το απολάμβανε, ένιωθε ζωντανός. Πόσα ρουθούνια έσπασε τότε με τα επιδέξια κροσέ του, πόσα μπουκάλια σε κεφάλια αγνώστων και με πόσους πολλούς πλακώθηκε, πόσες γροθιές έφαγε και εκείνος ο τύπος που προσπάθησε να τον μαχαιρώσει… Αναμνήσεις, τόσο γλυκές αναμνήσεις. Και τότε, ενώ ταξίδευε μέσα στις υπέροχες αναμνήσεις του, ο Χιούγκο άνοιξε τα μάτια του και ανακάλυψε πως βρισκόταν πάλι πίσω στο μπαρ. Στο μπαρ της Νάταλι, που τώρα ανήκε στον Έις. Ήταν χτυπημένος και πόναγε, η μύτη του είχε ματώσει και το μάτι του είχε μαυρίσει. Γνώριζε πως ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα του μπαρ, κοντά στο μπιλιάρδο του προσωπικού δωματίου του Έις. Στα αυτιά του έπαιζε μια ακουστική έκδοση, μόνο η μουσική και όχι τα λόγια από το “Perfect Day” του Lou Reed. Το αγαπούσε αυτό το κομμάτι.
Και τότε ένιωσε δύο χέρια. Δύο χέρια να τον ακουμπάνε αριστερά και δεξιά στο κεφάλι του, πάνω από τα αυτιά του. Γυναικεία χέρια, μια μυρωδιά σαν τουλίπα, που ανήκαν σε μια πανέμορφη κοπέλα με μακριά καστανά προς μαύρα μαλλιά, καφετιά μάτια και γλυκό πρόσωπο. Ο Χιούγκο την αναγνώρισε. Μόνο εκείνη μύριζε τόσο έντονα σαν τουλίπα. Ενώ τα χέρια της τον χάιδευαν, εκείνος κοίταζε τα μάτια της και μύριζε την ευωδία των χεριών και των δαχτύλων, του σώματός της.
«Ωραία, άνοιξες τα μάτια σου. Είσαι εντάξει; Πονάς ακόμα;» τον ρώτησε με μια τόσο υπέροχη φωνή χαμογελώντας του. Εκείνος προσπάθησε να μιλήσει, αλλά η φωνή του είχε πετρώσει στο στόμα του και δεν μπορούσε να βγει. Η κοπέλα γέλασε, ένα τόσο γλυκό και όμορφο γέλιο, τόσο απαλό και ήσυχο που κάτω από οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα έμοιαζε ανάρμοστο. Έπειτα τον χάιδεψε για λίγο ακόμα στα μαλλιά και στο κεφάλι και μετά, με μια μικρή, αθώα κίνηση, κατέβασε λίγο το πρόσωπό της πιο κοντά στο δικό του και τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του. 
«Σε αγαπώ» του ψιθύρισε με κλειστά μάτια και ο άντρας τη φίλησε ακόμα μια φορά. Αυτές οι δύο λέξεις τον έκαναν ευτυχισμένο. 
«Σε αγαπώ» της επανέλαβε πάνω στο φιλί τους. Μπορούσε να γευτεί την γεύση των χειλιών της. Έμοιαζε σαν φράουλες με μέλι και σαν γιασεμί με τριαντάφυλλο. Τόσο γλυκιά γεύση και τόση ομορφιά σε ένα τέτοιο πλάσμα. Ο Χιούγκο αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να γεννηθεί ένας τέτοιος Άγγελος. Άνοιξε τα μάτια του και η κοπέλα είχε εξαφανιστεί, αλλά εκείνος ακόμα βρισκόταν στο μπαρ του Έις. Θυμόταν ποια ήταν. Θυμόταν ποια ονειρεύτηκε και ποια κατάφερε να τον ξυπνήσει. Ήταν η Λούσυ. Σηκώθηκε κουρασμένος και περίεργος από το πάτωμα και είδε τον Έις να έχει κάτσει πληγωμένος πάνω στον καναπέ του δωματίου του, με έναν επίδεσμο στο χέρι, μια χαρτοπετσέτα στην μύτη του και ένα ποτήρι ουίσκι στο δεμένο χέρι του. 
«Α, ξύπνησες επιτέλους. Αποφάσισα να μην σε σκοτώσω σήμερα. Σου έσωσε την ζωή η μεγαλοψυχία μου. Ξύπνησα πολύ πριν από εσένα, μιλούσες στον ύπνο σου για μια κοπέλα, έλεγες το όνομα της. Άκουγα το όνομα Λούσυ. Τέλος πάντων. Για να είσαι εδώ, Χιούγκο Ρώσον, κάτι θα θέλεις. Τι θέλεις λοιπόν;» 
«Θυμάσαι όταν η Liverpool νίκησε την Manchester; 4-2. Είχαμε δει μαζί τον αγώνα. Ήμασταν νέοι ακόμα, είκοσι τρία χρόνια πριν. Ήταν μια τέλεια ημέρα, με βροχή. Το θυμάσαι; Πλακωθήκαμε με κάποιους μπάσταρδους φαν της Manchester μετά τον αγώνα. Εκείνη την χρονιά είχες σχέση με μια κοπέλα, την Λίζα. Και εγώ είχα σχέση με μια κοπέλα, την Κορίνα. Θυμάμαι ότι πολλές φορές ερχόμουν σε ένα διαμέρισμα στο οποίο έμενες με την Λίζα και σας παρακολουθούσα με τις ώρες να κάνετε πρέζα και να χάνεστε στο ντελίριο της ηρωίνης. Για λίγο καιρό με είχες κολλήσει και εμένα εκεί. Την πρώτη φορά που έκανα με πήγες για fish ‘n’ chips, ένιωθα να ανακατεύομαι, ένιωθα αλμύρα και μια γεύση σαν να είχε στεγνώσει ο λαιμός μου. Με πρόσεχες και θυμάμαι ότι η Λίζα και εγώ σε φωνάζαμε κάθε φορά “Ανώτατη Μητέρα” λόγω της προσοχής σου όταν κάναμε. Μια φορά είχε κάνει και η Κορίνα, θυμάσαι; Και την πήγαμε στο νοσοκομείο, τότε που η Νάταλι σε έδιωξε από το σπίτι και μέναμε για λίγο στο σπίτι της πρέζας» σχολίασε αστειευόμενος την τελευταία λεπτομέρεια ο Χιούγκο. Ο Έις έκανε πως δεν ήξερε τι εννοούσε ο παλιός του φίλος αλλά μέσα του χαιρόταν που τα θυμόταν όλα. Με ένα χαμόγελο λοιπόν κρυφό και με μια γουλιά από το ουίσκι του, ξεκίνησε να λέει χαρωπά τον ύμνο της ομάδας που τους ένωσε τόσα χρόνια πριν.

"When you walk through a storm
hold your head up high
And don’t be afraid of the dark.
At the end of a storm is a golden sky
And the sweet silver song of a lark."

Ο Χιούγκο το τραγούδησε μαζί του και έπειτα τον κοίταξε. 
«Χρειάζομαι την βοήθειά σου Έις. Για την δουλειά μου» 
«Φίλε, εγώ με μπάτσους, νυν και πρώην, δεν μιλάω. Αλλά έχω να πλακωθώ τόσο καλά εδώ και πολύ καιρό, οπότε θα κάνω μια εξαίρεση. Ποιον ψάχνεις;» 
«Λέγεται Τζακ Κραμπ. Έμπορος σάρκας» 
«Τον ξέρω τον μπάσταρδο» χαμογέλασε ο Έις. «Θα τον βρεις απόψε στο μπαρ, λίγο πιο μετά, κατά τις τέσσερις. Κάνε μου μια χάρη, άμα σχεδιάζεις να τον σκοτώσεις φέρε μου τα πέντε χιλιάρικα που μου χρωστάει πρώτα. Και θυμήσου, έχει μαύρα κοντά μαλλιά, χρυσή αλυσίδα στον λαιμό και φοράει μαύρα γυαλιά, ενώ έχει ένα πουκάμισο τύπου Έλβις» 
Έπειτα σηκώθηκε, παραμέρισε τον Χιούγκο και έβγαλε από ένα συρτάρι του μπαρ ένα μικρό μεταλλικό πιάτο. Ύστερα προχώρησε και βρήκε ένα φακελάκι, μικρό και χάρτινο, δεμένο με ένα λαστιχάκι. Το άνοιξε και ηρωίνη σε σκόνη άρχισε να τρέχει πάνω στο πιάτο και να απλώνεται. Ο Έις πήρε ένα μικρό ξυλάκι, το έφερε κοντά στην μύτη του και εφόσον διαχώρισε την ηρωίνη σε μικρές λευκές γραμμές πάνω στο πιάτο εισέπνευσε την σκόνη στην μύτη του. 
Έριξε το κεφάλι του λίγο πίσω και χαμογέλασε από την πρέζα. Ο Χιούγκο τον παρατηρούσε και ο Έις το κατάλαβε. 
«Θέλεις να κάνεις μια, αδελφέ; Το καταλαβαίνω στο βλέμμα σου, έκανες ξανά και μάλιστα πρόσφατα»
«Όχι, από τότε που πέθανε ο Σάμι δεν έχω κάνει καθόλου ναρκωτικά. Τα έκοψα φίλε. Τα έκοψα όλα, από τα δεκαεννιά μου» προσπάθησε να το αρνηθεί ο Χιούγκο. 
«Όλα;» τον ρώτησε με δυσπιστία ο Έις. 
«Όλα. Εκτός από αυτό» είπε και με μια κίνηση τράβηξε από μια εσωτερική τσέπη της καπαρντίνας του ένα τσιγάρο. Το έβαλε στο στόμα του και εφόσον το άναψε έκανε μια τζούρα. 
«Όλα τα υπόλοιπα τα έκοψα και μπόρεσα να απαγκιστρωθώ. Όλα εκτός από αυτό, αυτό το διαβολεμένο το τσιγάρο» πρόσθεσε κρατώντας το αναμμένο στο χέρι του. 
«Τα ναρκωτικά φέρνουν τον θάνατο» είπε ο Έις γελώντας, κάτι που συνήθιζε να λέει η μητέρα τους. 
«Και τα τσιγάρα φέρνουν τον καρκίνο» συμπλήρωσε ο Χιούγκο. Ο Έις έκανε την ηρωίνη του και εκείνος τον κοίταξε ξανά με τον ίδιο τρόπο που τον κοίταζε πολλά χρόνια πριν, κάθε φορά που δηλητηρίαζε τον εαυτό του. Με απορία γιατί το έκανε. Κάποια στιγμή έπρεπε να κάνει στον εαυτό του την ερώτηση γιατί κάπνιζε, εφόσον του φαινόταν υποκριτικό να ρωτάει μόνο τον λόγο που ο Έις μαστούρωνε. Κάθισαν μαζί και ο Χιούγκο έβαλε στον εαυτό του ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Χωρίς να το καταλάβει όμως, κάτι υπήρχε στο βλέμμα του, κάτι που έκανε τον Έις να σηκωθεί από την νιρβάνα του και να έρθει κοντά του. Τον κοίταξε και με μια φωνή σαν να τον μάλωνε ξανά τον ρώτησε:
«Ρε μπάσταρδε, τι παπαριές μου λες ότι τα έκοψες; Και καλά δεν κάνεις ναρκωτικά; Σε εμένα ψέματα δεν θα λες!» 
Ερχόμενος κοντά του τον ανάγκασε να σηκώσει το ένα του μανίκι. Και το ό, τι είδε τον έκανε να ρίξει ακόμα μια γροθιά στον Χιούγκο. Δεν είχε δύναμη αλλά προσπάθησε να του ρίξει μία. 
Υπήρχε ένας άσπρος επίδεσμος, σαν αυτόν που έχουν στα νοσοκομεία, λεπτός σαν κορδέλα, σφιχτά δεμένος γύρω από ένα μέρος του χεριού του Χιούγκο. Ο Έις έλυσε τον επίδεσμο και τον πέταξε μακριά. Και ευθύς είδε το σημάδι από την σύριγγα της ηρωίνης που χρησιμοποιούσε ο Χιούγκο. 
«Μαλάκα. Δεν μπορείς να το κόψεις, έτσι δεν είναι; Προσπάθησες αλλά δεν μπορείς!» 
«Έχεις δίκιο. Εδώ και αρκετό καιρό ήμουν καθαρός, όμως η σκέψη πως δεν θα πιάσω ποτέ τον Μπάμπαντουκ και η σκέψη ότι θα χάσω με οδήγησαν στο να κάνω πάλι» παραδέχτηκε ο Χιούγκο και ο Έις έριξε λίγη άσπρη σκόνη σε ένα κουτάλι. Την ανακάτεψε με ένα υγρό και μόλις βεβαιώθηκε πως ήταν έτοιμη του την έδωσε. 
«Και τώρα προχωράμε στην θανατηφόρα εισχώρηση ναρκωτικών στον οργανισμό μας! Bon appétit Χιούγκο!» γέλασε κι αφού ο Χιούγκο πήρε στα χέρια του την σύριγγα χτύπησε δύο φορές με το χέρι του τον ώμο του. Έπειτα εισχώρησε την σύριγγα και φυσικά τα ναρκωτικά στον οργανισμό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και αφέθηκε.
Το κεφάλι του χτύπησε το σκληρό πάτωμα ενώ η σύριγγα έφυγε από τα χέρια του. Χρώματα, μυρωδιές, ο αέρας που περνούσε μέσα από τα χόρτα και έναν ανεμόμυλο, η Λούσυ να χορεύει ξυπόλυτη και γυμνή ανάμεσα στις τουλίπες και να τον καλεί γυμνή μέσα σε μια θάλασσα από πέταλα τριανταφύλλων, εικόνες φαντασμαγορικές με χρυσόψαρα να πετάνε στον γαλάζιο ουρανό περνούσαν μπροστά από τα μάτια του. Στα αυτιά του έπαιζαν οι πρώτοι στίχοι του “Lust For Life” ξανά. Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε να απολαύσει την εκδρομή, όσο ψεύτικη και σύντομη και να ήταν. Όταν τελείωσε και συνήλθε, ένιωθε την έντονη δίψα πάλι και την πείνα. Οπότε, σηκώθηκε και μαζί με τον Έις έφαγαν μερικά fish and chips που είχε ο Έις εδώ και λίγες ημέρες στην κατάψυξη, ενώ παράλληλα έπιναν μπύρες. Οι δύο άντρες χαμογέλασαν. Θυμόνταν επιτέλους τα παλιά. 



Matt Dragoneed

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου