Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6 Ιουλ 2018

0 Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 2) - Φαντάσματα του παρελθόντος


«Μην ξεχνάς πως χάρις σε εμένα βρίσκεσαι υπό την εύνοια του Αυτοκράτορα και περνάς τις νύχτες σου ασφαλής μέσα σε τούτο το δωμάτιο. Τα ζεστά φαγητά και η καλοπέραση, όλα πρέπει να τα χρωστάς σε μένα! Αν δεν σε είχα βρει και δεν σε είχα πάρει μαζί μου, ακόμα σε εκείνο το μπορντέλο θα βρισκόσουν και θα τραγουδούσες για όλα τα παράνομα ζευγάρια και τις πόρνες» τα λόγια του γέρου αντήχησαν στα αυτιά του νεαρού για χιλιοστή φορά, εμποδίζοντάς τον να βρει ησυχία εκείνο το βράδυ. Στριφογυρνούσε και οι αλλόκοτοι χτύποι της καρδιάς του δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Πράγματι, είχε καταφέρει να εντυπωσιάσει τον Γιο των Ουρανών, τον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Τι μεγάλη τιμή! Πόσο ικανός θα έπρεπε να αισθανόταν και τι μεγάλη περηφάνια έπρεπε να τον γεμίζει. Μα κανένα από αυτά τα συναισθήματα δεν υπήρξαν μέσα στην ταλαιπωρημένη του ψυχή. Ντροπή και αγανάκτηση. Αυτά κυριαρχούσαν μέσα του και τον μαστίγωναν.
Ο Αυτοκράτορας του είχε φερθεί με τόση ευγένεια και καλοσύνη, ενώ ο ίδιος δεν πίστευε πως τα άξιζε. Παρά τις αντιρρήσεις που του έφερνε η ψυχή του,  όπως του είχε υπενθυμίσει ο Γυ, έπρεπε να ήταν υπάκουος, καθώς η σωτηρία του βασιζόταν αποκλειστικά σε εκείνον. Ξάπλωσε μπρούμυτα και σώπασε τους λυγμούς του με το μαξιλάρι. Όσο ζούσε ο γέρος, δεν θα ήταν ποτέ ελεύθερος, ό,τι είδους ζωή κι αν απλωνόταν μπρος του.

            Λίγο πριν την αυγή, ο ύπνος τον πήρε μακριά από την πικρία και τη θλίψη που τον βάραιναν, μα δεν τον ταξίδεψε σε λιγότερο οδυνηρά μέρη. Μέσα στον κόσμο των ονείρων θυμήθηκε τη ζωή του πριν από το Παλάτι, πριν από τον γέρο – Γυ. Θυμήθηκε την οικογένειά του και την κατάρα που είχε πέσει πάνω της.
            Αυτός ήταν το τρίτο παιδί και ο δεύτερος γιος ενός πολέμαρχου, ο οποίος είχε πεθάνει προτού καταφέρει να τον γνωρίσει. Ο πατέρας του ονομαζόταν Λι Τζάο και η φήμη του για τις στρατηγικές του ικανότητες είχε φτάσει ως τις χώρες της μακρινής Δύσης και του παγωμένου Νότου. Ήταν καλός και συμπονετικός άνθρωπος, δεν αγαπούσε το άδικο και οι στρατιώτες του τον σέβονταν όπως ο γιος τον πατέρα. Η ευαίσθητή του καρδιά, όμως, προμήνυε την πτώση του ίδιου και της οικογένειάς του. Σε ένα ταξίδι στον Βορρά, κατά τη διάρκεια μιας άγριας συμπλοκής με τους επαναστάτες, ο Λι Τζάο έγινε μάρτυρας της εξαθλίωσης στην οποία ήταν αναγκασμένοι να ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Τα μάτια του αντίκρισαν φαντάσματα αντί για ζωντανά όντα. Σε κάθε γωνιά βρίσκονταν κοκκαλιασμένα σώματα, χλωμά και άδεια πρόσωπα με μάτια λευκά, τα οποία κοιτούσαν το κενό. Ελπίδα δεν υπήρχε μέσα τους και κάθε επιθυμία για ζωή είχε διαγραφεί. Ζούσαν σε αντίσκηνα, πλένονταν με τα νερά της βροχής και τρέφονταν μονάχα από τους ελάχιστους καρπούς που αραιά πρόσφερε το άγονο έδαφος των οροσειρών. Η ιδέα της επανάστασης είχε αρχίσει να αποκτά λογική στο μυαλό του. Εφόσον ο Αυτοκράτορας επέτρεπε τέτοιες συνθήκες, οι άνθρωποι όφειλαν να ξεσηκωθούν και να απαιτήσουν κάτι καλύτερο. Αυτές οι σκέψεις τον τάραξαν για αρκετά βράδια. Μια νύχτα που το χιόνι έπεφτε άφθονο στους πρόποδες του βουνού Γιακιμάσι, ο στρατηγός Τζάο στράφηκε στον άρχοντα και αφέντη του. Μάχονταν πλάι – πλάι για αρκετά χρόνια και πίστευε πως μπορούσε να του εκμυστηρευτεί τα πάντα. Τον θεωρούσε δάσκαλο και πατέρα. Του εμπιστεύτηκε τις ανησυχίες και τις αμφιβολίες που είχαν φυτρώσει μέσα του. Ζήτησε να μάθει για ποιους λόγους ο Αυτοκράτορας της Ηπείρου είχε απαρνηθεί αυτούς τους ανθρώπους. Περιέγραψε με απόλυτη ειλικρίνεια όσα τα μάτια του παρακολούθησαν και όσα τα αυτιά του άκουσαν από τα στόματα εκείνων των ζωντανών-νεκρών. Ησυχία επικράτησε για αρκετή ώρα και όταν την έσπασε ο διοικητής του, ο Τζάο κατάλαβε πως ήταν μάταιη η προσπάθειά του να τον μεταπείσει για την επερχόμενη σύγκρουση. Άλλη μια φορά το αίμα των αθώων και των δίκαιων θα χυνόταν από τα ξίφη των αδίστακτων και των δειλών. Έριξε το σώμα του στο έδαφος και χτύπησε το κεφάλι του ώσπου μάτωσε. Ζήτησε συγχώρεση καθώς αρνήθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε επιχείρηση που θα προκαλούσε περισσότερο πόνο σε εκείνες τις ψυχές. Ο διοικητής του τον προειδοποίησε πως μια τέτοια απερίσκεπτη κίνηση θα σήμαινε εσχάτη προδοσία. 
            «Ήταν λάθος να σε κρατάμε μονάχα στα σύνορα της Ηπείρου. Εκεί ήσουν μακριά από τον πολιτισμό και οι κίνδυνοι δεν ήταν πολλοί. Σε είχα παραχαϊδέψει, όπως ένας πατέρας τον μικρότερό του γιο» γέλασε ελάχιστα και κούνησε το κεφάλι του, «Εάν έβλεπες από νεαρή ηλικία τα εγκλήματα των επαναστατών, εάν γινόσουν μάρτυρας της δυστυχίας του λαού που υπηρετείς, ίσως να καταλάβαινες» παρατήρησε απογοητευμένος από τις εξελίξεις. Έπειτα, αναστέναξε βαθιά, με ένα μεγάλο βάρος να πιέζει την ψυχή του. Η συμβουλή του ήταν να ξεχάσουν και οι δυο τους το ζήτημα. Θα τον εξόριζε, μα δεν θα αναγκαζόταν να τον εκτελέσει. Ο Τζάο δεν δέχτηκε. Οι όρκοι που είχε δώσει στους θεούς του απαγόρευαν να παλεύει για τη διαφθορά και το κακό. 
            Προτίμησε τον θάνατο. 
            Η εκτέλεσή του ήταν σύντομη και την παρακολούθησαν όλοι οι στρατιώτες με σφιγμένες τις καρδιές τους. Δεν τόλμησαν να φέρουν αντίρρηση, αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά τους ήξεραν πόσο δίκιο είχε ο στρατηγός τους. Συμμερίζονταν τις σκέψεις του αλλά δεν τολμούσαν να τις ξεστομίσουν. Ήταν πιόνια χωρίς βούληση και η παραμικρή ένδειξη ανυπακοής θα τους οδηγούσε στην ίδια μοίρα με τον Τζάο. Δεν μίλησαν, απλά έστεκαν βουβά, προσπαθώντας να καταπολεμήσουν τη θλίψη τους. 
            Όμως τα βάσανα της οικογένειας Λι δεν σταμάτησαν εκεί. Μερικές μέρες αργότερα, τρεις μονάδες της Εγχώριας Ασφάλειας*, εισέβαλαν στο σπίτι και ανακοίνωσαν την απόφαση του ίδιου του Αυτοκράτορα: η προδοσία του του Λι Τζάο δεν θα ξεπλενόταν με τον θάνατό του μόνο. Έπρεπε να κατασχεθεί ολόκληρη η περιουσία που θα άνηκε στον άρχοντα της Ηπείρου. Αντικείμενα αξίας θα παραδίδονταν στον Αρχηγό Ασφάλειας Γιανκ και τα τρόφιμα που διέθετε το σπίτι θα προσφέρονταν στις μονάδες του Βορρά. Ακόμα, οι γυναίκες του σπιτιού καθώς και οι υπηρέτες θα αφήνονταν στο έλεος του διοικητή της μονάδας που θα εκτελούσε την επιχείρηση. Η σύζυγος του προδότη έπρεπε να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της, ενώ οι απόγονοι θα εκτελούνταν. Η μητέρα των παιδιών ικέτεψε τους άνδρες για έλεος. Εάν δεν μπορούσε η ίδια να γλυτώσει από αυτή τη μοίρα, ας επέτρεπαν  στους γιούς και στις κόρες της να ζήσουν. Πρότεινε να σταλθούν στο Παλάτι και να υπηρετήσουν τον μεγάλο Αυτοκράτορα ως ένδειξη υποταγής και μεταμέλειας. Η προσφορά της αγνοήθηκε. Δίχως να χαραμίσουν πολύτιμο χρόνο, οι άνδρες εισέβαλαν μέσα στα δωμάτια και ξεκίνησαν να τα λεηλατούν. Πετούσαν και έσπαγαν καρέκλες και έπιπλα. Έσερναν τον κόσμο έξω με τη βία, κι αν κάποιος αντιστεκόταν, τον χτυπούσαν με γροθιές και με τις λαβές των ξιφών τους.  Έχωναν στις τσέπες τους κοσμήματα και κουβαλούσαν πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία φόρτωναν στα άλογά τους, κι αν αδυνατούσαν τα ζωντανά, έπαιρναν εκείνα από τους στάβλους να μεταφέρουν το μεγαλύτερο βάρος. Οι αποθήκες είχαν αδειάσει μέσα σε πάρα πολύ λίγο χρόνο. Το σπίτι είχε σχεδόν γκρεμιστεί από τις ζημιές και τα πατώματά του είχαν μουλιάσει από το πηχτό αίμα και τις άμορφες μάζες που κείτονταν κάτω. Τα άλογα, τα γίδια και τις κότες τα είχαν όλα περιμαζέψει, ενώ οι ελάχιστοι υπηρέτες που είχαν μείνει ζωντανοί, βρίσκονταν αλυσοδεμένοι ανάμεσά τους. 
            Ο διοικητής φαινόταν αρκετά περήφανος με το έργο του. Λίγοι αντιστάθηκαν μα δεν προκάλεσαν μεγάλη φασαρία και ο πλούτος που μάζεψαν ξεπερνούσε τις προσδοκίες του. Γρήγορα, διέταξε έναν στρατιώτη να του ανάψει μια δάδα και όταν την πήρε στα χέρια του, στράφηκε προς την κυρία Λι. 
            «Παρακολούθησε, λοιπόν, πώς η αφέλεια και η αδυναμία του άνδρα σου, έφερε την καταστροφή στην οικογένειά σου» και με ένα σχιστό χαμόγελο λαγνείας, πέταξε τον δαυλό στην οροφή του σπιτιού. Γρήγορα, οι φλόγες σκόρπισαν και καταβρόχθισαν τη σκεπή.  Προκαλώντας έναν εκκωφαντικό γδούπο η στέγη κατέρρευσε, επιτρέποντας στη λυσσασμένη φωτιά να εισχωρήσει στα θεμέλια και στους τοίχους του σπιτιού. Ο πυκνός και μαύρος καπνός είχε δηλητηριάσει την ατμόσφαιρα, σε συνδυασμό με τη βασανιστική μυρωδιά καμένης σάρκας. Μετά από λίγα λεπτά, η περήφανη και ταπεινή έπαυλη των Λι είχε καλυφθεί από τη μανιασμένη φωτιά. Η γυναίκα παρατηρούσε με δάκρυα όλη της τη ζωή να χάνεται και να μετατρέπεται σε μαύρη στάχτη. Το βλέμμα της έτρεξε προς τους ανθρώπους που είχαν αφοσιωθεί στην οικογένεια Λι. Θλίψη την κυρίευσε για την τύχη τους. Τα κορίτσια θα γίνονταν έρμαια των αντρών που θα τα συνόδευαν στο Παλάτι και διαφορετική μοίρα δεν θα είχαν πλάι στον Γιο των Ουρανών. Οι άνδρες θα κατέληγαν σκλάβοι και όταν δεν θα τους χρησίμευαν, θα κοσμούσαν τα τείχη της Ηπείρου: κρεμασμένοι και ακρωτηριασμένοι.
            Τα γόνατά της την πρόδωσαν και έπεσε στο υγρό χορτάρι. Δεν καταράστηκε τον άνδρα της και δεν του θύμωσε για τις επιλογές του. Η οργή της έπεσε σε εκείνον που είχε κάνει πλιάτσικο στο σπίτι τους, σκότωσε τους γέρους και τις γριές και που σκόπευε να σφάξει τα παιδιά της. Με όση δύναμη της είχε απομείνει, ούρλιαξε και όρμησε πάνω του. Ο διοικητής Φενκ βημάτισε στο πλάι και με μια αστραπιαία κίνηση του ποδιού του την κλώτσησε στην πλάτη. Η γυναίκα, έχοντας σωριαστεί στο έδαφος, έσκουξε από τον πόνο. Καταριόταν τους θεούς και τον Αυτοκράτορα, ενώ υποσχέθηκε στον Φενκ πως δεν θα έβρισκε ησυχία ούτε στον θάνατο. Η απόκρισή του ήταν ένα γέλιο, το οποίο δυνάμωσε τη στιγμή που η λεπίδα του ξίφους του έσχισε τον λαιμό της. Τα παιδιά έτρεξαν στο πλευρό της μάνας τους κλαίγοντας για τον χαμό της, μα τα σωματάκια τους έπεσαν άψυχα και αιματοβαμμένα πάνω στη μητέρα τους. Ικανοποιημένος πια, ο διοικητής διέταξε την αναχώρηση και την επιστροφή στο παλάτι. Η ντροπή της οικογένειας των Λι είχε ξεπλυθεί και η αμοιβή του από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα θα του χάριζε καινούργιο άλογο, καυτό φαγητό και μια όμορφη παλλακίδα πλάι του. Κι αν οι θεοί ήταν με το μέρος του, θα αποκτούσε την αρχηγία της Ασφάλειας, διώχνοντας μια και καλή τον βρωμερό και γέρο Γιανκ. 
            Το ταξίδι τους ήταν ήρεμο και πρόσχαρο. Όλοι επαινούσαν τον διοικητή τους και έπιναν κρασί στο όνομά τους όταν ξαπόσταιναν. Μα οι υπηρέτες παρέμειναν σιωπηλοί, σχεδόν νεκροί. Γνώριζαν πως ο Φενκ είχε διαπράξει ένα μεγάλο σφάλμα, το οποίο εάν μαθαινόταν αργότερα, ίσως και να του στοίχιζε τη ζωή του. 
            Πριν ξεκινήσει η λεηλασία, κατά τη διάρκεια της απαγγελίας της αυτοκρατορικής εντολής, η  μαμή που φρόντιζε τον μικρότερο γιο, Άο, έντρομη για τον επικείμενο θάνατό του, τον τύλιξε μέσα σε μια πλεκτή κουβέρτα και τον φυγάδευσε μέσα από τα χωράφια, μακριά από την καταστροφή και τον θάνατο. Για μέρες περιφέρονταν στα δάση, χαμένοι και απεγνωσμένοι. Το παιδί, μόλις τριών ετών, αναζητούσε τη μητέρα και τα αδέρφια του και έκλαιγε συνεχώς. Η μαμή προσπαθούσε να τον παρηγορήσει με εύθυμες ιστορίες των παλαιών, μα και να το συνετίσει με συμβουλές: 
            «Ένας άντρας μεγαλώνει με πειθαρχία. Η μάνα τον κρατά στην αγκαλιά όσο είναι παιδί και όταν πια αυτό αρχίζει και γνωρίζει τον κόσμο, το διώχνει από κοντά της, μα δεν το ξεχνά. Του δίνεται μορφή και πνεύμα από τις θλιβερές και τις οδυνηρές δοκιμασίες που στέλνουν στον δρόμο του οι Θεοί, μα δεν ξεχνά: η θυσία της μάνας είναι αυτή που τον γεννά» στο άκουσμα αυτών των λόγων το παιδί πάντα έκλαιγε δυνατά και έτρεχε πέρα δώθε φωνάζοντας τη μητέρα του. Οι νύχτες του είχαν γεμίσει αίμα και άθλιους δαίμονες που το κυνηγούσαν. Δαίμονες στο ύψος των μεγαλύτερων βουνών, με κόκκινο δέρμα, μαύρα μάτια που ρουφούσαν τις ψυχές και κέρατα τόσο κοφτερά που μπορούσαν να σχίσουν τον ουρανό.
            Κάποια πράματα δεν έμελλαν να αλλάξουν.
            Ο ήλιος μπήκε βίαια στο δωμάτιο του νεαρού αγοριού. Φώτισε τις χρυσές κουρτίνες, τα πορσελάνινα βάζα και τα κόκκινα ριχτάρια του κρεβατιού. Το παλικάρι πετάχτηκε τρομοκρατημένο από τις φοβερές φιγούρες που είχαν έρθει ακόμα μια φορά να στοιχειώσουν τον ύπνο του. Έτριψε το πρόσωπό του και σηκώθηκε με αργά βήματα, δένοντας την ρόμπα που φορούσε. Το προηγούμενο βράδυ δεν βρισκόταν σε θέση να την παρατηρήσει και να τη θαυμάσει, μα οι ηλιαχτίδες είχαν τελειοποιήσει την ομορφιά της: ήταν όλη κίτρινη, σαν τον μεσημεριανό ήλιο, και τη διακοσμούσαν διάσπαρτες λευκές πινελιές. Για ακόμα μια φορά, δεν έδωσε σημασία στην πολυτελή του ένδυση. Στάθηκε πλάι στο παράθυρο και κοίταξε τον κήπο έξω από αυτό. Οι νεκροί και οι δαίμονες δεν ησυχάζουν ποτέ, έτσι του έλεγε πάντα η μαμή. Μα εκείνος ήταν ζωντανός και δεν ήταν παρά ένας απλός θνητός. Γιατί οι Θεοί δεν μπορούσαν να του χαρίσουν μια γαλήνια ζωή;



Χριστίνα Ξενάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου