Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11 Ιουν 2018

2 Ο Κήπος με τους Υάκινθους (Κεφάλαιο 1)


«Γουότερστον» άκουσα μια βαριά φωνή να λέει επιτακτικά πάνω από το κεφάλι μου.
Πετάχτηκα και είδα τον επικεφαλή επιθεωρητή να στέκεται και να με κοιτάζει έντονα, ενώ οι δύο αστυφύλακές μου χαχάνιζαν πίσω από τα γραφεία τους. Με είχε πάρει ο ύπνος.
«Δεν έρχεσαι εδώ για να κοιμάσαι» συνέχισε στον ίδιο τόνο με την λονδρέζικη προφορά του· μισή εκφωνητή ειδήσεων του BBC, μισή από ταινία του Γκάι Ρίτσι. «Πήγαινε σπίτι, αρκετά έκανες για σήμερα. Και αύριο σε θέλω σε καλύτερη κατάσταση».
«Μάλιστα» απάντησα κουρασμένα και κατακεραύνωσα με το βλέμμα μου τον Μπράιτον και τον Πένερ, που προσπαθούσαν να καταπνίξουν το γέλιο τους. «Θα περάσετε την εβδομάδα σας να παίρνετε καταθέσεις πόρτα πόρτα» τους προειδοποίησα και εκείνοι αμέσως μαζεύτηκαν και σηκώθηκαν να φύγουν. Ήμουν πολύ κουρασμένη για να βεβαιωθώ ότι είχαν τελειώσει τις αναφορές τους, αλλά είχα σκοπό να το φροντίσω το πρωί. Για την ώρα θα τους άφηνα να πάνε σπίτια τους.
Έκλεισα τον υπολογιστή μου, έσβησα την λάμπα του γραφείου μου και πήγα την μισοάδεια κούπα με τον κρύο καφέ στον νεροχύτη της μικρής κουζινούλας.
«Καληνύχτα» φώναξα στο αφεντικό μου, καθώς κούμπωνα το παλτό μου, για να με ακούσει μέσα στο γραφείο του και προχώρησα προς την πόρτα του κλιμακοστασίου.
«Λόρεν» με έκανε να γυρίσω πάλι πίσω. «Μπορείς να οδηγήσεις;»
«Ναι, μια χαρά είμαι, μόνο λίγο κουρασμένη, αλλά μάζεψα αρκετή ενέργεια μέχρι να με ξυπνήσετε».
Εκείνος γέλασε. 
«Δεν περιμένεις κανένα μισάωρο ακόμα να τελειώσω με τις αναφορές και να σε πάω εγώ σπίτι;»
Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν προσφορά ή διαταγή. Ήταν πάντα σοβαρός και, αν δεν έκανε κάποιο αστείο, ο τόνος του ακουγόταν μονίμως αυστηρός. Δεν συνήθιζα να παίρνω τα λόγια του αψήφιστα μόνο και μόνο για να μειώσω τις πιθανότητές μου να πέσω έξω.
«Δεν υπάρχει λόγος να σας βγάλω από τον δρόμο σας, κύριε. Θα είμαι μια χαρά» χαμογέλασα και πήγα και πάλι να φύγω, αλλά εκείνος με σταμάτησε ξανά.
«Κανένας κόπος. Άσε που δεν μας παίρνει να χάσουμε προσωπικό, ήδη είμαστε λίγοι εδώ μέσα. Δώσε μου πέντε λεπτά» σχολίασε και ξαναμπήκε στο γραφείο του.
«Αλήθεια, δεν είναι απαραίτητο». Το σπίτι μου ήταν εντελώς στην αντίθετη κατεύθυνση από το δικό του. Θα μπορούσε να έτρωγε βραδινό σε δέκα λεπτά, ενώ κάνοντας τον σοφέρ σε εμένα θα καθυστερούσε τουλάχιστον μισή ώρα μέχρι να με πάει και να γυρίσει.
«Μην είσαι περίεργη, Λόρεν, είπαμε θα σε πάω εγώ» μου φώναξε, καθώς έκλεινε και εκείνος τον υπολογιστή του.
Κατεβήκαμε στο ισόγειο, όπου ο Γουίλιαμ Μπόουεν διάβαζε ένα βιβλίο με τα πόδια πάνω στον γκισέ της υποδοχής και μια κούπα τσάι στο χέρι.
«Ήσυχη βάρδια, Μπιλ» του είπα, όταν ο επιθεωρητής Ρέντφορντ βγήκε έξω, και εκείνος μου απάντησε με μια χειρονομία, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τη σελίδα, που προκαλούσα την τύχη του. 
Ακολούθησα το αφεντικό μου στο αυτοκίνητο χαμογελώντας και μπήκα μέσα, τρέμοντας ήδη από τη χαμηλή θερμοκρασία και την έλλειψη ύπνου.
«Τα πήγες πολύ καλά» μου είπε εκείνος κάποια στιγμή, ενώ οδηγούσε, κάνοντάς με να ταραχτώ. Ο μονότονος ήχος του αυτοκινήτου στον σχεδόν άδειο δρόμο, το σκοτάδι της νύχτας και ο ζεστός αέρας από το καλοριφέρ που με χτυπούσε στο πρόσωπό είχαν κάνει τα μάτια μου να βαρύνουν επικίνδυνα, τόσο που η φωνή του αντήχησε βαθιά μέσα στο κεφάλι μου, όπως όταν ένας κρότος σε βγάζει από ελαφρύ ύπνο. Είχα να κοιμηθώ σε αυτοκίνητο από τότε που ήμουν παιδάκι. Τι ντροπή, αν ξανάρχιζα τώρα.
«Σας ευχαριστώ πολύ». Δεν είπα τίποτα περισσότερο πάνω σε αυτό, γιατί μου άρεσε το κομπλιμέντο και ακόμα περισσότερο επειδή δεν ήθελα να προκαλέσω την τύχη μου. Ήταν η τρίτη υπόθεσή μου μετά την προαγωγή και η πρώτη ληστεία, την οποία ερευνούσα ως επικεφαλής, και εκείνος είχε βοηθήσει αρκετά, κυρίως στο διοικητικό κομμάτι. Του ήμουν υπόχρεη γι’ αυτό· θα μπορούσε να με είχε αφήσει να τα βγάλω πέρα μόνη μου και να κάθεται να παίζει πασιέντζες όλη μέρα, όπως όριζαν τα καθήκοντά του, αλλά δεν το είχε κάνει, με αποτέλεσμα η επιβράβευσή του να μοιάζει τουλάχιστον τραβηγμένη.  
Ήθελα όμως να του πω κάτι, αν μη τι άλλο για να κρατήσω τον εαυτό μου σε εγρήγορση και να μην κοιμηθώ, βλέποντάς τον όμως να κοιτάζει αφοσιωμένος τον δρόμο μπροστά του με τα δύο χέρια στο τιμόνι, εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια και επικεντρώθηκα στο να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.
Ήταν πανύψηλος και γεροδεμένος. Πλησίαζε τα πενήντα απ’ ότι ήξερα -γιατί δεν του φαινόταν-, αλλά κρατιόταν πολύ καλά για την ηλικία του. Ήταν πάντα καλοξυρισμένος και τα ρούχα του μονίμως αψεγάδιαστα σιδερωμένα.
Χάθηκα στις σκέψεις μου, ενώ το βλέμμα μου ήταν πάνω του, χωρίς να τον κοιτάζω παρόλα αυτά. Ακόμα και αν το είχε καταλάβει, δεν είπε τίποτα.
Οδηγούσε σχετικά αργά σε όλη τη διαδρομή, κάνοντάς τη να διαρκέσει σχεδόν είκοσι λεπτά, παρότι δεν είχαμε βρει κίνηση στον δρόμο και, όταν μπήκαμε πια στο Τίγκτον, έκοψε κι άλλο ταχύτητα, τυπική αντίδραση όσων προσπαθούσαν να πλοηγηθούν στα στενά δρομάκια της περιοχής· εκείνος όμως, με την αγάπη του για την συνετή οδήγηση και το ογκώδες τζιπ του, αποφάσισε να το παρακάνει.
Τελικά σταμάτησε έξω από το σπίτι μου και, αφού τον ευχαρίστησα και του είπα καληνύχτα, βγήκα έξω. Όταν έκλεισα εξώπορτα και βρέθηκα στο σαλόνι, το αυτοκίνητό του απομακρύνθηκε.  
Πρόλαβα μόνο να βγάλω τα ρούχα μου πριν πέσω στο κρεβάτι, στο δωμάτιο που κοιμόμουν από τότε που ήμουν παιδάκι. Τις τελευταίες μέρες είχα δουλέψει υπερβολικά και είχα κοιμηθεί ελάχιστα, οπότε τη στιγμή που ακούμπησα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι έπεσα σε έναν βαρύ ύπνο. Ήμουν έτοιμη για τουλάχιστον μία ήρεμη εβδομάδα. Ήδη μπορούσα να φανταστώ τα μακριά γεύματα και τα σταυρόλεξα στο γραφείο μου. Η καθημερινότητα στο Τμήμα Εγκληματολογικών Ερευνών του Ντόβχερστ καταντούσε βαρετή γρήγορα, η αδράνεια όμως σε κρατούσε ξεκούραστο.
Την επόμενη μέρα η μητέρα μου με ξύπνησε χτυπώντας μου την πόρτα όπως κάθε άλλο πρωί. Πλύθηκα, έβαλα ένα από κοστούμια μου, αφού ο επιθεωρητής δεν επέτρεπε σπορ ντύσιμο στους υφιστάμενούς τους και βγήκα στην κουζίνα.
«Δεν σε άκουσα να έρχεσαι χθες το βράδυ» ξεκίνησε να λέει η κυρά-Ίντιθ, ενώ άφηνε μπροστά μου ένα πιάτο γεμάτο έως πάνω με το αγγλικό πρωινό, το μόνο πράγμα που ήξερε να φτιάχνει καλά. «Πρέπει να γύρισες πολύ αργά. Ελπίζω τουλάχιστον να σου πληρώσουν τις υπερωρίες, γιατί πραγματικά σας αναγκάζουν να δουλεύετε πάρα πολύ».
Συνέχισε να μιλάει με εμένα να της δίνω όλο και λιγότερη προσοχή και τον πατέρα μου στην πολυθρόνα του στο σαλόνι να μην ακούει ήδη λέξη.
«Θα πρέπει να με πας εσύ στο τμήμα σήμερα. Με έφερε το αφεντικό μου χθες το βράδυ και το αυτοκίνητό μου έχει μείνει εκεί».
«Ο επιθεωρητής Ρέντφορντ» είπε σχεδόν ονειροπόλα η μητέρα μου, κάνοντάς τη να μοιάζει πιο κωμική απ’ ότι συνήθως· η ψιλή φωνή και το κοντό και λιγνό σώμα της πάντα μου θύμιζαν καρικατούρα. «Τι κάλος άνθρωπος και τι ωραίος άνδρας. Είναι κρίμα που πέθανε τόσο νωρίς η γυναίκα του. Θα μπορούσαν να είχαν κάνει άλλα ένα δυο παιδιά ακόμα. Αλλά νέος είναι, προλαβαίνει να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Έχουμε ακόμα μερικές ανύπανδρες γυναίκες και, εδώ που τα λέμε, δεν χρειάζεται να είναι και ακριβώς στην ηλικία του. Ο άνδρας έχει περιθώριο να είναι λίγο μεγαλύτερος από τη γυναίκα, δεν χάθηκε και ο κόσμος. Ίσως πρέπει να του συστήσω καμία γνωστή μου. Μπορεί το πρόβλημά του να είναι ότι δεν ξέρει πολλές γυναίκες…»
«Ναι, γιατί οι αστυνομικοί συνηθίζουν να έχουν αυτό το πρόβλημα» τη διέκοψα. «Μπορείς να με πας τώρα ή να πάρω ταξί;»
«Καλά, καλά, θα σε πάω, μην αρπάζεσαι. Έλεγα να περάσω από τη Σάρα, για να δω αν θέλει τίποτα, αλλά μπορώ να το κάνω μετά. Ίσως θέλει να βγει να φτιάξει αυτόν τον κήπο που είναι σε άθλια κατάσταση από τότε που πέθανε ο σκύλος. Θα πάω να κάτσω λίγο με τα παιδιά, σε περίπτωση που πρέπει να πάει σούπερ μάρκετ ή κάπου αλλού, να μην τα κουβαλάει μαζί».
«Να την αφήσεις ήσυχη τη Σάρα» πετάχτηκε ο πατέρας μου εντελώς ξαφνικά. «Μην μπλέκεσαι στα πόδια της και, αν χρειάζεται βοήθεια, θα μας πει».
«Λες και δεν την ξέρεις πώς είναι: περήφανη και θέλει να τα κάνει όλα μόνη της. Δεν βλέπω το κακό στο να…»
Συνέχισε να μιλάει, αλλά σταμάτησα να της δίνω σημασία. Θεός φυλάξει να μείνουμε δυο λεπτά σε ησυχία. Είχε όμως ένα δίκιο· ίσως η νύφη μου χρειαζόταν όντως βοήθεια και ένιωθα λίγο ντροπή που τις τελευταίες μέρες δεν είχα καταφέρει να περάσω καθόλου από εκεί, για να δω τι κάνουν τα μικρά και να τα κρατήσω λίγο.
Φτάνοντας στη δουλειά, διαπίστωσα πως, όπως είχα προβλέψει, μετά την τελευταία έκρηξη εγκληματικότητας η μέρα μου ήταν ελεύθερη. Ο Μπόιντ και η ομάδα του ασχολούνταν ακόμα με έναν βιασμό που είχε έρθει πριν τη δική μου ληστεία και αφού δεν είχα κάτι να κάνω, τους δάνεισα τους αστυφύλακές μου, για να βοηθήσουν. Όταν τελείωσε η βάρδιά μου γύρισα σπίτι για να αλλάξω και να φάω και έπειτα κατευθύνθηκα προς αυτό του αδελφού μου.
Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά μπαίνοντας στην αυλή, ήταν προφανές ότι η κυρά-Ίντιθ είχε δίκιο και ο κήπος χρειαζόταν δουλειά. Από τη μία μεριά το μεγάλο παρτέρι ήταν κατάφυτο με υάκινθους, ενώ από την άλλη, η στενή αλτάνα όπου πριν λίγο καιρό ήταν δεμένος ο Φλάφι, είχε γεμίσει αγριόχορτα.
Χτύπησα σιγανά την πόρτα, για να μην ξυπνήσω τα μικρά, αλλά φωνές και ποδοβολητά ακούστηκαν αμέσως, πράγμα που με έκανε να καταλάβω ότι ήταν ήδη στο πόδι. Η Σάρα τούς είπε κάτι από μέσα και τελικά η πόρτα άνοιξε.
«Εν» είπαν με μια φωνή τα ανίψια μου, όταν με είδαν και αγκάλιασαν τα πόδια μου. Γονάτισα και τα έκλεισα στην αγκαλιά μου. Είχα να τα δω τρεις μέρες και μου είχαν λείψει υπερβολικά.
«Χρόνια και ζαμάνια, Λόρεν» με πείραξε η νύφη μου. «Ελάτε μέσα, έχει κρύο» είπε και έκανε στην άκρη, για να μας κάνει χώρο.
«Έλεγα να κάνω κάτι στον κήπο σου, αν δεν έχεις πρόβλημα και μετά θα μπω για καφέ».
Η Σάρα φάνηκε να παραξενεύεται από την πρόταση. Δεν ήμουν πολύ της κηπουρικής και συνήθιζα να περιμένω να μου το ζητήσει κάποιος πριν καταπιαστώ με μια τέτοια αγγαρεία, αλλά είχα ψυχοπλακωθεί βλέποντας το χορταριασμένο κομμάτι γης.
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κάνεις αυτό. Θα το φροντίσω εγώ. Έλα μέσα».
Έπρεπε να της αναγνωρίσω ότι ήταν ευγενική και πιθανότατα όντως δεν ήθελε να ανακατευτώ με τον κήπο της, πράγμα που καταλάβαινα, παράλληλα όμως ήταν και τελειομανής· σίγουρα την ενοχλούσε ένα παρατημένο παρτέρι.
«Δεν είναι κόπος. Για να πω την αλήθεια το είδα και στεναχωρήθηκα».
Εκείνη ένευσε. Ο Φλάφι είχε μετακομίσει στο καινούριο σπίτι μαζί με τον Μάρτιν, όμως δεν σταματούσε να είναι και δικός μου σκύλος. Τον είχαμε στην αυλή μας πριν καν τελειώσω το σχολείο και το πήρα εξίσου άσχημα με τον αδελφό μου όταν πέθαινε. Το παρτέρι στο οποίο ήταν δεμένος τα τελευταία χρόνια μου τον θύμιζε πολύ και ίσως αν το φύτευα ή τουλάχιστον το ξεχορτάριαζα να ήταν καλύτερα.
«Θα το κάνω εγώ πάντως» είπε και κατάλαβα ότι την είχα σχεδόν πείσει. Με δυο παιδιά να τρέχουν πέρα δώθε και εγώ στη θέση της θα καλωσόριζα οποιαδήποτε βοήθεια.
«Δεν θα μου πάρει πολύ» τη διαβεβαίωσα, κοιτάζοντας το κατάφυτο, στενόμακρο κομμάτι γης. «Σε κανένα μισάωρο θα πίνουμε καφέ».
Τελικά συμφώνησε και βγάζοντας τα κλειδιά από την πόρτα, μου τα έδωσε για να ανοίξω την αποθήκη και να βγάλω τα σύνεργα κηπουρικής και τους βολβούς που είχε ήδη αγοράσει.
Γονάτισα στο χώμα και ξεκίνησα να ξεχορταριάζω, ενώ εκείνη έβαζε μπουφάν στα μικρά και τα έφερνε έξω για να μου κάνουν παρέα.
«Μην πιάνεις τα χώματα, Σάρα» τη μάλωσα όταν ήρθε δίπλα μου. «Εγώ φόρεσα παλιά ρούχα για να ‘ρθω. Άσε που αν θέλουν κάτι τα παιδιά θα έχεις λερωμένα χέρια».
Δεν ήθελα να την κάνω να με βοηθήσει. Είχα έρθει μια στιγμή που βόλευε εμένα και δεν ήταν σωστό να αναγκάσω εκείνη να κάνει μια δουλειά με την οποία δεν είχε σκοπό να ασχοληθεί απλά και μόνο εξαιτίας μου.
Αντιγράφοντας τις κινήσεις της μητέρας του, ο Τζέισον και η Εμίλια ήρθαν και άρχισαν και αυτοί να ανακατεύουν τα χώματα. Εκείνη τα μάλωσε, αλλά δεν κατάφερε τίποτα.
«Δεν τα παίρνεις να πας μέσα;» της πρότεινα τελικά. Η νεοαποκτηθείσα επιμονή της για κουτσομπολιό με είχε κουράσει περισσότερο από τη χειρωνακτική εργασία, ενώ οι φωνές των μικρών και τα συνεχή τραβήγματά τους μού είχαν προκαλέσει πονοκέφαλο. Ήθελα κι εγώ παιδιά, αλλά ένα ένα τη φορά. Με δύο απλά δεν ήξερες τι να κάνεις.  
«Και να σε αφήσω εδώ μόνη σου;» είπε λες και δεν μπορούσε να φανταστεί κάτι πιο αγενές, ο τόνος της όμως με έκανε να πιστέψω ότι η σκέψη δεν είχε περάσει πρώτη φορά από το μυαλό της.
«Πήγαινε μέσα μην κρυώσουν τα μικρά».
Έφερε μερικές αντιρρήσεις ακόμα, αλλά σύντομα την έπεισα. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και με άφησε μόνη μου στην αυλή, που είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει αρκετά. Δεν με πείραζε, αντίθετα, το προτιμούσα έτσι.
Είχα περάσει όλη μου τη ζωή στο Ντόβχερστ και απολάμβανα την ηρεμία, το κρύο αεράκι και την υγρασία στην ατμόσφαιρα. Το σπίτι του αδελφού, όπως και το δικό μου, βρισκόταν δυο βήματα από την ακτή, τόσο που, αν προσπαθούσες λίγο και ο άνεμος δεν βούιζε, μπορούσες να ακούσεις τα κύματα της Βόρειας Θάλασσας. Το νερό από τη μία και οι πράσινες πλαγιές από την άλλη σε έκαναν να μην χορταίνεις τη φύση. Κάποια στιγμή άρχισε να χτυπάει το σημείο που βρισκόμουν και ο ήλιος, κάνοντας τα πράγματα ακόμα καλύτερα.
Συνέχισα να σκάβω τα παρτέρια, λες και θα μπορούσε να πιάσει φυτό με τον αέρα που χτυπούσε το σπίτι τέτοια εποχή. Ξερίζωνα αγριόχορτα και τα άφηνα στην άκρη, ενώ πού και πού έπεφτα πάνω σε μικρές πετρούλες και κλαδιά. Κάποια στιγμή ανακάλυψα και ένα κόκαλο ρακούν ή σκίουρου που πρέπει να είχε πέσει θύμα του Φλάφι και βγήκα τον εαυτό μου να χαμογελάει στη σκέψη του μεγαλόσωμου σκύλου μου να τραμπουκίζει μικρά ζωάκια. Δεν ήταν η πιο γλυκιά εικόνα, ήταν όμως κάτι.
Τελειώνοντας με τα ζιζάνια, τα οποία ήταν ακόμα πεταμένα δίπλα μου και στο τέλος θα έπρεπε να μαζέψω και να βάλω σε σακούλες για να τα πετάξω, ξεκίνησα να φυτεύω ζουμπούλια. Οι γνώσεις κηπουρικής μου ήταν περιορισμένες, αλλά ήλπιζα να καταφέρω να φυτέψω μερικά σωστά, ώστε να αποφύγω τη γκρίνια της κυρά-Ίντιθ, που θα είχα καταστρέψει τον κήπο του γιού της.
Άρχισα να ανοίγω βαθιές τρύπες και να τοποθετώ τους βολβούς τον έναν κοντά στον άλλον, όπως με είχε καθοδηγήσει η Σάρα. Ανακατεύοντας το έδαφος είχα φέρει στην επιφάνεια ένα δυο σκουληκάκια -στο κάτω κάτω εδώ ήταν ύπαιθρος και εγώ έψαχνα μέσα στο χώμα-, τα οποία σύντομα συνέχισαν τον δρόμο τους, όταν όμως άνοιξα την τελευταία μου τρύπα, έπιασα κάτι που σίγουρα δεν ήταν μέρος της φύσης. Το έφερα κοντά στο πρόσωπό μου και διαπίστωσα ότι ήταν ένα νύχι· ένα μακρύ τετραγωνισμένο ψεύτικο νύχι, το οποίο είχε φθαρθεί, αλλά δεν είχε χάσει τα περίτεχνα σχέδιά του.
Γέλασα πνιχτά. Ήταν καλοφτιαγμένο, αλλά υπερβολικά φανταχτερό και γνωρίζοντας το αψεγάδιαστο γούστο της νύφης μου, ήξερα ότι πρέπει να μην ένιωθε ο εαυτός της όταν αποφάσισε να το βάλει. Μόνο όταν το άφησα δίπλα στο κόκαλο του ρακούν ή σκίουρου που είχε φάει ο Φλάφι, για να της το δείξω αργότερα και να την πειράξω, διαπίστωσα ότι τα δύο ευρήματά μου θύμιζαν υπερβολικά το πάνω μισό ενός δαχτύλου. Ενός ανθρώπινου δαχτύλου. Ενός γυναικείου ανθρώπινου δαχτύλου.

Εύη Φρυγανά

2 σχόλια:

  1. Καταπληκτικό το φινάλε!
    Μου αρέσουν πάρα πολύ οι περιγραφές σου, άμεσες και ακριβείς, λαραστστικες χωρις να κουράζουν.
    Τη Λορεν νομίζω την έχω συμπαθήσει αλλά είναι πολύ νωρίς για να δεθω μαζί της. Πάντως, έχω την εντύπωση πως είναι η πιο φυσιολογική χαρακτήρας, με την πιο φυσιολογική εργσσια και οικογένεια, που εχεις γράψει. (Ή τουλάχιστον που έχω διαβάσει αππ σένα).
    Θέλω πολύ να γνωρίσουμε τον αδελφό της!
    Το ειδύλλιο μου εχει ήδη κεντρίσει το ενδιαφέρον. Νομίζω θα ξατακησω να τους θέλω μαζι!!!
    Και ανυπομονώ να δω το μυστήριο να ξεδιπλώνεται.
    Καλη συνεχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή