Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Μαρ 2018

0 OOPS! Ξέχασα την πεθερά μου στον καταψύκτη (Κεφάλαιο 2)

   «Ο ξανθός γόης και μετέπειτα σύζυγός μου διάλεξε, με τη βοήθεια της wannabe στυλίστριας μάνας του, δυο σλιπάκια που, κατά την ταπεινή μου άποψη, δε θα τον κολάκευαν καθόλου. Ερχόμενη στο ταμείο, η Αντζελίνα με ρώτησε:
 “Δικαιούμαστε κάποια έκπτωση;”
 “Από όσο γνωρίζω, όχι” της απάντησα.
 “Τέλος πάντων” ρουθούνισε η κακή απομίμηση της Miss Piggy (η αυθεντική έχει τουλάχιστον και κάποιο class!) κι έβγαλε ένα πορτοφόλι, πάνω στο οποίο υπήρχε μια στάμπα που έγραφε: “Ι am hot”.
 »Ο γιόκας της καθόταν λίγα βήματα πιο πίσω και παρατηρούσε τη μανούλα του, που του πλήρωνε τα βρακιά σαν να ήταν βαφτιστήρι. Έπρεπε να το έχω καταλάβει από τότε, πόσο μαμάκιας και μαμούχαλος ήταν!»
 Ο δικηγόρος με ύψος σαν του
Παπαστρούμφ, με κοίταξε εμβρόντητος, λες κι από το στόμα μου είχε ξεπηδήσει το «Τοπ Τεν» της βωμολοχίας!
 «Όταν έφυγαν από το κατάστημα, επέστρεψα ξανά στις φανέλες, με σκοπό να συνεχίσω το δίπλωμά τους. Στο  μεσαίο ράφι βρήκα λοιπόν ένα σημείωμα γραμμένο από τον Αλέξανδρο· ακόμη θυμάμαι κάθε λέξη ξεχωριστά: “Μου αρέσεις πολύ κορίτσι με τα ζουμερά χείλη”. Ακριβώς από κάτω υπήρχε το τηλέφωνό του».
 «Ήταν αριθμός κινητού ή το σταθερό; Πείτε μου, για να σημειώσω, κυρία Κυλοτάκη».
 «Ξέρετε εκείνη την εποχή η Vodafone δεν υπήρχε, ούτε καν σαν ιδέα!»
 «Οπότε σταθερό, σίγουρα σταθερό, λοιπόν» σημείωνε με ύφος Αρχιμήδη, όταν κραύγασε «Εύρηκα!».
 «Kαι τελικά, επικοινωνήσατε;»
 «Ναι, μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον κι έτσι πήρα το ίδιο βράδυ τηλέφωνο. Η αλήθεια ήταν βέβαια, πως δεν περίμενα να το σηκώσει η μάνα του. Δε μου είχε περάσει από το νου ότι έμεναν μαζί».
 «E, αφού του αγόραζε τα εσώρουχα, θα έπρεπε να το έχετε υποθέσει, κυρία Μάρθα!» παρατήρησε με αυστηρότητα γονέα που σε πιάνει να κάνεις τσιγάρο, ο χασοδίκης.
 «Ίσως, ίσως... Όπως και να ‘χει στο άκουσμα της φωνής της, τα έχασα κάπως. Σας μεταφέρω επακριβώς τη μίνι τηλεφωνική συνδιάλεξή μας. (Α, όλα κι όλα, μνήμη ελέφαντα έχω η ατιμούλα!)
 “Καλησπέρα θα μπορούσα να μιλήσω στον Αλέξανδρο;”
 “Ποια τον ζητάει;” (Κοφτά και δικτατορικά).
 “Η Μάρθα, η κοπέλα από το Μινιόν, από το τμήμα με τα εσώρουχα”.
 “Και τι θέλεις από τον γιο μου;” (Σίγουρα όχι να τον ρωτήσω, αν τα αχαμνά του αισθάνθηκαν θαλπωρή, όταν τα κάλυψε το ύφασμα του σλιπ που αγόρασε!)
 “Θέλω... θέλω απλώς να του μιλήσω”.
 “Σχετικά με τι;” (Σίγουρα είχε κάνει ιδιαίτερα στην Γκεστάπο!)
 “Μαμά, δώσε μου σε παρακαλώ το ακουστικό” άκουσα από το βάθος τη φωνή του Αλέξανδρου.
»Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορώ, κλείσαμε ραντεβού για το επόμενο Σάββατο που βόλευε και τους δυο μας. H αλήθεια είναι πως ντύθηκα όσο πιο προκλητικά μπορούσα, αφού και ήθελα να του αρέσω και μου είχε υποσχεθεί ντίσκο. Το κομμάτι: “I will survive” με ξεσήκωσε αμέσως».
 «Καμία σχέση με το Survivor, το εν λόγω τραγούδι;» ρώτησε ο άνδρας απέναντί μου, ο οποίος θα μπορούσε άνετα να γίνει viral με τις απανωτές κοτσάνες που πετούσε.
  «Ω, μα σταματήστε επιτέλους να με μπερδεύετε!» του αντιγύρισα ελαφρώς χολωμένη. «Η βραδιά στην ντίσκο κύλησε ευχάριστα κι έτσι, ακολούθησε η επίσκεψη στο σπίτι του· αφού με είχε προηγουμένως πληροφορήσει για τη διήμερη απουσία της μητέρας του στο χωριό».
 «Πολύ νωρίς δεν την πήρατε τη συγκεκριμένη απόφαση; Μη μου πείτε πως συνουσιαστήκατε κιόλας;» έφριξε ο δικηγορίσκος.
 «Συγγνώμη;» είπα. «Από το ηθών είστε και δεν το ξέρω;» Έβραζα απ’ τα νεύρα μου σαν χύτρα.
 «Με συγχωρείτε, μπορεί να ξέφυγα λίγο. Mάλλον μου βγαίνει η κούραση».
  Συνέχισα με κάποια δυσφορία.
 «Ο Αλέξανδρος δε με οδήγησε κατευθείαν στο δωμάτιό του, αφού μου παρουσιάστηκε ως τζέντλεμαν. Στην ερώτησή μου, αν ο πατέρας του έμενε μαζί τους, μου απάντησε με ένα κοφτό “όχι”. Το κρασάκι που μου σερβίρισε, μας έφερε πιο κοντά κι αρχίσαμε τις τρυφεράδες. Κι εκεί που ήμασταν έτοιμοι να δώσουμε το πρώτο μας φιλί, ακούστηκε η τσιριχτή φωνή της:
 Aλέξανδρε τι κάνεις εκεί, μωρέ αχαΐρευτε; Πίνεις από το κρασί που είχα πάρει από το μνημόσυνο του κυρ Στάθη σαν αναμνηστικό; Τίποτα δε σέβεσαι πια; Και διώξε επιτέλους αυτήν την πόρνη που μου έμπασες εδώ μέσα!”
 »Οι δυο τους έστησαν έναν τρικούβερτο καβγά σχετικά με την ταυτότητα του κρασιού, το οποίο, όπως ήταν φυσικό κι επόμενο ήθελα να ξεράσω επί τόπου. Ακούς εκεί μνημόσυνο! Αυτό ήταν και το κατάλληλο timing, για να κάνει το one woman show του, το σκροφίδιο, που έφερε το όνομα Αντζελίνα Χρυσοστόμου! (Πιο άκυρο επίθετο δεν μπορούσε να έχει!)
 “Αχ, αχ, να τα πάλι τα φτερουγίσματα στην καρδιά, Αλέξανδρεεε. Αχ, σβήνω, χάνομαι. Θέλω να γράψουν πάνω στην ταφόπλακά μου: Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος, όπως σε εκείνη του Καζαντζίδη”».
 Ο δικηγοράκος τραντάχτηκε ολόκληρος από τα γέλια, λες κι έβλεπε όλα τα best of του Σεφερλή.
 «Μα είναι δυνατόν να μπερδέψει κανείς τον Καζαντζάκη με τον Καζαντζίδη;»
Ποιος μιλούσε! Ο άνθρωπος που θεωρούσε τα Μίνιονς και τα Μινιόν το ένα και το αυτό.


 Χριστίνα Καρρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου