Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14 Απρ 2019

1 Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 2) - "Ένα επτάχρονο κοριτσάκι"

Η καλύτερη ώρα της ημέρας είναι το τέλος της. Δεν υπάρχει πιο όμορφο και ήρεμο θέαμα, από ένα ηλιοβασίλεμα.
Καθόταν έξω στο μπαλκόνι της ξύλινης καλύβας, πάνω στην ξύλινη κουνιστή καρέκλα του, πίνοντας τον ζεστό καφέ του και καπνίζοντας το τσιγάρο του. Εκεί έμεινε όλη την νύχτα, με το βλέμμα του στον νυχτερινό ουρανό. Του έλειπε το παλιό του σπίτι. 

Ας εκμεταλλευτούμε τη σκηνή, για να κάνουμε μία μικρή περιγραφή του πρωταγωνιστή μας.
Ξεκινώντας από τα ξανθά ολόισια μαλλιά του, στο μικρό με αχνές γωνίες πρόσωπο του, στολισμένο με δύο γαλανά μάτια μία κομψή γαλλική μύτη, δύο σαρκώδη χείλια καλυμμένα με πυκνά ξανθά μούσια. Διέθετε φαρδιές πλάτες, με όχι και τόσο δυνατά χέρια, κοντά δάχτυλα, λίγο κοιλίτσα και τέλος, καλλίγραμμους γοφούς με καλοσχηματισμένες γάμπες.
Και κάτι τελευταίο. Μέτρηση ύψους 1,65 (τα φτερά του πρόσθεταν παραπάνω ύψος) και βάρος εξήντα πέντε κιλά, ακριβώς. 

Ξημέρωνε. Άφησε τη κούπα του κάτω, άνοιξε τη καπνοθήκη του, για να στρίψει τσιγάρο. Το άναψε. Άφησε τον καπνό να ελευθερωθεί από τα χείλη του, με κλειστά τα μάτια, απολαμβάνοντας τον ήχο και τη μυρωδιά της βροχής.
Έβρεχε πολύ δυνατά και φυσούσε κρύος αέρας. Για εκείνον, ξεκινούσε μία υπέροχη ημέρα.
Ο Σκελετός, από την άλλη, δεν ένιωθε καθόλου καλά. Γκρίνιαζε ότι η υγρασία τον χτυπούσε στα κόκαλα, δυσκολεύοντας τον να κουνηθεί.
«Χάλια», σχολίασε, μένοντας κάτω από τη βροχή.
«Ναι, είναι μία υπέροχη ημέρα», αποκρίθηκε εκείνος, χαμογελαστός.
«Λένε πως θα χειροτερέψει, μέσα στις επόμενες ημέρες. Θα το γυρίσει σε παγωνιά». Μιλούσε τεντώνοντας τα χέρια του, για να ισιώσει τα κόκαλα του.
Ο έκπτωτος γύρισε να κοιτάξει την καλύβα, τεντώνοντας το λαιμό του. «Καλά που το είπες». Του είπε. «Θα χρειαστεί να ενισχύσω τη μόνωση στη σκεπή».
«Θέλεις να σε βοηθήσω;» τον ρώτησε ο Σκελετός.
«Όχι. Πήγαινε, να μην αργήσεις στη δουλειά σου». Τίναξε τη στάχτη από το τσιγάρο του.
      «Ναι έχεις δίκιο», συμφώνησε ο Σκελετός.
«Σας δοκίμασαν στη μεταφορά νεκρών;» τον ρώτησε ο έκπτωτος, ξαφνικά.
      «Ναι… εδώ και πάρα πολύ καιρό» του απάντησε ο Σκελετός.
«Και πώς πάει;»
«Όχι πολύ καλά…»
«Δηλαδή;»
      «Ε, δεν είναι τόσο εύκολο, όσο νόμιζα», ξεκίνησε ο Σκελετός. «Ανέλαβα να βοηθήσω έναν άλλον, που δε τα πηγαίνει καθόλου καλά και τα κάναμε μούσκεμα. Καταλήξαμε να κυνηγάμε μία ψυχή που ήθελε να πάρει εκδίκηση».
      Ο έκπτωτος τον παρακολουθούσε με προσοχή, σκαλίζοντας το μούσι του, καθώς ο Σκελετός διηγούνταν την ιστορία της ψυχής.
      «Ήταν μία νεαρή γυναίκα γύρω στα τριάντα πέντε, έφυγε από βαριά αρρώστια. Κατάφερε να ξεφύγει, για να πάει κοντά στον άντρα της… και είδε κάτι που δεν έπρεπε να δει».
      «Την κεράτωσε;» τον ρώτησε ο έκπτωτος.
«Με την δίδυμη αδελφή της».
«Ε, δε φταίει αυτός. Αυτή ήταν δίδυμη», αποκρίθηκε αμέσως ο έκπτωτος.
      «Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, εγώ κατέβηκα ένα βαθμό», είπε δυσαρεστημένα ο Σκελετός.
      «Πάντως όλη αυτή τη φάση με τις ψυχές, δεν την έχω καταλάβει, όσο και να έχω προσπαθήσει».
      «Η ψυχή, ύστερα από τη διαφυγή της, επιστρέφει στους Ζωντανούς γυρεύοντας να βρει ένα σώμα για να επανέλθει ή έναν οποιοδήποτε τρόπο να επικοινωνήσει με κάποιο πρόσωπο που αγαπά», εξήγησε ο Σκελετός, με καθαρή φωνή.  «Υπήρχαν περιπτώσεις που ψυχές κυκλοφορούσαν για κάμποσο καιρό ανάμεσα στους Ζωντανούς, επιχειρώντας με διάφορους τρόπους να ακυρώσουν την ανυπαρξία τους. Με αποτέλεσμα οι άνθρωποι, τους οποίους προσπαθούσαν να πείσουν, να χάνουν εντελώς τα λογικά τους και να καταφεύγουν στον θάνατο… Μάλιστα, έχει δημιουργηθεί καινούρια ειδικότητα Χάρων: “Αναζητώντας τα χαμένα κορμιά”…»
      «Μου κάνεις πλάκα;» τον διέκοψε ο έκπτωτος.
«Εγώ το μετονόμασα έτσι», απάντησε ο Σκελετός. «Κανονικά λέγεται: “Αναζητώντας τις Χαμένες Ψυχές”. Πολύ μεγάλος τίτλος».
«Και τι κάνεις σε αυτή την ειδικότητα;», ρώτησε ο έκπτωτος.
«Τίποτα το ιδιαίτερο». Του απάντησε ο Σκελετός. «Περιπλανιέσαι ανάμεσα στους ζωντανούς, χωρίς να είσαι ορατός, φυσικά, αναζητώντας τις χαμένες ψυχές».
      «Βαρετό ακούγεται», σχολίασε ο έκπτωτος, εκπνέοντας τον καπνό από το τσιγάρο του.
«Είναι. Πολύ», συμφώνησε ο Σκελετός. «Σίγουρα δεν θέλεις βοήθεια με τη σκεπή;», ρώτησε αμέσως, νιώθοντας αβέβαιος για το αν θα τα κατάφερνε μόνος του.
«Ναι», απάντησε ο έκπτωτος, ανάβοντας ξανά το στριφτό τσιγάρο του.
«Μήπως να το αφήσεις για αργότερα;» επέμεινε ο Σκελετός, προσπαθώντας να τον μεταπείσει. «Όταν επιστρέψω θα το κάνω».
      Ο έκπτωτος γύρισε να δει τη σκεπή. «Όχι, καλύτερο είναι να το κάνω τώρα», απάντησε. «Ό,τι μπορείς να κάνεις τώρα, μην το αφήνεις για αργότερα».
      «Ναι, σε αυτό έχεις δίκιο, αλλά. . .»  Κόμπιασε ένα ολοκληρώσει τη φράση του. «Θα σου πρότεινα να το αφήσεις για τώρα και να το κάνουμε μαζί, όταν επιστρέψω».
      «Δεν νομίζω να πάθω τίποτα, εάν πέσω από εκεί πάνω», σχολίασε, έχοντας ήδη φανταστεί τον εαυτό του να πέφτει από τη σκεπή της καλύβας.
      «Για εσένα, είμαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα. Για τη σκεπή ανησυχώ!» είπε ο Σκελετός.
«Σαν τι μπορεί να πάθει η σκέπη;». Τον ρώτησε, με λίγο τόνο ειρωνείας.
      «Θα πάψει να υπάρχει».
      Τον κοίταξε σαρώνοντας τα φρύδια του, δείχνοντας θιγμένος.
      «Ξέρεις ότι σε αγαπάω, αλλά με τα μαστορέματα δεν το έχεις».
«Καλά θα περιμένω να γυρίσεις», μουρμούρισε, μουτρωμένος.
      «Να φύγω ήσυχος;» τον ρώτησε για να επιβεβαιωθεί.
«Ναι», του απάντησε ξερά εκείνος.
Μόλις έφυγε, ανέβηκε πάνω στη σκεπή, για να τη φτιάξει. Καταλήγοντας μετά από λίγα λεπτά, με την πλάτη στο έδαφος και πάνω του δυο τρεις σανίδες. Είχε καταφέρει να ρίξει τη σκεπή.
      Πάνω από το κεφάλι του, διέκρινε μία θολή μαύρη τελεία, που συνεχώς άλλαζε σχήμα, ώσπου είδε καθαρά το πρόσωπο ενός μικρού κοριτσιού. Οι άκρες από τα κοτσιδάκια της χάιδευαν τα μαγουλά του.
      Είχε ξανθά μαλλιά, πρόσωπο με πεταχτά μάγουλα, χωρίς γωνίες, στρογγυλά, μεγάλά μάτια, λίγο στραβή μύτη, λεπτά χείλη. Φορούσε μία πλεχτή, χοντρή, φουντωτή, λευκή μπλούζα, ένα μαλλιαρό, χοντρό, μαύρο παντελόνι και ξεφτισμένες, δερμάτινες μπότες. Πίσω στην πλάτη, είχε δεμένο ένα θηκάρι με βέλη, στο πλάι κρεμόταν το ξύλινο τόξο της. Στην έξω μεριά του δεξιού ποδιού της, είχε κρεμασμένη τη δερμάτινη θήκη του σπαθιού της.
«Στον ουρανό σε γύρευα, στη γη σε βρήκα». Του είπε, χαμογελώντας ικανοποιητικά.
 Σηκώθηκε από το έδαφος, πιάνοντας το κεφάλι του. «Πού βρίσκομαι;» αναρωτήθηκε εκείνος, τρίβοντας το πίσω μέρος του κεφαλιού του.
Το κοριτσάκι κοίταξε γύρω το τοπίο, πριν του απαντήσει. «Στο σπίτι σου, υποθέτω».
«Α», είπε ξενερωμένα εκείνος και μάζεψε τις σανίδες στα χέρια του.
«Τι θα κάνεις;». Τον ρώτησε το κοριτσάκι.
«Τίποτα». Απάντησε ξερά εκείνος, προχωρώντας μέσα στη καλύβα.
      Το κοριτσάκι τον ακολούθησε, μαζεύοντας στα χεράκια της μερικά κομμάτια από σπασμένες σανίδες.
      «Πού να τα αφήσω;» τον ρώτησε, κοντά στο κατώφλι της πόρτας.
«Ας τα κάτω και φύγε. Δεν χρειάζομαι τη βοήθεια σου», της απάντησε εκείνος.
      Το κοριτσάκι άφησε τις σπασμένες σανίδες που κρατούσε, κοντά στην άκρη της πόρτας. Προχώρησε προς το εσωτερικό της καλύβας. «Δεν έχεις σχεδόν καθόλου έπιπλα…» σχολίασε, βλέποντας μόνο δύο ξύλινες καρέκλας που έμοιαζαν να έχουν σκαλιστεί με το χέρι και ένα τραπέζι, όμοιο με τις καρέκλες. Κοντά στη μία καρέκλα υπήρχε μία στοίβα με βιβλία και, γύρω από αυτή τη στοίβα, περισσότερα ανακατωμένα βιβλία. Πλησίασε προς εκείνη την καρέκλα, ελέγχοντας, χωρίς να αγγίζει, τους τίτλους των βιβλίων.
«Πιο βιβλίο διαβάζεις αυτή τη περίοδο;». Τον ρώτησε.
      «Το πώς να διώχνετε ενοχλητικές παρουσίες», της απάντησε.
«Έξυπνο. Τρομερά έξυπνο», αποκρίθηκε εκείνη, ελαφρώς εκνευρισμένη, από την αγενή συμπεριφορά του.  «Λοιπόν;»  ρώτησε.
«Τι λοιπόν;»
      «Δεν έχεις να μου πεις κάτι;»
      Ο έκπτωτος στάθηκε να την κοιτάζει, από πάνω μέχρι κάτω σιωπηλός. «Όχι», απάντησε. «Απολύτως τίποτα».
      Το κοριτσάκι σάστισε για λίγο από την απάντηση του. «Ναι, έχεις δίκιο», συμφώνησε τελικά. «Δεν έμαθες τι συνέβη;» τον ρώτησε, μετά από λίγα λεπτά.
      «Όχι», απάντησε ο έκπτωτος, ανασηκώνοντας αδιάφορα τους γυμνούς ώμους του.
      «Για τον Λάουντ;»
      Το πρόσωπο του έκπτωτου ζάρωσε. «Ποια είσαι;», ρώτησε επιθετικά, πιάνοντας ένα μυτερό ξύλο με το ένα χέρι.
      «Όχι…» είπε το κοριτσάκι, τρομαγμένο, από την απότομη αλλαγή συμπεριφοράς του. «Δεν είμαι αυτό που νομίζεις». Είχε σηκώσει τα χέρια της στην ευθεία του στέρνου της. «Για την ακρίβεια, είμαι το ακριβώς αντίθετο».
      «Ποια είσαι;» επέμεινε.
 «Εσύ δεν με θυμάσαι, ακόμη και να με θυμόσουν, δεν θα με αναγνώριζες, έτσι όπως είμαι τώρα…  Όμως, εγώ σε ξέρω». Του είπε αργά. «Ονομάζομαι Φρειδερίκη, είμαι μαγικό πλάσμα και είμαι κυνηγός».
      Ο έκπτωτος τη κοίταξε επίμονα, βάζοντας μετά τα γέλια. «Και εγώ μονόκερος».
      «Σου μιλάω σοβαρά», είπε εκείνη, σταυρώνοντας τα χέρια της. «Έχω μπλέξει άσχημα και είσαι ο μόνος που μπορείς να με σώσεις».
      «Κάποιο λάθος κάνεις».
«Δεν κάνω κανένα λάθος». Αποκρίθηκε εκείνη, μιλώντας έντονα. «Πόσο καιρό ζεις εδώ πέρα, απομονωμένος;».
      «Πάρα πολύ», της απάντησε ήρεμα.
«Δεν έχει ιδέα τι επικρατεί, στον κόσμο».
      «Ούτε ο Σκελετός ξέρει».
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι. Αν γνώριζε θα μου το έλεγε».
      «Τα πράγματα έχουν σοβαρέψει…»
      «Επιτέλους, πες μου ποια είσαι», τη διέκοψε απότομα.
«Σου είπα…»
      «Όχι πώς ονομάζεσαι, ποια είσαι… Τι θέλεις από εμένα;»
«Τη βοήθεια σου, τι άλλο;»
      «Τότε κάνεις, σίγουρα, λάθος».
      «Όχι, σου είπα!»
      Από τον τόνο της φωνής της, ο έκπτωτος κατάλαβε ότι η μικρή είχε νευριάσει.
      «Πες μου τι έγινε», της ζήτησε ευγενικά, ο έκπτωτος.
      «Ο πατέρας μου εντόπισε το λημέρι του δαιμονικού Λάουντ, αφού τον παρακολούθησε για καιρό, αποφάσισε να του επιτεθεί. Μου είπε να μείνω πίσω, με έκρυψε κιόλας στο Μυστικό Κρησφύγετο, για να είναι ακόμα πιο σίγουρος ότι δε θα με βρουν, εάν εκείνος δεν είχε καλό τέλος. Εγώ δεν κρατήθηκα. Ψηνόταν ο κώλος μου, πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Πήγα και τον βρήκα. Ο Λάουντ τον βασάνιζε, επειδή αρνιόταν να πάρει το μέρος του. Του επιτέθηκα, με θολωμένο κεφάλι. Δεν με ενδιέφερε ο θάνατος, το μόνο που με ένοιαζε ήταν να σώσω τον πατέρα μου. Πίστευα ότι απασχολώντας τον Λάουντ, εκείνος θα προλάβαινε να δραπετεύσει και θα τον αποτελειώναμε μαζί. Ύστερα κατάλαβα πως δεν υπήρχε διαφυγή. ‘Ήταν καταδικασμένος να πεθάνει. Εννοείται ότι μόνη μου, δεν υπήρχε περίπτωση να νικήσω αυτό το πλάσμα».
Τα βλέφαρα της τρεμόπαιζαν, από τη πίεση που ασκούσε στον εαυτό της, να μη γίνουν εμφανή τα συναισθήματά της. «Ο πατέρας μου παραδόθηκε στη σκιά του Λάουντ, για να με σώσει. Για μια στιγμή είδα γύρω μου μία μικρή λάμψη να επικρατεί, κοιτάζοντας τα μάτια του πατέρα μου. Ύστερα το μόνο που άκουγα, ήταν οι φωνές του. Τον έβλεπα να χτυπιέται στο έδαφος ανήμπορος να σηκωθεί, ανίκανη να καταλάβω…» είπε χωρίς ανάσα.
Ρουφούσε τη μύτη της, κουνώντας τα μάτια της νευρικά. Από τη μία άκρη του ματιού της, ξέφυγε ένα δάκρυ. Ανατρίχιασε ολόκληρη, κατά τη διάρκεια περιγραφής των γεγονότων, αισθάνθηκε σα να τα ξανά ζει. Αναστέναξε, θέλοντας να πει κάτι τελευταίο. «Ο Λάουντ φυλάκισε τη ψυχή μου, σε σώμα ενός επτάχρονου κοριτσιού, για να μου διδάξει να τα βάζω με κάποιον που είναι αντάξιος των δυνατοτήτων μου... Κανονικά είμαι είκοσι επτά χρονών». Σταμάτησε να μιλά, νιώθοντας τρομερά ταπεινωμένη.
«Το πήρες το μάθημα σου, πιστεύω», σχολίασε εκείνος, κοιτάζοντας από πάνω μέχρι κάτω. «Εγώ τι θέλεις να κάνω;».
«Να με βοηθήσεις να σώσω τον πατέρα μου», του απάντησε η Φρειδερίκη. «Θέλω να σκοτώσω τον Λάουντ».
«Καλή τύχη», αποκρίθηκε εκείνος, δείχνοντας της την πόρτα της καλύβας.
      «Κότα  είσαι ή άγγελος;» του φώναξε. «Τι σόι προστάτης είσαι, εάν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον άνθρωπο που σε έχει ανάγκη;» Χτύπησε το ένα της πόδι με νεύρο στο πάτωμα, εκτονώνοντας την ένταση που ένιωθε εκείνη τη στιγμή.
«Τι ξέρεις για εμένα και πώς στο κακό με βρήκες;» Την πλησίασε απότομα, στριμώχνοντας την στη γωνία. Η αλήθεια είναι πως δεν έμοιαζε τόσο απειλητικός όσο ήθελε να δείχνει, δεν είχαν και τόση διαφορά ύψους. Την περνούσε απλώς ένα κεφάλι.
«Σε ξέρω…» του απάντησε το κοριτσάκι, λυγίζοντας τον αυχένα της προς τα πίσω. «Έχω ακούσει πολλά για εσένα», του εξήγησε, κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω.
«Με παρακολουθείς καιρό;» τη ρώτησε, διατηρώντας το ίδιο ύφος, κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
«Ούτε μία μέρα», του απάντησε. «Απλώς ήρθα εδώ».
«Δε σε πιστεύω. Κάποιος σε έβαλε να με παρακολουθείς».
«Σου είπα, όχι!» φώναξε απότομα το κοριτσάκι. «Κανένας δεν με έβαλε να σε παρακολουθώ. Μόνη μου ήρθα ως εδώ».  
«Τι φωνές είναι αυτές;» στην έντονη διαμάχη επενέβη ο Σκελετός, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκπαίδευση του.
«Να σου συστήσω την Ντόρα την εξερευνήτρια», απάντησε ο έκπτωτος, δείχνοντας την Φρειδερίκη.
«Χαίρω πολύ», της είπε ο Σκελετός. «Και τι γυρεύεις εδώ;»
«Ήρθα, γιατί χρειάζομαι βοήθεια», του απάντησε η Φρειδερίκη σοβαρά.
 «Πόσο απελπισμένη είσαι;» ρώτησε ο Σκελετός.
«Από ό,τι φαίνεται πολύ», απάντησε η Φρειδερίκη, κοιτάζοντας τον έκπτωτο από πάνω μέχρι κάτω.
      «Εσύ με ποιανού το μέρος είσαι;» ρώτησε ο έκπτωτος τον φίλο του.
      «Με το δικό της φυσικά», απάντησε ο Σκελετός, δείχνοντας το κοριτσάκι με τα ξανθά μαλλιά.
«Αφού δεν τη ξέρεις, πώς παίρνεις το μέρος της;»
      «Ναι, η αλήθεια είναι πως δεν τη ξέρω, αλλά αυτή δεν την αντιπαθώ, όσο αντιπαθώ εσένα», του απάντησε ο Σκελετός. «Πάλι έριξες τη σκεπή!» φώναξε.
      «Δεν το ήθελα. Κατά λάθος έγινε». Απολογήθηκε ντροπιασμένος.
«Αυτό είναι το πρόβλημα! Θα αναγκαστώ να τη φτιάξω πάλι από την αρχή…» μουρμούρισε, κοιτάζοντας τα συντρίμμια της ξύλινης σκεπής.
      «Συγνώμη που διακόπτω το οικογενειακό σας καβγαδάκι, αλλά τι θα γίνει με εμένα;» τους ρώτησε, χαμογελώντας.
      «Ποια είσαι κοριτσάκι μου;» ρώτησε ο Σκελετός.
      «Ονομάζομαι Φρειδερίκη και είμαι μία Κυνηγός».
«Από πότε οι κυνηγοί κυκλοφορούν σε μέγεθος τσέπης;» ρώτησε τον έκπτωτο. «Μάλλον σε έχουν για δόλωμα».
«Λες;» ρώτησε έντρομος, ο έκπτωτος.
Ο Σκελετός ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. Ύστερά οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, βηματίζοντας κατά πάνω της.
«Κάνετε λάθος» τους είπε εκείνη με τα χέρια ψηλά. «Δεν είμαι δόλωμα κανένας, ούτε κατάσκοπος… Είμαι απλά ένα κοριτσάκι που θέλε να σώσει τον πατέρα της!»
      «Για μισό λεπτό…» είπε ο Σκελετός. «Η κόρη του Αγησίλαου είσαι;».
      «Ναι!» απάντησε εκείνη με ενθουσιασμό.
      «Βέβαια, έχω ακούσει για εσένα» της είπε ο Σκελετός.
      «Δηλαδή, τώρα με πιστέψατε;» τους ρώτησε η Φρειδερίκη.
      Ο έκπτωτος κοίταξε τον Σκελετό. «Αλήθεια λέει;»
«Είναι η πιο τρανή κυνηγός της γενιάς της» απάντησε ο Σκελετός.
      «Θα με βοηθήσετε;» τους ρώτησε η Φρειδερίκη.
      «Όχι!» απάντησαν και οι δύο ξερά.


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου

1 σχόλιο:

  1. Σε αυτό το κεφάλαιο μου άρεσε ιδιαίτερα η σκιαγράφηση της σχέσης του έκπτωτου και του Σκελετού, είναι ένα δίδυμο που έχει πολύ πλάκα.
    Επίσης μου άρεσε πάρα πολύ το πως γνωρίζονται ο έκπτωτος με τη Φρειδερίκη σε σχέση με την προηγούμενη εκδοχή. Η Φρειδερίκη είναι ένας πολύ ιδιαίτερος χαρακτήρας και ανυπομονώ να τη δω να αλληλεπιδρά περισσότερο με τους άλλους δυο.
    Σε γενικές γραμμές είναι μια καλογραμμένη ιστορία που ρέει εύκολα. Είμαι πολύ περίεργη για το πώς θα εξελιχθεί!

    ΑπάντησηΔιαγραφή