Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Ιουν 2018

0 Κλωθώ (Κεφάλαιο 1)


 Καλαμάτα, Μάρτιος 1916

Μόλις είχε τελειώσει η ακολουθία των Χαιρετισμών κείνο το Παρασκευιάτικο βράδυ στη μητρόπολη της Υπαπαντής, και οι πιστοί έβγαιναν από την εκκλησιά για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ανάμεσά τους και ένας ψηλός γεροδεμένος μελαχρινός άνδρας, με παράστημα ευγενικό, που κράταγε αγκαζέ μία επίσης αρχοντική κι αρκετά νεότερή του γυναίκα με γλυκά καστανά μυσίδια.
«Γεια σας κύριε Αναγνωστόπουλε, καληνύχτα κυρία Αναγνωστοπούλου» τους χαιρέτησαν τα δύο μεγαλύτερα τέκνα μιας γνωστής τους οικογένειας, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι γύρω στα δέκα με δώδεκα, μιμούμενα τους γονείς τους.
«Στο καλό παιδιά μου, καλή σας νύχτα» τους αντευχήθηκε η γυναίκα και έμεινε να τα κοιτάζει για λίγο σιωπηλή πριν απομακρυνθούν.
«Τι είναι Φιλιώ μ’; Τι συλλογιέσαι;» της έσφιξε απαλά το μπράτσο ο άνδρας της.
«Να μωρέ Νικήτα μ’... Πώς θα ’ταν άραγε να ’χομε κι εμείς κάνα κούτσικο σαν ούλους τους άλλους χριστιανούς;»
Μια κρυφή συγκρατημένη πίκρα στάζανε τα λόγια της, κι ο Νικήτας αναστέναξε σιγά.
«Κουράγιο γυναίκα» της είπε έπειτα. «Ήτανε θέλημα Θεού φαίνεται να μην αποχτήσουμε παιδιά... Μα δεν πρέπει να τον κατηγορούμε, Αυτός ξέρει τι δίνει στον καθένα μας. Κι εγώ τον ευχαριστώ κάθε μέρα που 'χω τουλάχιστο εσένανε στο πλάγι μου...»
Δυο δάκρυα γυάλισαν στα μάτια της Φιλιώς κι η όψη της συσπάστηκε ελαφρά. Έγειρε στον ώμο του Νικήτα κι εκείνος τη φίλησε στοργικά στο μέτωπο για να την παρηγορήσει.
«Έλα πετροπέρδικά μου, μη μου χλίβεσαι... Δόξα τω Θεώ, δεν είπαμε; Άιντε τώρα, σύρε σιγά-σιγά να πάμε στο κονάκι μας...»
Υπάκουσε η Φιλιώ και πιάνοντας γερά τον σύζυγό της περπάτησαν μέχρι το αρχοντικό τους που βρισκόταν βορειοανατολικά του ναού, στα ριζά του Κάστρου της Καλαμάτας. Ο Νικήτας όπως κι ο πατέρας του ήταν πλούσιοι γαιοκτήμονες και λαδέμποροι, των οποίων η παραγωγή έφτανε σ’ όλη την ελληνική επικράτεια. Η Φιλιώ δεν καταγόταν από μεγάλο τζάκι, αγρότες ήταν οι γονείς της που τα ’φερναν βόλτα κούτσα-κούτσα με τα πολλά παιδιά τους. Δεκαεπτάχρονο κορίτσι την είδε σ’ ένα πανηγύρι ο εικοσιπεντάχρονος τότε Νικήτας, την αγάπησε και παρά τις αντιρρήσεις των γονιών του τη ζήτησε σε γάμο. Ξαφνιάστηκε η οικογένεια της Φιλιώς από τούτη την πρόταση, μα η κόρη τους είχε κι αυτή προσέξει το αρχοντόπουλο και η καρδιά της σκίρτησε κρυφά, για αυτό δέχτηκε σχεδόν αμέσως. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες γλέντησαν οι Καλαματιανοί στο γάμο τους, κι οι φαρμακόγλωσσες που πήγαν να κουσκουρέψουνε τη νύφη πνίγηκαν στη χολή τους. Ήταν πολύ ευτυχισμένοι οι νιόπαντροι κι η αγάπη του ενός για τον άλλο θέριευε μέρα την ημέρα. Όμως αυτή η αγάπη δε θα τους έφερνε δυστυχώς καρπούς... Δεκατρία χρόνια παντρεμένοι κι η δόλια η Φιλιώ ποτέ δεν ένιωσε στη μήτρα της το σκίρτημα της ζωής, όσο κι αν προσπαθούσαν. Έκλαψε, προσευχήθηκε ώρες γονυπετής στα εικονίσματα, κάνανε τάμα στην Παναγία της Βελανιδιάς, όλα μάταια. Τώρα πια το είχαν αποδεχθεί αμφότεροι πως θα ’μεναν άκληροι, κι έτσι αρκέστηκαν στις αγαθοεργίες που τους επέτρεπε η θέση τους καθώς και στο να ασχολούνται όποτε μπορούσανε με τα ανίψια τους, μήπως αναπληρώσουν λίγο το κενό.
Φτάσανε λοιπόν στο κατώφλι τους κι η Φιλιώ ανέβηκε το πρώτο σκαλοπάτι έτοιμη να χτυπήσει το ρόπτρο, όταν ξαφνικά σκόνταψε πάνω σε κάτι που έβγαλε μια κραυγή ολόιδια με μωρουδίσιο κλάμα. Έκανε ένα βήμα πίσω σαστισμένη και αντίκρισε μπροστά στα πόδια της, αφημένη στο δεύτερο σκαλί της εισόδου, μια ψάθινη καλαθούνα. Μέσα της ένα τόσο δα πλασματάκι έκλαιγε σιγανά, παραπονιάρικα, ραγίζοντας μεμιάς σε χίλια δυο κομμάτια την ευαίσθητη καρδιά της...
«Νικήτα!» φώναξε στον άντρα της που είχε κι αυτός κοκαλώσει. «Για τήρα δω! Ένα μωρό!»
«Μωρό;» ψέλλισε εκείνος. «Τι λες γυναίκα; Από πού κι ως πού; Μπας κι ονειρεύεσαι;»
«Όχι άντρα μου, πώς να ονειρεύομαι; Αφού να το, εδώ μπροστά μας είναι! Δε γρικάς, δεν το βλέπεις;»
Το κλάμα του βρέφους ακούστηκε τώρα δυνατότερα κάνοντας τον Νικήτα να πεισθεί ότι η γυναίκα του δεν έλεγε ψέματα. Η Φιλιώ με τρεμάμενα χέρια πήρε την πρωτοβουλία να σκύψει πάνω από το καλαθάκι του και να το πάρει στα χέρια της, που τρέμανε ολόκληρα από συγκίνηση.
«Μαξούμι μου...» άρθρωσαν τα χείλη της καθώς περιεργαζόταν το προσωπάκι του. «Ποιος σ’ άφηκε δω μονάχο σου μες στο κρύο; Αν δε σε βρίσκαμε εμείς θα ’χες ξεπαγιάσει!»
Το μωρό είχε καταπιεί τα αναφιλητά του με το που το σήκωσε η αρχόντισσα στην αγκαλιά της και κάρφωνε απάνω της τα ματάκια του απορημένο. Τότε ο Νικήτας πρόσεξε ένα πεσμένο στο χώμα χαρτάκι, που θα είχε ξεφύγει της συμβίας του καθώς έβγαζε το παιδί απ’ το καλάθι του.
«Κοίτα δω, Φιλιώ» της είπε ξεδιπλώνοντάς το κι εκείνη έστρεψε προς τα κει το βλέμμα της. Ένα ανορθόγραφο λακωνικό σημείωμα ήταν γραμμένο πάνω του, που το διάβασαν μαζί από μέσα τους:
"Είνε αγόρι. Λιπηθίτε το"
«Καημένο παιδί...» μουρμούρισε με οίκτο ο Νικήτας. «Δε θα ’χε στον ήλιο μοίρα εφτούνη που το γέννησε για να τ’ αφήσει στην πόρτα μας... Ποιος ξέρει, κάνα φτωχό κοράσι που το ξεγέλασε κάνας μπαμπέσης αγαπητικός, ή καμιά δόλια μάνα με πολλά κουτσούβελα που δεν μπορούσε πια να θρέψει άλλο στόμα...»
Άγγιξε έπειτα κι αυτός το κεφαλάκι του παιδιού, δίνοντάς του ένα απαλό χάδι, και η Φιλιώ τον κοίταξε ευθεία στα μάτια.
«Νικήτα... Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι; Τούτο το πράμα... Δε μπορεί να ’ναι τυχαίο...»
«Τι εννοείς Φιλιώ μου;»
«Να... Της Παναγιάς απόψε... Κι εμείς τόσες προσευχές της κάμαμε για να μας δώκει ένα παιδί... Το νιώθω σαν... σαν σημάδι από κείνη, απ’ το Θεό... Δεν πρέπει να τ’ αφήκουμε στη μοίρα του...»
«Θες να πεις δηλαδή πως αυτό το μωρό... μπορεί να γένει γιος μας;»
«Ναι άντρα μου, ναι... Το νιώθω, πρέπει να το κρατήσουμε...»
Ο Νικήτας δεν απάντησε, μονάχα την ατένισε βουρκωμένος σφίγγοντάς της τρυφερά τον δεξιό καρπό.
«Γυναίκα, μίλησες σοφά. Τούτο το σερνικό είναι η τύχη μας, είναι ευλογία απ’ το Θεό! Θα το κρατήσουμε λοιπόν, θα το πάρουμε σπίτι μας και θα το μεγαλώσουμε σαν κανονικό υγιό μας... Θα τον υιοθετήσουμε, Φιλιώ μου, και θα ’μαστε εμείς πια γονέοι του! Σ’ ευχαριστώ Παναγιά μου, σ’ ευχαριστώ πολύ που μ’ αξιώνεις τον αμαρτωλό να γενώ πατέρας!»
Σε τούτο το σημείο η φωνή του Νικήτα έσπασε και γερμένος στον ώμο της συζύγου του αναλύθηκε σε λυγμούς χαράς, συγκίνησης κι ανακούφισης μαζί, κλείνοντας την όψη του στις παλάμες. Κι η Φιλιώ, που δεν έλεγε να ελευθερώσει κανένα της χέρι απ’ το αγκάλιασμα του μικρού, μην τυχόν της πέσει, πότιζε με τα δάκρυα της δικής της χαράς τα πυκνά γένια του αντρός της.
«Πάμε μέσα, αφέντη μου» τον παρότρυνε ύστερα. «Πάμε να δείξουμε σε όλους τον υγιό που αποχτήσαμε, το δώρο που μας έπεψε ο καλός Θεός!»
«Πάμε κυρά μου» συμφώνησε εκείνος ρίχνοντας αδιάκοπα βλέμματα στοργής στη γυναίκα και το παιδί. Δε θα ήταν πλέον ο Νικήτας και η Φιλιώ Αναγνωστοπούλου το άτεκνο ζεύγος που εισέπραττε τον οίκτο και τον κρυφό ή πιο φανερό ονειδισμό των άλλων, αλλά οι νόμιμοι γονείς ενός παιδιού και μάλιστα αγοριού, που θα συνέχιζε το όνομά τους και θα πλήρωνε την έως τότε μισοάδεια τους ζωή...
Το βάφτισαν Όθωνα το αγοράκι τους, από τον μακαρίτη τον πατέρα του Νικήτα που ήταν αναδεξιμιός του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας. Κι από την πρώτη στιγμή που μπήκε στη ζωή τους, του φέρθηκαν πράγματι σαν βασιλόπουλο. Δεν του στέρησαν ποτέ τίποτα, ούτε χάδι, ούτε φαΐ, παιχνίδι ή ρούχο, κι όχι μόνο επειδή ήταν πλούσιοι, αλλά κυρίως διότι η καρδιά τους ξεχείλιζε από αγάπη για το μικρό τους πρίγκιπα, όπως συνήθιζαν κι οι δύο να τον λένε. Μεγάλωνε λοιπόν σιγά-σιγά ο Όθωνας και μαζί του μεγάλωνε το καμάρι των γονιών του για κείνον. Στο σχολειό ήταν πάντοτε απ’ τους καλύτερους μαθητές κι οι δάσκαλοί του δεν έπαυαν να τον επαινούν και να συγχαίρουν το Νικήτα για το “ήθος και την επιμέλειαν του υιού του”. Μα και στη θωριά ήταν πανέμορφος ο μικρός· έμοιαζε πολύ του Νικήτα, με τα μαύρα του μαλλάκια να στολίζουν το κεφάλι του και τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλα, γεμάτα καλοσύνη, γλυκάδα αλλά και μια ηρωική λάμψη, τόσο που αν κανείς δεν ήξερε δεν θα μπορούσε ούτε καν να φανταστεί ότι ήταν υιοθετημένος.
Η πρώτη άνοιξη του κορμιού του τον βρήκε γύρω στα δεκατρία με δεκατέσσερα χρόνια του κι ήταν γοργή σαν το τρεχούμενο νερό. Έριξε μπόι άπλετο, τα μάγουλά του σκέπασαν σιγά-σιγά μαύρα γένια, οι πλάτες του έσφιξαν, το στέρνο του μεγάλωσε και η φωνή του βάθυνε γοητευτικά. Δεκαοκτώ ετών πια ήταν ωραιότατο παλικάρι, ίδιος Αρχάγγελος. Στο πέρασμά του κινούσε τους κρυφούς αναστεναγμούς πολλών κοριτσιών κι οι μανάδες του τον συντύχαιναν πάντοτε καλόγνωμα, καθώς τον καλόβλεπαν για γαμπρό. Μα το μυαλό του παλικαριού δεν ήταν εκεί, στα κοινά του τόπου του. Αγαπούσε την ιδιαίτερη πατρίδα του, που απλωνόταν νωχελικά όμορφη στο μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου, μέσα στον οποίο τσαλαβουτούσε κάθε καλοκαίρι με τους φίλους και τα ξαδέλφια του, αλλά τα όνειρά του φεύγανε πλέον πέρα από αυτήν, αγκάλιαζαν όλη την Ελλάδα…
Ζεστό μεσημεράκι του Ιουλίου, η οικογένεια Αναγνωστοπούλου έτρωγε το φαγητό της στην τραπεζαρία. Η γριά οικονόμος τους τούς σέρβιρε το κρέας με τις ψητές πατάτες και για λίγη ώρα ακούγονταν μόνο τα πιρούνια να χτυπούν στα πιάτα τους, μέχρι που ο Νικήτας πήρε το λόγο:
«Γιε μου, μεγάλωσες πια. Κοτζάμ άντρας γίνηκες, τέλειωσες και το Γυμνάσιο με άριστα… Καιρός να σκεφτείς το μέλλον σου θαρρώ»
«Ποιο μέλλον μου, πατέρα;»
«Ε ορέ παιδί, κάμεις πως δεν κατέχεις μαθές… Δεν είπαμε πως θα σε κάνω κληρονόμο μου στα χτήματα και τα λιουτριβειά; Λησμόνησες μπρε πως είσαι γιος του άρχοντα Νικήτα Αναγνωστόπουλου, απ’ τους πλιο τρανούς λαδεμπόρους τση Καλαμάτας;»
«Αμ δεν το λησμονώ, φροντίζεις να μου το θυμίζεις συνέχεια άλλωστε… Όμως εγώ… άλλα θέλω…»
«Άλλα; Τι άλλα δηλαδή;»
«Άλλα, πώς το λένε… Δε θέλω γω να γένω μήτε έμπορας μήτε τσιφλικάς…»
Ο Νικήτας ψιλοενοχλήθηκε, αλλά προτίμησε ν’ ακούσει πρώτα το παιδί του.
«Και τι θες ορέ, για να ’χουμε το καλό ρώτημα;»
Ο Όθωνας τώρα σοβάρεψε πιότερο. Ακούμπησε το πιρούνι του στο πιάτο και κοίταξε τον πατέρα του στα μάτια, προσπαθώντας να δει πώς θα εξέφερε το λόγο του.
«Μίλα γιόκα μου, μην τονε βαστάς τον κύρη σου» τον παρότρυνε η Φιλιώ που κρεμόταν κι αυτή από τα χείλη του.
«Θέλω να γίνω αξιωματικός, πατέρα» δήλωσε τελικά ο Όθωνας με θάρρος. «Να μπω στο Στρατό μας, και να υπηρετήσω από σταθερό μετερίζι την Ελλάδα μας»
Του Νικήτα μόνο που δεν του ήρθε κόλπος μ’ αυτά τα λόγια. Βαριά σιωπή έπεσε ξαφνικά τριγύρω τους μέχρι να ανακτήσει κάπως την ψυχραιμία του και να μπορέσει να μιλήσει.
«Τι λες μωρέ; Τι δουλειά έχεις εσύ με το Στρατό; Δε σου φτάνουν τόσα χρήματα, τόσα χουράφια που ’χω να σου δώκω, μον’ θες να χαραμίσεις τα νιάτα σου βαρώντας προσοχές;»
«Πιο πολύ θα τα χαραμίσω θαρρώ αν κάμω κάτι που δε μ’ αρέσει» πέρασε στην αντεπίθεση ο Όθωνας. «Δεν είμαι φτιαγμένος εγώ για αυτά που θες εσύ, κατάλαβέ το»
«Και ποιος θ’ αναλάβει μωρέ την περιουσία μου; Σε τίνος τα χέρια θα την αφήκω;»
«Να σου πω ότι δε με νοιάζει; Σ’ το λέω λοιπόν. Δε με νοιάζει διόλου, γιατί εγώ δεν τηνε θέλω!»
«Όθωνα λογικέψου» απάντησε ο Νικήτας τρέμοντας σύγκορμος απ’ τα νεύρα. «Έλα στα συγκαλά σου πριν πάθω τίποτα!»
«Νικήτα μου ηρέμησε» παρενέβη ανήσυχη η Φιλιώ. «Όθωνα, κι εσύ, χαμήλωσε τους τόνους σου! Θα μας φωνάζει η γειτονιά!»
«Άσε μας με τη γειτονιά ρε μάνα, πολύ που μας νοιάζει!» την αποπήρε ο γιος της. «Λοιπόν πατέρα, στο ξαναλέω για να το εμπεδώσεις: εγώ θα πάω στην Αθήνα να σπουδάσω στην Ευελπίδων και να γίνω αξιωματικός, είτε το θέλεις είτε όχι! Τελεία και παύλα!»
«Που να σε πάρει ο διάβολος!» μούγκρισε ο μεσόκοπος άνδρας βαρώντας το χέρι του στο ξύλο του τραπεζιού και οι ήδη υπάρχουσες ρυτίδες σκλήρυναν πιο πολύ στο πρόσωπό του. «Αν ήξερα πως θα μου βγεις τόσο αχάριστος, δε θα σε περιμάζευα ποτές! Θα σ’ άφηνα αυτού στο δρόμο ν’ αποθάνεις!»
Πάγωσε η Φιλιώ. «Νικήτα, τι λες; Παρ’ τονε πίσω το λόγο σου!» του είπε, μα η βόμβα είχε ήδη σκάσει με πάταγο στα αυτιά του Όθωνα.
«Δε θα με περιμάζευες;» άρθρωσε εμβρόντητος. «Δεν είμαι γιος σου δηλαδή; Αυτό εννοείς;»
Τότε ο Νικήτας συνειδητοποίησε τι βαρύ λόγο ξεστόμισε. Σωριάστηκε πίσω στην καρέκλα του κατακόκκινος από θυμό κι από ντροπή, ενώ αντίθετα ο Όθωνας πετάχτηκε ολόρθος.
«Σε ρωτάω πατέρα! Δεν είμαι γιος σου;» τον ρώτησε τώρα πιο απαιτητικά, πιο έντονα. Εκείνος σιωπούσε, μην ξέροντας τι να του πει έτσι όπως τα ’κανε, κι ο νέος έλαβε τη σιγή του προς απάντησή του.
«Ωραία λοιπόν τότε! Αφού δεν είμαι γιος σου καθώς φαίνεται, δεν έχεις το δικαίωμα να μ’ εμποδίσεις, γιατί δεν είσαι κι εσύ πατέρας μου, Νικήτα Αναγνωστόπουλε!»
Με τη στερνή του φράση δάκρυα ανέβηκαν στις κόγχες του. Έστρεψε τα νώτα στους γονείς του και βιάστηκε να δρασκελίσει τη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο, στην κάμαρή του. Ντρεπόταν να τον δουν να κλαίει. Η Φιλιώ από την άλλη έμεινε να κοιτάζει μια προς το μέρος που εξαφανίστηκε ο γιος της, μιας προς το μέρος του άντρα της, μουδιασμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια και με την καρδιά στα γόνατα.
«Τι έκαμα; Θεέ μου, τι έκαμα;» μονολογούσε ο Νικήτας που τα μηνίγγια του σφυροκοπούσαν.
«Πιε λίγο νερό, αφέντη μου, σε παρακαλώ» του είπε τείνοντάς του ένα ποτήρι. «Ηρέμησε, μη σου ’ρθει κάνας νταμπλάς… Εγώ πάω δυο λεφτά να μιλήσω του παιδιού, να δω αν είναι καλά… Αχ, τι το ’θελες μωρέ να το πεις τούτο το πράμα; Το λάβωσες κατάστηθα το σπλάχνο μας κι άντε να ιδώ πώς θα τη γιάνω την πληγή του!» κατέληξε απεγνωσμένα δαγκώνοντας τον αντίχειρά της κι ανέβηκε φουριόζα στο απάνω πάτωμα. Μόλις έφτασε έξω από το δωμάτιο του Όθωνα κοντοστάθηκε για μια στιγμή αναποφάσιστη, έπειτα χτύπησε απαλά την πόρτα. Σαν είδε ωστόσο πως δεν έπαιρνε απόκριση, την άνοιξε αυτόβουλα και μπήκε σιγά-σιγά μέσα.
«Οθωνάκο μου…» προσφώνησε το παλικάρι, που καθόταν σκυφτό στην άκρη του κρεβατιού του. «Τι έπαθες αγόρι μου; Μίλησέ μου, δεν ημπορώ να σε γλέπω έτσι»
Τον πλησίασε και κάθισε δίπλα του αγκαλιάζοντας του ώμους του, ενώ ο Όθωνας γύρισε και την κοίταξε ακόμα δακρυσμένος, με ελαφρώς πρησμένα τα ζυγωματικά του.
«Μάνα, τι είναι αυτό που είπε ο κύρης μου; Δεν είμαι γιος σας; Δε με κουβάλησες εσύ στην κοιλιά σου, δε με γέννησες εσύ;»
Η φωνή του έσταζε αγωνία κι η Φιλιώ αναστέναξε βαριά. Τόσα χρόνια του το έκρυβαν μην τυχόν το πάρει άσχημα, μην τυχόν και πληγωθεί ο κανακάρης τους, όμως τώρα έσπασε ο διάβολος το ποδάρι του φέρνοντάς την προ των ευθυνών της. Άραγες δε θα ζητούσε και μόνος του να το μάθει κάποτε; Πρέπει να του το πω έτσι που ήρθαν τα πράματα, για να μην έχω αμαρτία, σκέφτηκε η γυναίκα και αφού ανάσανε βαθιά ήρθε λίγο πιο κοντά του.
«Πες μου μητέρα, θέλω να ξέρω!» επέμεινε ο Όθωνας στον ίδιο τόνο όσο την έβλεπε να σιωπά.
«Γιόκα μου, την αλήθεια λέγει ο κύρης σου… Μπορεί να την είπε μες στα νεύρα του και μ’ άσκημο τρόπο, μα είν’ αλήθεια…» άρθρωσε διστακτικά η Φιλιώ.
«Δηλαδή ποια είναι η αλήθεια;»
«Ότι… σ’ υιοθετήσαμε παιδί μου… Μια άλλη μάνα σε γέννησε, μη με ρωτήξεις ποια γιατί δεν ξεύρω, μακάρι μόνο να ’χα κι εγώ την ευλογία της… Εμείς σε βρήκαμε μια νύχτα μπρος στην πόρτα μας γυρνώντας απ’ την εκκλησά… Ένα τόσο δα μωράκι ήσανε, σχεδόν νιογέννητο… Πώς να σ’ άφηνα γω κι ο πατέρας σου όξω να ξυλιάσεις; Δώρο του Θεού και τση Παναΐας, είπαμε, κι από τότε σ’ ηπήραμε σπίτι μας και σε κάμαμε υγιό μας… Αυτή είν’ η αλήθεια τζάνε μου, η μόνη αλήθεια…»
Τα μάτια της Φιλιώς είχανε γίνει αλμυρές γουρνίτσες από τα δάκρυα που μάζευαν, όσην ώρα μολογούσε στο γιο της την ιστορία της ζωής του, μα και του Όθωνα η καρδιά είχε συντριβεί περίεργα. Ανάμικτα συναισθήματα τον κατέκλυζαν, πόνος μαζί με συμπόνια για τη μάνα του και μια τεράστια απορία.
«Και γιατί δε μου το ’πατε τόσα χρόνια; Γιατί έπρεπε να το μάθω έτσι;»
«Δεν το ’θελα, μωρό μου, πίστεψέ με… Ούτε κι ο πατέρας σου θα το ’καμε επίτηδες ο έρμος… Τσαντίστηκε βλέπεις, κι όντας οι άνθρωποι τσαντίζουνται λένε πράματα που δεν τα λογιάζουν καλά…»
Ο Όθωνας έγειρε στον κόρφο της και μια ιερή σιγή τους τύλιξε, καθώς η Φιλιώ του χάιδευε στοργικά τα μαλλιά. Μέσα απ’ αυτό το χάδι η ψυχή του αγοριού μαλάκωσε, τα μάτια του στέγνωσαν τελείως και πήρε δύναμη για να μιλήσει πρώτος.
«Μάνα, όπως και να ’χει εγώ σ’ αγαπάω, και θα σ’ αγαπάω πάντοτε γιατί εσύ μου ’δωκες ζωή» της είπε αφού ανακάθισε στο στρώμα, κλείνοντας τα ελαφρά ρυτιδωμένα χέρια της στις ζεστές νεανικές παλάμες του και φιλώντας την σεβαστικά στο μέτωπο. «Μα αν ο πατέρας δε μ’ αφήσει να κάνω αυτό που θέλω, δεν πρόκειται ποτέ να τονε συγχωρέσω για το λόγο του...»
«Μην είσαι σκληρός παιδί μου» έκανε να τον κατευνάσει εκείνη. «Ο κύρης σου…»
«Είπα και ελάλησα, μάνα!» ύψωσε ο Όθωνας το κυπαρισσένιο του ανάστημα. «Εγώ θα γίνω αξιωματικός, ακόμα κι αν δε με στηρίξει κανένας σας… Το θέλω πολύ και θ’ αγωνιστώ σκληρά να το πετύχω!»
«Ψυχούλα μου, ποιος δε θα σε στηρίξει;» τον μιμήθηκε ήρεμα η Φιλιώ και κράτησε τα μπράτσα του. «Εγώ… θα ’μαι πάντοτε στο πλάγι σου… Η επιθυμία σου είναι και δικιά μου, αγόρι μου…»
«Το λες αλήθεια, μητέρα; Θα με στηρίξεις;» τη ρώτησε ύστερα εκείνος μετρώντας την θαρρείς με το βλέμμα.
«Να με κάψει ο Θεός αν δεν το κάμω! Τι καλύτερο απ’ το να δω το σπλάχνο μου στρατιωτικό, αν το θέλει τόσο πολύ κι ο ίδιος; Θα σε καμαρώνουμε Όθωνά μου, κι εμείς κι ούλη η Ελλάδα!»
«Μανούλα μου!»
Αγκαλιαστήκανε σφιχτά μάνα και γιος κι έμειναν έτσι για μερικά λεπτά χύνοντας δάκρυα ευτυχίας τούτη τη φορά. Κι όσο πιο πολύ έσφιγγε απάνω του ο Όθωνας το λυγερό ακόμα κορμί της θετής του μητέρας, ένιωθε πως κρατούσε στα χέρια του έναν πολύτιμο θησαυρό, για τον οποίο ήταν έτοιμος να σκοτώσει και να σκοτωθεί… Μπορεί να μην πόνεσε η ίδια για να τον γεννήσει, όμως η καρδιά της σίγουρα τον πόνεσε πολύ περισσότερο κι αυτό μονάχα είχε σημασία…
Με τον πατέρα του όμως η σχέση του χάλασε. Κάθε απόπειρα να μιλήσουν κατέληγε σε τσακωμό. Ο υπερήφανος έμπορας δε μπορούσε να χωνέψει ότι ο γιος του τον “πρόδωσε”, κι ο ίδιος πάλι ακλόνητος του είχε θέσει ρητά τον όρο: ή θα δεχτείς την απόφασή μου, ή σε ξεγράφω από πατέρα, είτε είσαι θετός είτε κανονικός… Αχάριστο τον ανέβαζε, αχάριστο τον κατέβαζε ωστόσο ο Νικήτας, κι όσο εκείνος έμενε ανυποχώρητος τόσο πείσμωνε ο Όθωνας, χτίζοντας πιο πολύ το τείχος ανάμεσά τους. Τα ’βλεπε όλα αυτά η Φιλιώ και στεναχωριόταν αφάνταστα που δεν της ήταν δυνατό να φέρει ξανά κοντά τους άντρες της ζωής της. Θα υπερασπιζόταν όμως το γιο της με όλες της τις δυνάμεις, γιατί ήξερε πως είχε δίκιο και το μόνο που την ένοιαζε ήταν η ευτυχία του.
Τελικά ήρθε πλέον το φθινόπωρο, που θα σήμαινε και την αναχώρηση του Όθωνα για την Αθήνα, καθώς είχε γίνει δεκτός στη Σχολή Ευελπίδων. Μεγάλη επιτυχία ήταν αυτή για το δεκαοκτάχρονο επαρχιωτόπουλο, που για να πετύχει το σκοπό του δε μπήκε κανένα μέσον, όπως συνέβαινε σε αρκετές περιπτώσεις με τις στρατιωτικές σχολές. Η Φιλιώ του ετοίμασε τη βαλίτσα του με συγκίνηση και ετοιμάστηκε να τον συνοδέψει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Καλαμάτας. Όταν κατέβηκαν στη σάλα, ο Νικήτας κάπνιζε το τσιμπούκι του μπροστά στο μισάνοιχτο παράθυρο, για να μη ντουμανιάσει το δωμάτιο.
«Άντρα μου, δε θα ’ρθεις να ξεπροβοδίσουμε τον υγιό μας; Φεύγει μαθές σήμερα» του είπε διστακτικά η γυναίκα του. Εκείνος δεν αποκρίθηκε, παρά συνέχισε να ρουφάει με μεγαλύτερο ζήλο τον καπνό.
«Ασ’ τονε μητέρα» παρενέβη ο Όθωνας βλέποντας τη στάση του. «Δε θα ’ρθει… Κρίμα πατέρα, γιατί εγώ την αγάπη και το σέβας που είχα για σένα τα διατηρώ ακόμη, σε αντίθεση με σένα που μάλλον τα έσβησες για πάντα» απευθύνθηκε έπειτα στον Νικήτα. Αλλά πάλι ο άρχοντας δε μίλησε, ούτε γύρισε στιγμή να τον κοιτάξει, μόνο κάτι σαν ρουθούνισμα ακούστηκε από μέρους του. Τον μυκτήριζε άραγε, ή μήπως κρυφόκλαιγε;
«Πάμε, μάνα» είπε τώρα της Φιλιώς το παλικάρι σηκώνοντας τη βαλίτσα του. Εκείνη πήγε να φέρει αντίρρηση.
«Γιε μου, δεν-»
«Αυτό που σου λέγω, μάνα μου, ας μη χρονοτριβούμε. Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς!»
Υποχώρησε η Φιλιώ. Τι να έκανε άλλωστε; Ο σύζυγός της ήταν ανένδοτος, και δεν υπήρχε νόημα να προσπαθήσει να τον πείσει… Ακολούθησε λοιπόν τον Όθωνα, αλλ’ ενώ χαιρόταν που κατάφερνε να εκπληρώσει το όνειρό του, ταυτόχρονα κάτι σαν βαριά κοτρώνα πλάκωνε την καρδιά της.
Όταν έφτασαν στο σιδηροδρομικό σταθμό μητέρα και γιος, η Φιλιώ σταμάτησε στη μέση της αποβάθρας κι ατένισε τον Όθωνα με καμαρωτή χαρμολύπη. Είχε έρθει η ώρα…
«Καλό ταξίδι αγοράκι μου» του είπε φιλώντας τον θερμά στα δυο του μάγουλα. «Να προσέχεις ε; Να, πάρε και μερικούς παράδες για τα πρώτα σου έξοδα. Φύλαξέ τους καλά, έτσι λεβέντη μου; Άιντε, άιντε να σε χαρώ»
Τα μάτια της τρέχανε ρονιά κι ο Όθωνας αφού έβαλε τα λεφτά στην τσέπη του την πήρε στην αγκαλιά του για να την παρηγορήσει, δίνοντάς της μαζί δυο σβουριχτά φιλιά.
«Μην ανησυχείς μανούλα μου, θα σου γράφω συνέχεια! Σ’ αγαπώ πολύ, να ξέρεις!»
«Κι εγώ σ’ αγαπώ Οθωνάκο μου! Ψυχούλα μου εσύ, ζωή μου, πρίγκιπά μου…»
Σε λίγο οι ρόδες της αμαξοστοιχίας στρίγγλισαν πάνω στις ράγες, αγκομάχησε ολόκληρο το μηχανικό θηρίο και ξεκίνησε. Ο μέλλοντας Εύελπις κρεμάστηκε στο πιο κοντινό του παράθυρο και με τη δεξιά παλάμη του μισάνοιχτη χαιρετούσε αδιάκοπα τη μητέρα του που δε σταματούσε κι αυτή να του κουνάει το λευκό μεταξωτό της μαντήλι, ώσπου το τρένο ξεμάκρυνε και η φιγούρα της έγινε μια λιλιπούτεια κουκίδα στον ορίζοντα, πριν χαθεί οριστικά απ’ το οπτικό του πεδίο. Τότε βολεύτηκε στη θέση του και σφάλισε στοχαστικά τα βλέφαρα. Η γενέτειρά του, η όμορφη χωριατοπούλα Καλαμάτα, έμενε πλέον πίσω και μια νέα ζωή ανοιγόταν μπροστά του στην πρωτεύουσα,  την αστή την ξελογιάστρα Αθήνα…

Στη διάρκεια όλου του ταξιδιού, ο Όθωνας δε χόρταινε να ρουφάει εικόνες απ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά που διέσχιζε το τρένο: Διαβολίτσι, Τρίπολη, Αχλαδόκαμπος, Άργος, Μυκήνες, Νεμέα… Ώρες πολλές μετά φτάσανε στην Κόρινθο κι από κει πήρε τη γραμμή για την Αθήνα. Το δεύτερο τρένο πέρασε σύντομα τον Ισθμό και μπήκε στη γη της Αττικής. Άλλες εικόνες κι εκεί, εξίσου όμορφες που συνάρπαζαν το παλικάρι. Ο κάμπος των Μεγάρων, η Ελευσίνα, ο Ασπρόπυργος, μικρό χωριό τότε· όλα αυτά που τώρα πια έχουν γίνει βιομηχανικές και ναυπηγικές ζώνες, με την πολύβουη Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου να συμπληρώνει το πορτραίτο του ανθρωπίνου θράσους απέναντι στη φύση…
Βράδυ ήτανε πλέον όταν η αμαξοστοιχία προσέγγισε το Σταθμό Πελοποννήσου, σημαίνοντας το τέλος του ταξιδιού. Τα ψηλά φανάρια μπροστά από το κεντρικό κτίριο είχαν ήδη ανάψει. Ο Όθωνας με τη βαλίτσα του στο χέρι κατέβηκε στην αποβάθρα, βγήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε προς την πιάτσα των ταξί. Ναύλωσε ένα και ζήτησε απ’ τον ταξιτζή να τον πάει σε κάποιο κοντινό ξενοδοχείο για τη νύχτα. Η ξενοιασιά του είχε μόλις τελειώσει, το ήξερε καλά κι ας ήταν ακόμα κατά βάθος παιδί. Για τρία ολόκληρα χρόνια, το σπίτι του θα ήταν μες στην Ευελπίδων, ύστερα μάλλον στη Σχολή Πεζικού της Θεσσαλονίκης –αφού από τώρα έλεγε να καταταγεί στο Πεζικό- και κατόπιν στην εκάστοτε πόλη της Ελλάδας που θα τον έστελναν οι μεταθέσεις του. Ποιός ξέρει αν θα ξανάβλεπε ποτέ τον τόπο του και τους γονείς του… Κι αν δεν του ταίριαζε η σχολή τελικά, αν παραήταν βαριά για κείνον;
«Όχι, δεν πρέπει να πτοούμαι» απόδιωχνε πεισματικά τις σκέψεις του ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι ενός δωματίου του ξενοδοχείου Ελλάς, γωνία 3ης Σεπτεμβρίου και Σατωβριάνδου. «Μπορώ και θα τα καταφέρω, να πετύχω στη σχολή και να γίνω καλός στρατιωτικός… Τη βοήθεια του Θεού να έχω και την ευχή της μάνας μου, και δε φοβάμαι τίποτα…»

Από την πρώτη στιγμή που πέρασε ο Όθωνας τις πύλες της Ευελπίδων στην Κυψέλη, έδειξε πόσο πολύ του ταίριαζε όντως η σχολή και υπήρξε επιμελέστατος τόσο στα θεωρητικά, όσο και στα πρακτικά μαθήματα και στις αθλοπαιδιές. Έτσι όμως δίχως να το θέλει μπήκε στο μάτι μιας κλίκας συμφοιτητών του που κατάγονταν από στρατιωτικές οικογένειες και είχαν ήδη πολύ ψηλά τη μύτη καίτοι πρωτοετείς. Ξίνιζαν τα μούτρα τους όταν δεν ήξεραν να απαντήσουν μια ερώτηση και την απάνταγε σωστά εκείνος, έσκαγαν απ’ το κακό τους αν εκτελούσε καλύτερα απ’ αυτούς μια δύσκολη γυμναστική άσκηση.
«Αυτόν το βλάχο πρέπει να τον προσέχουμε» μουρμούριζε ο επικεφαλής της κλίκας. «Τι νομίζει, πως ήρθε εδώ να μας ξεπεράσει όλους; Θα φροντίσουμε εμείς να μην αποφοιτήσει!»
Μια μέρα τον στρίμωξαν στον διάδρομο. Ο Όθωνας, που δεν ήξερε το φθόνο τους, σχεδόν τρόμαξε με τούτη την επίθεση.
«Τι είναι ρε παιδιά; Τι έγινε; Σας έκανα τίποτα;» προσπάθησε εντούτοις να φανεί ψύχραιμος. Ο αρχηγός των νταήδων τον πλησίασε κοιτώντας τον βλοσυρά.
«Άκου να δεις βλαχάκι, εμείς εδώ που μας βλέπεις είμαστε γόνοι υψηλόβαθμων αξιωματικών του Στρατού Ξηράς. Εγώ είμαι ο Γιάννης Δρακάκης κι ο πατέρας ΜΟΥ διοικεί Μεραρχία! Το ’πιασες;;; Κι εγώ μπήκα σ’ αυτή τη σχολή για να του μοιάσω! Δε θ’ ανεχτώ να με ξεπεράσεις εσύ, παλιοχωριάτη!»
Φώναζε μες στα μούτρα του Όθωνα, κουνώντας του το δείκτη μπροστά στη μύτη του. Και θα συνέχιζε ποιος ξέρει με τι είδους βρισιές, ίσως και να τον χτύπαγε, αν δεν επενέβαινε κάποιος που είδε τη σκηνή.
«Έλα παιδιά, αρκετά» είπε με μια παράδοξη νηφάλια αυστηρότητα γραπώνοντας το μπράτσο του αρχιτραμπούκου. «Αφήστε ήσυχο τον συμμαθητή μας»
«Και τι είσαι εσύ ρε; Λοχίας να μ’ αναφέρεις στο Μεγάλο;» κάγχασε ειρωνικά εκείνος.
«Δεν είναι ανάγκη να ’μαι λοχίας για να το κάνω, αν χρειαστεί» αντιμίλησε με το ίδιο ύφος ο άλλος νεαρός. «Φαίνεται πως όταν μιλούσε ο στρατηγός στην κατάταξή μας για αλληλεγγύη, εσείς τα ’χατε βουλωμένα τα αυτιά σας…»
Το αξιωματικόπαιδο σήκωσε το φρύδι απαξιωτικά και συνάζοντας τους αυλικούς του ξεμάκρυνε, αφήνοντας μόνα τα δύο παλικάρια. Ο Όθωνας κοίταξε καλύτερα τον σωτήρα του. Ήταν κι αυτός ψηλός, περίπου στο ύψος του, με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά και λαμπερά πρασινογάλαζα μάτια.
«Σ’ ευχαριστώ ρε φίλε. Άμα δεν ήσουν εσύ, ποιος ξέρει τι θα μου κάνανε…»
«Μην ανησυχείς, τους έχω κόψει πολύ καλά. Ψωροπερήφανοι ψευτοπαλικαράδες είναι, που νομίζουν ότι επειδή έχουν πατεράδες στρατιωτικούς τους αξίζει κι αυτωνών ο τίτλος… Ένας τους πήγε να μ’ εκφοβίσει κι εμένα μάλιστα»
«Σοβαρά μιλάς;»
«Ναι, σοβαρότατα… Τόσην ώρα όμως δεν έχουμε συστηθεί. Ανδρέας Ζαΐρης, Εύελπις Πρώτης απ’ την Άνδρο» είπε ο συμφοιτητής του τείνοντας το χέρι του κι ο Όθωνας το έσφιξε γερά.
«Χαίρω πολύ, Ανδρέα. Όθωνας Αναγνωστόπουλος, πρωτοετής κι εγώ, απ’ την Καλαμάτα. Πρέπει να σ’ έχω δει κάπου στα μαθήματα»
«Αλήθεια; Και πώς δε γνωριστήκαμε νωρίτερα; Θαρρώ πως θα κάνουμε καλή παρέα οι δυο μας» χαμογέλασε πλατιά ο Αντρέας.
«Κι εγώ το ίδιο αισθάνομαι. Έχεις μπέσα, Αντρέα, φαίνεσαι» του ανταπέδωσε ο Όθωνας το χαμόγελο και δεν είχε γελαστεί καθόλου. Στο επόμενο κιόλας μάθημα μοιράστηκαν το ίδιο θρανίο, και σιγά-σιγά ολόκληρη τη ζωή τους. Μίλησαν ο ένας στον άλλο για την καταγωγή τους, το πώς αποφάσισαν να μπουν στην Ευελπίδων, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους, κι ανακάλυψαν ότι έχουν πολλά κοινά. Ο Ανδρέας είχε γεννηθεί το 1915 στους Μαίνητες της Άνδρου από οικογένεια κτηνοτρόφων, όμως από παιδί ενθουσιαζόταν να βλέπει τους συντοπίτες του καπετάνιους, αν ποτέ τους πετύχαινε στα εξοχικά τους στο χωριό του ή στη Χώρα, κι ήθελε πολύ να τους μοιάσει όταν θα μεγάλωνε.
«Και πώς δεν πήγες τότες στο Ναυτικό μωρ’ Αντρέα;» τον ρώτησε ψιλογελώντας ο Όθωνας.
«Ε, με τραβούσε η ξηρά εμένα, Οθωνάκο!» απάντησε εκείνος εύθυμα. Αμέσως όμως πρόσθεσε σοβαρός: «Καλή κι η θάλασσα, αλλά πολύ μπαμπέσα… Έπαιρνε τους ναυτικούς μας για χρόνια και καμιά φορά δεν τους ξανάβλεπαν ποτέ οι  φαμελιές τους… Έτσι χάθηκε κι ο θειός μου που ’χε πάει μούτσος στα καράβια…»
«Σε νιώθω… Κι η μάνα μου έχασε έναν αδελφό στη Μικρασία, που εγώ αν και πολύ μικρός τότε τον θυμόμουνα και τον αγαπούσα… Άφησε πίσω νεαρή γυναίκα κι ένα μωρό παιδί…. Ίσως, λέω ίσως, η θυσία του τελικά να μ’ ενέπνευσε κι εμένα στην απόφασή μου υποσυνείδητα…»
Το Δεκέμβριο πλέον ορκίστηκαν οι δυο φίλοι, και λίγο αργότερα χώρισαν για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Ο Ανδρέας πήγε στο νησί του, ενώ ο Όθωνας κατέβηκε στην Καλαμάτα. Έκλαιγε από χαρά η Φιλιώ όταν τον ξαναείδε και ταυτόχρονα καμάρωνε το πόσο λεβέντης έδειχνε ο γιόκας της μέσα στη μπλε στολή του με τα χρυσά κουμπιά και το πηλήκιο με το στέμμα στο κεφάλι. Ο Νικήτας πάλι τον υποδέχτηκε κάπως απόμακρος, αλλά πιο μαλακωμένος και κατάφεραν να γίνει ένα μεγάλο βήμα προς την αποκατάσταση της σχέσης τους: Έκατσαν κάτω, μίλησαν και ο μεν Όθωνας είπε στον πατέρα του πόσο ευχαριστημένος ήταν με τη σχολή και ότι δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να την παρατήσει, ο δε Νικήτας του απάντησε ήρεμα ότι πλέον το είχε αποδεχθεί και δεν θα τον εμπόδιζε, “αφού αυτό θα σε κάνει γιε μου ευτυχισμένο…” Στο τέλος της κουβέντας τους έδωσαν τα χέρια, κρατώντας για λίγο ο ένας τις χούφτες του άλλου. Μια ζεστασιά, που έλειψε πολύ και στους δύο, τους τύλιξε με αποτέλεσμα τα μάτια τους να κρυφοδακρύσουν. Κι όταν τα Θεοφάνεια ο Όθωνας έφευγε ξανά για την Αθήνα, ο Νικήτας τον αγκάλιασε στοργικά.
«Είμαι περήφανος για σε, παιδί μου» του είπε ύστερα βραχνός από συγκίνηση σφίγγοντας τα μπράτσα του. «Την ευχή μου να ’χεις… Έλα να σε φιλήσω!»
«Πατέρα μου!» ψέλλισε όλο χαρά ο νεαρός δόκιμος κι έσκυψε για να δεχτεί στο μέτωπό του τον ασπασμό του Νικήτα. Η μάνα του έμεινε στην αρχή άλαλη, ακίνητη στην πιο κοντινή γωνία, με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη, έπειτα όμως χύθηκε κι αυτή ανακουφισμένη στις πλατιές αγκάλες των δύο ανδρών της ζωής της, που μόνοιασαν πια οριστικά μπρος στα βουρκωμένα μάτια της…

Οι πρώτοι μήνες του 1935 στη Σχολή κυλούσαν και με το πέρασμά τους δυνάμωνε πιότερο η φιλία του Όθωνα με τον Αντρέα. Μαζί της όμως θέριευε η ζήλια κι ο φθόνος που έτρεφε η κλίκα των στρατιωτικόπαιδων για κείνον, και σκέφτονταν πλέον πώς να του κάνουνε κακό. Προσποιήθηκαν λοιπόν μια Παρασκευή βράδυ ότι δε θα ’βγαιναν για το Σαββατοκύριακο διότι ήθελαν δήθεν να μελετήσουν, κι όταν κοιμήθηκαν οι άλλοι Ευέλπιδες τρύπωσαν στα μουλωχτά στον κοιτώνα του Όθωνα. Κοιμότανε γαλήνιος, ανύποπτος, κι ο Δρακάκης ο νεώτερος έτριψε ικανοποιημένος τα χέρια του.
«Κοιμάται ο βλάκας» ψιθύρισε χαιρέκακα. «Άντε τζιμάνια, πιάστε δουλειά να τελειώνουμε με δαύτον. Θα ξεκουμπιστεί μια και καλή μετά απ’ αυτό, να ’στε βέβαιοι!»
Οι συνεργοί του χαμογέλασαν το ίδιο μοχθηρά κι ένας απ’ αυτούς τράβηξε βίαια το πάπλωμα του Όθωνα, που την επόμενη στιγμή πετάχτηκε απάνω θορυβημένος.
«Μπα μπα, ξύπνησε ο τσοπάνης…» τον περιέπαιξε ο Δρακάκης. «Σήκω πάνω ρε να σου ψελλίσω δυο φωνήεντα!»
«Τι είναι ρε Δρακάκη; Τι θέλετε βραδιάτικα; Αμέτε στα κρεβάτια σας!»
«Όχι ρε μαλάκα Αναγνωστόπουλε, απόψε θα λογαριαστούμε στα ίσα!» φώναξε ο Δρακάκης γραπώνοντας τα πέτα της πυτζάμας του. «Ήρθε ώρα να πληρώσεις για το θράσος σου!»
«Ποιο θράσος μου ρ’ ηλίθιε; Άντε παράτα με από κει να πούμε!» ανταπέδωσε ο Όθωνας και έκανε να τον σπρώξει παραπέρα. Μα εκείνος, αν και κοντύτερος, με μια κίνηση έπιασε το χέρι του και του το γύρισε πισθάγκωνα, ενώ ένας άλλος του κράτησε κάτω το κεφάλι.
«Το θράσος σου να μπεις στην Ευελπίδων ρε! Τώρα θα δεις ποιος είναι ο υιός Δρακάκης, κι ότι δεν πρόκειται ποτέ εσύ να μου πάρεις τη θέση!» γρύλισε κι αμέσως τον έριξε στο δάπεδο με μια γερή κλοτσιά στο πίσω μέρος της γάμπας. Ο Όθωνας μόρφασε απ’ τον πόνο.
«Βαράτε μάγκες!» πρόσταξε τους φίλους του κι άρχισαν όλοι πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Και το παιδί να μη μπορεί ν’ αμυνθεί, μόνο να κείτεται και να βογκάει αδύναμα.
«Σταθείτε μωρέ! Σταματήστε! Τι πάθατε γαμώτο; Τι σας έκανα;» ρωτούσε και ξαναρωτούσε σχεδόν σπαράζοντας ενώ τον βάραγαν παντού στο σώμα του.
«Το ότι είσαι εδώ είναι από μόνο του ζημιά, παλιόβλαχε!» τον έβρισε πάλι ο Γιάννης και του ’δωσε μια μπουνιά στο πρόσωπο. Ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει κι άλλο, όταν σαν από μηχανής θεός χίμηξε στο δωμάτιο ο Αντρέας, που είχε ακούσει τη φασαρία από τον διπλανό κοιτώνα.
«Ρε κωλόπαιδα!» ούρλιαξε και χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησε απάνω τους. Έφαγε κι αυτός μερικές αδέσποτες, αλλά κατάφερε με σπρωξιές και κλωτσιές να γλυτώσει το φίλο του απ’ τα χέρια τους.
«Όξω ρε κερατάδες! Ουστ από δω, μη σας περιλάβω!» φώναξε πάλι κατακόκκινος από λύσσα, έτοιμος να τους επιτεθεί αν πλησίαζαν έστω κι ένα χιλιοστό. Βλέποντάς τον έτσι οι θύτες σαν να τα χρειάστηκαν, κι ο αρχιθύτης Δρακάκης έγνεψε στους άλλους ν’ αποχωρήσουν. Ο Αντρέας είχε καρφωμένα τα μάτια του απάνω τους πνέοντας μένεα μέχρι να βγουν απ’ το δωμάτιο, και μόλις βγήκαν στράφηκε προς τον Όθωνα, που πεσμένος ακόμα στο πάτωμα σφάδαζε. Τα ρούχα του είχαν γίνει κουρέλια κι ένα ξερό ρυάκι αίματος πήγαζε απ’ τα ρουθούνια του.
«Σ’ ευχαριστώ ρε Αντρέα» άρθρωσε με κόπο ενώ ο κολλητός του τού έδινε τις πρώτες βοήθειες. «Αν δεν ήσουν εσύ, θα μ’ είχαν ξεκάνει οι πούστηδες…»
«Μη φχαριστάς ρε Όθωνα, καλά που σε πρόλαβα να λες… Πω ρε φίλε, τι σου ’καναν τα ρεμάλια… Μόνο που δε σε σκότωσαν μιλάμε… Εντάξει, δε σε γούσταραν, αλλά να σε ξυλοκοπήσουν κιόλας;»
«Για όλα είναι ικανοί αυτοί όπως φαίνεται… Τι θα κάνω ρε Αντρέα, μου λες; Δε θέλω με τίποτα ν’ αφήσω τη σχολή, αλλά μ’ αυτό που ’γινε απόψε φοβάμαι…»
«Έννοια σου και δεν υπάρχει περίπτωση να φύγεις από δω μέσα. Το πολύ-πολύ να φύγουν αυτοί…»
«Τι εννοείς;»
Ο Αντρέας έσμιξε τα χείλια μαζί με τα πυκνά του φρύδια.
«Θα το πω στον διοικητή μας, κι αυτός πια ό, τι θέλει ας κάνει… Εσένα όμως τώρα πρέπει να σε δει ο γιατρός, σε τέτοια χάλια που ’σαι. Μπορείς να σηκωθείς;»
«Έτσι νομίζω» είπε ο Όθωνας και στηρίχτηκε καλού κακού στον ώμο του. Ο στρατιωτικός γιατρός εξεπλάγη μόλις τους είδε να μπαίνουν έτσι στο γραφείο του.
«Τι συμβαίνει; Γιατί ήρθατε εδώ τέτοιαν ώρα;» τους ρώτησε αφού σηκώθηκε όρθιος.
«Εύελπις Πρώτης Ζαΐρης Ανδρέας» παρουσιάστηκε τυπικά για λόγους πειθαρχίας ο Ανδρέας. «Κύριε επίατρε, ο συμφοιτητής μου Όθωνας Αναγνωστόπουλος χρήζει άμεσης ιατρικής βοήθειας. Μια ομάδα συμφοιτητών μας τον χτύπησε πριν λίγο εντός των κοιτώνων μας»
«Καλά, καλά, μη μακρηγορείς λοιπόν. Εύελπι, κάτσε δω να σ’ εξετάσω» απευθύνθηκε τώρα στον Όθωνα. Υπάκουσε το παιδί κι ο επίατρος του ζήτησε να βγάλει το πάνω μέρος της πυτζάμας του. Μόλις όμως είδε τους μώλωπες στο κορμί του σάστισε.
«Εσένα νέε μου δε σε χτύπησαν απλώς, σε μαύρισαν στο ξύλο! Τι πράγμα είναι τούτο; Για να δω και τη μύτη σου που έχει ματώσει»
Του την πίεσε όπως έπρεπε για να διαπιστώσει το μέγεθος της ζημιάς και ο Όθωνας έκανε μια μικρή γκριμάτσα πόνου.
«Έχεις ένα μικρό κάταγμα εκεί, αλλά θα θρέψει» αποφάνθηκε τέλος. «Τα υπόλοιπα όμως ίσως χρειαστούν αποχή εκ των γυμναστικών δραστηριοτήτων για ένα διάστημα, μέχρις ότου είμεθα βέβαιοι ότι δύνασαι να συμμετάσχεις απρόσκοπτα…»
«Κατάλαβα» συγκατένευσε ο Όθωνας, απογοητευμένος λιγάκι είναι η αλήθεια. «Δηλαδή πότε θα μπορέσω ξανά ν’ αθληθώ;»
«Ελπίζω σύντομα, Αναγνωστόπουλε. Δόξα τω Θεώ να λες μονάχα που δεν έχεις πιο σοβαρά τραύματα»
«Κύριε επίατρε, εγώ αύριο κιόλας θ’ αναφέρω τους δράστες στον κύριο διοικητή» υπέλαβε ο Ανδρέας. «Οφείλει να ξέρει τι έγινε, δε νομίζετε;»
«Βεβαίως οφείλει, Ζαΐρη. Συμπεριφορές που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των σπουδαστών είναι εκ προοιμίου κολάσιμες. Πρέπει να λάβει αμέσως γνώση ο στρατηγός…»
Το επόμενο πρωί ο Ανδρέας χτύπησε την πόρτα του γραφείου του διοικητή. «Εμπρός;» έκανε εκείνος με τη μπάσα του φωνή. Το παιδί εισήλθε, χαιρέτησε στρατιωτικά και είπε:
«Εύελπις Πρώτης Ζαΐρης Ανδρέας. Λαμβάνω την τιμή να παρουσιαστώ και να σας αναφέρω»
«Ακούω. Λέγε»
«Κύριε Διοικητά, εχθές τη νύχτα ο συμφοιτητής μου Εύελπις Πρώτης Όθων Αναγνωστόπουλος δέχτηκε επίθεση δια ξυλοδαρμού εις τον κοιτώνα του από ομάδα ετέρων συμφοιτητών μας»
Ο διοικητής σηκώθηκε απότομα απ’ την πολυθρόνα του ακούγοντας τα λόγια του Ανδρέα και τον κοίταξε έκπληκτος.
«Πώς; Ομιλείς σοβαρά, Εύελπι;»
«Απολύτως»
«Τους είδες με τα μάτια σου;»
«Μάλιστα»
«Ποιοι ήταν; Μπορείς να τους κατονομάσεις;»
«Μάλιστα κύριε»
Και απαρίθμησε τα ονόματα του Δρακάκη και των άλλων τριών δραστών, τα οποία κατέγραψε ευθύς σ’ ένα χαρτί ο υποστράτηγος.
«Πώς είναι ο συμφοιτητής σου παιδί μου; Του προξένησαν μήπως κάποια σωματική βλάβη, τέτοιαν ώστε να κωλύεται η συμμετοχή του εις τας δραστηριότητας της σχολής;» ρώτησε κατόπιν τον Αντρέα με πραγματική έγνοια.
«Ευτυχώς όχι, κύριε Διοικητά. Μώλωπες και εκδορές μονάχα κι ένα ελαφρύ ρινικό κάταγμα, για τα οποία ο κύριος επίατρος είπε ότι θα αποκατασταθούν σύντομα. Μπορεί να σας το βεβαιώσει κι ο ίδιος»
«Καλώς… Διατάξτε παρακαλώ να μου φέρουν αμέσως στο γραφείο μου τους θύτες! Πρέπει να τους δοθεί ένα μάθημα εκ μέρους μου!»
Ο Γιάννης Δρακάκης και τα τσιράκια του έμπαιναν ύστερα από λίγο σαν βρεγμένες γάτες στο γραφείο του διοικητή, συνοδευόμενοι από δυο αρχιλοχίες της τετάρτης[1]. Εκείνος τους κοίταξε αυστηρά έναν προς έναν πριν μιλήσει, φέρνοντας μια βόλτα ολόγυρά τους με βήματα αργά.
«Κύριοι», άρχισε τελικά αφού στάθηκε επιβλητικός απέναντί τους, «ντρέπομαι ειλικρινά για λογαριασμό σας! Και μην τολμήσετε να παραστήσετε τους ανίδεους, διότι επληροφορήθην την απαράδεκτον συμπεριφοράν σας… Ακούστε με λοιπόν μία φορά και βάλτε το καλά στο μυαλό σας: Εάν χειροδικήσετε ξανά εις βάρος συμφοιτητού σας, θα αναγκασθώ να σας αποβάλω δια παντός εκ της Σχολής καίτοι γόνους στρατιωτικών οικογενειών. Εις το στράτευμα δεν εξουσιάζομεν μόνον ημείς οι αξιωματικοί, αλλ’ είμεθα και αλληλέγγυοι! Είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ, όπως έλεγε και ο ήρωας της Επαναστάσεως στρατηγός Μακρυγιάννης… Απέλθετε τώρα! Εμπρός μαρς!»
Ψέλλισαν ένα “μάλιστα κύριε διοικητά” οι νταήδες με σκυμμένο το κεφάλι κι αποχώρησαν μουδιασμένοι. Έκτοτε δεν τόλμησαν να ξαναπειράξουν ούτε τον Όθωνα ούτε κανέναν άλλον Εύελπι, καθώς μάλιστα ήταν πάντοτε υπό επιτήρηση κατ’ εντολή του διοικητού. Κι ο νεαρός δόκιμος εκτίμησε ακόμα περισσότερο τον στρατηγό τους για το ήθος και τη ντομπροσύνη του, όταν έμαθε στο περίπου τι ειπώθηκε.
Στα δύο υπόλοιπα χρόνια των σπουδών τους, μοιράστηκαν πολλά ακόμα τα δυο παλικάρια και δέθηκαν τόσο πολύ, που νόμιζε ο ένας τον άλλο για αδελφό του, όχι απλά συνάδελφο. Έτσι, άνδρες σωστοί πια είκοσι ενός ετών, τον Ιούνιο του 1937 αποφοίτησαν μαζί αριστούχοι, ο μεν Όθωνας ανθυπολοχαγός Πεζικού, ο δε Ανδρέας ανθυπίλαρχος Ιππικού, με την υπόσχεση να ξαναβρεθούν κάποτε. Δεν κατάφεραν όμως δυστυχώς να την τηρήσουν, και δεν επρόκειτο ν’ ανταμωθούν ξανά παρά μόνο στον Παράδεισο. Γιατί ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή τους, ο Ανδρέας προσβλήθηκε από φυματίωση, για να πεθάνει λίγο πριν την κήρυξη του πολέμου στην αγαπημένη του πατρίδα την Άνδρο λόγω μιας ξαφνικής μοιραίας υποτροπής της ασθένειάς του, ενώ οι δικοί του είχαν ελπίδες πως ίσως τελικά ο γλυκύτατος νέος αξιωματικός με την αγγελική θωριά θεραπευόταν… 




[1] Από το 1934 έως το 1940 η Σχολή Ευελπίδων είχε τριετή φοίτηση, ενώ πιο πριν τετραετή για μεγάλο διάστημα


Λίνα Δώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου